ECLI:CY:EDLEM:2011:B221
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 6035/10
BORNAGHI S.R.L. (A.E.159406)
v.
ΕΛΕΝΙΤΣΑ-ΜΥΛΕΝ ΚΙΤΡΟΜΙΛΙΔΟΥ
Κατηγορουμένης
Ημερομηνία: 19.12.11
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Καραΐσκου
Για Κατηγορούμενη: κος Στ. Βασιλακκάς
Κατηγορούμενη: παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 21.05.09 και 30.06.09 στην επαρχία Λευκωσίας εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη τις επιταγές υπ’ αριθμό 10622869 και 10622872 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) για το ποσό των €15.000,00 και €19.000,00 αντίστοιχα, οι οποίες, ενώ παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους φέροντας την ένδειξη ‘Refer to Drawer’ και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην τράπεζα.
Προσαχθείσα μαρτυρία:
Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) στο παράρτημα Μόρφου (526), κύριο Κυριάκο Φράγκου και την κυρία Alberta Ballini, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της παραπονούμενης εταιρείας.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη επέλεξε να εξασκήσει το δικαίωμα της σιωπής καλώντας ωστόσο ένα μάρτυρα υπεράσπισης, την κυρία Άννα Μιχαήλ, υπάλληλο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) (ΜΥ1). Προηγήθηκε τροποποίηση του κατηγορητηρίου ως λεπτομερώς αναφέρεται μέσα από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.11.11 με την κατηγορούμενη να επανακατηγορείται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και να δηλώνει μη παραδοχή σε όλες. Ακολούθως, η κατηγορούμενη αφού ενημερώθηκε για το δικαίωμα της να επανακλητεύσει ή να επανακαλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσει ή αντεξετάσει αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή δήλωσε ότι δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο με την κατηγορούσα αρχή να δηλώνει το ίδιο.
Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 8 τεκμήρια μεταξύ των οποίων τα επίδικα έγγραφα (Τεκμήρια 1 και 2) ενώ τα μέρη από κοινού δήλωσαν τα πιο κάτω ως παραδεκτά γεγονότα:
(α) Το έγγραφο υπ' αριθμό 10622869 ημερομηνίας 21.05.09 για το ποσό των €15.000,00 εκδόθηκε και υπογράφηκε από την κατηγορούμενη προς όφελος της παραπονούμενης.
(β) Αντίστοιχα για το έγγραφο υπ' αριθμό 10622872 ημερομηνίας 30.06.09 για το ποσό των €19.000,00 εκδόθηκε και υπογράφηκε από την κατηγορούμενη προς όφελος της παραπονούμενης.
Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του.
Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου.
ΜΚ1 ήταν ο κύριος Κυριάκος Φράγκου, διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) στο παράρτημα Μόρφου (526). Καταθέτοντας γραπτώς τη μαρτυρία του ως Τεκμήριο 3 δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη επειδή διατηρεί τον λογαριασμό υπ’ αριθμό 526-517109-2 στο υποκατάστημα που είναι διευθυντής. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούμενη εξέδωσε και υπέγραψε το Τεκμήριο 1 που είναι η επιταγή υπ’ αριθμό 10622869 ημερομηνίας 21.05.09 προς όφελος της παραπονούμενης για το ποσό των €15.000,00 καθώς επίσης το Τεκμήριο 2 που είναι η επιταγή υπ’ αριθμό 10622872 ημερομηνίας 30.06.09 προς όφελος της παραπονούμενης για το ποσό των €19.000,00, οι οποίες επιταγές προέρχονται από τον πιο πάνω επίδικο λογαριασμό. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) για εξαργύρωση μέσω της ιταλικής τράπεζας Banca Popolare Di Vicenza, πλην όμως ο λογαριασμός από τον οποίον εκδόθηκαν δεν διέθετε επαρκή χρηματικά υπόλοιπα για την εξόφληση των επιταγών με αποτέλεσμα στις 15.09.09 τα Τεκμήρια 1 και 2 να επιστραφούν με συστημένη επιστολή στην προαναφερόμενη ιταλική τράπεζα έχοντας στην πρόσθια όψη τους την χειρόγραφη σημείωση ‘Refer to Drawer’, πράγμα που κατά το μάρτυρα αυτό υποδηλώνει ανεπαρκή υπόλοιπα. Προς ενίσχυση της μαρτυρίας του, ο ΜΚ1 κατάθεσε κατάσταση κίνησης του πιο πάνω λογαριασμού για την περίοδο από 21.05.09 μέχρι 15.09.09 ως Τεκμήριο 4 καθώς και πιστό αντίγραφο συστημένης επιστολής ημερομηνίας 15.09.09 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) προς την ιταλική τράπεζα Banca Popolare Di Vicenza ως Τεκμήριο 5. Σε σχέση με την χειρόγραφη σημείωση στις επίδικες επιταγές ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι αυτή τοποθετήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) η οποία ασχολείται με την εκκαθάριση των επιταγών που έρχονται από το εξωτερικό.
Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ’ άλλα, πως ο ίδιος ενημέρωσε προφορικά την κατηγορούμενη για την ύπαρξη των επιταγών, η οποία όμως πληροφορήθηκε και γραπτώς για το θέμα αυτό. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τη διαδικασία εκκαθάρισης επιταγών από το εξωτερικό. Ωστόσο γνωρίζει ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα μεταξύ 21.05.09 και 15.09.09, η μεν πρώτη μετά τις 21.05.09 η δε δεύτερη μετά τις 30.06.09. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήρια 6, 7 και 8 τρία έγγραφα που θεωρεί αξίας προς είσπραξη υπό τον τίτλο ‘Issuance of a SEPA Credit Transfer Instruction’ σε ένα από τα οποία (Τεκμήριο 7) αναγνώρισε την υπογραφή του. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ένα τέτοιο έγγραφο αποτελεί μέθοδο πληρωμής μιας οφειλής προς κάποιο δικαιούχο εφόσον το νόμισμα οφειλής είναι ευρώ.
ΜΚ2 ήταν η κυρία Alberta Ballini, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της παραπονούμενης εταιρείας. Στην κυρίως εξέταση της η μάρτυρας, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές οι οποίες παραδόθηκαν στην ίδια και στον αδελφό του ιδιοκτήτη της παραπονούμενης εταιρείας από τον Στυλιανό Κιτρομιλίδη κατά την επίσκεψη του στην Ιταλία στα πλαίσια πληρωμής των εμπορευμάτων που αγόρασε κατόπιν σχετικής παραγγελίας και του αποστάληκαν περί τα τέλη Μαρτίου 2009. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, όταν ο Κιτρομιλίδης παρέδωσε τις επίδικες επιταγές αυτές ήταν ήδη υπογραμμένες, πλην όμως ενώπιον της συμπλήρωσε τα ποσά ολογράφως και αριθμητικώς, το όνομα του δικαιούχου και τις ημερομηνίες. Ακολούθως, οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην ιταλική τράπεζα Banca Popolare Di Vicenza στις ημερομηνίες που ήταν πληρωτέες η οποία τους ειδοποίησε ότι δεν είχαν πληρωθεί. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανάφερε ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 παραμένουν χωρίς εξόφληση μέχρι σήμερα.
Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ’ άλλα, ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε εμπορική σχέση με την κατηγορούμενη αλλά μόνο με τον Στυλιανό Κιτρομιλίδη ως εκπρόσωπο της εταιρείας Pasyky Trading Ltd. Η μάρτυρας ανάφερε ότι πληροφορήθηκαν από την ιταλική τράπεζα ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του λογαριασμού από τον οποίον εκδόθηκαν με αποτέλεσμα να τους επιστραφούν. Από ότι γνωρίζει η επιταγή από εξωτερικό δεν μπορεί να κατατεθεί για δεύτερη φορά στην τράπεζα.
Μοναδική μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ1) ήταν η κυρία Άννα Μιχαήλ, η οποία την περίοδο Μάιο 2009 έως Σεπτέμβριο 2009 εργαζόταν στο υποκατάστημα Μόρφου (526) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) ενώ από τότε μέχρι σήμερα εργάζεται στο υποκατάστημα Αθαλάσσας. Στην κυρίως εξέταση της η μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη διατηρεί δύο λογαριασμούς στο παράρτημα Μόρφου. Ήταν ακόμη κατηγορηματική στο ότι ουδέποτε οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν έναντι του σχετικού λογαριασμού στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου). Επικαλούμενη επαγγελματική εμπειρία επτά ετών στην υπηρεσία εμπορικής χρηματοδότησης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου), η εν λόγω μάρτυρας θεωρεί ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν είναι επιταγές αλλά ‘clean bills for collection’ όπου για να πληρωθούν χρειάζεται εξουσιοδότηση από την κατηγορούμενη για χρέωση του λογαριασμού της με το ποσό που σημειώνεται σ’ αυτά καθώς και για τα έξοδα. Τέτοια εξουσιοδότηση συνοδεύεται από τιμολόγια τα οποία η τράπεζα ζητεί από τον εκδότη των εγγράφων για να μην βρεθεί εκτεθειμένη. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε η μάρτυρας, τα bills for collection δεν παρουσιάζονται μέσω του clearing house των τραπεζών της Κύπρου. Σύμφωνα ακόμη με τη μάρτυρα, η κατηγορούμενη έδωσε οδηγίες να επιστραφούν τα Τεκμήρια 1 και 2 επειδή είχε διαφορές με τον δικαιούχο. Στην περίπτωση που διδόταν η απαιτούμενη εξουσιοδότηση για πληρωμή των Τεκμηρίων 1 και 2 αλλά δεν υπήρχαν αρκετά υπόλοιπα η μάρτυρας είπε χαρακτηριστικά ότι θα συμβούλευε τον πελάτη να μεταφέρει χρήματα από άλλο λογαριασμό και αν δεν υπήρχαν το έγγραφο θα επιστρεφόταν ως unclear bill for collection. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 5 η μάρτυρας είπε ότι τα €90,00 που σημειώνονται είναι ταχυδρομικά έξοδα αποστολής των επιστραφέντων Τεκμηρίων 1 και 2 τα οποία αναλαμβάνει να πληρώσει η τράπεζα εξωτερικού ενώ εάν επρόκειτο για επιταγές το κόστος θα το επωμιζόταν ο εκδότης. Στη συνέχεια της κατάθεσης της, η μάρτυρας ανάφερε ότι η σημείωση ‘Refer to Drawer’ τοποθετείται στην περίπτωση των επιταγών όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια καθώς και στην περίπτωση των clean bills for collection με οδηγίες του πελάτη.
Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ’ άλλα, πως επέστρεψε τα Τεκμήρια 1 και 2 ως bill for collection επειδή δεν είχε εξουσιοδότηση από την κατηγορούμενη για να πληρώσει. Σε ερώτηση τι είναι bill for collection η μάρτυρας ανάφερε ότι είναι η δοσοληψία μεταξύ αγοραστή και πελάτη για εμπορική πράξη, η οποία πληρώνεται είτε με την παρουσίαση επιταγής είτε με συναλλαγματική μόνο κατόπιν γραπτής εξουσιοδότησης του πελάτη.
Τελικές Αγορεύσεις:
Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία και με παραπομπή σε νομικά συγγράμματα κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει την κατηγορούμενη στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Αντίθετα, στη δική του επιχειρηματολογία ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης για πρώτη φορά ισχυρίστηκε έλλειψη δικαιοδοσίας και κατά τόπο αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο αρμόδιο δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και επ’ αυτού επικαλέστηκε το Κεφ.154. Στήριξε τη θέση του αυτή στο γεγονός ότι η συμπλήρωση και παράδοση των Τεκμηρίων 1 και 2 έγινε στην Ιταλία. Πέραν αυτού, είναι η θέση του κυρίου Βασιλακκά ότι παρόλο που η ημερομηνία και η υπογραφή στην τραπεζική σφραγίδα δεν είναι συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει εντούτοις η απουσία τους από τα Τεκμήρια 1 και 2 καθιστά τη χειρόγραφη σημείωση ‘Refer to Drawer’ χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Περαιτέρω, ο συνήγορος της κατηγορουμένης αφού κάλεσε το Δικαστήριο να μην αποδεχτεί τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας υπέδειξε πως καλώς η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) δεν πλήρωσε τα Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία κατά την άποψη του δεν είναι επιταγές αλλά άλλες μορφές συναλλαγματικής, επειδή δεν έλαβε σχετική εξουσιοδότηση για κάτι τέτοιο από την κατηγορούμενη. Επισήμανε ακόμη ότι η χειρόγραφη σημείωση ‘Refer to Drawer’ τοποθετήθηκε επειδή δεν υπήρχε η έγκριση της κατηγορουμένης, ως εκδότρια των Τεκμηρίων 1 και 2 και όχι λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων από το λογαριασμό της. Παραπέμποντας, όπως και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, σε νομικό σύγγραμμα κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει την κατηγορούμενη από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Αξιολόγηση μαρτυρίας:
Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2]
Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3]
Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4]
Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του.
Προτού το Δικαστήριο ασχοληθεί με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θεωρεί ορθό και σκόπιμο να επισημάνει ότι τα πιο κάτω παρέμειναν μέσα από την εκδίκαση αναντίλεκτα και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα με αποτέλεσμα να γίνονται ευρήματα του:
1. Η κατηγορούμενη έκδωσε και υπέγραψε προς όφελος της παραπονούμενης το έγγραφο υπ' αριθμό 10622869 ημερομηνίας 21.05.09 για το ποσό των €15.000,00 (Τεκμήριο 1).
2. Ομοίως η κατηγορούμενη έκδωσε και υπέγραψε προς όφελος της παραπονούμενης το έγγραφο υπ' αριθμό 10622869 ημερομηνίας 30.06.09 για το ποσό των €19.000,00 (Τεκμήριο 2).
3. Τα Τεκμήρια 1 και 2 σχετίζονται με τον λογαριασμό υπ’ αριθμό 526- 517109-2, ο οποίος ανήκει στην κατηγορούμενη και κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου διατηρείτο στο υποκατάστημα Μόρφου (526) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
4. Τα Τεκμήρια 1 και 2 συμπληρώθηκαν στην Ιταλία από τον Στυλιανό Κιτρομιλίδη κατά την συνάντηση που είχε εκεί με αξιωματούχους της παραπονούμενης εταιρείας όπου και τους τις παρέδωσε στα πλαίσια πληρωμής των εμπορευμάτων που αγόρασε η εταιρεία Pasyky Trading Ltd την οποία και εκπροσωπούσε κατόπιν σχετικής παραγγελίας και της αποστάληκαν περί τα τέλη Μαρτίου 2009.
5. Στο σώμα των Τεκμηρίων 1 και 2 υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ‘Refer to Drawer’, η οποία τοποθετήθηκε από υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
6. Τα Τεκμήρια 1 και 2 κατατέθηκαν στην ιταλική τράπεζα Banca Popolare Di Vicenza στις 22.05.09 και 02.07.09 αντίστοιχα.
7. Τα ποσά που σημειώνονται στα Τεκμήρια 1 και 2 δεν πληρώθηκαν και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτα.
Αξιολογώντας τώρα την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι ο ΜΚ1 έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής μάρτυρας και χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον ήλθε και κατάθεσε γεγονότα που ενέπιπταν στη σφαίρα της αντίληψης του. Η ειλικρίνεια και εντιμότητα που τον χαρακτηρίζει προκύπτει από την συμπεριφορά που ο ίδιος επέδειξε κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στο να παραδέχεται με ευθύτητα θέματα που προσωπικά δεν γνώριζε περιοριζόμενος έτσι σε μαρτυρία που αντλήθηκε από τη σφαίρα της γνώσης του. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, η μαρτυρία του υποστηρίζεται από παραδεκτά γεγονότα, γεγονότα που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα καθώς και από πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα από τα Τεκμήρια 1, 2, 4 και 5, το περιεχόμενο των οποίων αποδέχομαι ως ορθό και αληθές. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.
Εξίσου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο άφησε η ΜΚ2. Απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς προσχεδιασμό ή επίδειξης τάσης υπερβολής. Η περισσότερη από τη μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε, στοιχείο που δηλώνει το ψηλό βαθμό αξιοπιστίας της. Μικρές αντιφάσεις στις οποίες η μάρτυρας υπέπεσε δεν είναι ουσιώδεις και χωρίς αυτές να σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής δεν μπορούν να μολύνουν και συνεπώς δεν έχουν μολύνει την καλή εικόνα που εξέπεμψε ως μάρτυρας. Για παράδειγμα το πότε ακριβώς επιστράφηκαν τα Τεκμήρια 1 και 2 στην κατοχή της παραπονούμενης δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αλλά ούτε και με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και έτσι δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το βαθμό αξιοπιστίας της μάρτυρας. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ2 ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων.
Αντίθετα, η ΜΥ1 δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αξιοπιστία της. Η προσπάθεια της να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορουμένης και ταυτόχρονα να καταστρέψει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ήταν κάτι περισσότερο από εμφανής. Βασικά όλη η μαρτυρία της ΜΥ1 περιστράφηκε στο να πείσει το Δικαστήριο ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν ήταν επιταγές αλλά, όπως η ίδια τα ονόμασε, ‘clean bills for collection’. Ωστόσο, η θέση της αυτή έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που συντάχθηκε, υπογράφηκε και αποστάληκε στην ιταλική τράπεζα εκ μέρους και για λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, μέσα από το οποίο προσδιορίζονται και ονομάζονται τα επίδικα έγγραφα ως επιταγές τα οποία όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 15.09.09 επιστρέφονται απλήρωτα με την τραπεζική ένδειξη 'Refer to Drawer' ως δικαιολογία. Ο λόγος που επιστράτευσε για να δικαιολογήσει την πιο πάνω αντίθεση, ήτοι περί αριθμού αναφοράς που χρησιμοποιείται για συναλλαγματικές άλλες από επιταγές δεν κρίνεται πειστικός και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επιπλέον, σε ερώτηση προς την ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της τι είναι bill for collection η μάρτυρας ανάφερε ότι είναι η δοσοληψία μεταξύ αγοραστή και πελάτη για εμπορική πράξη, η οποία πληρώνεται είτε με την παρουσίαση επιταγής είτε με συναλλαγματική μόνο κατόπιν γραπτής εξουσιοδότησης του πελάτη. Η θέση της αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την αμέσως πιο πάνω τοποθέτηση της σε βαθμό που να την αναιρεί. Πέραν αυτού, η τελευταία της θέση έρχεται σε αντίθεση με την βασική έννοια και σημασία της επιταγής, η οποία είναι γραπτή εντολή του εκδότη προς την τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο με την παρουσίαση της στην τράπεζα χωρίς να απαιτείται γραπτή εξουσιοδότηση του εκδότη της επιταγής, πράγμα που έπρεπε να ήταν σε γνώση της με βάση την πολύχρονη εμπειρία της σε τέτοιου είδους θέματα που η ίδια μέσα από την μαρτυρία της επικαλέστηκε ότι διαθέτει. Όταν δε της υποβλήθηκε ξεκάθαρα από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ότι bill for collection είναι διαδικασία κατά την οποία εξαργυρώνεται είτε μια επιταγή είτε μια άλλου είδους συναλλαγματική όταν η πληρώτρια τράπεζα ή υποκατάστημα αυτής βρίσκεται σε διαφορετική χώρα ή περιοχή από την τράπεζα ή υποκατάστημα που θα εισπράξει από την επιταγή που εκδόθηκε όταν αυτή εκκαθαριστεί, η εν λόγω μάρτυρας έδωσε μια απάντηση η οποία μόνο σαφής και πειστική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η μάρτυρας δεν ήλθε για να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και παράλληλα παρουσιάζει το φτωχό επίπεδο ειλικρίνειας και κατ’ επέκταση αξιοπιστίας που διέπει την μαρτυρία της. Η σφραγίδα 'value for collection' που εμφανίζεται στο πίσω μέρος των Τεκμηρίων 1 και 2 και σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία τοποθετήθηκε από την ιταλική τράπεζα σημαίνει συναλλαγματική προς είσπραξη χωρίς αυτόματα να αποκλείεται το ενδεχόμενο τα έγγραφα αυτά να είναι επιταγές ως είδος συναλλαγματικής που είναι και εκδίδεται επί τραπεζίτη και είναι πληρωτέα εν όψει.[5] Είναι φανερό ότι η εισπράττουσα ιταλική τράπεζα (Banca Popolare Di Vicenza) σημείωσε πάνω στα Τεκμήρια 1 και 2 ότι με αυτά θα γινόταν είσπραξη χρημάτων από το λογαριασμό του εκδότη των επιδίκων εγγράφων μέσω της πληρώτριας κυπριακής τράπεζας [Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) προφανώς υπό τη μορφή εμβάσματος και έτσι ουδεμία σχέση έχει με το είδος της συναλλαγματικής. Κατ' επέκταση, η θέση αυτής της μάρτυρας απορρίπτεται ως αναληθές. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ1 ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη.
Ευρήματα:
Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο:
Η κατηγορούμενη έκδωσε και υπέγραψε προς όφελος της παραπονούμενης τα έγγραφα υπ' αριθμό 10622869 ημερομηνίας 21.05.09 για το ποσό των €15.000,00 (Τεκμήριο 1) και 10622869 ημερομηνίας 30.06.09 για το ποσό των €19.000,00 (Τεκμήριο 2), τα οποία στη συνέχεια έδωσε σε κάποιο Στυλιανό Κιτρομιλίδη. Ο τελευταίος συμπλήρωσε πάνω στα εν λόγω έγγραφα τα ποσά τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς, τις ημερομηνίες και το όνομα της παραπονούμενης ως δικαιούχου κατά τη συνάντηση που είχε στην Ιταλία με αξιωματούχους της παραπονούμενης εταιρείας στα πλαίσια πληρωμής εμπορευμάτων που η εταιρεία Pasyky Trading Ltd, την οποία ο Κιτρομιλίδης εκπροσωπούσε, αγόρασε και παρέλαβε κατόπιν σχετικής παραγγελίας περί τα τέλη Μαρτίου 2009.
Τα Τεκμήρια 1 και 2 σχετίζονται με τον λογαριασμό υπ’ αριθμό 526- 517109-2, ο οποίος ανήκει στην κατηγορούμενη και κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου διατηρείτο στο υποκατάστημα Μόρφου (526) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Η παραπονούμενη κατάθεσε τα πιο πάνω έγγραφα στην ιταλική τράπεζα Banca Popolare Di Vicenza στις 22.05.09 και 02.07.09 αντίστοιχα. Ακολούθως, η ιταλική τράπεζα απέστειλε τα έγγραφα αυτά στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ με σκοπό την είσπραξη των ποσών που σημειώνονται σ' αυτά, πλην όμως αυτά επιστράφηκαν ανείσπρακτα μέσω επιστολής ημερομηνίας 15.09.09 της πληρώτριας κυπριακής τράπεζας (Τεκμήριο 5) με τη δικαιολογία ‘Refer to Drawer’. Οι οικονομικές καταστάσεις του προαναφερομένου λογαριασμού (Τεκμήριο 4) οι οποίες παρουσιάζουν την κίνηση του για την περίοδο από 01.06.09 μέχρι 30.09.09 δείχνουν πιστωτικό υπόλοιπο κατά πολύ μικρότερο από τα ποσά των εγγράφων. Παράλληλα, σε διάφορες ημερομηνίες ο εν λόγω λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο. Τα πιο πάνω έγγραφα παραμένουν χωρίς πληρωμή μέχρι σήμερα.
Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο.
Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα:
Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις.
Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401).
Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
“Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.”
Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Αδικήματα που σχετίζονται με την έκδοση επιταγών διέπονται από το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, που είναι η κατ’ εξοχήν νομοθεσία που ασχολείται με την ποινική πτυχή του εν λόγω ζητήματος. Είναι μέσα από το άρθρο 305Α(1) του Κεφ.154 που προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη. Παράλληλα, για την καλύτερη αντίληψη του κεφαλαίου συναλλαγματικής αλλά και του νομοθετικού πλαισίου εντός του οποίου λειτουργεί σχετικός είναι ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθεσε στο στάδιο της τελικής αγόρευσης του θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον συνήγορο της κατηγορουμένης, από τη στιγμή που τα Τεκμήρια 1 και 2 συμπληρώθηκαν στην Ιταλία το αδίκημα διαπράχτηκε στο εξωτερικό και επικαλούμενος το Κεφ.154 ισχυρίστηκε ότι αρμόδιο για να εκδίκαζε την παρούσα υπόθεση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για να εκδικάζει υποθέσεις που ενέχουν αδικήματα που διαπράχτηκαν στο εξωτερικό είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ειδικότερα, το άρθρο 6 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφέρει τα εξής:
“(1) Αδίκημα που διαπράχθηκε σε ξένη χώρα, αναφορικά με το οποίο εφαρμόζεται ο Ποινικός Κώδικας ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 5, εκδικάζεται από το αρμόδιο
Δικαστήριο της Επαρχίας Λευκωσίας.
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου 'ξένη χώρα' έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο εδάφιο (3) του άρθρου 5. ”
Ο ορισμός της 'ξένης χώρας' αποδίδεται μέσα από το άρθρο 5(3) του Κεφ.154 και σημαίνει οποιαδήποτε χώρα εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και περιλαμβάνει τις περιοχές των Βρετανικών Βάσεων. Είναι προφανές ότι η Ιταλία την οποία ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλείται ότι ενδεχομένως να διαπράχτηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα εμπίπτει στον ορισμό της ξένης χώρας.
Ένα αδίκημα διαπράττεται όταν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία που το συνθέτουν. Είναι γνωστό στο ποινικό δίκαιο μας ότι εάν ένα από αυτά τα συστατικά στοιχεία απουσιάζει ή δεν στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τότε το αδίκημα δεν αποδεικνύεται και ο κατηγορούμενος οδηγείται σε αθώωση. Όπως έχει προαναφερθεί, το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, το οποίο είναι αυτό που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, διέπεται από το άρθρο 305Α(1) του Κεφ.154.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 305Α(1) του Κεφ.154 αναφέρει τα εξής:
“Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε (15) ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.”
Επίσης, το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ’ ακόλουθα:
“Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου:
Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:
Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.”
Από το λεκτικό του άρθρου 305Α(1) του Κεφ.154, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω:
(α) Η κατηγορούμενη να εκδώσει επιταγή,
(β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα,
(γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε,
(δ) δεν εξοφλείται,
(ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής,
(στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της.
Συνεπώς, το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 διαπράττεται όταν συντρέχει η στοιχειοθέτηση των πιο πάνω συστατικών στοιχείων. Ειδικότερα, το αδίκημα αυτό συντελείται όταν επιταγή εκδίδεται και παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε με την πάροδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα παραμένει απλήρωτη λόγω ανεπαρκών υπολοίπων του εκδότη της ή επειδή ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της εν λόγω επιταγής. Στα πλαίσια εξέτασης του θέματος της δικαιοδοσίας θα πρέπει να ερευνηθεί που διαπράχτηκε, εάν όντως διαπράχτηκε, το κατ' ισχυρισμό αδίκημα μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου των 15 ημερών καθότι ενωρίτερα δεν συντελείται τέτοιο αδίκημα. Είναι γι' αυτό το λόγο που προχωρώ στην εξέταση των συστατικών στοιχείων του εν λόγω αδικήματος.
Το πρώτο συστατικό στοιχείο είναι η έκδοση επιταγής από την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη αμφισβητεί ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 είναι επιταγές εν τη έννοια του νόμου και θεωρεί ότι είναι άλλης μορφής συναλλαγματικές, των οποίων η πληρωμή εξυπακούει πρώτα τη γραπτή εξουσιοδότηση της για κάτι τέτοιο κάτι που εδώ δεν έγινε. Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Κεφ.262 συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή. Η ίδια αυτή ερμηνεία που το Κεφ.262 δίδει για τη συναλλαγματική αποδίδεται και μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Byles on Bills of Exchange’ των Maurice και Megrah Frank Ryder, 24η έκδοση, σελίδα 237.
Για σκοπούς αντιμετώπισης ποινικών αδικημάτων που αφορούν έκδοση επιταγής, το άρθρο 4 του Κεφ.154, το οποίο είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, παρέχει τη νομική έννοια του όρου ‘επιταγή’ όπως αυτή εισήχθηκε στο Κεφ.154 με τον τροποποιητικό νόμο 164(Ι)/2003. Ειδικότερα, ‘επιταγή’ σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.’ Με την πιο πάνω τροποποίηση καλύπτεται και η περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής (βλέπε Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 29). Πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η επιταγή είναι είδος συναλλαγματικής η οποία εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει (βλέπε άρθρο 73 Κεφ.262). Ο νομικός ορισμός αυτός της επιταγής επιβεβαιώνεται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Chalmer’s Bills of Exchange’, 5η έκδοση, σελίδα 245 όπου σημειώνονται τα εξής: “A cheque is a bill of exchange drawn on a banker payable on demand.” Στη δε σελίδα 249 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: “The holder of such cheque as to which such drawer or person is discharged shall be a creditor, in lieu of such drawer or person, of such banker to the extent, of such discharge, and entitled to recover the amount from him.” Επομένως, η επιταγή όταν παρουσιαστεί στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε την ημέρα ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δύναται να τιμηθεί με τον εκδότη της να ευθύνεται για την εξόφληση της.
Εξετάζοντας και αξιολογώντας την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 1, 2 και 5, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα επίδικα έγγραφα είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου. Κοιτάζοντας με προσοχή τα Τεκμήρια 1 και 2 παρατηρώ ότι συγκεντρώνουν εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τα κατατάσσουν στην κατηγορία των επιταγών και ταυτόχρονα τις διακρίνουν από άλλα είδη συναλλαγματικής (βλέπε άρθρο 74Γ(6) του Κεφ.262). Συγκεκριμένα:
1. Στα εν λόγω έγραφα εμφανίζεται ως εκδότης τους η κατηγορούμενη η οποία και τα υπέγραψε.
2. Τα εν λόγω έγγραφα είναι συμπληρωμένα ολογράφως και αριθμητικώς.
3. Στα έγγραφα παρουσιάζονται οι αύξοντες αριθμοί των 10622869 και 10622872.
4. Σημειώνεται ο κωδικός του τραπεζίτη επί των εγγράφων αυτών.
5. Ο αριθμός λογαριασμός του εκδότη από τον οποίον προέρχονται τα εν λόγω έγγραφα είναι ο 526-517109-2 ο οποίος και ανήκει στην κατηγορούμενη.
Παράλληλα, παρατηρώντας το σώμα των επιδίκων εγγράφων καταλήγω χωρίς δισταγμό ότι με τα έγγραφα αυτά η κατηγορούμενη δίδει χωρίς όρους γραπτή εντολή στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ να πληρώσει στις 21.05.09 και 30.06.09 σε διαταγή της παραπονούμενης εταιρείας τα ποσά των €15.000,00 και €19.000,00 αντίστοιχα, τα οποία και σημειώθηκαν πάνω στα εν λόγω έγγραφα εν γνώσει και με τη συγκατάθεση της κατηγορουμένης με την εμφάνιση των εγγράφων αυτών στην προαναφερόμενη τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Από την άλλη αξιολογώντας τα Τεκμήρια 6, 7 και 8 διαπιστώνω ότι αυτά δεν προσθέτουν οτιδήποτε και ως εκ τούτου δεν τους προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Επανερχόμενος στα Τεκμήρια 1 και 2 επισημαίνω ότι αποτελεί μέρος των παραδεκτών γεγονότων το ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και υπογράφηκαν από την κατηγορουμένη. Συνεπώς, το πρώτο συστατικό στοιχείο πληρείται.
Θα εξετάσω τώρα μαζί το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο που είναι οι επίδικες επιταγές να παρουσιαστούν στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες. Σύμφωνα με το άρθρο 74Γ(1) του Κεφ.262 μία επιταγή δύναται να παρουσιαστεί για πληρωμή στον τραπεζίτη επί του οποίου σύρεται η επιταγή είτε με την εμφάνιση σ’ αυτού του πρωτοτύπου είτε με τη διαβίβαση των προαναφερόμενων ουσιωδών στοιχείων της επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα από άλλο τραπεζίτη. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται επίσης μέσα από το περιεχόμενο του άρθρου 305Α(8) του Κεφ.154.
Το ότι το Τεκμήριο 1 είχε ημερομηνία πληρωμής 21.05.09 φαίνεται από το σώμα της και ούτε έχει αμφισβητηθεί. Το ότι στις 22.05.09 η παραπονούμενη κατάθεσε την επίδικη επιταγή στην ιταλική τράπεζα Banca Popolare Di Vicenza παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός. Επίσης, το ότι το Τεκμήριο 2 είχε ημερομηνία πληρωμής 30.06.09 φαίνεται από το σώμα της αλλά ούτε και έχει αμφισβητηθεί από την κατηγορούμενη ενώ το ότι στις 02.07.09 η παραπονούμενη κατάθεσε την επίδικη επιταγή στην εν λόγω ιταλική τράπεζα παρέμεινε ένα ακόμη αναντίλεκτο γεγονός.
Το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν σε τράπεζα του εξωτερικού ουδεμία σημασία έχει. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η τράπεζα του εξωτερικού, η οποία σε τέτοια περίπτωση ενεργεί ως απλός αντιπρόσωπος του παραπονούμενου με σκοπό την είσπραξη του ποσού της επιταγής,[6] να μεριμνήσει να παρουσιάσει τις επίδικες επιταγές στην κυπριακή τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Στην ποινική υπόθεση Ιωάννου v. Σαμουρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 299 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η εμφάνιση της επιταγής στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξαργυρώνεται. Επίσης, στην πολιτική υπόθεση Κρατίδης v. Λαγού (2002) 1Α Α.Α.Δ. 328, της οποίας οι νομικές αρχές βρίσκουν έρεισμα και στην παρούσα περίπτωση που είναι ιδιωτικής ποινικής φύσεως, υποδείχτηκε ότι η παρουσίαση στην Λαϊκή Τράπεζα των επιταγών που δεν είχαν πληρωθεί από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στο Βόλο μέσω της Τράπεζας Κύπρου ουδεμία ανωμαλία προκαλούσε. Όπως τονίστηκε στην εν λόγω υπόθεση, οι επίδικες επιταγές, ως επιταγές εσωτερικού, ήσαν πληρωτέες στην Κύπρο από τη Λαϊκή Τράπεζα, όπου θα έπρεπε να παρουσιαστούν για πληρωμή, πράγμα που όντως έγινε. Το ότι είχαν διαβιβαστεί εκεί από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος μέσω της Τράπεζας Κύπρου δεν αλλοίωνε την κατάσταση των πραγμάτων ότι παρουσιάστηκαν για πληρωμή στον κατάλληλο τόπο, δηλαδή στη Λαϊκή Τράπεζα στην Κύπρο.
Στην προκειμένη περίπτωση η χειρόγραφη σημείωση 'Refer to Drawer' στο σώμα των επιταγών, η οποία τοποθετήθηκε από αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, γεγονός το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο, αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ επί της οποίας εκδόθηκαν. Το ότι οι επίδικες επιταγές εμφανίστηκαν στην πιο πάνω τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν αποδεικνύεται επιπλέον από το Τεκμήριο 5, που είναι επιστολή ημερομηνίας 15.09.09 της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, μέσα από το περιεχόμενο του οποίου γίνεται αναφορά για επιστροφή των Τεκμηρίων 1 και 2 ως απλήρωτα με την πιο πάνω τραπεζική ένδειξη, πράγμα που δείχνει εμφάνιση τους στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ με σκοπό την πληρωμή τους. Προκύπτει σαφώς ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην κυπριακή τράπεζα από την οποία εκδόθηκαν αφού πρώτα αποστάληκαν από την ιταλική τράπεζα, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούσε ως απλός αντιπρόσωπος της παραπονούμενης.
Η θέση της κατηγορουμένης ότι επειδή δεν υπάρχει ημερομηνία αλλά και υπογραφή του υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας η εν λόγω τραπεζική σημείωση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η απουσία υπογραφής και ημερομηνίας σε σχέση με την χειρόγραφη τραπεζική σημείωση δεν αναιρεί την ύπαρξη της. Επαναλαμβάνω ότι παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός το ότι η χειρόγραφη τραπεζική σημείωση προήλθε από αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Η απουσία τέτοιας υπογραφής και ημερομηνίας δεν ακυρώνει την εμφάνιση των επιδίκων επιταγών στην πιο πάνω κυπριακή τράπεζα ως πραγματικό γεγονός. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 εμφανίστηκαν μετά που αυτά κατέστησαν πληρωτέα με την ακριβής ημερομηνία εμφάνισης τους να μην είναι απολύτως αναγκαία για την στοιχειοθέτηση του συστατικού αυτού στοιχείου. Συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται στο βαθμό που απαιτείται τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο συστατικό στοιχείο.
Σε σχέση με το τέταρτο και έκτο συστατικό στοιχείο, ήτοι ότι οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν και ότι παρέμεναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ επί της οποίας εκδόθηκαν, αναφέρω ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία είναι αναντίλεκτο γεγονός το ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν εξοφλήθηκαν και παραμένουν χωρίς εξόφληση μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, πληρούνται και αυτά τα δύο συστατικά στοιχεία.
Το πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αφορά το λόγο για το οποίο οι επιταγές δεν τιμήθηκαν και συγκεκριμένα καθορίζεται η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη τους ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής. Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, διευθυντή του υποκαταστήματος Μόρφου (526) της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ η οποία αναφέρει ότι ο λογαριασμός υπ’ αριθμό 526-517109-2 ο οποίος ανήκει στην κατηγορούμενη και λειτουργούσε στο πιο πάνω παράρτημα και από τον οποίον εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές δεν διέθετε επαρκή χρηματικά υπόλοιπα για την εξόφληση τους. Αυτή μαρτυρία επαληθεύεται και ταυτόχρονα ενισχύεται από την επιστολή ημερομηνίας 15.09.09 της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (Τεκμήριο 5) μέσα από την οποίαν οι επίδικες επιταγές επιστρέφονται στην ιταλική τράπεζα ως απλήρωτες με τη χειρόγραφη τραπεζική σημείωση ‘Refer to Drawer’ στην πρόσθια όψη τους, η οποία μεταφραζόμενη στην ελληνική γλώσσα σημαίνει 'Αποταθείτε στον Εκδότη'. Οι δε οικονομικές καταστάσεις του προαναφερόμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 4) οι οποίες παρουσιάζουν την κίνηση του για την περίοδο από 01.06.09 μέχρι 30.09.09 και δείχνουν σε ορισμένες περιόδους πιστωτικό υπόλοιπο κατά πολύ μικρότερο από τα ποσά των επιταγών ενώ σε άλλες ημερομηνίες να εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο συνηγορεί επίσης προς αυτή την κατεύθυνση.
Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η χειρόγραφη τραπεζική σημείωση που εμφανίζεται πάνω στο σώμα των επιδίκων επιταγών και φέρει την ένδειξη ‘Refer to Drawer’, η οποία σύμφωνα με αποδεκτή μαρτυρία τοποθετήθηκε από αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και αποτελεί στοιχείο παρουσίασης των Τεκμηρίων 1 και 2 στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν για να τιμηθούν έναντι του λογαριασμού από τον οποίον εκδόθηκαν, χωρίς ωστόσο οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της εταιρείας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α. (1999) 2 Α.Α.Δ. 523 τονίστηκε ότι η παραπομπή του παραλήπτη στον εκδότη ‘Refer to Drawer’ ήταν απόρροια της απουσίας διαθεσίμων πόρων προς εξαργύρωση των επιταγών, οπόταν ο παραλήπτης έπρεπε να αποταθεί στον εκδότη τους για τακτοποίηση της οφειλής. Επιπλέον, στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry και άλλου (Αρ.2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 619 το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι σημειώσεις στο σώμα των επιταγών ή των ιδιαίτερων εγγράφων-τεκμηρίων – (‘Refer to Drawer’) – ήταν απόρροια διαθέσιμων κεφαλαίων και το πρωτόδικο δικαστήριο δεν τις αξιολόγησε ορθά. Το ότι μέσα από το Τεκμήριο 4 δεν φαίνεται να υπάρχει χρέωση του επιδίκου λογαριασμού της κατηγορουμένης ως αποτέλεσμα της μη τίμησης των επιταγών δεν αποτελεί στοιχείο που δείχνει ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ για έλεγχο έναντι του εν λόγω λογαριασμού. Αντίθετα, η αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1 σε συνδυασμό με το σαφές μήνυμα του Τεκμηρίου 5 καταρρίπτει τη θέση της υπεράσπισης επί του σημείου αυτού και παράλληλα αποδεικνύει ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης.
Ο έμμεσος υπαινιγμός της κατηγορουμένης ότι διέθετε και δεύτερο λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας, της ασάφειας και γενικά της θεωρίας καθότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από μέρους της ότι ο εν λόγω λογαριασμός μπορούσε να εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές αλλά για κάποιο λόγο, άλλο από αυτό των ανεπαρκών υπολοίπων, δεν τιμήθηκαν, κάτι που αποτελούσε δική της ευθύνη αφού η ίδια το ισχυρίστηκε. Στην υπόθεση Σωφρονίου v. Γιάγκου (2005) 2 Α.Α.Δ. 462 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων εξαντλείται με τη μαρτυρία του τραπεζικού μάρτυρα και την κατάθεση των επιταγών στις οποίες υπήρχε η σφραγίδα της τράπεζας περί έλλειψης κεφαλαίων για την εξαργύρωση των επιταγών. Από εκεί και πέρα εναπόκειται στον κατηγορούμενο να αμφισβητήσει την ορθότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας αυτής και να παρουσιάσει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει και άλλους λογαριασμούς από τους οποίους η επίδικη επιταγή θα μπορούσε να τιμηθεί. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι έχει τεκμηριωθεί και αυτό το συστατικό στοιχείο.
Από τη στιγμή που πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο η κατηγορούμενη κατηγορείται, σημαίνει ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου το κρίσιμο στοιχείο είναι ο τόπος διάπραξης του αδικήματος με τη συντέλεση αυτού, δηλαδή με τη λήξη των 15 ημερών από την ημερομηνία που οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και παραμένουν χωρίς εξόφληση. Κατά την ταπεινή μου άποψη ο τόπος έκδοσης των επιταγών ουδεμία σημασία έχει τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει πως οι επίδικες επιταγές που είναι επιταγές εσωτερικού έχουν υπογραφεί από την κατηγορούμενη στην Κύπρο. Πέραν όμως αυτού, αυτό που έχει σημασία είναι ότι το αδίκημα διαπράχτηκε όταν με τη λήξη της περιόδου των 15 ημερών ο επίδικος λογαριασμός, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα Μόρφου (526) της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, αδυνατούσε να τιμήσει τις επίδικες επιταγές λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εν λόγω κυπριακού λογαριασμού.
Επομένως, με δεδομένο ότι:
(α) Οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εσωτερικού, και
(β) Οι επιταγές αυτές παρουσιάστηκαν στον κατάλληλο τόπο είσπραξης που είναι η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ στην Κύπρο, και
(γ) Ο λογαριασμός έναντι του οποίου οι πιο πάνω επιταγές παρουσιάστηκαν βρίσκεται στην Κύπρο και συγκεκριμένα λειτουργεί στο υποκατάστημα Μόρφου (526) της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(δ) Ο έλεγχος του λογαριασμού κατά πόσο διαθέτει επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθούν οι εν λόγω επιταγές πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο από την πιο πάνω κυπριακή τράπεζα.
(ε) Η διαπίστωση της ανεπάρκειας διαθεσίμων κεφαλαίων από τον πιο πάνω λογαριασμό στα πλαίσια εξόφλησης των επιταγών έγινε από αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ στην Κύπρο και εξ' ου η χειρόγραφη τραπεζική σημείωση ‘Refer to Drawer’ στο σώμα των Τεκμηρίων 1 και 2 και ειδικότερα στην πρόσθια όψη αυτών έγινε στην Κύπρο,
το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αδικήματα του κατηγορητηρίου διαπράχτηκαν στην Κύπρο. Κατ' επέκταση το παρόν Δικαστήριο είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και ως εκ τούτου κέκτηται δικαιοδοσίας για κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα, η θέση της υπεράσπισης για έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας απορρίπτεται ως ανυπόστατη.
Ωστόσο η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Παρόλο ότι δεν εγέρθηκε από μέρους της κατηγορούμενης, το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένος κομιστής των επιδίκων επιταγών.
Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου (2008) 1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29(1) του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι’ αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2) (2003) 2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ’ αυτής.
Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2) (2003) 2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1) (1999) 2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α (1) και (2) του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1) (1999) 2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση ‘αγώγιμο δικαίωμα’ δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.10.
Στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη έκδωσε τις επίδικες επιταγές τις οποίες έδωσε σε κάποιο Στυλιανό Κιτρομιλίδη, ο οποίος εκπροσωπώντας την εταιρεία Pasyky Trading Ltd με σκοπό να πληρώσει εμπορεύματα που η εν λόγω εταιρεία αγόρασε από την παραπονούμενη και τα οποία παρέλαβε κατόπιν σχετικής παραγγελίας περί τα τέλη Μαρτίου 2009. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι οι επιταγές αποτελούν το αντάλλαγμα για την αγορά εμπορευμάτων στα πλαίσια μιας εμπορικής συναλλαγής που έγινε μεταξύ της παραπονούμενης και της εταιρείας Pasyky Trading Ltd χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση ή ευθύνη γι' αυτή η κατηγορούμενη. Παρά το γεγονός ότι η κατηγορούμενη θεωρείται, δυνάμει του άρθρου 28(1) του Κεφ.262, διευκολύνων μέρος καθότι γνώριζε ότι ο Κιτρομιλίδης θα συμπλήρωνε τις επίδικες επιταγές που η ίδια έκδωσε για τα ποσά, τις ημερομηνίες και το όνομα του δικαιούχου που φαίνονται στα σώματα αυτών, εντούτοις δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να την καθιστά μέρος στην πιο πάνω εμπορική πράξη στη βάση της οποίας δόθηκαν οι επιταγές στην παραπονούμενη. Περαιτέρω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την κατηγορούμενη είτε με την εταιρεία Pasyky Trading Ltd είτε με την παραπονούμενη. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη έκδωσε τις επιταγές οι οποίες έφθασαν στην κατοχή της παραπονούμενης χωρίς να δοθεί ή να λάβει η ίδια κάποια αξία γι' αυτές. Αντίθετα, υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία από μέρους της ΜΚ2 ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε εμπορική σχέση με την κατηγορούμενη αλλά μόνο με τον Στυλιανό Κιτρομιλίδη ως εκπρόσωπο της εταιρείας Pasyky Trading Ltd πράγμα που ενισχύει την ορθότητα της πιο πάνω θέσης. Με γνώμονα τα πιο πάνω και κυρίως το στοιχείο ότι δεν δόθηκε αξία για τις εν λόγω επίδικες επιταγές, κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής των εν λόγω επιταγών. Επομένως, δεν θεωρώ ότι οι επίδικες επιταγές περιήλθαν νομίμως στην κατοχή της παραπονούμενης με αποτέλεσμα η τελευταία να μην είναι ο νόμιμος δικαιούχος τους.
Το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει πως προτού καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα το οποίο μοιραία σφραγίζει την τύχη της παρούσας υπόθεσης, προβληματίστηκε με το περιεχόμενο του άρθρου 28(2) του Κεφ.262. Κατόπιν όμως προσεκτικής μελέτης του, έχω την ταπεινή άποψη ότι η ευθύνη που οι διατάξεις του άρθρου αυτού εναποθέτουν στους ώμους του διευκολύνοντος μέρους, δηλαδή του προσώπου που έχει υπογράψει ως εκδότης μιας επιταγής ή άλλης μορφής συναλλαγματικής χωρίς να λάβει κάποια αξία γι' αυτή και με σκοπό να δανείσει το όνομα του σε κάποιο άλλο άτομο, είναι αστικού χαρακτήρα και όχι ποινικής φύσεως και αφορά πιθανή αιτία αγωγής σε πολιτική υπόθεση που ενδεχομένως ο παραπονούμενος να επιθυμεί να καταχωρήσει εναντίον του διευκολύνοντος μέρους. Όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω, η ποινική ευθύνη ενός προσώπου που κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα καθορίζεται με βάση τα συστατικά στοιχεία του που περιέχονται στο άρθρο 305Α(1) του Κεφ.154 που είναι η κατ’ εξοχήν νομοθεσία που ασχολείται με την ποινική πτυχή του εν λόγω ζητήματος καθώς επίσης και την νομολογία που περιστρέφεται γύρω από το θέμα αυτό.
Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της κατηγορουμένης και εναντίον της κατηγορούσας αρχής.
(Υπ.) .................................
Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Private Criminal/Interim
Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Έκδοση Επιταγής χωρίς αντίκρισμα/
Άρθρα 305Α(1), (3, (5) και (8) Κεφ.154
[1] Το νομικό σύγγραμμα ‘Το Δίκαιο της Απόδειξης’ του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ (1994) 1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 820
[2] Παύλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1
C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 256
[3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320
[4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν.
Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506
[5] Άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262
[6] Βλέπε αγγλικά νομικά συγγράμματα ‘Byles on Bills of Exchange’ των Maurice και Megrah Frank Ryder, 24η έκδοση, σελίδες
267 και 279-282 και 'Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3, παράγραφος 100, σελίδες 75-76
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο