ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1121/24
P.A.S. TOYS LIMITED
Παραπονούμενος
v.
Φίλιππου Δρουσιώτη
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 06.08.2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Παραπονούμενο: Κα Χ. Ηλιοφώτου για Χριστάκη Ν. Ματθαίου
Για Κατηγορούμενο: κ. Νικήτας Νικήτα
Κατηγορούμενος απών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης πιστωτή εξ αποφάσεως χρέους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (1) (γ), 3 (2) και 3(4) του Νόμου 60(Ι)/2008.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1-7, ο Κατηγορούμενος την 1.7.2023, μέχρι και την 1.1.2024 (αντιστοίχως προς τις κατηγορίες) στη Λευκωσία, ως εξ αποφάσεως οφειλέτης χρέους στην αγωγή με αρ. 4792/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, παρέλειψε να καταβάλει προς τους εκ δικαστικής απόφασης πιστωτές του, το ποσό των €30 το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει, δυνάμει διατάγματος του πιο πάνω Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.03.2020.
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία προσέφερε ο Α.Π. (Μ.Κ.1). Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Ουδείς άλλος μάρτυρας, κλήθηκε προς υπεράσπιση του.
Είναι η θέση της συνηγόρου της Παραπονούμενης, πως ενώ ο Κατηγορούμενος έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του, αρνείται να το πράξει με σκοπό να καταδολιεύσει την Παραπονούμενη, αφού εργαζόταν και είχε τέτοια δυνατότητα και πως οτιδήποτε αντίθετο με τούτα ανέφερε, είναι ψεύδη και πως τούτο διαφαίνεται από τα όσα ο ίδιος και η σύζυγος του δήλωσαν ενόρκως, στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αρ. 2190/22 που εκδικάστηκε από άλλο δικαστή, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Περιπλέον, ότι καμιά κατάχρηση της διαδικασία υφίσταται ως εισηγείται η υπεράσπιση και πως ο Μ.Κ.1 κατέστησε σαφές πως είναι ο ίδιος που έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του, να προωθήσει την παρούσα.
Αντίθετη είναι η θέση της υπεράσπισης, η οποία εισηγείται ότι κατά πρώτον, ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας και παρότι αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως, θα έπρεπε να ληφθεί άδεια από Δικαστήριο, με βάση τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 πριν την έγερση οποιασδήποτε διαδικασίας εναντίον του. Κατά δεύτερο, ότι η Παραπονούμενη δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό πως έδωσαν οδηγίες στον δικηγόρο που υπογράφει το κατηγορητήριο, να προωθήσει την παρούσα και πως τούτη προωθείται καταχρηστικά από μέρους του συγκεκριμένου δικηγόρου για να εισπράξει χρήματα από τον Κατηγορούμενο. Συνδυαστικά με τα πιο πάνω, αναφέρουν ότι σκοπός της παρούσας είναι η είσπραξη χρηματικού ποσού από τον συγκεκριμένο δικηγόρο και πως τούτο είναι ανεπίτρεπτο με δεδομένη την ποινική φύση της υπόθεσης και χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης και απειλής προς τον Κατηγορούμενο και πως τέλος, ακόμη και τίποτε από τα πιο πάνω να γίνει δεκτό, ο Κατηγορούμενος έχει αποσείσει το βάρος που του αναλογεί και έχει καταδείξει ότι ο λόγος που δεν κατέβαλε τις επίδικες μηνιαίες δόσεις, είναι η αντικειμενική οικονομική εξαθλίωση του και τίποτε άλλο. Τέλος, ότι με βάση το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων, δεν προκύπτει εν πάση περιπτώσει οφειλή με δεδομένο τον χρόνο που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο πως δεν κατέβαλε τις συγκεκριμένες μηνιαίες δόσεις.
Προχωρώ σε σύντομη σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε.
Ο Μ.Κ.1, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), με βάση το περιεχόμενο της οποίας δηλώνει πως είναι διευθυντής της Παραπονούμενης και εξουσιοδοτημένος από αυτήν και πως γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά. Την 01.03.2018 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή με αρ. 4792/17 προς όφελος της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου (τεκμήριο 1) με βάση την οποία ο τελευταίος διαταζόταν να καταβάλει προς την πρώτη, το ποσό των €600, πλέον τόκο, πλέον έξοδα. Το εν λόγω ποσό αφορούσε δικηγορικά έξοδα της Παραπονούμενης, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 17169/09 του Ε.Δ. Λευκωσίας, τα οποία ο Κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί να πληρώσει και δηλώθηκε κανόνας δικαστηρίου. Στις 06.03.2020 και κατόπιν ακρόασης αίτησης μηνιαίων δόσεων (στο εξής «ΑΜΔ»), εκδόθηκε απόφαση (τεκμήριο 2- στο εξής «ΔΜΔ») με την οποία ο Κατηγορούμενος διαταζόταν να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του δια μηνιαίων δόσεων ύψους €30 από 01.04.2020 με 7 ημέρες χάρη, πλέον τόκο, έξοδα και τόκο επί των εξόδων. Μετά την έκδοση του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις επίδικες μηνιαίες δόσεις και αρνείται να το πράξει ενώ έχει τέτοια δυνατότητα με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονούμενης.
Συνεχίζει λέγοντας πως την ημέρα καταχώρησης της παρούσας, το χρέος ανήλθε σε €2.614,99 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο για μείωση ή αναστολή των δόσεων ή πληρωμών και ποτέ δεν συμμορφώθηκε με το ΔΜΔ. Ζητά τέλος, την καταδίκη του Κατηγορούμενου και την έκδοση διατάγματος είσπραξης του οφειλόμενου ποσού. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος προμηθεύτηκε προϊόντα από το κατάστημα του ήταν πριν δύο χρόνια διότι ασχολείτο με την λειτουργία «καζαντί». Του είχε υποσχεθεί παλιά πως θα διευθετούσε το χρέος και οποιεσδήποτε εκκρεμότητες προς τον δικηγόρο του, όσο και τον δικηγόρο του ιδίου (του Κατηγορούμενου).
Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να καταχωρήσει την παρούσα, πότε τούτο έγινε και με ποιο τρόπο, εάν ο Κατηγορούμενος του έδειξε χρήματα όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος στην αντεξέταση του όταν τον είχε επισκεφθεί για τελευταία φορά στο κατάστημα όπως είπε, εάν ξαναείδε τα τεκμήρια 1 και 2 και πότε, πότε ο Κατηγορούμενος του ανέφερε πως θα διευθετούσε τα δικηγορικά έξοδα, εάν γνωρίζει ότι ο δικηγόρος του εξέδωσε εναντίον του Κατηγορούμενου εντάλματα είσπραξης ύψους €6.000 μέχρι στιγμής και εάν γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος είναι λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (στο εξής «Ε.Ε.Ε.»). Επίσης, εάν του αναφέρθηκε ποτέ από τον Κατηγορούμενο πως τα χρήματα που κρατούσε όταν επισκέφθηκε το κατάστημα του ήταν χρήματα που έλαβε αναδρομικά η γυναίκα του λόγω αναπηρίας. Του υπεβλήθη η θέση πως ο Κατηγορούμενος έπαψε να λειτουργεί «καζαντί» εδώ και πάρα πολύ καιρό και πως ο ίδιος θεωρεί πως όταν τον επισκέφθηκε, το λειτουργούσε, εάν εκείνη την περίοδο εκδόθηκαν τιμολόγια επ’ ονόματι του γιου του Κατηγορούμενου με τον ίδιο να αρνείται και να καλείται από την υπεράσπιση να καταθέσει τα τιμολόγια που ισχυρίζεται ότι εξέδωσε επ’ ονόματι του Κατηγορούμενου όπως και την εξουσιοδότηση που έδωσε στον δικηγόρο του να καταχωρήσει την παρούσα. Επίσης του υποβλήθηκε πως ο λόγος που για το εξ αποφάσεως χρέος είχε επιστραφεί ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας ήταν διότι ο Κατηγορούμενος στερείτο οικονομικών πόρων και ερωτήθηκε εάν δήλωσε γραπτώς οποτεδήποτε πως ο ίδιος δεν έχει απαίτηση για τα χρήματα που του οφείλονται. Επί τούτου, του υπεβλήθη πως ο λόγος που ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις επίδικες ΜΔ, ήταν διότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει.
Ο Κατηγορούμενος, στην δική του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) αναφέρει την οικογενειακή του κατάσταση, επισημαίνοντας πως προέρχεται από φτωχή οικογένεια, χωρίς περιουσία, ενώ ο ίδιος είναι αμόρφωτος και μεγάλωσε τα δικά του παιδιά με δυσκολίες από το 1974, που μετέβη στις ελεύθερες περιοχές ως πρόσφυγας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3, κατάσταση ασφαλιστικών αποδοχών από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για όλα τα παραπάνω έτη. Υποφέρει από ιατρικά προβλήματα στο δεξί του πόδι, το οποίο είναι χειρουργημένο από το 1983 που είχε πολύ σοβαρό τροχαίο ατύχημα και έκτοτε παρακολουθείται κατά διαστήματα από ιατρούς (τεκμήριο 4). Για τούτο, είναι κάτοχος δελτίου στάθμευσης ατόμων με αναπηρίες (τεκμήριο 5). Πρόσφατα, είχε ραντεβού για αξιολόγηση της κατάστασης του (τεκμήριο 6).
Από το έτος 2015 λαμβάνει δημόσιο βοήθημα από το Ταμείο Βοηθημάτων του Υφυπουργείου Πρόνοιας. Αρχικά λάμβανε €1200 περίπου τον μήνα, λόγω των εξαρτώμενων (τότε) τέκνων του και μετά την ενηλικίωση τους, το ποσό αυτό μειώθηκε σταδιακά και λαμβάνει πλέον €659.23 μηνιαίως, στο οποίο περιλαμβάνεται και επίδομα για την σύζυγο του. Τα πιο πάνω αναφέρει, υποστηρίζονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε για σκοπούς εξέτασης αιτήματος νομικής αρωγής που υπέβαλε στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης (τεκμήριο 7 και 39).
Κατέθεσε ως τεκμήρια 8 και 9, ανάλυση του ποσού του Ε.Ε.Ε. που λαμβάνει, τα οποία αφορούν τον μήνα Φεβρουάριο του 2026 και τον μήνα Οκτώβριο του 2019. Στις 29.10.2025 μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο «Ίασις» στην Πάφο, λόγω σοβαρής μόλυνσης στο δεξί του πόδι και νοσηλεύτηκε μέχρι και τις 10.11.2025 (τεκμήριο 10). Αντιμετωπίζει και άλλα προβλήματα υγείας, ως φαίνεται από το τεκμήριο 11 που αποτελεί αντίγραφο ιατρικής έκθεσης, ημερομηνίας 18.11.2025, η οποία ετοιμάστηκε από την προσωπική του ιατρό για σκοπούς εξέτασης αίτησης του για παροχή Ε.Ε.Ε. και από τα τεκμήρια 12 και 13, που αποτελούν αντίγραφα ιατρικής έκθεσης, ημερομηνίας 03.04.2025, οι οποίες ετοιμάστηκαν από ψυχίατρο για τον ίδιο σκοπό. Λόγω των πιο πάνω προβλημάτων του, δεν μπορεί να εργαστεί και συντηρείται αποκλειστικά από το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνει. Από αυτό το ποσό, αποκόπτεται ποσό €70 που αφορά οφειλές της οικογένειας προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας (τεκμήρια 14 και 15).
Αναφέρει περαιτέρω πως τα χρέη της οικογένειας, ανέρχονται σήμερα σε €400,000 περίπου και η οικία τους είναι διαδοχικά υποθηκευμένη (τεκμήρια 16-21). Το 2009 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και στις 25.02.2011 κηρύχθηκε σε πτώχευση, ενώ στις 07.11.2015 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως (τεκμήριο 22). Η μόνη ακίνητη περιουσία που έχει είναι 1/6 μερίδιο της κατοικίας στην οποία διαμένει, η οποία είναι υποθηκευμένη (τεκμήριο 23-25). Οφείλει επίσης στο Τμήμα Ενταλμάτων Είσπραξης της Αστυνομίας Πάφου το ποσό των €14.176,87 (τεκμήριο 26) με τις €6000 εξ αυτού του ποσού να οφείλονται από ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις καταδολίευσης που καταχωρούσε επανειλημμένα ο δικηγόρος της Παραπονούμενης, οι οποίες καταχωρούνταν καταχρηστικά.
Κατέθεσε ως τεκμήρια 27-33 αντίγραφα των κατηγορητηρίων των ποινικών υποθέσεων με αρ. 1249/25, 1238/24, 1243/23, 2190/22, 2305/20, 1682/21 και 2126/21, αντίστοιχα ως επίσης ως τεκμήρια 33- 38, αντίγραφα ενταλμάτων που εκδόθηκαν εναντίον του σε ό,τι αφορά τις ποινικές υποθέσεις με αρ. 1243/23, 2190/22 και 2305/20. Αναφέρει επίσης πως όταν εκδόθηκε το ΔΜΔ ήταν ήδη λήπτης δημοσίου βοηθήματος και δεν είχε έκτοτε την δυνατότητα να πληρώνει δόσεις ωστόσο δεν μπόρεσε να καταχωρήσει έφεση λόγω των άθλιων οικονομικών του συνθηκών. Παρόλα αυτά, ο συγκεκριμένος δικηγόρος εξακολουθεί να καταχωρεί υποθέσεις εναντίον του και θα συνεχίσει να το πράττει, ως δήλωσε στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας.
Περαιτέρω, από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα, οι οικονομικές του συνθήκες άλλαξαν, αφού τότε λάμβανε €720, μαζί με την σύζυγο του, ενώ τώρα λαμβάνουν €659.23 απλά και μόνο για να επιβιώνουν και δεν περισσεύει οτιδήποτε για να πληρώνει οποιαδήποτε μηνιαία δόση σε οφειλές, όπως ούτε και να έχει άλλα εισοδήματα. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι λειτουργεί «καζαντί», τούτο είναι ψέμα αφού δεν του δόθηκε και δεν είχε άδεια κατά τον ουσιώδη χρόνο (τεκμήριο 40). Σε ό,τι αφορά τον έτερο ισχυρισμό ότι πλήρωσε στον Μ.Κ.1 με μετρητά, προϊόντα που αγόρασε προ διετίας, αυτό το ποσό ήταν χρήματα αναδρομικά που έλαβε η σύζυγος του λόγω προβλημάτων όρασης (τεκμήρια 41-43).
Αντεξετάστηκε και ερωτήθηκε από πότε δεν μπορεί να εργαστεί και εάν εργαζόταν πριν το 2015 και του υποβλήθηκε πως ενίοτε λειτουργούσε το «καζαντί» του και ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, πού πουλά τα προϊόντα που αγοράζει από την Παραπονούμενη κατά καιρούς και εάν το ΔΜΔ εκδόθηκε κατόπιν που προέβαλε ένσταση στην αίτηση που προηγήθηκε. Ερωτήθηκε επίσης από πότε είναι λήπτης Ε.Ε.Ε., εάν λαμβάνει επίδομα αναπηρίας για να του υποβληθεί πως λαμβάνει εξ ου και κατέθεσε αντίγραφο κάρτας αναπηρίας που κατέχει και πως επιπλέον τούτο φαίνεται και από την ανάλυση των πληρωμών του δημοσίου βοηθήματος που λαμβάνει, η βεβαίωση της οποίας είναι στο όνομα του (τεκμήριο 8) και πως είναι ψέματα του το ότι το εν λόγω επίδομα αφορά την σύζυγο του.
Ερωτήθηκε εάν στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 2190/22 του Ε.Δ. Λευκωσίας είχε δηλώσει τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του ενόρκως πως λειτουργούσαν το «καζαντί» τους καλοκαιρινούς μήνες και πως τον Νοέμβριο του 2024 είχαν ψωνίσει από την Παραπονούμενη και του υποδείχθηκε αντίγραφο της απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου (τεκμήριο 44) με τον ίδιο να αρνείται την υποβολή αυτή. Ερωτήθηκε εάν η οικονομική του κατάσταση από το 2020-2024 παρέμεινε η ίδια και του υποβλήθηκε πως τούτη αυξήθηκε αφού πλέον λαμβάνει επίδομα και η σύζυγος του ως επίσης η τελευταία έλαβε το 2024 αναδρομικά €6.242 και πως το ότι μπορεί να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του διαφαίνεται και από το ότι προέβη σε διακανονισμός με το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας και καταβάλλει προς αυτό, €70 μηνιαίως. Τέλος του υπεβλήθη πως ο λόγος που δεν καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του, είναι εκδικητικά και πως εργάζεται και ο ίδιος και η σύζυγος του και τα εισοδήματα τους από το 2020, έχουν αυξηθεί.
Αυτές είναι εν συντομία οι θέσεις των δύο μερών. Κάθε τι άλλο που έχει προωθηθεί από την μια ή την άλλη πλευρά, είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και στις σημειώσεις του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη στην πλήρη του μορφή. Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, σημειώνω πως ενόψει του ότι τα πλείστα (ως θα διαφανεί) γεγονότα που αφορούν αυτές καθαυτές τις επίδικες κατηγορίες, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Κατηγορουμένου, τα όσα αποτελούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας (1999) 2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Καταρχάς σημειώνω πως με το πέρας της μαρτυρίας, δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός το ότι, ο δικηγόρος της Παραπονούμενης, στο πλαίσιο της μαρτυρίας που προσέφερε κατά την διάρκεια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 1238/24 του Ε.Δ. Λευκωσίας, δήλωσε ότι θα συνεχίσει να καταχωρεί ποινικές υποθέσεις, μέχρις ότου τον καλύπτει το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, για να εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος. Περαιτέρω τούτου, αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα ή άλλως πως αποδεκτά γεγονότα τα εξής.
1. Ο Μ.Κ.1, είναι διευθυντής της Παραπονούμενης
2. Την 01.03.2018 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή με αρ. 4792/17 προς όφελος της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου ως το τεκμήριο 1 με βάση την οποία ο τελευταίος διαταζόταν να καταβάλει προς την πρώτη, το ποσό των €600, πλέον τόκο, πλέον έξοδα ως αυτά καταγράφονται στην εν λόγω απόφαση.
3. Στις 06.03.2020 και κατόπιν ακρόασης αίτησης οικονομικής εξέτασης του Κατηγορούμενου, εκδόθηκε ΔΜΔ ως το τεκμήριο 2 με το οποίο ο Κατηγορούμενος διαταζόταν να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του δια μηνιαίων δόσεων ύψους €30 από 01.04.2020 με 7 ημέρες χάρη, πλέον τόκο, έξοδα και τόκο επί των εξόδων.
4. Μετά την έκδοση του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις επίδικες μηνιαίες δόσεις
5. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο για μείωση ή αναστολή των δόσεων ή πληρωμών και δεν συμμορφώθηκε ποτέ με το ΔΜΔ.
6. Ο Μ.Κ.1, είχε δηλώσει σε προγενέστερο χρόνο εκ μέρους της Παραπονούμενης, πως η τελευταία, δεν απαιτούσε οφειλόμενα ποσά από τον Κατηγορούμενο αλλά απαιτούσε να πληρωθούν τα έξοδα του δικηγόρου του.
7. O Κατηγορούμενος πάσχει από διάφορα ιατρικά και δη τα προβλήματα υγείας στα οποία αναφέρθηκε και είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος το οποίο αρχικά ανερχόταν στα €1200 περίπου τον μήνα, το οποίο μειώθηκε σταδιακά και λαμβάνει πλέον Ε.Ε.Ε., ύψους €659.23 μηνιαίως.
8. Ο Κατηγορούμενος, καταβάλλει προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας το ποσό των €70 μηνιαίως, κατόπιν διακανονισμού στον οποίο προέβη το 2024 λόγω οφειλόμενων ποσών προς το πιο πάνω Κοινοτικό Συμβούλιο.
9. Διατηρεί χρέη, ύψους €400,000 περίπου και η οικία του είναι διαδοχικά υποθηκευμένη (τεκμήρια 16-21).
10. Το 2009 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου και στις 25.02.2011 κηρύχθηκε σε πτώχευση, ενώ στις 07.11.2015 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως και η μόνη ακίνητη περιουσία που έχει είναι 1/6 μερίδιο της κατοικίας στην οποία διαμένει, η οποία είναι υποθηκευμένη .
11. Οφείλει στο Τμήμα Ενταλμάτων Είσπραξης της Αστυνομίας Πάφου το ποσό των €14.176,87 (τεκμήριο 26) με τις €6000 εξ αυτού του ποσού να οφείλονται από ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις που καταχωρήθηκαν από τον δικηγόρο της Παραπονούμενης εναντίον του.
12. Εναντίον του καταχωρήθηκαν σε σχέση με το εκ των επιδίκων κατηγοριών, εξ αποφάσεως χρέος, οι ποινικές υποθέσεις με αρ. 1249/25, 1238/24, 1243/23, 2190/22, 2305/20, 1682/21 και 2126/21. Σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις με αρ. 1243/23, 2190/22 και 2305/20 εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμής ως τα τεκμήρια 33-38.
13. Όταν εκδόθηκε το ΔΜΔ ο Κατηγορούμενος ήταν ήδη λήπτης δημοσίου βοηθήματος ύψους €720 και εναντίον της επίδικης απόφασης, δεν καταχώρησε έφεση.
14. Περί το 2024 επισκέφθηκε το κατάστημα της Παραπονούμενης.
Τα πιο πάνω παραδεκτά καθώς και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ό,τι συνεπώς παρέμεινε να εξετάζεται είναι το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, δεν κατέβαλε τις επίδικες δόσεις για λόγους άλλους από φυσική ή οικονομική αδυναμία, πάντοτε με γνώμονα τον επίδικο χρόνο που απασχολεί. Αξιολογώ συνεπώς την μαρτυρία, με γνώμονα τούτο καθώς και με γνώμονα τα όσα άλλα παρεμφερή ζητήματα ήγειρε η υπεράσπιση και άπτονται του κατά πόσο η παρούσα προωθείται καταχρηστικά και εν πάση περιπτώσει κατά πόσο καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών της Παραπονούμενης ή αυτοβούλως και χωρίς εξουσιοδότηση, από τον δικηγόρο που προωθεί την υπόθεση.
Αρχικά σημειώνω πως σε ό,τι αφορά τα όσα ο Μ.Κ.1 υποστήριξε σε σχέση με τα πιο πάνω, δεν έχω αμφιβολία ότι ο τελευταίος ήταν μάρτυρας αλήθειας και πως προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει όσα ο ίδιος πραγματικά γνώριζε, με ειλικρίνεια και χωρίς διάθεση υπεκφυγής και ψεύδους. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του, παρότι σε ορισμένα σημεία υπάρχουν ασάφειες στην μαρτυρία του, είναι και το ότι σε κανένα σημείο δίστασε να απαντήσει με τρόπο που ενδεχομένως να μην ευνοούσε την υπόθεση που προωθεί. Και οι απαντήσεις του αυτές, ήταν απαντήσεις τόσο αυθόρμητες, που αποτελούν κατά την άποψη μου δείκτη του ότι, δεν επιχειρούσε να θέσει τα γεγονότα, με τρόπο που να βόλευε την υπόθεση του.
Τέτοιες αναφορές, είναι για παράδειγμα η παραδοχή του κατά την αντεξέταση του ότι η Παραπονούμενη δεν διεκδικεί ποσά που της οφείλονται, πλην των εξόδων του δικηγόρου της, ότι η παρούσα προωθείται με μόνο σκοπό να πληρωθούν τα έξοδα αυτά, ως επίσης και η απάντηση που έδωσε στην υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα να καταβάλει οποιεσδήποτε δόσεις. Επί αυτού του τελευταίου σημείου, με απόλυτο αυθορμητισμό απάντησε πως αυτό δεν είναι κάτι που ο ίδιος θα μπορούσε να γνωρίζει και πως πιστεύει πως «τώρα» που θα ξεκινούσε (ως πίστευε) ο Κατηγορούμενος να εργάζεται, θα μπορούσε να τις καταβάλει.
Σημειώνω βεβαίως, πως στην γραπτή του δήλωση ο Μ.Κ.1, αναφέρει μεταξύ άλλων πως ο λόγος που ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις επίδικες ΜΔ, είναι με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονούμενης, αναφορά η οποία είναι εκ των πραγμάτων σε αντίθεση με τα όσα πιο πάνω καταγράφονται. Επίσης, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο Μ.Κ.1, προωθούσε εξ όσων προκύπτει την θέση πως ό,τι ο ίδιος αντιλαμβανόταν ήταν ότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να λειτουργεί το «καζαντί» και άρα εργαζόταν, επομένως θα μπορούσε να πληρώνει τις δόσεις που όφειλε[1]. Την θέση του αυτή την βάσισε επί του ότι, δύο χρόνια περίπου πριν από την ημέρα που έδιδε μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα του και αγόρασε προϊόντα, τα οποία ως ο ίδιος αντελήφθη προορίζονταν για το «καζαντί» του τελευταίου, με το τιμολόγιο να εκδίδεται επ’ ονόματι του. Δεν θεωρώ ωστόσο πως τα πιο πάνω αποτελούν αντιφάσεις τέτοιες που να δημιουργούν πλήγμα στην αξιοπιστία του, αφού είναι ξεκάθαρο πως ό,τι ο Μ.Κ.1 προωθούσε, είναι την δική του θεώρηση επί του κατά πόσο κατά πρώτο, ο Κατηγορούμενος την περίοδο που τον επισκέφθηκε εργαζόταν και κατά δεύτερο κατά πόσο γενικώς, αδυνατεί ή όχι ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Και οι απαντήσεις που έδωσε, φρονώ πως είναι απόλυτα λογικές για δύο διαφορετικούς λόγους.
Εν πρώτοις, το συμπέρασμα στο οποίο προέβη ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος λειτουργούσε το «καζαντί» ή όχι και άρα εργαζόταν, είναι ειλικρινές και όχι παράλογο με δεδομένο το ότι ο τελευταίος φέρεται να αγόρασε τον συγκεκριμένο χρόνο προϊόντα τα οποία ο Μ.Κ.1 θεώρησε για τους δικούς του λόγους, πως προορίζονταν για τον παραπάνω σκοπό και κατά δεύτερο η απάντηση που έδωσε ως προς την υποβολή που του τέθηκε, είναι επίσης λογική, αφού την οικονομική του κατάσταση, μόνο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να την γνωρίζει και πάντως όχι ο Μ.Κ.1. Οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου, θα αποτελούσε έκφραση γνώμης, εκτός και εάν ο ίδιος είχε απτά στοιχεία, ότι η οικονομική δυνατότητα του Κατηγορούμενου ήταν τέτοια, που θα του επέτρεπε να συμμορφώνεται με το ΔΜΔ. Τέτοια στοιχεία ωστόσο, είναι γεγονός πως δεν έχουν προσκομιστεί εξ ου και δεν αποδέχομαι την αναφορά του Μ.Κ.1, ότι η μη καταβολή των επίδικων ΜΔ, ήταν με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονούμενης. Αυτό είναι και το αντικείμενο που εξετάζεται και που θα αποτελέσει μέρος της κρίσης του Δικαστηρίου. Δεν αποδέχομαι επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν και λειτουργούσε το «καζαντί», αφού τούτο αποτελεί συμπέρασμα του Μ.Κ.1, χωρίς ωστόσο να στηρίζεται σε οποιαδήποτε απτή απόδειξη.
Το ότι ο τελευταίος, περί το έτος 2024 ο Κατηγορούμενος μετέβη στις εγκαταστάσεις της Παραπονούμενης, έχει ήδη αναχθεί σε εύρημα του Δικαστηρίου.
Το ότι ο σκοπός της επίσκεψης του ήταν η αγορά προϊόντων, τα οποία πλήρωσε τοις μετρητοίς, το αποδέχομαι, παρά το ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ο σκοπός της επίσκεψης του ήταν τούτους. Δεν έχω λόγο ωστόσο να μην αποδεχθώ την αναφορά αυτή του Μ.Κ.1, εάν λάβω υπόψη μου μάλιστα το ότι αντεξεταζόμενος ο τελευταίος, δεν αμφισβητήθηκε κατ’ εκείνο το στάδιο, με τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, να του υποβάλλει μάλιστα, πως η αγορά αυτή, αφορούσε τον γιο του Κατηγορούμενου, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε και το τιμολόγιο. Π
Παρόλα αυτά, η αποδοχή της παραπάνω θέσης, δεν μπορεί άνευ άλλου να οδηγήσει και στο, ότι τον επίδικο χρόνο, ο Κατηγορούμενος εργαζόταν. Κατά πρώτο, ούτε το τι αγόρασε αναφέρθηκε, ούτε και σε ποια ποσότητα ή για πιο ποσό, έτσι ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, τα μέρη της οποίας να οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα πως η αγορά αυτή, ενέπιπτε στο πλαίσιο εργασίας του Κατηγορούμενου. Το ότι προέβη σε αγορά τον δεδομένο χρόνο, είναι μεν στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας[2] ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εργαζόταν ή όχι, πλην όμως δεν πληροί εκείνα τα εχέγγυα, για να εξαχθούν από αυτήν, απόλυτα συμπεράσματα. Ανεξάρτητα βέβαια των πιο πάνω, σημειώνω πως η συγκεκριμένη επίσκεψη διενεργήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο του επιδίκου που ενδιαφέρει.
Το ίδιο ισχύει και για την θέση του Μ.Κ.1 πως κατά την εν λόγω επίσκεψη, ο Κατηγορούμενος κρατούσε περί τις 6-7 χιλιάδες ευρώ και πως ανέφερε στον τελευταίο να διευθετήσει τις εκκρεμότητες ενόψει του ότι είχε τον δεδομένο χρόνο χρήματα, αναφορά την οποία ομοίως αποδέχομαι, αφού εμμέσως πλην σαφώς, το γεγονός τούτο, το επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εξήγησε μάλιστα και την προέλευση των εν λόγω χρημάτων, επισημαίνοντας ότι τούτα ήταν χρήματα που έλαβε η γυναίκα του αναδρομικά, όταν εγκρίθηκε για λήψη επιδόματος αναπηρίας.
Στρεφόμενη στο κατά πόσο η Παραπονούμενη εξουσιοδότησε τον δικηγόρο που υπογράφει το κατηγορητήριο να προωθήσει την παρούσα, σημειώνω πως ο Μ.Κ.1 κατέστησε σαφή την θέση του πολλάκις παρά την επιμονή του συνηγόρου υπεράσπισης να τον ρωτά επανειλημμένα σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος πως δόθηκε «εν λευκώ» εξουσιοδότηση στον συγκεκριμένο δικηγόρο, να προβεί σε ό,τι απαιτείτο, για να εισπραχθούν τα δικηγορικά έξοδα του συγκεκριμένου δικηγόρου, τα οποία εξ όσων προκύπτει από τα λεγόμενα του Μ.Κ.1, είναι αυτά που οδήγησαν στην έκδοση του επίδικου ΔΜΔ. Δεν έχω πραγματικά λόγο, να μην αποδεχθώ την θέση αυτή του Μ.Κ.1, η οποία στην τελική, ήταν ακόμη μια ειλικρινής, αυθόρμητη και χωρίς υστεροβουλία δήλωση, εάν λάβω υπόψη, τα επίδικα νομικά ζητήματα που εδώ απασχολούν.
Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, αποσπάσματα από την αντεξέταση του Μ.Κ.1 και ορισμένες εκ των απαντήσεων που έδωσε, σε σχέση με τα πιο πάνω, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί αφ’ εαυτού, τόσο ως προς το εάν συννόμως καταχωρήθηκε η παρούσα εκ μέρους της Παραπονούμενης, ως επίσης και σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο καταχωρήθηκε:
«E. Αυτό είναι το αντίγραφο του Τεκμηρίου 1, το ξαναείδες τούτο το χαρτί ή πρώτη φορά το βλέπεις;
A. Εξαναείδα το βεβαίως.
E. Πότε;
A. Έχει αρκετό καιρό. Συγκεκριμένα με την υπόθεση αυτή, επειδή πάει τζιαι πάει τζιαι πάει, σας είπα ότι είπα του κύριου Χριστάκη ότι θα προχωρήσει, αφού ο κύριος Φίλιππος δεν πληρώνει τα έξοδα που υποσχέθηκε του κύριου Χριστάκη και του δικηγόρου του να προχωρήσει η υπόθεση κανονικά. Τώρα με ρωτάτε πότε τζιαι πότε τζιαι πότε εν τζιαι μπορώ να θυμηθώ... τζιαι εγώ σας ξαναλέω Εντιμοτάτη, απλώς να το καταλάβει ο κύριος δικηγόρος ότι εγώ θέλω να κλείσει η υπόθεση τζιαι δεν έχω... μου υποσχέθηκε εμένα προσωπικά ο κύριος Φίλιππος ότι θα διευθετούσε τα έξοδα τα δικηγορικά και σε εσένα και στον δικηγόρο μου και δεν θα έχουμε καμμιά άλλη απαίτηση. Αυτό μόνο. Να πληρωθούν τα έξοδα του κυρίου Χριστάκη.
[…]
E. Κύριε μάρτυς τούτο το Τεκμήριο δαμέ, λέει για μία απόφαση 600 ευρώ πλέον τόκους κλπ, 486 ευρώ έξοδα κλπ. Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης. (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το Τεκμήριο). Γνωρίζεις ότι μετά που τούτη την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο, ο κύριος Ματθαίου προχώρησε και έβγαλε εντάλματα εναντίον του κατηγορούμενου που είναι πάνω που €6.000;
A. Μάλιστα γνωρίζω ότι προχώρησε. Το ακριβές ποσό δεν το γνωρίζω και σας λέω για τελευταία φορά, ας πούμε τζιαι νομίζω ότι μπορεί να το αντιληφθεί ο καθένας, εγώ είπα στον δικηγόρο μου ότι από τη στιγμή που ο κύριος Φίλιππος αρνήθηκε να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα του κύριου Ματθαίου και του δικηγόρου του να προχωρήσει, είπα του εν λευκώ του κύριου Ματθαίου να προχωρήσει την υπόθεση, για να εισπραχθούν τα λεφτά. Εγώ θα πληρώσω τζιαι άλλα λεφτά; Εν κανεί που του χαρίσαμε, λόγω της καλοσύνης μας τα λεφτά που μας χρωστούσε που μπορεί να είναι τζιαι 4 τζιαι 5 χιλιάδες, δεν θυμούμαι έχει που το 2009‑2010 να έρθω να πληρώσω και έξτρα; Δεν γίνεται. Και ο κύριος Φίλιππος μου υποσχέθηκε εμένα και του αδελφού μου ότι θα διευθετούσε τα όποια δικηγορικά έξοδα του δικού μου δικηγόρου και του δικηγόρου του, γιατί αντί να πει ρε παιδιά, αφού εχάρισεν μου, έλα ρε Χριστάκη πόσα εν η υπόθεση σου; Παίρνει μας τζιαι φέρνει μας, είναι ταλαιπωρία τζιαι είναι η 3η, 4η φορά που έρχομαι στο Δικαστήριο δεν μου ξαναέτυχε να έρθω στο Δικαστήριο και δεν γνωρίζω, δεν είχα ποτέ μου καμμιά αυτήν να με φέρνουν στα Δικαστήρια. Πρώτη φορά με φέρνουν στο Δικαστήριο. Δεν μπορώ να το κάμω πιο σαφές. Η εταιρεία μου δεν θέλει τα λεφτά που δικαιούται, απλά να κλείσει τούτη η υπόθεση τζιαι να αναλάβει ο κύριος Φίλιππος τα δικηγορικά έξοδα του κύριου Χριστάκη τζιαι του δικηγόρου του.
[…]
E. Σου υποβάλλω ότι ούτε για αυτήν την υπόθεση ούτε για άλλο αριθμό υποθέσεων έδωσες οποιαδήποτε εξουσιοδότηση στον κύριο Ματθαίου και ο ίδιος καταχρηστικά καταχωρούσε συνέχεια υποθέσεις καταδολιεύσεων εναντίον του κατηγορούμενου, για να εισπράττει δικηγορικά. Τι λέτε;
A. Δεν μπορώ να απαντήσω, γιατί δεν ξέρω.
Δικαστήριο: Έχετε αντιληφθεί την ερώτηση;
Μάρτυρας: Έχω αντιληφθεί, αλλά δεν μπορώ να απαντήσω, διότι δεν ξέρω. Ξέρω ότι είπα του κύριου Χριστάκη από τη στιγμή που ο κύριος Φίλιππος αρνείτο να πληρώσει τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα και των δύο πλευρών να προχωρήσει την υπόθεση, για να εισπραχθούν τα λεφτά.
Δικαστήριο: Σας λέει ουσιαστικά ότι ο δικηγόρος από μόνος του έχει προχωρήσει με αυτήν και με άλλες, χωρίς εσείς να του δώσετε εξουσιοδότηση να το πράξει. Αυτό σας λέει. Πώς απαντάτε;
Μάρτυρας: Τούτο δεν το γνωρίζω, γιατί όπως σας είπα Εντιμοτάτη, εγώ είπα του κύριου Χριστάκη να προχωρήσει την υπόθεση, ως το τέλος.»
Εκ των πιο πάνω, αναδύεται και αποτελεί εύρημα μου, είναι πως όταν ο Μ.Κ.1 αναφερόταν στα χρήματα τα οποία δεν απαιτεί η Παραπονούμενη, αυτό που εννοούσε είναι χρήματα τα οποία άλλως πως οφείλονταν από τον Κατηγορούμενο στην τελευταία και όχι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε το ΔΜΔ, το οποίο αφορούσε το εξ αποφάσεως χρέος του Κατηγορούμενου, σε σχέση με τα έξοδα υπόθεσης, που αποσύρθηκε σε προγενέστερο χρόνο εναντίον του και που αφορούσε εξ όσων προκύπτει λογικά, το ποσό αυτό το οποίο δεν επιθυμεί η Παραπονούμενη να διεκδικήσει και χάρισε στην συνέχεια, στον Κατηγορούμενο. Είναι κάτω από τούτο το πλαίσιο που απάντησε πως «νομίζει» πως η παρούσα αφορά τα έξοδα «μάλλον», για τα οποία έδωσε την «εν λευκώ» εξουσιοδότηση στον δικηγόρο του, να φτάσει μέχρι τέλους προκειμένου να εισπραχθούν αφού ο ίδιος εξ όσων προκύπτει από τις απαντήσεις που έδωσε, δεν είναι διατεθειμένος να καταβάλει στον εν λόγω δικηγόρο, οποιαδήποτε έξοδα για την εκπροσώπηση του, θεωρώντας προφανώς, καίτοι λανθασμένα, ότι το εξ αποφάσεως χρέος που αφορούσε (ως λέχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε) δικαστικά έξοδα, ήταν έξοδα που θα έπρεπε να καταβληθούν στον συγκεκριμένο δικηγόρο. Τούτο, συνάδει πλήρως και με την δήλωση του εν λόγω δικηγόρου, η οποία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και η οποία έγινε στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 1238/24.
Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του Μ.Κ.1, πλην του σημείου που πιο πάνω αναφέρω πως δεν αποδέχομαι και τα όσα ανέφερε στην δική του μαρτυρία, είτε κατά την κυρίως εξέταση του είτε κατά την αντεξέταση του, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, επιπρόσθετα των όσων άλλων ρητώς αναφέρω πως εξήγαγα ως ευρήματα από την μαρτυρία του.
Στρέφομαι στον Κατηγορούμενο και σημειώνω καταρχάς πως μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του, καλύπτεται από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Επικεντρώνομαι και αξιολογώ την δική του μαρτυρία, σε σχέση με ό,τι απέμεινε να αποτελεί επίδικο ζήτημα που δεν είναι άλλο από τον λόγο που δεν κατέβαλε τις επίδικες μηνιαίες δόσεις. Η επί τούτου θέση του ήταν ότι αδυνατεί λόγω οικονομικών δυσχερειών να το πράξει, αφού τα χρήματα που λαμβάνει αφορούν αποκλειστικά το δημόσιο βοήθημα από το οποίο επωφελείται ο ίδιος και η σύζυγος του, το ύψος των οποίων μόλις που αρκεί για την διαβίωση τους.
Οφείλω να ομολογήσω πως παρά το ότι έχω αντικρύσει την μαρτυρία του με επιφύλαξη, αφού σε κάποια σημεία της, παρουσιάζει ανακολουθίες (ιδιαίτερη μνεία για τις οποίες γίνεται στην συνέχεια), δεν έχω εντοπίσει εγγενείς ενδείξεις αναξιοπιστίας του Κατηγορούμενου, πάντοτε με γνώμονα τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και αμφισβητήθηκε και ιδιαίτερα, ως προς τον λόγο που δεν κατέβαλε τις επίδικες μηνιαίες δόσεις.
Καταρχάς, τα όσα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση ανέφερε και ειδικότερα την τρέχουσα, υποστηρίζονται από τα έγγραφα που κατέθεσε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Οφείλω ωστόσο να επισημάνω πως τα εν λόγω έγγραφα και ιδιαίτερα τα τεκμήρια 6-12, πράγματι, ως εισηγείται και η ευπαίδευτη συνήγορος της Παραπονούμενης, αφορούν σε χρόνο προγενέστερο ή μεταγενέστερο του επιδίκου χρόνου. Ως προς τον κρίσιμο χρόνο, ο οποίος με βάση το κατηγορητήριο αφορά την περίοδο Ioυλίου του 2023-Ιανουάριο του 2024, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία, πέραν από τις αναφορές του ιδίου του Κατηγορούμενου πως η οικονομική του κατάσταση αντί να βελτιώνεται έγινε χειρότερη, από όταν το επίδικο ΔΜΔ εκδόθηκε. Συγκεκριμένα, είχε αναφέρει επί τούτου πως όταν το επίδικο ΔΜΔ εκδόθηκε, λάμβανε επίδομα ύψους €720 ενώ σήμερα, λαμβάνει μηνιαίως το πιο πάνω επίδομα στο ποσό των €659,23 λόγω της ενηλικίωσης των τέκνων του.
Η πρώτη αυτή αναφορά του ωστόσο, δεν υποστηρίζεται ακριβώς από το τεκμήριο 9, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει πως το ποσό που λάμβανε ως παροχή Ε.Ε.Ε. κατά τον Νοέμβριο του 2019, 4 δηλαδή μήνες πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ανερχόταν στα €960, γεγονός για το οποίο προβαίνω σε εύρημα και όχι στα €720 που ανέφερε ο ίδιος, θέση την οποία δεν αποδέχομαι. Τούτο ωστόσο, δεν θεωρώ πως αποτελεί δείκτη αναξιοπιστίας αλλά ανακρίβεια στα λεχθέντα του αφού όπως και εάν ιδωθεί, το γεγονός ότι λάμβανε τότε μεγαλύτερο ποσό απ’ ότι μετέπειτα, θα ενίσχυε έτι περαιτέρω την θέση του ότι οι προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του από τότε, έχουν μεταβληθεί προς το χειρότερο. Συνεπώς δεν θεωρώ πως σκοπίμως ή ψευδώς, προέβη στην ως άνω αναφορά.
Σε σχέση με το ποσό που ανέφερε πως πλέον λαμβάνει ως Ε.Ε.Ε., πράγματι εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 8 που κατέθεσε για να υποστηρίξει την θέση του (αλλά και από το τεκμήριο 39) βρίσκω πράγματι η θέση αυτή υποστηρίζεται, πλην όμως παρατηρώ εκ του ίδιου τεκμηρίου, πως τούτο δεν είναι, τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο του 2026, το μοναδικό του εισόδημα αφού στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται επίσης μεταξύ των εισοδημάτων του και επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου ύψους €429,15, (γεγονός για το οποίο προβαίνω σε εύρημα) ποσό στο οποίο ο ίδιος καμμιά αναφορά έκανε, αφήνονταν να νοηθεί πως το μοναδικό του εισόδημα, είναι το Ε.Ε.Ε. που εξακολουθεί να λαμβάνει. Βέβαια, δεν μπορώ και να αγνοήσω το ότι αυτό καθαυτό το γεγονός, καθόλου απασχόλησε την κατηγορούσα αρχή και καθόλου αντεξετάστηκε επί τούτου ο Κατηγορούμενος, έτσι που να μην είναι γνωστό (αφού δεν αναδείχθηκε), το από πότε το εν λόγω ποσό λαμβάνεται, εάν δικαιούχος είναι ο ίδιος ή η σύζυγος του και εάν τούτο ενέπιπτε μεταξύ των εισοδημάτων του τον επίδικο χρόνο που αφορά η παρούσα.
Σημειωτέον ότι, εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 9, το ποσό τούτο, δεν λαμβανόταν, τουλάχιστον τον Οκτώβριο του 2019 που η εν λόγω κατάσταση αφορά αφού καμιά μνεία γίνεται σε αυτό, στον εν λόγω τεκμήριο. Τουναντίον, στο πεδίο «σύνολο εισοδημάτων», το ποσό είναι μηδενικό. Αποδέχομαι ωστόσο, ότι τα ποσά τα οποία τόσο στο τεκμήριο 8, όσο και στο τεκμήριο 9 αναφέρονται, αφορούν το σύνολο των επιδομάτων που λαμβάνει η οικογένεια και όχι μόνο το ποσό που λαμβάνει ο ίδιος, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος αναπηρίας το οποίο λαμβάνεται από την σύζυγο του και όχι από τον ίδιο. Και τούτο διότι, έτσι προκύπτει καταρχάς από την ανάλυση του περιεχομένου των πιο πάνω τεκμηρίων, σε αμφότερα εκ των οποίων υπάρχει η αναφορά «Σύζυγος» κάτω από τον πίνακα με τον τίτλο «Ανάλυση Αναγκών Οικογενειακής Μονάδας» με αναγραφόμενο το ποσό των €240 δίπλα από την πιο πάνω αναφορά, ως δηλαδή υποστήριξε και ο ίδιος.
Σε σχέση με τα πιο πάνω, υπεβλήθη στον Κατηγορούμενο από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, πως το «αναπηρικό επίδομα», το οποίο αναφέρεται επίσης στον πιο πάνω πίνακα, είναι επίδομα που λαμβάνει ο ίδιος και όχι η σύζυγος του, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Δεν συμφωνώ ωστόσο με την θέση αυτή και συγκλίνω με τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε επ’ αυτού εξηγώντας ότι πρόκειται για το επίδομα που λαμβάνει η σύζυγος του, το οποίο υπολογίζεται στο πλαίσιο της δικής του παροχής Ε.Ε.Ε., εξ ου και ο «αριθμός αίτησης», τόσο στα τεκμήρια 8 και 9, όσο και στο τεκμήριο 41 που αφορά την επιστολή/απόφαση του Τμήματος Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες προς την σύζυγο του με την οποία ενημερώνεται για την έγκριση του αιτήματος της για παροχή επιδόματος αναπηρίας, είναι ο ίδιος. Και πράγματι, έτσι προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω.
Τώρα, ως προς το κατά πόσο εργαζόταν ή όχι κατά τον επίδικο χρόνο και λειτουργούσε το «καζαντί», σημειώνω τα εξής. Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο η θέση πως εργαζόταν με αποτέλεσμα να έχει αυξημένο εισόδημα και η θέση τούτη βασίστηκε επί το ότι, ως έχει ήδη καταστεί εύρημα, επισκέφθηκε περί τα τέλη του 2024 το κατάστημα του Μ.Κ.1 και αγόρασε προϊόντα. Το ότι μετέβη στο κατάστημα περίπου κατ’ εκείνο τον χρόνο, δεν το αρνήθηκε ο Κατηγορούμενος στην δική του μαρτυρία, αρνούμενος βέβαια αντεξεταζόμενος, ότι αγόρασε προϊόντα. Το σημείο αυτό της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Πρόκειται για το κυριότερο σημείο που με έχει προβληματίσει αφού η μαρτυρία του επί τούτου, παρουσιάζει ανακολουθία, σε βαθμό που θέτει εν αμφιβόλω το αληθές του περιεχομένου του. Συγκεκριμένα, ενώ αρνείται ότι αγόρασε το οτιδήποτε, προβαίνει σε εξηγήσεις ως προς την προέλευση των μετρητών χρημάτων που ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είχε μαζί του, με την αιτιολογία που προέβαλε να μην ξενίζει κατά τα άλλα, με βάση το περιεχόμενο των τεκμηρίων 42 και 43 εκ των οποίων φαίνεται πως πράγματι, η σύζυγος του περί τον Ιούλιο του 2024, εγκρίθηκε να λάβει αναδρομικά ποσό ως δικαιούχος Ε.Ε.Ε. από το 2015, ύψους €6.000 και πλέον όσα δηλαδή ανέφερε περίπου και ο Μ.Κ.1 ότι κρατούσε ο Κατηγορούμενος, όταν τον επισκέφθηκε. Υπάρχει δε χρονική εγγύτητα, μεταξύ του χρόνου που προκύπτει τα παραπάνω χρήματα να λήφθηκαν από την σύζυγο του και του χρόνου που επισκέφθηκε το κατάστημα της Παραπονούμενης.
Παρόλα αυτά, παρατηρώ πως καθώς ο Μ.Κ.1 αντεξεταζόταν σε σχέση με την συγκεκριμένη επίσκεψη, η θέση η οποία προβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, ήταν ότι τα εν λόγω προϊόντα, τα αγόρασε για τον γιο του ο Κατηγορούμενος και πως ο Μ.Κ.1, εξέδωσε τιμολόγιο στο όνομα του εν λόγω προσώπου. Είναι φανερό πως προκύπτει ξεκάθαρη αντίφαση μεταξύ των όσων υποβλήθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου στον Μ.Κ.1 και τα όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υποστήριξε. Εν πάση δε περιπτώσει, η θέση του Κατηγορούμενου πως ο λόγος της επίσκεψης του τότε, ήταν για να συζητήσουν για το χρέος γενικότερα και τα όσα σχετικά με τούτο ανέφερε, ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Κ.1, έτσι που ούτως ή άλλως να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη. Περαιτέρω τούτου, πρόκειται για γεγονότα που έγιναν, με βάση τον Μ.Κ.1 και τις θέσεις που υποβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 2024, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο του επιδίκου, έτσι που η σημασία των πιο πάνω θέσεων, να είναι σε κάθε περίπτωση αμελητέα, ως και σε άλλο σημείο κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.1 εξηγώ. Ζητούμενο είναι και παραμένει, το εάν ο Κατηγορούμενος από τον Ιούλιο του 2023-Ιανουάριο του 2024 παρέλειψε να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις του με σκοπό να καταδολιεύσει την Παραπονούμενη ή εάν ο λόγος έγκειτο σε οικονομική αδυναμία, όπως υποστήριξε.
Ένα άλλο σημείο που με έχει προβληματίσει, είναι οι απαντήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενος ως προς το πότε σταμάτησε ως ήταν η θέση του να λειτουργεί το «καζαντί» και να εργάζεται. Οι επί τούτου θέσεις του δεν ήταν ξεκάθαρες, παρόλο που ειλικρινώς ανέφερε πως κάποια καλοκαίρια και εν πάση περιπτώσει περιστασιακά, του παραχωρείτο άδεια και το λειτουργούσε ως επίσης ότι του δινόταν άδεια (εννοώντας από την αρμόδια αρχή) για να πουλά «σίταρο». Παρόλα αυτά, δεν διευκρίνισε ούτε το πότε, ούτε το για πόσο, όπως ούτε και ποια χρήματα κέρδιζε από το εγχείρημα του αυτό. Ούτε όμως και απασχόλησαν την κατηγορούσα αρχή η οποία ενέμεινε στην θέση της πως ουδέποτε σταμάτησε να εργάζεται και να λειτουργεί το «καζαντί».
Ό,τι εκ των πιο πάνω δύναμαι να αποδεχτώ, είναι ότι κατά τα έτη 2023-2025, δεν του παραχωρήθηκε άδεια από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, σε σχέση με το «καζαντί», αφού τούτου επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 40 που κατέθεσε. Σε σχέση με τις όσες θέσεις υποβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο και αφορούν τις κατ’ ισχυρισμό αντιφατικές δηλώσεις στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 2190/22, καμιά βαρύτητα δίδω και ούτε θα με απασχολήσουν περαιτέρω αφού εν πρώτοις, οι θέσεις που του υποβλήθηκαν ως αντιφάσεις, δεν αντικατοπτρίζονται ακριβώς στην απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης (τεκμήριο 44) και κατά δεύτερο, οι δηλώσεις αυτές καθαυτές δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε περαιτέρω συμπέρασμα.
Το κατά πόσο δε, η εξώδικη ρύθμιση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος με το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας για να αποπληρώνει τα χρέη του προς αυτό, με μηνιαίες δόσεις τον Οκτώβριο του 2024, αποτελεί ένδειξη του ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις, ως η θέση που υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, δεν θεωρώ πως έχει την σημασία που η κατηγορούσα αρχή του απέδωσε και αποδέχομαι τις εξηγήσεις στις οποίες ο ίδιος προέβη. Συγκεκριμένα, εξήγησε, πως το έπραξε παρότι δυσκολευόταν ιδιαίτερα οικονομικά, διότι δεν υπήρχε από μέρους του άλλη επιλογή από το να προβεί στην συγκεκριμένη ρύθμιση, αφού ελλείψει αυτής, η οικογένεια του θα στερείτο του βασικού αγαθού της ύδρευσης με ό,τι τούτο θα συνεπαγόταν για τους ίδιους. Και η θέση του αυτή, δεν είναι παράλογη, αφού εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 15 (2η σελίδα), από τις €4.718,68 που όφειλε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, οι €2999,13 αφορούσαν τέλη κατανάλωσης νερού.
Κατά τα λοιπά, έχω πειστεί πως πράγματι, τα χρήματα που λαμβάνει ο ίδιος και η σύζυγος του, μετά βίας τους αρκούν για να διαβιούν αξιοπρεπώς και πως η κακή του οικονομική κατάσταση, αποτελεί και τον λόγο που δεν κατέβαλε προς την Παραπονούμενη, τις οφειλόμενες, επίδικες μηνιαίες δόσεις, αφού τούτη είναι η εικόνα που αναδύεται, από την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε. Η υποβολή που του τέθηκε πως εκδικητικά δεν το πράττει, δεν έχει έρεισμα στην λογική αφού κανένας λόγος προβλήθηκε και καμιά μαρτυρία υποστηρίζει και δικαιολογεί την θέση αυτή. Θα ήταν βεβαίως, το άκρον άωτον του παραλογισμού να αποδεχόμουν ότι ο Κατηγορούμενος, εκδικείται την Παραπονούμενη και δεν τις καταβάλλει από τον Ιούλιο του 2023 τις μηνιαίες δόσεις που της οφείλει και τον Οκτώβριο του 2024, να είχε μεταβεί στο κατάστημα της, για να αγοράσει προϊόντα και άρα να την στηρίξει.
Τέλος, ως προς την θέση που επίσης του υπεβλήθη, πως δεν έχουν μεταβληθεί οι οικονομικές του συνθήκες από τότε που το ΔΜΔ εκδόθηκε αφού και τότε, ήταν λήπτης δημοσίου βοηθήματος και το Δικαστήριο αποφάσισε πως το ποσό των €30 ήταν εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του, σημειώνω πως δεν μπορώ καταρχάς να προβώ σε οποιοδήποτε εύρημα επί τούτου, αφού η απόφαση του Δικαστηρίου που εξέδωσε το ΔΜΔ, δεν έχει κατατεθεί ως τεκμήριο, ώστε να γνωρίζω τί είναι αυτό που το τελευταίο έλαβε υπόψη και εξέδωσε το επίδικο διάταγμα και εάν πέραν από το δημόσιο βοήθημα που δεν αμφισβήτησε ο Κατηγορούμενος πως λάμβανε και τότε, είχε και άλλα εισοδήματα. Και τούτο, με γνώμονα το ότι με βάση τον τροποποιητικό του άρθρου 82 του Κεφ. 6, νόμο 109(Ι)/2018, κατά την οικονομική εξέταση ενός προσώπου από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή των συναφών διατάξεων του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν λογίζονται ως εισοδήματα, οποιαδήποτε χρήματα προέρχονται από δημόσια βοηθήματα ή άλλως πως κοινωνικές παροχές. Ό,τι ενώπιον μου κατατέθηκε, είναι το διάταγμα που εκδόθηκε και όχι η απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου.
Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, επί των όσων απέμειναν να αμφισβητούνται και εξαιρουμένων των σημείων που καταγράφω πως δεν αποδέχομαι, αναγάγω το αποδεκτό μέρος της μαρτυρίας του, σε ευρήματα μου.
Με δεδομένη συνεπώς την πιο πάνω αποδεχτή μαρτυρία προχωρώ στη νομική πτυχή των υπό κρίση κατηγοριών.
Το Άρθρο 3(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2008, Ν. 60(Ι)/2008 (εφεξής ο Νόμος) προβλέπει τα εξής:
«3(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:
[…]
(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.»
Σύμφωνα με το Άρθρο 3(4) του ίδιου νόμου αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:
«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή
β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή
γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν»
Στην υπόθεση Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTD, Ποιν. Έφ. αρ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) (πιο πάνω) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος, α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεων οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, β) δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο (βλ. και Ντάγκλας ν. Κυλίλη, Ποιν. Έφ. 76/19 ημ. 22/04/2020).
Στην δε υπόθεση Προδρόμου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/12, ημερομηνίας 20.2.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο σε υποθέσεις, όπως η επίδικη, δεν είναι το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημερομηνία της ακρόασης, αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον το χρέος προκύπτει από δικαστική απόφαση.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Φανώρια Καλλίνου ν. Δημήτρης Αχιλλέως, Ποιν. Εφ. 164/2023, ημερ. 04.06.2026, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την φράση «οικονομική αδυναμία» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3(1)(γ) του Ν. 60(Ι)/2008:
«Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία» στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, η οποία έχει χαρακτηριστεί στην CITI, (ανωτέρω) ως «εξαίρεση» και της ρητώς αναφερόμενης ως «υπεράσπιση» στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Θεωρούμε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αφενός να θέσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο Άρθρο 3(1)(γ) και αφετέρου να προβλέψει στο Άρθρο 3(4)(γ) ρητή υπεράσπιση. Δεν μπορεί, επομένως, τα όσα περιοριστικά αναφέρονται σε σχέση με την παρεχόμενη στον Νόμο υπεράσπιση να επηρεάζουν την ευρύτητα του όρου «φυσική ή οικονομική αδυναμία» ως συστατικό του αδικήματος. Η εν λόγω έννοια δεν περιορίζεται με βάση τα όσα προβλέπονται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Συνεπώς, θεωρούμε ότι δυνάμει του Άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε καταβολή των δόσεων συνίσταται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι αυτή οφείλεται σε μεταβολή των οικονομικών του περιστάσεων από τον χρόνο στον οποίο δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ή αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η καταβολή αυτής. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποδείξει την εν λόγω αδυναμία, το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει τα ανωτέρω, του παρέχεται η υπεράσπιση που προβλέπεται ρητώς στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου.»
Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη την αποδοχή της θέσης του Κατηγορούμενου ως προς το ότι ο λόγος που δεν κατέβαλε τις επίδικες μηνιαίες δόσεις, ήταν λόγω οικονομικής αδυναμίας του να το πράξει, είναι προφανές κατ’ ακολουθία των νομολογηθέντων στην Καλλίνου (ανωτέρω), πως οι κατηγορίες εναντίον του δεν μπορούν να αποδειχθούν, αφού δια της αποδοχής της πιο πάνω θέσης, εξουδετερώνεται το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, του ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις μηνιαίες δόσεις του με σκοπό την καταδολίευση του πιστωτή του.
Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Ενόψει της εξέλιξης αυτής, καθίσταται σαφές πως ό,τι άλλο έχει προωθηθεί από μέρους της υπεράσπισης, είναι πλέον άνευ σημασίας. Ιδιαίτερα, τα περί κατάχρησης της διαδικασίας τα οποία έχουν εγερθεί.
Αρκούμε για τούτα να αναφέρω, πως οι περιστάσεις της παρούσας, όπως τούτες έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πράγματι, φανερώνουν εκ πρώτης όψεως, χρήση της παρούσας διαδικασίας, για αλλότριο σκοπό, που δεν είναι άλλος από τον εξαναγκασμό του Κατηγορούμενου, να πληρώσει στο δικηγόρο της Παραπονούμενης, δικηγορικά έξοδα που ως φαίνεται, ανέλαβε να του καταβάλει. Και επειδή η παρούσα διαδικασία δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να προωθηθεί με τον ίδιο ως παραπονούμενο, αφού δεν πρόκειται για εξ αποφάσεως πιστωτή του Κατηγορουμένου, προωθείται η παρούσα εξ ονόματος της Παραπονούμενης (καίτοι με την συναίνεση της), ως η εξ αποφάσεως πιστωτής του πρώτου. Αφήνω το ζήτημα ωστόσο εδώ, ενόψει της κατάληξης μου επί της ουσίας της υπόθεσης.
Τέλος, δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα, εφόσον ο Κατηγορούμενος εκπροσωπείτο με νομική αρωγή κατά την διάρκεια της παρούσας διαδικασίας.
……………………………..
Ε.Κ.Μιντή, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. σελίδα 11 των πρακτικών ημερ. 18.05.2026, γραμμές 1-15.
[2] Ως προς την προσέγγιση του ζητήματος βλέπε την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, Μιχαλάκης Ανδρέου ν. Αστυνόμιας, Ποιν. Εφ. 7/2026, ημερ. 16.07.2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο