ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 10760/2025
Μεταξύ:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
v.
KONSTANTINOS DAMIANIDIS
Κατηγορούμενου
-------------------------
Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. A. Τιμοθέου
Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μ. Λαβίθια
Κατηγορούμενος παρών
-------------------------
Π Ο Ι Ν Η
Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5(1)(β), 6(1)(3), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών και Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/77 (3η κατηγορία),
- Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 6(1)(2), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Ν. 29/77 (4η κατηγορία),
- Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(iii)(2), 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν. 188(Ι)/2007 (5η κατηγορία),
- Πλαστοπροσωπία κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (7η κατηγορία),
- Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 334, 335 και 337 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (8η κατηγορία), και
- Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα (9η κατηγορία).
Με βάση το κατηγορητήριο, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι στις 2.8.2025 είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη βάρους 11 κιλών και 740 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (3η κατηγορία) και πως κατά την εν λόγω ημερομηνία κατείχε την εν λόγω ποσότητα κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (4η κατηγορία). Περαιτέρω, πως μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 2.8.2025 ενώ όφειλε να γνωρίζει ότι το χρηματικό ποσό των €4,500 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω ποσό (5η κατηγορία). Τέλος, πως την 2.8.2025 με σκοπό την καταδολίευση παρέστησε ψευδώς σε υπάλληλο της εταιρείας ταχυμεταφορών ACS τον εαυτό του ως τον Ανδρέα Φαραντούρη (7η κατηγορία) και πως σε άγνωστη ημερομηνία με σκοπό καταδολίευσης κατάρτησε πλαστό έγγραφο, ήτοι την ελληνική ταυτότητα με αρ. Α0822460, η οποία εμφανιζόταν ως να μην ήταν στην πραγματικότητα (8η κατηγορία), την οποία και έθεσε σε κυκλοφορία στις 2.8.2025 (9η κατηγορία).
Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 8 κιλών και 50 γραμμαρίων (κατηγορία υπ. αρ. 1) και έτερης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 4 κιλών και 570 γραμμαρίων (κατηγορία υπ. αρ. 2), καθώς επίσης καπνίσματος φυτού κάνναβης (κατηγορία υπ. αρ. 6), οι οποίες διακόπηκαν ενόψει της παραδοχής του στις κατηγορίες υπ. αρ. 3-5 και 7-9.
Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση και τα οποία είναι αποδεκτά από την Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, μπορούν να συνοψισθούν εις το ότι την 1.8.2025 εισήχθηκαν στην Δημοκρατία μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας δύο πακέτα, το πρώτο με αριθμό αποστολής …1654, με αναφερόμενο παραλήπτη τον Γεωργίου Φώτη και τηλέφωνο επικοινωνίας …6929 (1ο πακέτο) και το δεύτερο με αριθμό αποστολής …1665, με αναφερόμενο παραλήπτη τον Γερασίμου Μανώλη και τηλέφωνο επικοινωνίας…6928 (2ο πακέτο). Περαιτέρω, στις 31.7.2025 εισήχθηκε μέσω του λιμανιού Λεμεσού το πακέτο με αριθμό αποστολής …5925, με αναφερόμενο παραλήπτη τον Σωτηρίου Μιχάλη και τηλέφωνο επικοινωνίας …8925 (3ο πακέτο).
Την 1.8.2025, κατόπιν ενημέρωσης της ΥΚΑΝ πως σε υποκατάστημα εταιρείας ταχυμεταφορών στην οδό Ρ. Φεραίου στη Λεμεσό εντοπίστηκε το 1ο πακέτο από το οποίο αναδυόταν έντονη μυρωδιά, διαπιστώθηκε από αστυνομικό ότι εντός αυτού βρισκόταν 4 συσκευασίες με ποσότητα κάνναβης. Κατόπιν λήψης σχετικής έγκρισης, οι συσκευασίες κάνναβης αντικαταστάθηκαν με 4 ομοιώματα. Στις 2.8.2025, στις 8:30 π.μ., μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στο πιο πάνω υποκατάστημα για τη διενέργεια ελεγχόμενης παράδοσης, ενώ άλλα μέλη ανέλαβαν καθήκον περιμετρικής περιφρούρησης του. Μέλος της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι πέριξ του εν λόγω υποκαταστήματος υπήρχε όχημα σταθμευμένο με τρόπο ώστε ο οδηγός του, ο οποίος βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου, να έχει καθαρή οπτική επαφή με το εν λόγω υποκατάστημα. Το αυτοκίνητο παρέμεινε στο σημείο για 20 λεπτά και στη συνέχεια αναχώρησε.
Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω, κατόπιν λήψης πληροφορίας για ύπαρξη παρόμοιου πακέτου στο υποκατάστημα της ίδιας εταιρείας στην περιοχή Τζαμούδας, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν εκεί και διαπίστωσαν ότι εντός αυτού υπήρχαν 4 συσκευασίες με ποσότητα κάνναβης (2ο πακέτο). Η ώρα 9:38 της ίδιας μέρας (2.8.2025) ο Κατηγορούμενος μετέβη στο εν λόγω υποκατάστημα και παρέλαβε το 2ο πακέτο επιδεικνύοντας Ελληνική Ταυτότητα με αρ. ΑΟ822460, στην οποία απεικονιζόταν το πρόσωπό του, ενώ στα στοιχεία αναγραφόταν το όνομα Ανδρέας Φαραντούρης. Ανακόπηκε για έλεγχο από μέλη της Αστυνομίας και αφού πληροφορήθηκε ότι το 2ο πακέτο περιλάμβανε κάνναβη απάντησε «Το ξέρω» και συνελήφθη. Σε σχέση με την ταυτότητα που παρουσίασε, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι πλαστή. Πληροφορούμενος για τα σχετικά αδικήματα, απάντησε «Τί να πώ;». Κατόπιν σωματικής έρευνας, εντοπίστηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου ένα ηλεκτρονικό κλειδί αυτοκινήτου και, αργότερα, ο Κατηγορούμενος οδήγησε τους αστυνομικούς στο χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του, πλησίον του εν λόγω υποκαταστήματος. Σε σχέση με τηλέφωνο που εντοπίστηκε εντός του εν λόγω οχήματος, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν γνωρίζω τον αριθμό κλήσεως. Το πήρα απ’ έξω. Είναι κυπριακός.». Ακολούθως, εντοπίστηκε σε τσαντάκι ώμου που βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου μια Γερμανική άδεια οδήγησης για την οποία ο Κατηγορούμενος ανέφερε «Είναι πραγματική με το πραγματικό μου όνομα. Η ταυτότητα μου είναι στο σπίτι.». Στο ίδιο τσαντάκι εντοπίστηκαν δύο κλειδιά για τα οποία ο Κατηγορούμενος απάντησε «Είναι για το σπίτι μου στον Άγιο Τύχωνα.». Αργότερα, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσής του, διενεργήθηκε έρευνα εντός της οικίας του Κατηγορουμένου όπου εντοπίστηκαν διάφορες κάρτες SIM σε σχέση με τις οποίες ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν ξέρω.». Μεταξύ αυτών, βρίσκονταν οι κάρτες SIM των αριθμών επικοινωνίας με τους αναφερόμενους παραλήπτες του 1ου, 2ου και 3ου πακέτου. Εντοπίστηκε, επίσης, ένα Ελληνικό Διαβατήριο και ένα κινητό τηλέφωνο σε σχέση με τα οποία ο Κατηγορούμενος ανέφερε «Το διαβατήριο είναι δικό μου. Για το τηλέφωνο δεν θέλω να πω τίποτε.», μια Ελληνική ταυτότητα σε σχέση με την οποία ανέφερε «Είναι η πραγματική μου ταυτότητα.» καθώς και μια πλαστική κάρτα REVOLUT για την οποία ανέφερε «Είναι η κάρτα της τράπεζας μου, revolut.».
Κατόπιν εξετάσεων μέσω της εν λόγω εταιρείας ταχυμεταφορών, διαπιστώθηκε ότι το 3ο πακέτο βρισκόταν στο υποκατάστημα στην οδό Ρ. Φεραίου. Αφού ανοίχθηκε από μέλος της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι εντός αυτού υπήρχαν 4 συσκευασίες με ποσότητα κάνναβης.
Αργότερα, στα γραφεία της ΥΚΑΝ μέλος της Αστυνομίας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που βρισκόταν στη θέση του οδηγού εντός του αυτοκινήτου που είδε προηγουμένως πλησίον του υποκαταστήματος στην οδό Ρ. Φεραίου. Ερωτούμενος για ποιο λόγο δεν κατέβηκε στο εν λόγω υποκατάστημα, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Υπήρχε αρκετή κίνηση και φοβήθηκα να κατέβω.».
Ανακρινόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε αρχικά μεταβεί στο υποκατάστημα στην οδό Ρ. Φεραίου για να παραλάβει το 1ο πακέτο, πλην, όμως, επειδή υπήρχε αρκετός κόσμος φοβήθηκε και δεν το έπραξε. Ακολούθως, μετέβηκε στο υποκατάστημα στην περιοχή Τζιαμούδας, όπου και συνελήφθη, ενώ πρόθεση του ήταν να επιστρέψει για να παραλάβει το 1ο πακέτο. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξη ναρκωτικών στα συγκεκριμένα πακέτα ωστόσο δεν ήταν το πρόσωπο που διευθέτησε την εισαγωγή τους αλλά το πρόσωπο που θα τα παραλάμβανε χωρίς να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Παραδέχθηκε, επίσης, ότι στις 30.7.2025 παρέλαβε ακόμα ένα πακέτο χωρίς να αναφέρει λεπτομέρειες ενώ για το 3ο πακέτο, το οποίο εντοπίσθηκε βάσει αριθμού τηλεφώνου που εντοπίστηκε στην οικία του, δήλωσε άγνοια. Ανακρινόμενος, ανέφερε ότι ενεργούσε κατόπιν εντολής άλλου προσώπου το οποίο συνάντησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και για το οποίο ανέφερε ότι γνωρίζει μόνο το μικρό του όνομα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πέραν του πακέτου που παρέλαβε στις 30.7.2025, παρέλαβε ακόμα ένα πακέτο το οποίο διαπίστωσε ότι περιείχε κάνναβη και έτσι αντιλήφθηκε το περιεχόμενο των πακέτων που θα παραλάμβανε. Αναφέρθηκε, επίσης, στον τρόπο διενέργειας των παραδόσεων, στην αμοιβή του, ήτοι €500 για κάθε πακέτο, και σε άγνωστα πρόσωπα με τα οποία είχε συναντήσεις στην Κύπρο και του παρέδιδαν χρηματικά ποσά. Ανέφερε ότι έλαβε συνολικά το ποσό των €4,500 από το πρόσωπο που του έδινε οδηγίες. Το εν λόγω ποσό αφορούσε τα έξοδα του για το χώρο διαμονής του, την ενοικίαση αυτοκινήτου κ.α.. Τέλος, ανέφερε ότι η πλαστή ταυτότητα του είχε αποσταλεί στην Κύπρο μέσω της πιο πάνω εταιρείας ταχυμεταφορών από το πρόσωπο που του έδινε οδηγίες για τα ναρκωτικά. Στις 8.8.2025 ανακρινόμενος ανέφερε ότι του την έστειλε ο «Αχιλλέας», όπως ο τελευταίος του είχε πει.
Στις 5.8.2025 ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του επιθυμίας, υπέδειξε σημείο σε ανοιχτό χώρο στον Άγιο Τύχωνα ως το σημείο που άφησε τα ναρκωτικά του πακέτου που ανέφερε ότι παρέλαβε την περασμένη βδομάδα (30.7.2025).
Ο Κατηγορούμενος απέστειλε μέσω της Western Union σε 3 περιπτώσεις το ποσό των €1,250 στον λογαριασμό του καθώς και €200 στη μητέρα του. Ως ανέφερε, €700 αποστάληκαν στην Revolut και €350 για την ενοικίαση αυτοκινήτου στη Λάρνακα, τα οποία προέρχονταν από τα €1,000 που έλαβε από άγνωστο πρόσωπο, όπως και τα χρήματα που απέστειλε στη μητέρα του.
Η συνολική ποσότητα κάνναβης που εντοπίστηκε και στα τρία πακέτα ανέρχεται σε 11 κιλά και 740 γραμμάρια.
Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 3.8.2025.
Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 25.11.2025. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην έκθεση, o Κατηγορούμενος, 23 ετών σήμερα, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία από Έλληνες γονείς και είναι άγαμος και άτεκνος. Είναι το μικρότερο τέκνο από τα δύο παιδιά των γονέων του, οι οποίοι χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 11 ετών. Ο πατέρας του είναι ιδιωτικός υπάλληλος και ζει στη Γερμανία. Λόγω της χρόνιας εξάρτησης του από τον τζόγο, ήταν απών από το μεγάλωμα των παιδιών του και ο Κατηγορούμενος δεν διατηρεί οποιεσδήποτε επαφές μαζί του. Η μητέρα του, η οποία μετά το διαζύγιο ανέλαβε την φύλαξη και τη φροντίδα των παιδιών, διέμενε στη Γερμανία για περίπου 25 χρόνια. Πριν το διαζύγιο ασχολούνταν με τα οικιακά και έπειτα συντηρούνταν κυρίως από κρατικά επιδόματα και εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια. Ο αδελφός του Κατηγορούμενου, 28 ετών σήμερα, διαμένει στη Γερμανία και οι σχέσεις τους δεν είναι σταθερές αφού η μητέρα τους τον έδιωξε από το σπίτι όταν εξέτισε ποινή φυλάκισης στην ηλικία των 16 ετών. Το 2014 η μητέρα του τέλεσε δεύτερο γάμο και το 2017, λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών, μετακόμισαν για ένα χρόνο στην Ελλάδα. Κατά τον εν λόγω χρόνο, ο Κατηγορούμενος, 15 ετών τότε, παρέμεινε στη Γερμανία και, αφού φιλοξενήθηκε αρχικά για μικρό χρονικό διάστημα από τον πατέρα και ακολούθως από τον αδελφό του, διέμενε στην οικία φιλικού του προσώπου. Εγκατέλειψε το σχολείο και σε ηλικία 16 ετών άρχισε να εργάζεται σε αποθήκες, ταχυφαγείο και ως διανομέας για μερικούς μήνες κάθε φορά. Όταν ήταν 19-20 ετών εργάστηκε για ενάμιση χρόνο σε εταιρεία μεταφορών και παρακολουθούσε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης χωρίς να το ολοκληρώσει. Ακολούθως, δημιούργησε τη δική του εταιρεία μεταφορών, πλην, όμως, αναγκάστηκε να τερματίσει τη λειτουργεία της λόγω διαφόρων χρεών ύψους €80,000. Αρχές του 2025 εγκατέλειψε τη Γερμανία και μετέβηκε στην Ελλάδα για μια νέα αρχή και τον ακολούθησαν η μητέρα και ο πατριός του. Ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειας του που εργάστηκε για 2 μήνες σε τηλεφωνικό κέντρο. Στη συνέχεια έμεινε άνεργος και άστεγος. Τον Μάη 2025 ήρθε στην Κύπρο για αναζήτηση εργασίας και οι βασικές του ανάγκες καλύπτονταν από τρίτους. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει επαρκές υποστηρικτικό περιβάλλον και οι σχέσεις του με την οικογένεια του είναι προβληματικές. Γεννήθηκε με μονόνεφρο και είναι χρήστης κάνναβης από 13 ετών. Σε ηλικία 17 ετών άρχισε συστηματική χρήση σκληρών ναρκωτικών, τα οποία διέκοψε λόγω καρδιολογικών προβλημάτων. Σημειώνεται, επίσης, στην έκθεση, η επιθυμία του Κατηγορούμενου για ένταξη σε πρόγραμμα απεξάρτησης του Τμήματος Φυλακών, καθώς και η συμμετοχή του σε διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα.
Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, η κα Λαβίθια αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε και δήλωσε την απολογία του καθώς και την υπόσχεση του για αναμόρφωση. Αναφέρθηκε, καταρχάς, στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου, ως δεικνύουσα την μεταμέλεια του, και στην ευθύς εξαρχής συνεργασία του με την Αστυνομία, αφού, όπως αναφέρει, υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τη σκηνή όπου άφησε ναρκωτικά που παρέλαβε, αναφέρθηκε ο ίδιος στην πλαστότητα της ταυτότητας που είχε στην κατοχή του και έδωσε αμέσως τη γραπτή συγκατάθεσή του για έρευνα εντός του οχήματός του. Έπειτα, η συνήγορος αναφέρθηκε στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου και εισηγήθηκε ότι συνιστά ισχυρό μετριαστικό παράγοντα, ειδικά σε υποθέσεις ναρκωτικών, αφού ο ίδιος ο σχετικός Νόμος τον αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, σημειώνοντας ότι καταλυτικό ρόλο για την εμπλοκή του Κατηγορούμενου στα αδικήματα που παραδέχθηκε διαδραμάτισαν τόσο οι οικονομικές δυσκολίες του ιδίου και της οικογένειας του όσο και η χρήση κάνναβης από την ηλικία των 13 ετών, η οποία τον οδήγησε σε δυσχερείς καταστάσεις. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες και τον ρόλο του στη διάπραξη των αδικημάτων, η κα Λαβίθια τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους αλλά, κατά την εισήγηση της, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας περιστασιακός προμηθευτής ή διανομέας και όχι ως ένας οργανωμένος έμπορος, δεικνύοντας έτσι τον περιορισμένο ρόλο και τη μειωμένη εμπλοκή του. Συναφώς, η συνήγορος εισηγείται ότι δεν συντρέχει κάποιο από τα αναφερόμενα στον σχετικό Νόμο περιστατικά που καθιστούν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά (α. 30(4)(α)), αλλά αντίθετα συντρέχουν τα στοιχεία (i), (ii), (v) του υπο-εδαφίου (β) του άρθρου 30 καθιστώντας το αδίκημα λιγότερο σοβαρό. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην καλή διαγωγή και την άψογη συνεργασία του Κατηγορούμενου κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές, υπογραμμίζοντας ότι αποτάθηκε στο πρόγραμμα ΔΑΝΑΗ για σκοπούς απεξάρτησης του. Τέλος, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, καθώς και στο είδος των ναρκωτικών στο οποίο αφορούν οι κατηγορίες σημειώνοντας ότι δεν πρόκειται για «σκληρά ναρκωτικά».
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί ο Κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρά. Έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος, που αποτελεί και τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για επιμέτρηση της ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727). Ως δε έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο, την οποία προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110.
Ο Ν. 29/77 προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλους, ενώ για την παράνομη κατοχή της ίδιας τάξης φαρμάκου προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών. Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, η επιλογή του Νομοθέτη για ποινή δια βίου φυλάκισης στην περίπτωση κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθιστά αυταπόδεικτη τη σοβαρότητα του αδικήματος. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για τα συγκεκριμένα αδικήματα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και την με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών.
Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο είχαν την ευκαιρία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, να τονίσουν την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στο πλαίσιο των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών που πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και που σε πολλές περιπτώσεις οδηγούν στην εξαθλίωση και το θάνατο, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη του είδους, της ποσότητας και του σκοπού για τον οποίο κατέχονται (βλ. Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59).
Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική».
Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».
(Βλ. επίσης Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287).
Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα (βλ. επίσης Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 808).
Τέτοια αναγκαιότητα υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση.
Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά επιτακτική την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους, την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).
Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:
«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια…, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει, θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»
Αναφορά στην εν λόγω υπόθεση γίνεται και στην υπόθεση Παττίχης ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B221,στην οποία υποδεικνύονται τα εξής:
«Τα εγκλήματα αυτής της φύσεως βρίσκονται σε ασυγκράτητη έξαρση. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται, η αυξητική τάση δεν έγινε κατορθωτό να αποτραπεί επειδή, όπως διαπιστώθηκε στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 124, «αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών». Η θλιβερή αυτή διαπίστωση δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εγκαταλείψουν το καθήκον τους για επιβολή των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που αρμόζουν. Το αντίθετο είναι που επιβάλλεται.»
Μελέτη της νομολογίας ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της μορφής καταδεικνύει την τιμωρία των παραβατών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, με πολυετείς ποινές φυλάκισης. Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200 και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019).
Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στην υπόθεση Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, όπου ο εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 5 κιλών και 171,88 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια (2η κατηγορία), της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 959,3 γραμμαρίων κάνναβης σε τρίτο πρόσωπο (3η κατηγορία) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (4η κατηγορία). Στην 2η κατηγορία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών, στην 3η κατηγορία 5 ετών και στην 4η κατηγορία 3 ετών. Επιπροσθέτως, παραδέχτηκε και τρεις κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (κατηγορίες υπ. αρ 17, 19 και 21), τρεις κατηγορίες πλαστοπροσωπίας (κατηγορίες υπ. αρ. 23, 25 και 27), μία κατηγορία για εξασφάλιση εγγραφής αλλοδαπού (28η κατηγορία), δύο κατηγορίες για παράνομη απασχόληση (κατηγορίες υπ. αρ. 31 και 32) και μία κατηγορία για παράνομη παραμονή (34η κατηγορία). Σε κάθε μια από τις κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, ενώ στις κατηγορίες για πλαστοπροσωπία ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε κάθε μια από αυτές. Στις κατηγορίες για παράνομη απασχόληση του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε μια από αυτές. Η ίδια ποινή του επιβλήθηκε και στην κατηγορία της παράνομης παραμονής. Το Κακουργιοδικείο διέταξε όπως οι ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες υπ. αρ. 2, 3 και 4 συντρέχουν μεταξύ τους αλλά να είναι διαδοχικές με τις υπόλοιπες κατηγορίες υπ. αρ. 17, 19, 21, 23, 25, 27, 28, 31, 32 και 34, οι ποινές των οποίων μεταξύ τους θα συντρέχουν. Απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε κατά της ποινής ως υπερβολικής, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες και έκρινε πως με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης και τον ρόλο του εφεσείοντα στη διακίνηση των ναρκωτικών, ήτοι αυτόν του αποθηκάριου, η ποινική του μεταχείριση μέσω της επιβολής διαδοχικών ποινών και η συνολική ποινή των 9½ ετών που του επιβλήθηκε δεν παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας.
Επίσης, στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, κατόπιν παραδοχής του για παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια και προμήθεια 4 κιλών και 963,8 γραμμαρίων κάνναβης.
Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 165/2015, ημερ. 22.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:B37, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 15 κιλών και 923 γραμμαρίων (3η κατηγορία) και κατοχή του φαρμάκου αυτού με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία). Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 13 ετών στην τέταρτη κατηγορία. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, άγνωστα πρόσωπα είχαν καταρτίσει σχέδιο εισαγωγής των ναρκωτικών συσκευασμένων σε δύο χαρτοκιβώτια από την Ολλανδία στην Κύπρο, μέσω Γερμανίας και ο εφεσείων είχε στρατολογηθεί για να τα παραλάβει στην Κύπρο μέσω εταιρείας μεταφορών. Έγινε δεκτό ότι ο ρόλος του εφεσείοντα ήταν αυτός του μεταφορέα και δεν ήταν ο ιθύνων νους, τον οποίον, όμως, παρά τη συνεργασία του με τις Αρχές, δεν αποκάλυψε. Λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και τις προσωπικές του περιστάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε ήταν, υπό τις περιστάσεις, αυστηρή, πλην όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική. Παρατηρήθηκε συναφώς ότι η μείωση της ποινής στην οποία δικαιούτο ο εφεσείων λόγω της παραδοχής του, πρωτοδίκως, δεν έχει πλήρη εφαρμογή, υπό τις περιστάσεις, εφόσον ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτησε την ενοχή του και κάλεσε το Εφετείο να τον αθωώσει, παρά τα περιστατικά της υπόθεσης. Υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θεωρήθηκε ότι η ποινή που του επιβλήθηκε δεν θα έπρεπε να μειωθεί ως έκδηλα υπερβολική.
Στην Μαυρουδής ν. Δημοκρατίας, Ποιν Έφ. 112/2021, ημερ. 19.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B485 ο εφεσείων, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’, ήτοι 24 κιλών και 939 γραμμαρίων κάνναβης, και της παράνομης κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο παιδιών, ηλικίας 9 και 7 ετών.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωκράτους, Ποιν. Έφ. 67/2021, ημερ. 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α’ και Β’, δηλαδή 476,34 γραμμάρια. κοκαΐνης και 10 κιλά και 159.7 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και παράνομη κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 7 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 10 κιλών και 159,7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα άτομα. Ο εφεσίβλητος δεν αντιμετωπίστηκε ως έμπορος αλλά ως μεταφορέας - διακινητής ναρκωτικών ουσιών, όντας ο ίδιος χρήστης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εφεσίβλητος, 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, ενήργησε εν γνώσει του, με σχέδιο και οργάνωση, αφού είχε ενοικιάσει διαμέρισμα στο οποίο επιμελώς αποθήκευε και απέκρυπτε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών με προορισμό την διάθεση τους σε τρίτους, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 10 έτη.
Στην Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 184/20, ημερομηνίας 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D80, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών για παράνομη κατοχή 5 κιλών και 950,3 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Η υπόθεση αφορούσε και άλλα αδικήματα, με τον κατηγορούμενο να είναι ηλικίας 34 ετών, συστηματικός χρήστης ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ από την ηλικία των 15 ετών, με πολλαπλές αναποτελεσματικές προσπάθειες για απεξάρτηση και με βεβαρημένο ποινικό μητρώο.
Στην υπόθεση Παύλου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016 ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 11 κιλών και 454,9473 γραμμαρίων κάνναβης, σε κατηγορούμενο ηλικίας 23 ετών, λευκού ποινικού μητρώου μετά από άμεση παραδοχή. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί κατά την παραλαβή των ναρκωτικών, αφού τράπηκε σε φυγή και ανακόπηκε. Είχε συμφωνήσει με τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν κατονόμασε, να μεταφέρει τα ναρκωτικά σε χώρο που θα υποδεικνυόταν. Σε σχέση με τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.
Στην Bora (πιο πάνω) επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια. Τα ναρκωτικά ήταν 2.028,3 γραμμάρια κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος ηλικίας 27 ετών, ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Λήφθηκε επίσης προς όφελος του και η περιορισμένης μορφής συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές.
Στην υπόθεση Κυριάκου v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 96, όπου ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Επρόκειτο για 189,20 γρ. κοκαΐνης και 4 κιλά και 96,1575 γραμμάρια κάνναβης. Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 8 και 12 ετών αντίστοιχα οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τιμωρείται, στην προκειμένη περίπτωση όπου αποδίδεται στον Κατηγορούμενο πως όφειλε να γνωρίζει και όχι ότι γνώριζε πως η περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «….., όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα ………, και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016).
Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά και την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, συχνά σε συνδυασμό με αδικήματα σχετιζόμενα με κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μας. Θα ήταν, επομένως, αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στη πάταξη αυτής της φύσης των αδικημάτων με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200. Η συχνότητα διάπραξης του αδικήματος καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στην επιλογή της ποινής.
Σε σχέση με τα υπόλοιπα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος και αφορούν πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, που στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για επίσημο έγγραφο, ήτοι δελτίο ταυτότητας, τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 337 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Σοβαρή όμως είναι και η διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας η οποία επισύρει, με βάση το άρθρο 360 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Πέραν της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής, τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων (βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1). Η σοβαρότητα των πιο πάνω αδικημάτων διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία, από την οποία προκύπτει μια σταθερή τάση για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα.
Στην Salih Necatt v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 336 ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν ηλικίας 21 ετών, είχε προσπαθήσει να παραχωρήσει τα στοιχεία της ταυτότητας του για να βοηθήσει άλλο, μη δικαιούμενο, πρόσωπο να εκδώσει δελτίο ταυτότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η απόπειρα αποκαλύφθηκε και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι σε αντάλλαγμα για τα έγγραφα που θα εκδίδονταν, θα λάμβανε μέρος του ποσού των €5,000. Αντιμετώπισε αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και του επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης με ανώτερη αυτή των τριών χρόνων, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι τα αδικήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά και επισύρουν μακρές ποινές φυλάκισης.
Στην Mοhammad Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 o εφεσειών αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου, πλαστοπροσωπία, παράνομη είσοδο και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για συνομωσία με άγνωστο πρόσωπο προς διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, την άμεση παραδοχή του και το λευκό του ποινικό μητρώο, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών στις κατηγορίες της πλαστογραφίας και κυκολοφορίας πλαστού εγγράφου και μικρότερες ποινές στις υπόλοιπες κατηγορίες, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση.
Στην Rachoo v. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 644, ο εφεσείων επιχείρησε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο. Του επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου, η οποία κατ’ έφεση επικυρώθηκε, με το Ανώτατο Δικαστήριο να την χαρακτηρίζει επιεική.
Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, θα πρέπει παράλληλα να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Στο πλαίσιο προσδιορισμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτός είχε στην κατοχή του, υπό τς περιστάσεις που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, μεγάλη ποσότητα κάνναβης, ήτοι βάρους 11 κιλών και 740 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Προκειται για ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β’, και όχι για ναρκωτικές ουσίες που κατατάσσονται στα «σκληρά ναρκωτικά», στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη (βλ. Chokami ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 189).
Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον μας, παρατηρούμε πως δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε από τα περιστατικά που με βάση το άρθρο 30(4)(α) του Ν. 29/77 καθιστούν τα αδικήματα των κατηγοριών υπ. αρ. 3 και 4 ιδιαίτερα σοβαρά, στοιχείο που συνυπολογίζεται. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν μειώνει τη σοβαρότητα των πράξεων του Κατηγορούμενου ο οποίος εν γνώση του, αυτοβούλως και έναντι ανταλλάγματος, μετέβηκε μετά από οδηγίες τρίτου προσώπου σε συγκεκριμένο υποκατάστημα εταιρείας ταχυμεταφορών από όπου παρέλαβε το 2ο πακέτο εντός του οποίου υπήρχαν 4 συσκευασίες κάνναβης, ενώ εάν δεν ανακόπτετο από την Αστυνομία, θα προχωρούσε στην παραλαβή άλλων δυο αντίστοιχων πακέτων, ώστε στη συνέχεια τα ναρκωτικά να διοχετευτούν στην αγορά. Η δε εμπλοκή του Κατηγορούμενου στην παραλαβή έτερου πακέτου την 30.7.2025 και ενός άλλου πακέτου με κάνναβη σε διαφορετική ημερομηνία, δεικνύει πως η παρούσα περίπτωση δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, χωρίς, βεβαίως, ο Κατηγορούμενος να τιμωρείται για οποιαδήποτε πράξη πέραν των όσων του αποδίδονται στο κατηγορητήριο.
Στο ίδιο πλαίσιο συνυπολογίζεται πως ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του πλαστό δελτίο ταυτότητας, το οποίο και χρησιμοποίησε κατά την παραλαβή του 2ου πακέτου, καθώς επίσης διάφορους αριθμούς τηλεφώνων επικοινωνίας, όπως και το ότι η ποσότητα ναρκωτικών είχε διαμοιραστεί σε τρία πακέτα, με διαφορετικούς παραλήπτες και διαφορετικά στοιχεία επικοινωνίας. Όλα αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν αφενός την οργάνωση που υπήρξε πίσω από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου και αφετέρου τη δική του συμμετοχή σε ένα καλά οργανωμένο σύστημα εισαγωγής και διασποράς ναρκωτικών.
Σε σχέση με την αναφορά της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε εξαρχής αντιληφθεί το είδος της εργασίας που θα αναλάμβανε, παρατηρούμε πως με βάση τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν ενώπιον μας, ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα επίδικα πακέτα περιείχαν κάνναβη εφόσον ο ίδιος ανέφερε πως το αντιλήφθηκε κατά την παραλαβή πακέτου πριν την 30.7.2025. Περαιτέρω, κατά την ανακοπή του από την Αστυνομία και αφού πληροφορήθηκε ότι το 2ο πακέτο περιείχε κάνναβη, ο Κατηγορούμενος απάντησε «το ξέρω». Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που έχει σημασία είναι πως ο Κατηγορούμενος επέλεξε να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο αδιαφορώντας, ουσιαστικά, για το θέμα αυτό και αναλαμβάνοντας την ευθύνη των πράξεων του (βλ. Ανδρέας Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 2/2022, ημερ. 19.12.2022 και Χριστόδουλος Μαυρουδής v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 112/21, ημερ. 19.12.2022), ECLI:CY:AD:2022:B485.
Λαμβάνουμε, βεβαίως, υπόψη μας πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης και πως η εμπλοκή του περιοριζόταν στην παραλαβή με σκοπό την μεταφορά των τριών πακέτων. Αν και ο ρόλος του ήταν μικρότερης σημασίας, εντούτοις ήταν ουσιώδης, αφού αποτέλεσε αναγκαίο κρίκο στη διακίνηση των ναρκωτικών (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466). Ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, ο Κατηγορούμενος έδρασε έναντι ανταλλάγματος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του και την καταστροφή που θα επέφερε η διοχέτευση των ναρκωτικών στην κοινωνία, που αποφεύχθηκε λόγω της έγκαιρης παρέμβασης της Αστυνομίας, η οποία αξιοποίησε σχετικές πληροφορίες (βλ. Μemic v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) Α.Α.Δ. 276). Ως, μάλιστα, έχει νομολογηθεί, ο ρόλος των μεταφορέων στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών είναι εξίσου σημαντικός με αυτό των εμπόρων, αφού χωρίς τους μεταφορείς δεν θα ήταν εφικτή η εμπορία τους (βλ. Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.144/2016 και 145/2016, ημερ. 21.2.2017).
Σε σχέση με τους λόγους της εμπλοκής του Κατηγορούμενου στα υπό κρίση αδικήματα, σημειώνουμε πως με βάση τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Xhaferi ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές με παράλληλη, όμως, επισήμανση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Αυτό διότι, όπως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή, η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δεν διαφέρει, αφού κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο, δηλαδή, η μόλυνση της κοινωνίας και το κέρδος (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και Salaryand v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Sarayland:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του».
Σε σχέση με τα όσα υποστήριξε η συνήγορος υπεράσπισης ως προς το καθεστώς φόβου και τρόμου κάτω από το οποίο ενήργησε ο Κατηγορούμενος αφού αντελήφθηκε πως εάν δεν προχωρούσε στην εκπλήρωση αυτής της εργασίας θα του «έκαναν κακό», παρατηρούμε πως η υπό κρίση τοποθέτηση δεν προσδιορίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ στα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε εξωγενή επιρροή που εξανάγκασε τον Κατηγορούμενο να διαπράξει τα όσα παραδέχθηκε. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να ίσχυε κάτι τέτοιο, ο Κατηγορούμενος όφειλε να αποταθεί στις αστυνομικές αρχές και όχι να εμπλακεί στα υπό κρίση αδικήματα. Ούτε η αναφορά της συνηγόρου πως ο Κατηγορούμενος παρασύρθηκε στο να διαπράξει τα υπό κρίση αδικήματα λόγω των προσωπικών του περιστάσεων μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο αυτό. Οι οποιεσδήποτε αδυναμίες του Κατηγορούμενου, αν και συνυπολογίζονται στο πλαίσιο που αφορά στις προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκή, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογία για την έκνομη συμπεριφορά του. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400 «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.». Κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα (βλ. Kiev ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 218/2016, ημερ. 18.1.2018, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 154 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).
Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν στην πέμπτη κατηγορία παρατηρούμε πως αν και το ποσό των €4,500 δεν είναι μεγάλο, εντούτοις πρόκειται για χρήματα τα οποία αποτελούσαν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες. Το δε γεγονός ότι μέρος αυτών χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς διαβίωσης του Κατηγορούμενου και έτερο μέρος αποστάληκε στην μητέρα του για σκοπούς οικονομικής στήριξης της, ουδόλως μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα.
Εκείνο το οποίο προβάλλει επιτακτικά, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, είναι η αυστηρή τιμωρία, με σκοπό την πάταξη της διακίνησης και εμπορίας των ναρκωτικών και την αντιμετώπιση των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από αυτή (βλ. Λαζάρου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633 και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του ως προκύπτουν από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και στη βάση των όσων η κα Λαβίθια ανέφερε στο Δικαστήριο, έχοντας, βεβαίως, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας πως σε αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις περιορισμένη μόνο σημασία έχουν (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).
Η παραδοχή του Κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με την απολογία του, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω της συνηγόρου του, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων του συνάμα με τη μεταμέλεια του (σχετικό και το άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν. 29/77). Παράλληλα, με την παραδοχή του Κατηγορούμενου περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής. Επίσης, στην υπόθεση Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, υπογραμμίστηκε πως «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Δεν παραγνωρίζουμε, φυσικά, πως στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας, ο Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί επ’ αυτοφόρω κατά την παραλαβή του 2ου πακέτου, με τρόπο ώστε η σημασία της παραδοχής ως μετριαστικού παράγοντα να είναι περιορισμένη (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130). Στοιχείο που επίσης έχει τη σημασία του είναι πως η Κατηγορούσα Αρχή είχε στη διάθεση της ικανοποιητική μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες, αφού, μεταξύ άλλων, στην οικία του είχαν ανευρεθεί οι κάρτες SIM των αριθμών επικοινωνίας των φερόμενων παραληπτών των άλλων δυο πακέτων, όπως και η αυθεντική ταυτότητα του. Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας μέχρι και ανύπαρκτη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Κατηγορούμενος με την παραδοχή του, καταδεικνύει έμπρακτα την μεταμέλεια του και περισώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο, γι’ αυτό θα προσδώσουμε την ανάλογη βαρύτητα στο στοιχείο αυτό (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).
Λαμβάνουμε υπόψη μας, περαιτέρω, την ομολογία και συνεργασία του Κατηγορούμενου με τις Αστυνομικές Αρχές σε ό,τι, βεβαίως, αφορά μέρος της δικής του εμπλοκής στα υπό κρίση αδικήματα. Σημειώνουμε, επίσης, πως δεν παραγνωρίζουμε πως ο Κατηγορούμενος υπέδειξε το σημείο όπου άφησε το πακέτο που παρέλαβε στις 30.7.2025, όπου δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε, και ανέφερε το μικρό όνομα του προσώπου από το οποίο έλαβε χρήματα, πλην, όμως, δεν θεωρούμε ότι μπορούμε να προσδώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στο στοιχείο αυτό (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 746 και Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2020, ημερ. 20.9.2022), ECLI:CY:AD:2022:B356.
Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής γιατί αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του Κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1). Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, όπως ελέχθη και από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R v. Aramah 4 Cr App Rep (S) 407, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, για σκοπούς γενικής αποτροπής, πρέπει να προσμετράται από το Δικαστήριο και το ότι οι οργανωμένοι έμποροι, για την παράνομη δράση τους, συνήθως αναζητούν πρόσωπα καλού χαρακτήρα και ανθρώπους τέτοιου είδους, που είναι πιθανό να περάσουν απαρατήρητοι και να εκδηλώσουν την συμπάθεια του Δικαστηρίου εάν συλληφθούν. Πρόσωπα νεαρά, φοιτητές, πρόσωπα άρρωστα ή και με άλλες δυσκολίες και ηλικιωμένοι, λευκού ποινικού μητρώου, επιλέγονται και χρησιμοποιούνται από τους οργανωμένους εμπόρους, αφενός, επειδή είναι ευάλωτοι στην προσφορά τους για εύκολο και γρήγορο κέρδος και αφετέρου, επειδή αισθάνονται ότι σε περίπτωση σύλληψης τους, το Δικαστήριο θα δει με συμπάθεια την περίπτωση τους (βλ. επίσης, Attorney General’s Reference (No 17 of 2011) R v. Mandale (2011) EWCA Crim 1319).
Η ηλικία του Κατηγορούμενου, 23 ετών σήμερα, αποτελεί στοιχείο που κατατάσσει την παρούσα περίπτωση ως λιγότερο σοβαρή με βάση το άρθρο 30(4)(β)(i) του Ν. 29/77 και λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που τούτο είναι επιτρεπτό από τη νομολογία. Στην Γεωργίου (πιο πάνω), το Εφετείο επεσήμανε πως το νεαρό της ηλικίας δεν θα πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα από τις υπόλοιπες περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του άρθρου 30(4), ήτοι «(iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ και (vi) το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του». Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στην Γεωργίου, απουσιάζουν οι εν λόγω περιστάσεις και η μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών την οποία διακινούσε ο Κατηγορούμενος, καθιστά επιτακτική την ανάγκη για αποτρεπτική ποινή.
Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη την πρόθεση του Κατηγορούμενου να ακολουθήσει πρόγραμμα απεξάρτησης, αφού, όπως μας έχει λεχθεί, υπέβαλε αίτημα για την ένταξη του στο πρόγραμμα απεξάρτησης ΔΑΝΑΗ του Τμήματος των Κεντρικών Φυλακών. Η απεξάρτηση ή η προσπάθεια απεξάρτησης αξιολογείται ως μετριαστικός παράγοντας, αφού δεικνύει αλλαγή στάσης ζωής, αλλά και ως στοιχείο που ενισχύει την μεταμέλεια (βλ. άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν.29/77). Εν όψει, όμως, της ποσότητας των ναρκωτικών η σημασία του παράγοντα αυτού είναι περιορισμένη (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025). Ως έχει νομολογηθεί (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)), το στοιχείο της απεξάρτησης δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής εκεί όπου οι ποσότητες ναρκωτικών είναι μεγάλες, όπως η παρούσα, και τούτο γιατί σε τέτοιες υποθέσεις προέχει η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Οι υποθέσεις στις οποίες η απεξάρτηση ήταν παράγοντας καταλυτικής σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής, αφορούσαν ασυγκρίτως μικρότερες ποσότητες ναρκωτικών ως προκύπτει από τα γεγονότα των σχετικών υποθέσεων. Η Καρακάννας ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 463, αφορούσε κατοχή 6 χαπιών έκσταση και 5 τεμαχίων από το ίδιο είδος χαπιών, συνολικού βάρους 2,5 γραμμαρίων, η Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513, κατοχή ηρωίνης βάρους 3,6422 γραμμαρίων, η Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 282, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια ηρωϊνης βάρους 48.0943 γραμμαρίων, η Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 333, κατοχή κάνναβης βάρους 59,3521 γραμμαρίων, και η Γιαννάκης Νικόλαος ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 364, εισαγωγή και κατοχή με σκοπό τη προμήθεια κοκαΐνης συνολικού βάρους 51,8558 γραμμαρίων.
Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη μας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Κατηγορούμενος επιδεικνύει καλή συμπεριφορά στις Κεντρικές Φυλακές (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας (2015) 2Α.Α.Δ. 277).
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, που δεν μπορεί να είναι άλλο εκτός από ποινή στερητική της ελευθερίας του, αλλά θα διαδραματίσουν ρόλο στο ύψος αυτής, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.
Επιβάλλουμε, λοιπόν, τις ακόλουθες ποινές:
Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ετών.
Στην 4η κατηγορία καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβάλλεται στην 3η κατηγορία, τα γεγονότα της οποίας περιλαμβάνουν τα γεγονότα της κατηγορίας υπ. αρ. 4.
Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.
Στην 8η κατηγορία καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβάλλεται στην 9η κατηγορία.
Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Η ποινή να εκτελεστεί άμεσα και σε αυτήν να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του Κατηγορουμένου από τις 3.8.2025.
Τα παρειακά επιχρίσματα και το δακτυλοσκοπικό δελτίο του Κατηγορούμενου να καταστραφούν. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.) …………………………….………
Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………………….…………………
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.) ………………..………………....
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο