ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. L.M.L.D.S., Αρ. Υπόθεσης: 10766/2025, 22/12/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. L.M.L.D.S., Αρ. Υπόθεσης: 10766/2025, 22/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 10766/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

L.M.L.D.S.

 

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Παναγιώτου μαζί με κα Μ. Νικολάου

Κατηγορούμενος παρών.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της κοινής επίθεσης (1η κατηγορία), της άσκησης βίας στην οικογένεια (2η κατηγορία), της άσκησης ψυχολογικής βίας (3η κατηγορία), της παρενόχλησης (4η κατηγορία) και της παρενοχλητικής παρακολούθησης (5η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

  

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 31.7.2025 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συμβίας του, T.D., δηλαδή την άγγιξε στα χέρια και στα πόδια παρά τη θέλησή της, ενώ μεταξύ των ημερομηνιών 31.7.2025 – 7.8.2025, επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην πρώην συμβία του και με την οποία έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική της ακεραιότητα προκαλώντας της πραγματικό φόβο.

Καταλογίζεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31.7.2025 – 7.8.2025 τηλεφωνούσε καθημερινά στην πρώην συμβία του και της απέστελλε γραπτά μηνύματα και ότι την 31.7.2025 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του, προκάλεσε παρενόχληση στην πρώην συμβία του, καθώς, ενώ αυτή βρισκόταν εντός του οχήματός της στην περιοχή του εναέριου στη Λεμεσό, άνοιξε την πόρτα του οχήματός της και άρχισε να την αγγίζει.

 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία.

 

Αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως.

 

Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]

 

Η πρώτη μάρτυρας η οποία προσέφερε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν η παραπονούμενη (στο εξής η «ΜΚ1»), η οποία, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 7.8.2025 και 9.8.2025, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1(α) και 1(β) και 2(α) και 2(β) αντίστοιχα.

 

Στην κατάθεσή της ημερομηνίας 7.8.2025, η ΜΚ1 αναφέρει ότι κατάγεται από τη Ρωσία και ήρθε στην Κύπρο το 2021. Αρχικά συζούσε με τον κατηγορούμενο, καθώς είχαν σχέση πριν έρθει στην Κύπρο, ωστόσο, αφού κατήγγειλε περιστατικό επίθεσης που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, μετακόμισε στο καταφύγιο για περίπου εννέα μήνες. Μετά από αυτό το περιστατικό, άρχισε να εργάζεται σε εταιρεία forex στη Λεμεσό, όπου εργαζόταν και ο κατηγορούμενος και συζούσε μαζί του. Τον χειμώνα του 2023 χώρισε οριστικά τον κατηγορούμενο και μετακόμισε στην Πάφο, όπου ο κατηγορούμενος πήγε και τη βρήκε και την έδειρε, με αποτέλεσμα αυτή να τον καταγγείλει και να εκδοθούν περιοριστικά μέτρα για να μην την πλησιάζει σε απόσταση 150 μέτρων. Τον Ιανουάριο του 2025, η παραπονούμενη επέστρεψε στη Λεμεσό και για κάποιο χρονικό διάστημα διέμενε στο ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ.

 

Την 31.7.2025, η παραπονούμενη πήγε στην περιοχή του εναερίου για ψώνια και ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της, ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του οχήματός της και ξεκίνησε να την αγγίζει στα χέρια και στα πόδια, με αποτέλεσμα να φοβηθεί, και παρόλο που του ζήτησε να φύγει, αυτός δεν το έπραξε, αλλά ξεκίνησε να της κάνει διάφορες ερωτήσεις και ήταν πολύ επίμονος. Από την ημέρα εκείνη και έπειτα, ο κατηγορούμενος άρχισε πάλι να την ενοχλεί τηλεφωνικώς, είτε μέσω μηνυμάτων, είτε καλώντας την στο τηλέφωνο, παρόλο που εκείνη δεν του απαντούσε. Επίσης την παρακολουθούσε καθημερινά, ενώ ενοικίασε και αυτός δωμάτιο στο ίδιο ξενοδοχείο όπου διέμενε.

 

Στην συμπληρωματική της κατάθεση ημερομηνίας 9.8.2025, η παραπονούμενη επιπρόσθετα αναφέρει ότι την 8.8.2025, ενώ κοιμόταν στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ, την κάλεσε τηλεφωνικώς ο κατηγορούμενος, ρωτώντας την αν ήταν μόνη της, και προτού κλείσει το τηλέφωνό της, της ζήτησε να ανοίξει την πόρτα του υπνοδωματίου της, όπως και έπραξε. Τότε αυτός μπήκε στο δωμάτιό της και άρχισε να κοιτάζει αν όντως ήταν μόνη της και να του ζητά να πάει στο δωμάτιό του. Όταν τελικά αυτή δέχθηκε να πάει στο δωμάτιό του άρχισε να της φωνάζει και να την βρίζει και παρόλο που δεν την εμπόδιζε από το να φύγει από το δωμάτιο του, αυτή δεν ήταν καλά ψυχολογικά και δεν μπορούσε να φύγει. Παρέμεινε στο υπνοδωμάτιό του μέχρι τις 4:00 το πρωί που έφτασε η Αστυνομία.

 

Η ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της και παρουσίασε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο την άγγιξε ο κατηγορούμενος την 31.7.2025.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η αναφορά της στην συμπληρωματική της κατάθεσή ότι δεν ήταν καλά έχει να κάνει με τα περιοριστικά μέτρα που υπήρχαν εναντίον του κατηγορουμένου, με τον οποίο διατηρούσαν ερωτική σχέση από το 2017 για οκτώ χρόνια, ενώ είχε προβεί σε καταγγελίες εναντίον του για κατ’ ισχυρισμό άσκηση βίας και στην Ανδόρα, όπου διέμεναν προτού έρθουν στην Κύπρο.

 

Ερωτηθείσα γιατί έμενε μαζί με τον κατηγορούμενο όταν ήρθε στην Κύπρο, αφού τον φοβόταν και είχε κάνει καταγγελίες εναντίον του και στο παρελθόν, η ΜΚ1 απάντησε ότι αυτό δεν σχετίζεται με την υπόθεση. Ανέφερε περαιτέρω ότι στο καταφύγιο έμεινε για περίπου εννέα μήνες και έφυγε δύο φορές, μία εκ των οποίων πήγε στον κατηγορούμενο. Ερωτηθείσα εάν κάλεσε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο για να πάει να την πάρει από το καταφύγιο το 2022, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει σε ερωτήσεις για αυτή την εποχή, καθώς είναι τραυματική εμπειρία.

 

Ερωτηθείσα εάν φοβήθηκε την 31.7.2025 ώστε να φωνάξει, ή να σπρώξει τον κατηγορούμενο, η ΜΚ1 απάντησε ότι φοβήθηκε και ότι υπάρχουν σχετικές φωτογραφίες, ενόψει δε του ότι ήταν αυθόρμητη αυτή η πράξη του κατηγορουμένου, δεν ήταν καλά προετοιμασμένη, ενώ μαζί της βρισκόταν και ένας φίλος της. Ως ανέφερε, βρίσκονταν σε χώρο στάθμευσης όπου υπήρχαν μόνο αυτοκίνητα και η πόρτα ήταν ανοιχτή και δεν μπορούσε να φύγει.

 

Ερωτηθείσα γιατί δεν πήγε κατευθείαν στην Αστυνομία, η μάρτυρας απάντησε ότι ήθελε να σκεφτεί και να μην θυμώσει τον κατηγορούμενο και να έχει επιπτώσεις για όσα θα μπορούσε να κάνει, ενώ αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος μισή ώρα προηγουμένως της είχε στείλει χρήματα μέσω εφαρμογής, κατόπιν δικής της παράκλησης.

 

Η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι κάλεσε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, ανέφερε δε ότι αυτό αποτελεί επινόηση της δικηγόρου, ενώ ως ανέφερε, λόγω των πολλών υποθέσεων που έχουν με τον κατηγορούμενο, κάθε 3 - 4 μήνες πάνε σε ψυχολόγο και υπάρχουν οι αναλύσεις των γιατρών. Ανέφερε επίσης, ότι τραυματίστηκε τυχαία.

 

Ως επίσης ανέφερε η ΜΚ1, όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη, παρέλαβε από αυτόν €1.000 και το κινητό του μπροστά από Αστυνομικό, με γραπτή δήλωση και με οδηγίες για το τι θα έπρεπε να κάνει με αυτά. Σε υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ψεύδεται, η μάρτυρας απάντησε ότι είναι η δικηγόρος που ψεύδεται και θα έπρεπε αυτή να βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

 

Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος προσέφερε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο Αστ. [ ], Μ.Μ. (στο εξής ο «ΜΚ2»).

 

Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3. Σε αυτήν ο μάρτυρας αναφέρει ότι την 8.8.2025 μετέβη στο ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ και συνέλαβε τον κατηγορούμενο βάσει εντάλματος σύλληψης, αφού προηγουμένως τον ενημέρωσε για τον λόγο της εκεί παρουσίας του. Ως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΚ2, αφού ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, του δόθηκαν τα δικαιώματα του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε ενημερώσει τον Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ) αναφορικά με τη διεύθυνση του κατηγορούμενου, εξ ου και ο ίδιος γνώριζε που βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Ως επίσης ανέφερε ο ΜΚ2, ο ΣΠΑΒΟ έχασε επαφή με την παραπονούμενη, καθώς δεν απαντούσε στις κλήσεις και απενεργοποίησε το τηλέφωνό της.

 

Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι όταν συνέλαβε τον κατηγορούμενο, στο δωμάτιό του βρισκόταν η παραπονούμενη, η οποία δεν έδωσε ακριβείς απαντήσεις αναφορικά με την εκεί παρουσία της, ενώ κατά την είσοδο στο δωμάτιο του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη καθόταν στην  τουαλέτα με τα χέρια μπροστά από το στήθος της και φαινόταν τρομαγμένη. Έπειτα μεταφέρθηκαν και οι δύο στο Τμήμα, το δε κλίμα μεταξύ τους, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν φιλικό και δεν υπήρχε ένταση.

 

Ως επίσης ο ΜΚ2 ανέφερε, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο Τμήμα, έδωσε στην παραπονούμενη το κινητό του τηλέφωνο και χρήματα για να πληρώσει το ξενοδοχείο και το αυτοκίνητο ενοικιάσεως.

 

Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε ένας μάρτυρας ενόρκως, ο κατηγορούμενος (στο εξής ο «ΜΥ1»).

 

Ως ο ΜΥ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, γνωρίζει την παραπονούμενη εδώ και οκτώ χρόνια, διάστημα κατά το οποίο ήταν ζευγάρι, ωστόσο από το 2024 η παραπονούμενη υπέβαλε διάφορα παράπονα εναντίον του και έκτοτε σταμάτησαν να συζούν, ενόψει της έκδοσης σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου.

 

Ως επίσης ανέφερε, η παραπονούμενη στρεφόταν πάντοτε σε αυτόν λόγω των διασυνδέσεων που είχε στη δουλειά και μπορούσε να της βρει εργασία στον τομέα του, καθώς επίσης και όταν δεν είχε χρήματα. Πολλές φορές, συνέχισε ο μάρτυρας, η παραπονούμενη τον καλούσε από το καταφύγιο όπου διέμενε, ζητώντας του βοήθεια για να φύγει από εκεί. Ως ο μάρτυρας ισχυρίστηκε, η παραπονούμενη απευθυνόταν προς αυτόν και όχι το αντίθετο, λέγοντάς του ότι ήθελε να επιλύσουν τα προβλήματά τους και ότι θα προέβαινε σε άρση των παραπόνων της για να αποσυρθεί η υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του.

 

Ως επίσης ανέφερε ο ΜΥ1, πάντοτε η παραπονούμενη στρεφόταν σε αυτόν όταν είχε προβλήματα, λέγοντας ότι  ήταν ο κοντινός της άνθρωπος στην Κύπρο, ο ίδιος δε αισθάνεται ηλίθιος που την βοηθά μετά από όλα αυτά, εξαιτίας της αγάπης που αισθάνεται γι’ αυτήν.

Ο κατηηγορούμενος ανέφερε περαιτέρω, ότι ενώ εργαζόταν, έλαβε φωτογραφία από την παραπονούμενη με μήνυμα ότι θα κόψει και το άλλο της χέρι, καθώς επίσης και ακουστικό μήνυμα ότι θα στείλει μηνύματα αποχαιρετισμού σε όλους.

 

Ακολούθως, ο μάρτυρας αναπαρέστησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την παραπονούμενη την 31.7.2025, ήτοι με τον ίδιο να γονατίζει και να ακουμπά το χέρι του πάνω στο πόδι της και να τη ρωτά τι συμβαίνει. Ένα λεπτό αργότερα, συνέχισε ο μάρτυρας, μπήκε στο αυτοκίνητο ένα αγόρι με το οποίο η παραπονούμενη διατηρούσε σχέση και τότε αυτός αποχώρησε από το μέρος, αφού έκανε κράτηση στο ΠΕΥΚΟΣ για τις ημερομηνίες 1-10 Αυγούστου, καθότι του είχε συστήσει το εν λόγω ξενοδοχείο μια φίλη από τον χώρο εργασίας του.

 

Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει την περιοχή του εναέριου, ενώ αναφορικά με τα όσα διαδραματίστηκαν την 31.7.2025, ανέφερε ότι είδε την παραπονούμενη να είναι καθισμένη στο αυτοκίνητό της με την πόρτα ανοιχτή και πήγε να τη ρωτήσει γιατί δεν του απαντά και τι κάνει, διότι την προηγούμενη μέρα της είχε στείλει χρήματα για να πάρει ιατρική περίθαλψη, καθώς προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Ανέφερε επίσης, ότι κατά τη διαδρομή προς το ΠΕΥΚΟΣ, έλαβε μήνυμα από την παραπονούμενη ότι την έδιωξε ο συγκάτοικος της από το διαμέρισμα όπου έμενε.

 

Την 1.8.2025, πήγε στο ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ όπου διέμενε και αυτός και η παραπονούμενη, σε διαφορετικά δωμάτια, έκαστος με τον σύντροφό του.

 

Το βράδυ της Πέμπτης, η παραπονούμενη επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να κατέβει στο δωμάτιό της, ως έπραξε, μαζί με τη σύντροφό του, η οποία ωστόσο δεν εισήλθε στο δωμάτιο της παραπονούμενης και αποχώρησε. Όταν έμειναν μόνοι με την παραπονούμενη στο δωμάτιό της, αυτή τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει, ενώ τον ρώτησε αν έχει χρήματα και αυτός να της έδωσε το ποσό των €300.

 

Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος κράτησε απόσταση και της ζήτησε να ανέβουν στο δικό του δωμάτιο καθώς δεν αισθανόταν άνετα, όπως και έγινε. Εκεί άρχισαν να συζητούν, με την παραπονούμενη να του λέει τα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζε και τελικά κατέληξαν να έχουν ερωτική επαφή.  Ενώ συνέχιζαν να μιλάνε για ώρες, το πρωί της Παρασκευής, χτύπησε κάποιος την πόρτα του υπνοδωματίου και η παραπονούμενη του είπε να μην ανοίξει. Ωστόσο αυτός άνοιξε και ήταν η Αστυνομία, η οποία μετέφερε και τους δύο στο Αστυνομικό Τμήμα.

 

Ερωτηθείς εάν αν είναι σε θέση να παρουσιάσει τα μηνύματα και τις κλήσεις στα οποία αναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος απάντησε πως δεν είναι σε θέση να το πράξει, καθώς έδωσε το τηλέφωνό του στην παραπονούμενη όταν έφτασαν στο Αστυνομικό Τμήμα, μαζί με το κλειδί του αυτοκινήτου του και €1.000, λέγοντάς της να καλέσει συγκεκριμένο πρόσωπο για να της βρει μέρος να μείνει. Ως επίσης ανέφερε, προς έκπληξή του ενημερώθηκε ότι την προηγούμενη μέρα η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία εναντίον του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την κατάθεσή του, στην δε υποβολή ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δεν συμπεριλαμβάνονται στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, απάντησε ότι είναι η πρώτη ευκαιρία που είχε για να μιλήσει ενώπιον Δικαστηρίου και ότι λόγω της μετάφρασης, δεν ήθελε να απαντήσει όταν έδινε την κατάθεση για να μην παραποιηθούν τα όσα θα έλεγε, λόγω του διαφορετικού τρόπου με τον οποίο μπορεί να μεταφραστεί και να ερμηνευτεί η ισπανική γλώσσα.

 

Ερωτηθείς γιατί δεν κράτησε αποστάσεις από την παραπονούμενη, εφόσον εκκρεμούσαν πέντε υποθέσεις που αφορούσαν τους δυό τους, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν η παραπονούμενη εκείνη που επεδίωκε να έρθει σε επαφή μαζί του και ότι κάθε φορά που του ζητούσε βοήθεια, δεν μπορούσε να της αρνηθεί.

 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έχει εμμονή με την παραπονούμενη, εξηγώντας ότι σε περίπτωση που αυτή αυτοκτονούσε, ενδεχομένως να τον κατηγορούσαν.

 

Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι έφυγε την 30.7.2025 από το ξενοδοχείο ΟΔΥΣΣΕΑΣ και πήγε να μείνει στο ΠΕΥΚΟΣ κατόπιν σύστασης που έλαβε και ένεκα του ότι ήθελε να μείνει κάπου που να προσέφεραν διαμονή πάνω από μία εβδομάδα, ήταν δε η θέση του, ότι όταν είδε την παραπονούμενη έφυγε και επέστρεψε δύο ημέρες μετά, ενώ αρνήθηκε ότι ο λόγος που πήγε στο ΠΕΥΚΟΣ ήταν επειδή βρισκόταν εκεί η παραπονούμενη.

 

Ερωτηθείς πως εντόπισε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης, ο κατηγορούμενος περιέγραψε ότι βγαίνοντας από το ξενοδοχείο, στα  αριστερά υπάρχει ένα μαγαζί με ρωσικά προϊόντα και δίπλα ένα περίπτερο. Το αυτοκίνητο της παραπονούμενης ήταν εκεί που είναι οι πύλες του παρκινγκ μπροστά στον δρόμο και το είδε ενώ πήγαινε περπατητός στο περίπτερο.

 

Ερωτηθείς γιατί δεν έφυγε και πήγε και την άγγιξε, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι πήγε ως άνθρωπος να ρωτήσει αν είναι καλά και τι της συμβαίνει, διότι την ίδια ημέρα του είχε ζητήσει χρήματα και προσπάθησε να κόψει τα χέρια της.

 

Αναφορικά με το γεγονός ότι έδωσε στην παραπονούμενη το κλειδί του αυτοκινήτου του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η εταιρεία από την οποία είχε ενοικιάσει αυτοκίνητο η παραπονούμενη την έψαχνε και την καλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο, με την παραπονούμενη να μην απαντά, ενώ έπρεπε να επιστρέψει το αυτοκίνητο. Όταν μάλιστα χτύπησε η Αστυνομία την πόρτα του δωματίου του, η παραπονούμενη του έλεγε να μην ανοίξει γιατί μπορεί να είναι κάποιος από την εν λόγω εταιρεία, οπότε αυτός θεώρησε ότι αυτός ήταν και ο λόγος που συνελήφθησαν.

 

Ερωτηθείς γιατί άγγιξε την παραπονούμενη, έστω με τον τρόπο που αυτός περιέγραψε, ενώ υπήρχε εναντίον του διάταγμα να μην την προσεγγίζει, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο ιστορικό του με την παραπονούμενη και στις προσπάθειες διευθέτησης των υποθέσεων τους, ενώ αρνήθηκε ότι άγγιξε την παραπονούμενη χωρίς να το θέλει, ή ότι η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει και δεν το έπραξε.

 

Αρνητική ήταν επίσης η απάντησή του στην υποβολή ότι προτού φτάσει σε εκείνο τον χώρο είχε προηγηθεί παρακολούθηση από πλευράς του, στην υποβολή ότι μετά την 31.7.2025 παρενοχλούσε καθημερινά την παραπονούμενη τηλεφωνώντας της, καθώς επίσης και στην υποβολή ότι τη βδομάδα που έμενε στο ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ παρενοχλούσε την παραπονούμενη με την παρακολούθησή του και ότι ζήλευε τον άντρα που τη συνόδευε.

 

Παραδεκτά Γεγονότα

 

Αφού η κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την υπόθεσή της, δηλώθηκαν και κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:

 

·         Η κατάθεση της διερμηνέως, κας Α.Α., ημερ. 9.8.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρει ότι την 9.8.2025 κλήθηκε στα Γραφεία του Γραφείου Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού και εκτέλεσε χρέη διερμηνέα από τα Ισπανικά στα Ελληνικά και αντίστροφα, για τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο.

 

·         Η κατάθεση της Αστ. [ ], κας Κ.Μ., ημερ. 9.8.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρεται ότι την 9.8.2025 με τη βοήθειας της διερμηνέως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο.

 

·         Η κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 9.8.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, τόσο στην ελληνική όσο και στην ισπανική γλώσσα, ως προς τη λήψη της.

 

·         Η κατάθεση του Αστ. [ ], κ. Γ.Α., ημερ. 9.8.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρει ότι την 7.8.2025 με τη βοήθεια διερμηνέως στη ρωσική, έλαβε γραπτώς το παράπονο της T.D..

Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]

 

Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Η εντύπωση που απεκόμισα από τη ΜΚ1 ήταν καθόλα αρνητική και σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί επί της μαρτυρίας αυτής για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του.

 

Αρχικά σημειώνω ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ήταν μάρτυρας αληθείας, καθώς η μαρτυρία της ήταν αλλοπρόσαλλη, γεμάτη υπεκφυγές και αντιφάσεις επί ουσιωδών σημείων.

 

Ειδικότερα, η μάρτυρας δεν απάντησε σε σχεδόν καμία από τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξετασή της, είτε αποφεύγοντας επιμελώς να απαντήσει, θέτοντας ερωτήματα, είτε με σαρκασμό, είτε με αναφορές σε προσβολές του προσώπου της, είτε ακόμα και επιρρίπτοντας αλλού την ευθύνη. Σε όσες δε φορές απάντησε στις ερωτήσεις που της υπεβλήθησαν κατά την αντεξέτασή της, οι απαντήσεις της δεν είχαν συνοχή και λογική, συνεπώς η μαρτυρία της δεν κρίνεται ποιοτική, ώστε το Δικαστήριο να στηριχθεί πάνω σε αυτήν.

 

Πέραν των ανωτέρω, στην πρώτη της κατάθεση ημερ. 7.8.2025, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την καλούσε συνεχώς από συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου, ενώ στη συμπληρωματική της κατάθεση ημερ. 9.8.2025, αναφέρει ότι ο ίδιος αριθμός, της ήταν άγνωστος. Αντεξεταζόμενη, σε σειρά ερωτήσεων επί του θέματος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει πολλούς αριθμούς τηλεφώνου, ότι δεν θυμάται τον αριθμό και ότι οι πληροφορίες αυτές είναι της Αστυνομίας.

 

Στην ίδια δε κατάθεση, αναφέρεται στο περιστατικό της 31.7.2025, αναφέροντας ότι αισθάνθηκε φόβο, πλην όμως δεν κατήγγειλε το περιστατικό αυθημερόν, επειδή δεν μπορούσε εκείνη τη μέρα. Αντεξεταζόμενη δε, γιατί δεν πήγε κατευθείαν στην Αστυνομία, η μάρτυρας έδωσε διαφορετική εξήγηση, απαντώντας ότι ήθελε να σκεφτεί και να μην θυμώσει τον κατηγορούμενο. Οι εξηγήσεις αυτές, - πέραν των αντιφάσεων που παρουσιάζουν, - από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε κάποια επίθεση η οποία του προκάλεσε φόβο, δεν στέκουν στη βάσανο της λογικής.

 

Αναφορικά με τον ΜΚ2, η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν θετική, καθώς ο μάρτυρας ήταν τυπικός και απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, ενώ δεν εντόπισα οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του. Επομένως θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.

 

Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, η εντύπωση που απεκόμισα ήταν ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ο κατηγορούμενος με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, παραστατικότητα και γλαφυρότητα, περιέγραψε τη σχέση του με την παραπονούμενη και το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν κατά τη μακρά αντεξέτασή του με ηρεμία, αμεσότητα και φυσικότητα και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του.

 

Το δε γεγονός ότι στην κατάθεσή του στο Δικαστήριο έδωσε πολύ περισσότερες λεπτομέρειες απ’ ότι στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, δεν θεωρώ ότι έρχεται σε αντίφαση με τα όσα κατέθεσε στην Αστυνομία, ούτε και μου έδωσε την εντύπωση ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, η απάντηση του μάρτυρα σε ότι αφορά στην απάντηση που έδωσε στην 10η ερώτηση της ανακριτικής του κατάθεσης, όπου διαφώνησε με τη μετάφραση στην ελληνική.

 

Τούτο, δεν θεωρώ ωστόσο ότι αποτελεί λόγο διαφοροποίησης της ανωτέρω αξιολόγησης του Δικαστηρίου σε ότι αφορά στην αξιοπιστία του μάρτυρα, δοθείσας της εξήγησης που ο κατηγορούμενος έδωσε σε ότι αφορά στις διαφορετικές ερμηνείες που μπορούν να λάβουν χώρα σε ότι αφορά στην ισπανική γλώσσα, ως προς τον τόπο καταγωγής, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι, η κατάθεση της διερμηνέως κατατέθηκε ως Τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της και σε αυτήν αναφέρονται οι ενέργειες στις οποίες η διερμηνέας προέβη. Η δε ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, κατατέθηκε ως προς τη λήψη της.

 

Ως εκ των άνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Ως εκ της ανωτέρω αξιολόγησης, έπεται ότι το Δικαστήριο, για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων, δεν δύναται να βασιστεί στη μαρτυρία της παραπονούμενης, πέραν των όσων συνάδουν με την λοιπή μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, των παραδεκτών, αλλά και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων.

 

Από την όλη αξιολόγηση λοιπόν της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των γεγονότων έχει ως εξής: την 31.7.2025, η παραπονούμενη βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου της σε χώρο στάθμευσης με την πόρτα ανοιχτή και όταν ο κατηγορούμενος την είδε, αφού προσέγγισε το αυτοκίνητό της, γονάτισε έξω από αυτό και ακουμπώντας το ένα του χέρι πάνω στο πόδι της και το άλλο πάνω στο χέρι της, τη ρώτησε γιατί δεν του απαντά και τι κάνει, διότι την προηγούμενη μέρα της είχε στείλει χρήματα για να λάβει ιατρική περίθαλψη, καθώς του είπε ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Όταν ο συνοδός της παραπονούμενης έφτασε στο μέρος, ο κατηγορούμενος αποχώρησε.

 

Την 1.8.2025, ο κατηγορούμενος πήγε στο ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ όπου είχε κάνει κράτηση δωματίου κατόπιν σύστασης συναδέλφου, όπου διέμενε και αυτός και η παραπονούμενη, σε διαφορετικά δωμάτια.

 

Το βράδυ της Πέμπτης, η παραπονούμενη επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να την επισκεφθεί, πράγμα που αυτός έπραξε. Τότε αυτή τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει, ενώ τον ρώτησε αν έχει χρήματα και αυτός να της έδωσε το ποσό των €300. Ακολούθως, ανέβηκαν στο δωμάτιο του κατηγορούμενου και άρχισαν να συζητούν για ώρες, καταλήγοντας να έχουν ερωτική επαφή, ενώ χαράματα Παρασκευής, η Αστυνομία μετέβη στο δωμάτιο του κατηγορούμενου με βάση ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του, ένεκα καταγγελίας στην οποία είχε προβεί η παραπονούμενη την προηγούμενη μέρα.

 

Η Αστυνομία μετέφερε και τους δύο στο Αστυνομικό Τμήμα, το δε κλίμα μεταξύ τους, ήταν φιλικό και ο κατηγορούμενος έδωσε στην παραπονούμενη το κλειδί του αυτοκινήτου του, το κινητό του τηλέφωνο και το χρηματικό ποσό των €1.000.

 

Αγορεύσεις Συνηγόρων

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.

 

Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[9]

 

Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] 

 

Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[12]

Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[13]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.

 

Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του αρ. 242 του Ποινικού Κώδικα

 

Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινικοποιείται στο αρ. 242 του Π.Κ., το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

 

«Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».

 

Επιπρόσθετα, στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται και τα αρ. 2, 3(1)(4) και 4(1)(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (119(I)/2000) και τα αρ. 2, 3, 5(α), 11 και 33 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της βίας κατά των Γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/2021 ως έχουν τροποποιηθεί.

 

Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν. 119(I)/2000:

 

«Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του».

 

Το αδίκημα της κοινής επίθεσης του αρ. 242, περιλαμβάνεται στον Πίνακα με τα στα αδικήματα που σύμφωνα με το αρ. 4 του Ν.119(I)/2000, αποτελούν αδικήματα αυξημένης σοβαρότητας, σε σχέση δε με το αδίκημα της κοινής επίθεσης, η ποινή φυλάκισης αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές.

 

Περιλαμβάνεται επίσης, στα αδικήματα τα οποία λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(ζ) του Ν.115(Ι)/2021.

 

Επίθεση, αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.[14] 

 

Όπως λέχθηκε στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574,  το αρ. 242 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας και απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Υπό αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος μπορεί να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας, αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία, καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[15]

 

Eπίθεση μπορεί να διαπραχθεί επίσης χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα και δεν απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα, το οποίο μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με ένα απλό άγγιγμα.[16]

 

Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο, η επίθεση να είναι άμεση. Σχετική είναι η υποθεση Scott v. Shepherd (1773) 2 W.Bl. 892, όπου ρίχθηκε από τον Εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον Ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο Εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία.

 

Για σκοπούς πληρότητας, παρότι τούτο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από οποιαδήποτε πλευρά, σημειώνω, ότι με βάση το αρ. 2 του Ν.119(I)/2000, «μέλος της οικογένειας» σημαίνει (α) άντρα και γυναίκα που είτε (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, είτε (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Εν προκειμένω, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος είχαν πολυετή σχέση, ως αμφότεροι ανέφεραν και συζούσαν κατά διαστήματα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει όλων όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν καταλήγω ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αφορά η 1η κατηγορία.

 

Ειδικότερα, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μου, από την οποία να προκύπτει ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου την 31.7.2025, ήτοι το να ρωτήσει την παραπονούμενη τι κάνει από ενδιαφέρον, ακουμπώντας πάνω στο χέρι και στο πόδι της, λαμβανομένου υπόψη του ότι την προηγούμενη μέρα της είχε στείλει χρήματα για να πάρει ιατρική περίθαλψη, καθώς του είπε ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει, συνιστά επίθεση εν τη εννοία του Νόμου, ότι δηλαδή η κίνησή του αυτή δημιούργησε στην παραπονούμενη την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον της. Η δε μαρτυρία της ΜΚ1, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, έχει απορριφθεί.

 

Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 3(1) του Ν. 119(I)/2000 (βλ. ανωτέρω).

 

Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου και του συνόλου της μαρτυρίας την οποία διήλθα, δεν καταλήγω ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, κατά το χρονικό διάστημα που περιγράφεται στο κατηγορητήριο, προκάλεσε στην παραπονούμενη άμεσα ψυχική βλάβη. Σημειώνω επιπρόσθετα, ότι ουδεμία μαρτυρία και δη επιστημονική, προσκομίστηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με το θέμα της ψυχικής βλάβης.

 

Η 3η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, κατά παράβαση των αρ. 1, 3, 6, 11 και 33 του Ν.115(Ι)/2021.

 

Σύμφωνα με το αρ. 6 του εν λόγω νομοθετήματος:

 

«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, ενόψει των όσων παρέθεσα ανωτέρω και των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, δεν καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ημερομηνιών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, με τη συμπεριφορά του, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της παραπονούμενης και της προκάλεσε πραγματικό φόβο.

 

Πρόσθετα, σημειώνω ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι με τη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος εξανάγκασε ή πίεσε ή προέβη σε υποτιμητικά σχόλια ή απειλές προς την παραπονούμενη, ούτε και μαρτυρία ειδικού, με την οποία να αποδεικνύεται ικανοποιητικώς, ότι έχει πληγεί η ψυχολογική ακεραιότητα της παραπονούμενης.

 

Ούτε και τέθηκε ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία ότι η παραπονούμενη, εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, μεταξύ 31.7.2025 – 7.8.2025, αισθάνθηκε πραγματικό φόβο. Όπως μάλιστα προέκυψε από τα όσα αναφέρθηκαν μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, η παραπονούμενη επιδίωκε να έχει επικοινωνία με τον κατηγορούμενο.

 

Η 4η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παρενόχλησης, κατά παράβαση των αρ. 2, 3(1)(3) και 5(α) του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου του 2021,Ν. 114(I)/2021 και των αρ. 2, 3, 5(α), 11 και 33 του Ν.115(Ι)/2021.

 

Σύμφωνα με το αρ. 3(1) και (3) του Ν.114(Ι)/2021:

 

«Παρενόχληση

 

3.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

 

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.

 

Οι έννοιες της παρενόχλησης και της συμπεριφοράς, καθορίζονται στο αρ. 2 του Ν. 114(Ι)/2021, ως εξής:

 

«παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο∙

 

«συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο (2) φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση, και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο (2) ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς, τουλάχιστον μία (1) φορά για κάθε πρόσωπο».

 

Το συγκεκριμένο αδίκημα περιλαμβάνεται στον πίνακα με τα αδικήματα τα οποία λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(Ι)/2021.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, προς απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ημερομηνιών που καταγράφονται στο κατηγορητήριο, τηλεφωνούσε καθημερινά και απέστελλε μηνύματα στην παραπονούμενη, προκαλώντας της παρενόχληση, δηλαδή αγωνία ή ανησυχία, δεν δύναμαι να καταλήξω ότι το αδίκημα αυτό έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Το γεγονός ότι πήγε να μείνει στο ίδιο ξενοδοχείο με την παραπονούμενη, δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι ρητώς ανέφερε ότι πήγε εκεί με τη νέα του σύντροφο.

 

Τέλος, η 5η κατηγορία, αφορά στο αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης, κατά παράβαση των αρ. 2, 4(1)(3)(4) και 5(α) του Ν.114(Ι)/2021 και των αρ. 2, 3, 5(α), 11 και 33 του Ν.115(Ι)/2021.

 

Σχετικές είναι οι ακόλουθες πρόνοιες του αρ. 4 του Ν.114(Ι)/2021:

 

«4.-(1)Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει συμπεριφορά η οποία συνιστά παρακολούθηση και προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

 

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.

 

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως συμπεριφορά η οποία συνιστά παρακολούθηση θεωρείται-

 

(α) η ακολούθηση άλλου προσώπου·

 

(β) η επαφή ή η απόπειρα επαφής με άλλο πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο∙

 

(γ) η παρακολούθηση της χρήσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή/και οποιασδήποτε άλλης ηλεκτρονικής επικοινωνίας άλλου προσώπου ή η αποστολή αναρτήσεων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αφορούν στην προσωπική ζωή του θύματος ή η παρέμβαση σε αναρτήσεις του θύματος στο διαδίκτυο·

 

(δ) η παρακώλυση της διακίνησης άλλου προσώπου προς ή από την οικία του ή/και τον επαγγελματικό του χώρο ή από δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο στον οποίο το εν λόγω πρόσωπο συχνάζει, μέσω περιπλάνησης ή παρουσίας στους χώρους αυτούς∙

 

(ε) η επέμβαση σε περιουσία που βρίσκεται στην κατοχή ή ιδιοκτησία άλλου προσώπου ή η απειλή παρέμβασης σε τέτοια περιουσία·

 

(στ) η παρακολούθηση ή/και κατασκοπεία άλλου προσώπου. […]»

 

Το συγκεκριμένο αδίκημα περιλαμβάνεται στον πίνακα με τα αδικήματα τα οποία λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(Ι)/2021.

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας και σε συνέχεια των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ειδικότερα, από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος, την 31.7.2025 στη Λεμεσό, προέβη σε συμπεριφορά η οποία συνιστούσε παρακολούθηση, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση στην παραπονούμενη.

 

Ως αναφέρεται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο συγκεκριμένο σημείο καθώς πήγε στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, κατόπιν σύστασης συναδέλφου του, για να κρατήσει δωμάτιο για τον εαυτό του, όταν και εντόπισε την παραπονούμενη εντός του οχήματός της και την πλησίασε για να την ρωτήσει πως είναι, ενόψει του τι είχε προηγηθεί το προηγούμενο βράδυ. Οι δε αναφορές της παραπονούμενης στην κατάθεσή της, ακόμα και αν η μαρτυρία της γινόταν αποδεκτή, αφορούν σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλ. από 31.7.2025 και έπειτα.

 

Ως εκ των άνω, δεν έχω ικανοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ότι είχε προηγηθεί παρακολούθηση από πλευράς κατηγορουμένου, η οποία να προκάλεσε μάλιστα παρενόχληση στην παραπονούμενη, εν τη εννοία του Νόμου.

 

 

Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

Συνεπακόλουθα, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

 

Υπ.) ...............................

                                                                                       Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[10] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[11] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[12] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[13] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

 

[14] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788.

 

[15] R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.

 

[16] RvRolphe [1953] 36 CrAppR.4.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο