Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. M.M.Z.H. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9639/2024, 23/12/2025
print
Τίτλος:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. M.M.Z.H. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9639/2024, 23/12/2025

ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ.

                                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 9639/2024

Μεταξύ:

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α

 

v.

 

1.    Μ.Ε.F.S.

2.    M.M.Z.H.

3.    Y.A.Y.I.

                                                                                                       Κατηγορουμένων

--------------------

 

Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα N. Κόλιαρου

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος

Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Γεωργίου

Κατηγορούμενοι 1- 3 παρόντες

-------------------

 

Π Ο Ι Ν Η

(Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3)

 

(Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων)

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

-       Ο Κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες υπ. αρ. 8 και 9 που αφορούν το αδίκημα της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(β) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου Ν.91(Ι)/2014 και του άρθρου 5(α) (Πίνακας, αδίκημα 60) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.115(Ι)/2021.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι στις 30.6.2024 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, ήτοι την Ι-Μ. Τ., γεννηθείσα την 25.1.2008 (στο εξής η “Ανήλικη”), καταχρώμενος την ευάλωτη θέση της, κυρίως λόγω της διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας της, ήτοι προσπάθησε να τη φιλήσει στο στόμα (κατηγορία υπ. αρ. 8) και ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία υπ. αρ. 9).

 

-       Ο Κατηγορούμενος 3 στις κατηγορίες υπ. αρ. 10 και 11 που επίσης αφορούν το αδίκημα της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(β) του Ν.91(Ι)/2014 και του άρθρου 5(α) (Πίνακας, αδίκημα 60) Ν. 115(Ι)/2021, καθώς, επίσης, την κατηγορία υπ. αρ. 13 που αφορά το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 3 ότι στις 30.6.2024 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, ήτοι την Ανήλικη, καταχρώμενος την ευάλωτη θέση της, κυρίως λόγω της διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας της, ήτοι της έγλυψε το στήθος (κατηγορία υπ. αρ. 10) και τη φίλησε στο στόμα (κατηγορία υπ. αρ. 11). Περαιτέρω, πως μεταξύ της 7.11.2023 και της 1.7.2024, ενώ ήταν αλλοδαπός και του είχε παραχωρηθεί άδεια προσωρινής παραμονής στη Δημοκρατία η οποία έληξε, αυτός παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας του, χωρίς να εξασφαλίσει για τον σκοπό αυτό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (κατηγορία υπ. αρ. 13).

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπιζαν από κοινού και την κατηγορία της Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία υπ. αρ.1), ενώ ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε ακόμα μία κατηγορία Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιού (κατηγορία υπ. αρ. 12), στις οποίες η ποινική δίωξη διακόπηκε.

 

Να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες υπ. αρ. 2, 3, 4 και 6 που αφορούν αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(β) του Ν. 91(Ι)/2014 τις οποίες αρνήθηκε, ενώ παραδέχθηκε την κατηγορία υπ. αρ. 7 που αφορά το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19(1)(λ) του Κεφ. 105.  Η υπόθεση σε σχέση με αυτόν είναι προγραμματισμένη για ακρόαση. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δήλωσαν την πρόθεση τους να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας.

 

Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση και τα οποία έγιναν αποδεκτά τόσο από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 2 και 3, όσο και του Κατηγορούμενου 1, έχουν ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Α):

 

  1. Η παραπονούμενη, Μάρτυρας Κατηγορίας 1, είναι η Ι-Μ-Τ, γεννηθείσα την 25/01/2008, και κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 16,5 ετών.

 

  1. Στις 07/09/2016 αξιολογήθηκε από τις Υπηρεσίες Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας λόγω του ότι δεν συγκεντρωνόταν στο σχολείο, δεν ολοκλήρωνε τις γραπτές εργασίες της και η προσοχή της διασπάτο. Από την αξιολόγηση, διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη σημείωσε στις γνωστικές δεξιότητες, λεκτικές και πρακτικές, χαμηλά φυσιολογικά επίπεδα και κατάφερε να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε γραμματικές/συντακτικές και μαθηματικές/αριθμητικές εργασίες που παρουσιάστηκαν. Παρουσίασε ωστόσο σημαντικές αποκλίσεις στην γραπτή έκφραση. Ταυτόχρονα, σημειώθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον τομέα συγκέντρωσης και προσοχής ενώ παρουσιάζονταν σοβαρές δυσλειτουργικές συμπεριφορές στον συναισθηματικό τομέα. Συγκεκριμένα, διαφάνηκαν υψηλά επίπεδα άγχους με έντονες φοβίες που καθιστούν σημαντικές δυσκολίες στη καθημερινή λειτουργικότητα της μαθήτριας. Βάσει των πιο πάνω, έγινε εισήγηση ένταξης της ανήλικης σε πρόγραμμα ειδικής εκπαίδευσης στο σχολείο, άμεση συνεργασία και παρέμβαση από παιδοψυχίατρο και κλινικό ψυχολόγο, πιθανή συνεργασία με εργοθεραπευτή για υποστήριξη των δυσκολιών της ανήλικης στον τομέα συγκέντρωσης και προσοχής, καθώς επίσης, συνέχιση συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών για την καλύτερη υποστήριξη/παρακολούθηση της περίπτωσης στην σχολική μονάδα.

 

  1. Στις 03/04/2020, η ανήλικη αξιολογήθηκε εκ νέου από την Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας και διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη εξακολουθούσε να παρουσιάζει μαθησιακές δυσκολίες, σε όλη τη διάρκεια της επαναξιολόγησης διέκοπτε και ήθελε να συζητά θέματα που δεν αφορούσαν την επαναξιολόγηση, έδινε αρκετές πληροφορίες για την οικογένεια και τον εαυτό της και ο τρόπος που μιλούσε και εκφραζόταν παρέπεμπε σε πιο μικρό παιδί. Ως εκ τούτου, η εισήγηση ήταν να συνεχιστεί να της παρέχονται ειδικές διευκολύνσεις, στηρίξεις και απαλλαγές.

 

  1. Στις 14/03/2023, η ανήλικη αξιολογήθηκε εκ νέου από την Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας ενόψει αλλαγής βαθμίδας φοίτησης. Διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη παρουσίαζε στοιχεία ΔΕΠΥ, ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες και άλλα ελλείμματα και παρακολουθείτο από παιδοψυχίατρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Έγινε εισήγηση για εξυπηρέτηση της από σχολικό συνοδό, αφού κρίθηκε αναγκαίο λόγω του ότι η ανήλικη παρουσίαζε ευαλωτότητα σε διάφορους κινδύνους, ανωριμότητα και παρόρμηση στη συμπεριφορά .

 

  1. Από εξετάσεις και αξιολόγηση που έγινε στις 15/07/2023, από την παιδοψυχίατρο, ………………… διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη παρουσιάζει αρχόμενη ψυχωτική διαταραχή που (εκδήλωσε αποδιοργάνωση λόγου και συμπεριφοράς, μειωμένη κριτική ικανότητα, εμπλοκή σε δυνητικά επικίνδυνες για την ίδια καταστάσεις, καταθλιπτικότητα) και για την αντιμετώπιση της κατάστασης λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

 

  1. Οι Κατηγορούμενοι  2 και 3 κατάγονται από την Αίγυπτο. Ο Κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε στις ………../1990 και  κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 34 χρονών. Ο Κατηγορούμενος 3 γεννήθηκε στις …………../1990 και  κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 34 χρονών.

 

  1. Ο Κατηγορούμενος 2 αφίχθηκε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 16/05/2022 για να εργαστεί και εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 05/02/2024. Στη συνέχεια εντάχθηκε από τις 21/06/2024 στο πρόγραμμα εθελούσιων επιστροφών, υπογράφοντας σχετική δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης.

 

  1. Ο Κατηγορούμενος 3, αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 17/04/2023 υποβάλλοντας αίτηση να του χορηγηθεί άδεια εισόδου όπου του χορηγήθηκε για περίοδο 3 μηνών. Στην συνέχεια υπέβαλε ξανά αίτηση στις 29/05/2023, όπου του χορηγήθηκε άδεια μέχρι τις 29/08/2024 η οποία όμως ακυρώθηκε λόγω αποδεσμευτικής επιστολής ημερομηνίας 07/11/2023 από την εργοδότρια του εταιρεία, και έκτοτε διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 08/05/2024 τα στοιχεία του Κατηγορούμενου 3 καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.

 

  1. Την 30/06/2024 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην ταβέρνα του πατέρα της με το όνομα «…………..», γύρω στις 18:00 ξεκίνησε για να πάει στο σπίτι της. Πηγαίνοντας προς το σπίτι της σταμάτησε σε ένα πάρκο στην οδό ……….. στην Γερμασόγεια, στην Λεμεσό και έκατσε στο παγκάκι για να ξεκουραστεί. Ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο πάρκο την πλησίασε ο Κατηγορούμενος 3 ο οποίος καθόταν σε άλλο παγκάκι και την έβλεπε. Επειδή την έβλεπε, η παραπονούμενη τον ρώτησε εάν ήθελε κάτι και αυτός της απάντησε σε σπαστά ελληνικά ότι είναι όμορφη και ότι ήθελε να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Συγκεκριμένα της είπε «Ναι, θέλω να πάμε κάπου μαζί για να σε γαμήσω». Εκείνη πάγωσε και τότε ο Κατηγορούμενος 3 της είπε να περιμένει στο σημείο εκείνο και θα επέστρεφε πίσω. Μετά από πάροδο 3-4 λεπτών ο Κατηγορούμενος 3 επέστρεψε, πλησίασε την παραπονούμενη και καταχρώμενος την ευάλωτη θέση της εν λόγω ανήλικης, κυρίως λόγω διανοητικής της αναπηρίας, της έγλυψε το στήθος της και έβγαλε το γεννητικό του όργανο έξω και εκσπερμάτωσε στο έδαφος.

 

  1. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος 3, ζήτησε από την παραπονούμενη ανήλικη να τον ακολουθήσει, πράγμα το οποίο έπραξε. Ο Kατηγορούμενος 3 τότε την οδήγησε σε ένα μικρό υποστατικό/σπιτάκι της ΑΗΚ, πλησίον του πάρκου, όπου την έβαλε να ξαπλώσει και την φίλησε στο στόμα. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 3 αποχώρησε, ζητώντας από την παραπονούμενη να πάει πίσω στο πάρκο όπου συναντήθηκαν προηγουμένως και της είπε ότι θα επιστρέψει εκεί με ένα φίλο του.

 

  1. Στην συνέχεια, ήρθε στο μέρος όπου βρισκόταν η ανήλικη παραπονούμενη ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος προσέγγισε και  αυτός την παραπονούμενη και τη ρώτησε εάν είναι καλά και αυτή του έγνεψε να φύγει και αυτός έφυγε. Στην συνέχεια, η παραπονούμενη ξεκίνησε πεζή να πάει προς το σπίτι της και πήγε ξανά στο πάρκο που βρισκόταν αρχικά, όπου εκεί συνάντησε τον Κατηγορούμενο 2 να κάθεται σε ένα από τα παγκάκια. Ο Κατηγορούμενος 2 της είπε να κάτσει πάνω του και την τράβηξέ από τη μέση και την κάθισε στα πόδια του. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος 2 πήγε με την παραπονούμενη πίσω από το σπιτάκι της ΑΗΚ. Εκεί, ο Κατηγορούμενος 2 καταχρώμενος την ευάλωτη θέση της εν λόγω ανήλικης, κυρίως λόγω διανοητικής της αναπηρίας προσπαθούσε να τη φιλήσει στο στόμα, και στη συνέχεια ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο γεννητικό της όργανο, η οποία διήρκησε για περίπου 2 λεπτά. Κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής η παραπονούμενη φώναζε δυνατά, αφού πονούσε γιατί δεν είχε πριν από τις 30/06/2024 οποιεσδήποτε άλλες σεξουαλικές σχέσεις και ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε σεξουαλική επαφή  και έσπρωχνε τον Κατηγορούμενο 2, όμως αυτός επέμενε και δεν έφευγε.

 

  1. Κατά τις σεξουαλικές επαφές της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο 2, αυτός δεν χρησιμοποίησε προφυλακτικό. Η παραπονούμενη δεν είχε προηγουμένως οποιεσδήποτε σεξουαλικές σχέσεις.

 

  1. Μετά τα προαναφερόμενα συμβάντα, και αφού οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 εγκατέλειψαν το μέρος, η παραπονούμενη η οποία ήταν πολύ σοκαρισμένη ζήτησε βοήθεια από ένα ζευγάρι που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το πάρκο και τους είπε τρομαγμένη τι συνέβηκε και τους ζήτησε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο τους για να μπορέσει να πάρει την Αστυνομία. Στη συνέχεια, τα ίδια πρόσωπα τη μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας όπου, αφού ειδοποιήθηκαν και οι γονείς της, παρευρέθηκαν εκεί, όπου κατήγγειλαν ότι, την ίδια ημέρα η ανήλικη έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ βρισκόταν σε πάρκο, από  αλλοδαπούς άνδρες, ήτοι τους Κατηγορούμενους 2 και 3. Αμέσως μετά, μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Γερμασόγειας μετέβησαν με την ίδια και τη μητέρα της επί της οδού …………………. στη Γερμασόγεια, με σκοπό η ανήλικη να προβεί σε υπόδειξη του σημείου που διαπράχθηκαν τα αδικήματα εναντίον της. Κατά τη διάρκεια υπόδειξης των δυο προαναφερόμενων σημείων, η ανήλικη είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος παρόλο που καταδιώχθηκε, δεν έγινε κατορθωτή η ανακοπή του.

 

  1. Στη συνέχεια, στην ανήλικη διενεργήθηκε ιατροδικαστική εξέταση από τον ιατροδικαστή Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης. Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά ευρήματα διαπιστώθηκε, πρόσφατη ρήξη παρθενικού υμένα της παραπονούμενης με ύπαρξη μύρτων (κομμάτια) και κολπική αιμορραγία ως έμμηνου ρύσεως.

 

  1. Την 01/07/2024 και περί ώρα 16:50 μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στην οδό …………… στη Γερμασόγεια, αφού προγενέστερα είχαν λάβει πληροφορία ότι εκεί διαμένουν οι δυο Κατηγορούμενοι, προς εντοπισμό των  Κατηγορουμένων 2 και 3. Πριν την άφιξη των μελών της Αστυνομίας στην πιο πάνω οδό εντοπίστηκε στον δρόμο, στην οδό …………………. στην Γερμασόγεια, πλησίον της οδού ………, ο Κατηγορούμενος 2. Του ζητήθηκε να υποδείξει την οικία, στην οποία διαμένει και υπέδειξε την οικία στην οδό …………... Στην εν λόγω οικία στο ισόγειο, εντοπίστηκε και ο Κατηγορούμενος 3. Τους Κατηγορούμενους 2 και 3 συνόδεψαν μέλη της Αστυνομίας στο ΤΑΕ Λεμεσού όπου ενημερώθηκαν σχετικά με την υπόθεση που διερευνάται με τη βοήθεια του διερμηνέα της Αραβικής γλώσσας. Τους επιδόθηκαν τα δικαιώματα επικοινωνίας υπόπτων προσώπων και τους ζητήθηκε όπως εάν επιθυμούν να δώσουν γραπτή συγκατάθεση για να γίνει αναγνώριση τους σε μονοδρομικό υαλοπίνακα από την ανήλικη παραπονούμενη. Έδωσαν την γραπτή τους συγκατάθεση, ώστε να μην γίνει αναγνωριστική παράταξη, αλλά οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να τους αναγνωρίσει να κληθεί στο ΤΑΕ Λεμεσού για να τους δει.

 

  1. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα στο ΤΑΕ Λεμεσού πραγματοποιήθηκε η διαδικασία αναγνώρισης των Κατηγορούμενων 2 και 3 από την παραπονούμενη. Εναντίον των Κατηγορούμενων 2 και 3 εκδόθηκαν την 01/07/2024 Δικαστικό Ένταλμα Σύλληψης. Την ίδια ημέρα συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος 3 στο ΤΑΕ Λεμεσού, αφού προηγουμένως με τη βοήθεια διερμηνέα του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εγώ δεν ήξερα ότι είναι ανήλικη. Μου είπε ότι ήταν 20 χρονών. Δεν έκανα σεξ μαζί της».  Ακολούθως, την ίδια ημέρα στο ΤΑΕ Λεμεσού συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος 2, αφού προηγουμένως με τη βοήθεια διερμηνέα του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εγώ δεν έκανα σεξ μαζί της, άγγιξα μόνο τα βυζιά της και μου είπε ότι ήταν 22 χρονών».

 

  1. Από τους δύο κατηγορούμενους λήφθηκαν καταθέσεις όπου εκεί έδωσαν την δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης δήλωσαν ότι αντιλήφθηκαν ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε κάποιου είδους διανοητική αναπηρία. Μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος 2 στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 05/07/2024 στις γραμμές 18- 20 ανέφερε: «Να σου αναφέρω ότι από τις κινήσεις της και την συμπεριφορά της κατάλαβα ότι είχε κάποιο πρόβλημα συνεννόησης, αφού έκανε διάφορες άσκοπες κινήσεις με το κεφάλι της.» Επίσης, ο Κατηγορούμενος 3 στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 06/07/2024 στις γραμμές 19- 21 ανέφερε: «Να σου πω ότι από την πρώτη στιγμή που κάθισε δίπλα μου, αντιλήφθηκα ότι, η συμπεριφορά της δεν ήταν φυσιολογική και η δυσκολία στην επικοινωνία δεν ήταν μόνο της γλώσσας.»

 

  1. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου διαπιστώθηκε:

 

- γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 3 στον αριστερό μαστό της παραπονούμενης

- γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 στον δεξιό μηρό της παραπονούμενης

- ταύτιση γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 στα 4 ενδοκολπικά επιχρίσματα της παραπονούμενης 

- ταύτιση γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 σε δύο περιαιαδοικά επιχρίσματα της παραπονούμενης το οποίο ήταν θετικό στην παρουσία σπερματικών κυττάρων

- γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 και 3 στον στηθόδεσμο χρώματος ροζ της παραπονούμενης

- γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου  2 στο παντελονάκι χρώματος μαύρου της παραπονούμενης

- γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 στο εσώρουχο χρώματος ροζ με επικολλημένη σερβιέτα υγείας της παραπονούμενης

- γενετικό υλικό της παραπονούμενης στο ανδρικό εσώρουχο χρώματος καφέ του Κατηγορούμενου 2

 

  1. Επίσης, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, εξασφαλίστηκαν πλάνα από Κλειστά Κυκλώματα Παρακολούθησης στην οδό …………. στη Γερμασόγεια όπου διαπράχθηκαν τα αδικήματα, μέσα από το οποίο, κατά την επιθεώρηση του, διαπιστώνεται ότι καταγράφηκαν οι κινήσεις τόσο της παραπονούμενης όσο και των κατηγορουμένων 2 και 3, ως αυτές περιεγράφηκαν από την παραπονούμενη.

 

  1. Η ανήλικη παραπονούμενη παραπέμφθηκε στο Σπίτι Του Παιδιού για ψυχολογική αξιολόγηση από τον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων.

 

  1. Η παραπονούμενη εξετάστηκε από την ειδική κλινική ψυχολόγο του Σπιτιού του Παιδιού ….……… η οποία ετοίμασε σχετική έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης με ημερομηνία 4/10/2024. Κατά την αξιολόγηση, σχετικά με τα καταγγελλόμενα περιστατικά εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, η παραπονούμενη περιέγραψε παραβίαση των προσωπικών της ορίων και προσπάθεια να προβάλει αντίσταση, χωρίς αποτέλεσμα καθώς επίσης φάνηκε ότι η μειωμένη κριτική της ικανότητα και η ανάγκη για σύναψη στενών διαπροσωπικών σχέσεων, κατέστησαν την ανήλικη ευάλωτη προς τη σεξουαλική κακοποίηση από τους κατηγορούμενους 2 και 3. Κατά την αναφορά στα καταγγελλόμενα περιστατικά εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, η παραπονούμενη ήταν σε κάποιες περιπτώσεις έκδηλα αναστατωμένη, ενώ σε άλλες παρατηρήθηκε μειωμένη συναισθηματική διακύμανση. Η ανήλικη περιέγραψε να αισθανόταν «χάλια», φόβο και να είχε επηρεαστεί ο ύπνος της, λόγω επανειλημμένων ακούσιων και διεισδυτικών σκέψεων σεξουαλικού περιεχομένου που προκαλούσαν δυσφορία καθώς επίσης και ταχυπαλμία κατά την υπενθύμιση των περιστατικών εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 και προσπάθειες αποφυγής ερεθισμάτων που τα θύμιζαν.

 

  1. Από την αξιολόγηση διαπιστώθηκε ότι, οι νοητικές ικανότητες της παραπονούμενης εμπίπτουν σε χαμηλότερο φυσιολογικό επίπεδο σε σχέση με συνομήλικους της. Παρατηρήθηκε να προκύπτουν αρκετές δυσκολίες στην συγκέντρωση και προσοχή, λεπτή κινητικότητα, κριτική σκέψη, συναισθηματική έκφραση και αυτορρύθμιση. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι οι προαναφερθείσες δυσκολίες σε συνδυασμό με την κοινωνική απομόνωση και την ανάγκη που εκφράστηκε από την ανήλικη για κοινωνική ενσωμάτωση και αποδοχή, λειτούργησαν ως παράγοντες ευαλωτότητας για την αναφερόμενη σεξουαλική κακοποίηση από τους Κατηγορούμενους 2 και 3.

 

  1. Κατά την ψυχολογική αξιολόγηση η παραπονούμενη εμφάνιζε ψυχικά ενοχλήματα συνδεόμενα με τα καταγγελλόμενα περιστατικά εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τα πιο πάνω καθιστούν την παραπονούμενη ως παιδί υψηλού κινδύνου για επαναθυματοποίηση και ανάπτυξη περαιτέρω ψυχοπαθολογίας στο μέλλον. Η Κλινική Ψυχολόγος, εισηγήθηκε τη συνεργασία της ανήλικης με ψυχολόγο και τη Συμβουλευτική υποστήριξη των γονέων της.

 

Ως αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι άτομα λευκού ποινικού μητρώου και τελούν σε προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από τις 9.7.2024.

 

Από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε αίτημα όπως εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 εκδοθεί διάταγμα δυνάμει του άρθρου 14(1)(γ) του Ν. 91(Ι)/2014 για δικαστική εποπτεία από την Αρχή Εποπτείας.

 

Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2 και 3, έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από τους συνήγορους Υπεράσπισης.  Η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).

 

Σύμφωνα με τις εκθέσεις, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατάγονται από την Αίγυπτο. Πρόκειται για άτομα χαμηλού κοινωνικοοικονομικού και μορφωτικού επιπέδου.

 

Ως αναφέρεται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 23.9.2024, ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 35 ετών, έγγαμος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών. Τα μέλη της οικογένειας του βρίσκονται στην Αίγυπτο. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν 10 χρόνια σε ηλικία 50 ετών και η μητέρα του, ηλικίας περίπου 49 ετών, παρουσιάζει ιστορικό καρκίνου και δεν εργάζεται. Η ομοεθνής σύζυγος του είναι ηλικίας 29 ετών περίπου, οικοκυρά  και συντηρείται από τον Κατηγορούμενο 2, ενώ ο ίδιος ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο και είναι αναλφάβητος. Εργαζόταν από την ηλικία των 10 ετών με τον πατέρα του σε χωράφια. Εργάστηκε στην Λιβύη και στην Ιορδανία και ακολούθως μετάβηκε στην Κύπρο πριν περίπου 3,5 χρόνια  για τον σκοπό αυτό. Ενόσω η άδεια παραμονής του ήταν σε ισχύ και για περίοδο 2 ετών, εργαζόταν σε φάρμα πουλερικών. Για περίοδο περίπου 6 μηνών πριν την κράτηση του, διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Λεμεσό με άλλους αλλοδαπούς και απασχολούνταν ευκαιριακά σε οικοδομές λαμβάνοντας μηνιαίο εισόδημα που δεν υπερέβαινε τα €500 και απέστελλε το μεγαλύτερο μέρος του στην οικογένεια του.

 

Με βάση την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 20.8.2024, ο Κατηγορούμενος 3 είναι 35 ετών, έγγαμος και πατέρας 3 ανήλικων παιδιών. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και είναι ο τέταρτος από τα 7 παιδιά. Τα μέλη της οικογένειας του διαμένουν στην Αίγυπτο, πλην ενός αδελφού, ο οποίος εργάζεται στην Κύπρο.  Ο πατέρας του, σήμερα περίπου 71 ετών, εργαζόταν πριν τη συνταξιοδότηση του ως υπάλληλος σε χωράφια. Η μητέρα του απεβίωσε πριν περίπου 5 χρόνια λόγω προβλημάτων υγείας σε ηλικία 56 ετών. Η ομοεθνής σύζυγος του είναι οικοκυρά και φιλοξενείται μαζί με τα παιδιά τους στην πατρική του οικία. Ο Κατηγορούμενος 3 ήρθε στην Κύπρο το 2023 και εργαζόταν αρχικά σε κτηνοτροφική μονάδα με τον αδελφό του. Τον Δεκέμβριο του 2023 εγκαταστάθηκε στην Λεμεσό και υποαπασχολούνταν σε οικοδομές λαμβάνοντας μέσο μηνιαίο εισόδημα ύψους €350-€400. Λόγω των μειωμένων εισοδημάτων του, δεν ήταν πάντα εφικτό να στέλνει χρήματα για την ενίσχυση της οικογένειας του στην Αίγυπτο. Πριν την κράτηση του, διέμενε με άλλους 17 αλλοδαπούς σε ενοικιαζόμενη οικία στην Λεμεσό.  Διέκοψε τη φοίτηση του σε γυμνάσιο και παρουσιάζει δυσκολίες στην ανάγνωση και γραφή της μητρικής του γλώσσας. Εξέτισε την στρατιωτική του θητεία στην Αίγυπτο.

 

Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 2, ο κος Σπηλιώτοπουλος αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις, με παραπομπή στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών την οποία υιοθέτησε. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό του μητρώο, την παραδοχή σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας και την πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας.  Σε σχέση με τα περιστατικά της υπόθεσης, ο συνήγορος επεσήμανε πως ο Κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε για την πραγματική ηλικία της Ανήλικης, κατά την ανάκριση του για την παρούσα υπόθεση, αφού, ως υποστήριξε, η ιδια του ανέφερε πως είναι ηλικίας 22 ετών.  Αν και η Ανήλικη δεν υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 2 δελτίο ταυτότητας, σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, δεν φαινόταν να πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο.  

 

Με την γραπτή του αγόρευση για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 3, ο κος Γεωργίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την ύπαρξη ουσιώδους διαφοροποίησης των πράξεων του Κατηγορούμενου 3 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ενόψει της απουσίας διείσδυσης, βίας, απειλής ή εξαναγκασμού στη δική του περίπτωση. Πρόσθεσε πως η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3  ήταν σύντομη χρονικά, δεν υπήρξε επιμονή ή συνεχιζόμενη εκμετάλλευση, ούτε η οποιαδήποτε συγγενική ή φιλική σχέση με το θύμα. Αναφέρθηκε, επίσης, στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου 3, στοιχείο που δεικνύει την ειλικρινή του μεταμέλεια. Πρόσθεσε πως ως αποτέλεσμα της παραδοχής του Κατηγορουμένου 3, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, ενώ η Ανήλικη δεν εκτέθηκε στην διαδικασία της δίκης. Τόνισε, περαιτέρω, πως εξ’ όσων ο ίδιος είχε αντιληφθεί, η Ανήλικη ήταν 20 ετών. Σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις, ο κος Γεωργίου υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 είναι πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, τα οποία εξαρτώνται από αυτόν για συντήρηση και φροντίδα. Υπέδειξε πως πρόκειται για άτομο με χαμηλό επίπεδο κοινωνικής και συναισθηματικής αντιληπτικής ικανότητας, αποκομμένος από δίκτυο υποστήριξης. Περαιτέρω, επισημάνθηκε το λευκό ποινικό του μητρώο και το γεγονός ότι τελεί υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση από 9.7.2024. Όπως, περαιτέρω, εξήγησε, πρόθεση του είναι μετά την αποφυλάκιση του να επαναπατριστεί στη χώρα του. Τέλος, o συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την, κατά τον ίδιο, εξωδικαστηριακή τιμωρία του Κατηγορούμενου 3 και τον αντίκτυπο των πράξεων του στη δική του οικογένεια, όπως και την ντροπή που φέρνει αυτή στους οικείους του. Η παρατεταμένη κράτηση του, σύμφωνα με τον συνήγορό του, τιμωρεί τα τρία ανήλικα παιδιά του που δεν έχουν καμία απολύτως ευθύνη, ενώ παράλληλα η σύζυγος του προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια όρθια χωρίς κανένα οικονομικό ή υποστηρικτικό πλαίσιο.

 

Αμφότεροι οι συνήγοροι συμφώνησαν με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη βάση του άρθρου 14(1)(γ) του Νόμου 91(Ι)/2014.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι ιδιαίτερα σοβαρά.

 

Κατ’ αρχάς, βασική παράμετρος της σοβαρότητας τους αποτελεί η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή.  Το αδίκημα της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιού με βάση το άρθρο 6(4)(β) του Ν.91(Ι)/2014 (κατηγορίες υπ. αρ. 8 - 11) τιμωρείται με ποινή δια βίου φυλάκισης.  Με βάση το άρθρο 5(α) και τον Πίνακα του Ν. 115(Ι)/2001, οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στο Νομο Ν. 91(Ι)/2014, λογίζεται ως αδίκημα βίας κατά γυναίκας (βλ. αδίκημα αρ. 60 στον Πίνακα).  

 

Όπως έχει νομολογηθεί, οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727).  Ως δε έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο, την οποία προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής.

 

Η φύση των σεξουαλικών αδικημάτων αποτελεί ακόμα μία παράμετρο της σοβαρότητας των αδικημάτων.  Ως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων που διαπράττονται σε βάρος παιδιών θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (βλ. Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489 και Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται επιτακτική και λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αυτής της φύσης τα αδικήματα τα οποία έχουν καταντήσει κοινωνική μάστιγα, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται από την πρόσφατη νομολογία και για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον μας (βλ. Δημοκρατία ν. Κ.Π., Ποιν. Έφ. 74/2025, ημερ. 8.12.2025, Clarson ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 38/2022, ημερ. 27.10.2022, S.J.L. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 129/2021, ημερ. 27.10.2022 και Δημοκρατία ν. Χατζηαθανασίου, Ποιν. Έφ. 20/2021, ημερ. 19.10.2021).

 

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, όταν αδικήματα σεξουαλικής φύσης στρέφονται κατά νεαρών προσώπων καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά, αφού τα εν λόγω πρόσωπα δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής, ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης.  Τονίζεται, μάλιστα, πως παρόλο που ένα θύμα μπορεί φαινομενικά να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι’ αυτό, ακριβώς, ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (βλ. R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R.(S) 98).

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Niland, Ποιν. Έφ. αρ. 18/2017, ημερ. 14.2.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη θέσπιση του Νόμου Ν.91(Ι)/2014 με τον οποίο εισάχθηκαν αυστηρότερες ποινές για τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας.  Υποδείχθηκε πως με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται ότι αυτής της μορφής τα εγκλήματα συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους. Η Κυπριακή Δημοκρατία, κατ’ ακολουθία του άρθρου 34 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία έχει υπογράψει και κυρώσει, ανέλαβε την υποχρέωση προστασίας των παιδιών από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης. Συνεπώς, η εισαγωγή αυστηρότερων ποινών από το Νόμο προέκυψε ως επιτακτική, αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και επιφέρουν ολέθριες συνέπειες. 

 

Όπως, επίσης, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S.J.L. v. Δημοκρατίας, κ.ά, Ποιν. Έφ. 129/2021, ημερ. 27.10.2022:

 

«Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abumazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016).

Μόλις σήμερα μας δόθηκε η ευκαιρία σε άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσης (Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2022, ημερ. 27/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B411 ) να τονίσουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοια εγκλήματα:

 

«Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. 

 

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. 

 

Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. 

[.]

 

Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης.  Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού.»

 

Στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 59/2016, ημερ. 23.3.2017, όπου το αδίκημα στρεφόταν εναντίον θύματος 13 ετών, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Τα Δικαστήρια, στο δύσκολο έργο της επιβολής ποινής, είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατευθεί, δηλαδή, τα παιδιά. Το θύμα στην προκείμενη περίπτωση, ούσα 13 χρόνων, ήταν στην προστατευόμενη εκείνη ηλικία που ακριβώς καθιστά το αδίκημα σοβαρό γι' αυτό και η προνοούμενη υπό του Νόμου ποινή είναι 20 χρόνια φυλάκιση.  Επιβαλλόταν, συνεπώς, η ποινή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του εφεσείοντα να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες. (Βλ. Σύγγραμμα Rook & Ward On Sexual Offences, Law and Practice, 4tn ed. p.205 κ.επ. και στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, p.340 κ.επ. όπου καταγράφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν παρόμοια αδικήματα με τα επίδικα στην αγγλική νομοθεσία και καταγράφονται οι δείκτες και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να λειτουργεί κατά την επιβολή τέτοιων ποινών - βλ. ειδικά s.9 του Sexual Offences Act 2003)».

 

Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Σ.Λ. v. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφ. 155/2019, ημερ. 25.2.2021, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως:

 

«Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές».

 

Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά σαφώς προκύπτει από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων.  Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική.  Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους, την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη απο την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων.  Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες.  Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαροτητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Δημοκρατία ν. Χατζηαθανασίου, Ποιν. Έφ. 20/2021, ημερ. 19.10.2021 και Κ.Α.Μ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2021, ημερ. 4.11.2022). 

 

Παράγοντας που, επίσης, επιδρά καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής αποτελούν οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος.  Σύμφωνα με τα όσα έχουν υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής, αλλά και σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξη του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.

 

Συναφώς, στο Νόμο 91(Ι)/2014, ο Νομοθέτης, με το άρθρο 19, έχει εκφράσει τη σοβαρότητα που θέλησε να προσδώσει σε διάφορα χαρακτηριστικά τέλεσης των πιο πάνω ποινικών αδικημάτων, τα οποία, κατά την επιμέτρηση της ποινής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερα επιβαρυντικά.  Επιβαρυντικοί παράγοντες καθορίζονται και στο άρθρο 11 του Ν. 115(Ι)/2021.

 

Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν, κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη.  Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, ομοιομορφία στη μεταχείριση των αδικοπραγούντων (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ.  123, Σαμπή Κωνσταντίνος ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 144/2016 κ.ά., ημερ. 21.2.2017).

 

Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ενδεικτικά αναφέρουμε την Δημοκρατίας ν. Ο.Ο., Ποιν. Έφ. 351/2018, ημερ. 20.1.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή φυλάκισης σε 7 έτη από 4 που είχε επιβληθεί πρωτόδικα, κατόπιν ακρόασης, σε 46χρονο κατηγορούμενο για σεξουαλική κακοποίηση 14χρονης ανήλικης που παρουσίαζε ήπια νοητική αδυναμία.  Η σεξουαλική κακοποίηση συνίστατο, μεταξύ άλλων, στην εισχώρηση του δαχτύλου του κατηγορούμενου στο αιδοίο της ανήλικης με την πιθανότητα η ενέργεια του αυτή να επέφερε ρήξη του παρθενικού της υμένα.

 

Στην υπόθεση Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/2017, ημερ. 24.10.2018, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, κατόπιν ακρόασης, σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης.  Οι κατηγορίες αφορούσαν θύμα ηλικίας 10 ετών την οποία ο θύτης, σε μία περίπτωση φίλησε στο στόμα, σε άλλες επτά περιπτώσεις φίλησε στο στόμα, χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, σε άλλες δύο περιπτώσεις φίλησε, χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, καθώς επίσης, φίλησε στο στόμα και, τέλος, σε άλλη μια περίπτωση φίλησε, αγκάλιασε και φίλησε στο στόμα.

 

Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. Έφ. 51/2020, ημερ. 3.12.2020, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δέκα μηνών σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των εδαφίων (3) και 4(α) του άρθρου 6 του Ν.91(Ι)/2014.  Ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν  σύντροφος της μητέρας της παραπονούμενης, παραδέχθηκε ότι πλησίασε το θύμα, την  αποκάλεσε «μωρό μου» και την έπιασε από το στήθος, σφίγγοντάς την ταυτόχρονα.  Το ίδιο περιστατικό έλαβε χώρα και την επόμενη μέρα οπότε ο εφεσίβλητος επίσης «έγλειψε» την παραπονούμενη στο στήθος και την φίλησε στο στόμα.  Στο πλαίσιο της έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα κατά της ποινής ως έκδηλα ανεπαρκούς, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιβληθείσες ποινές των δέκα μηνών δεν δικαιολογούνταν και αύξησε τις ποινές σε τρία χρόνια σε κάθε κατηγορία.

 

Στην υπόθεση Σ.Λ. v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε διάφορα αδικήματα, στα οποία βρέθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, σε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως κατά παράβαση του Ν.91(Ι)/2014. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ’ άλλα, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρεις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης και μετά από ακρόαση σε μία άλλη κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης της ίδιας ανήλικης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του Ν.91(Ι)/2014. Οι ενέργειες και οι πράξεις του, οι υποσχέσεις πληρωμής και οι προσφορές πληρωμής καθώς και άλλα ανταλλάγματα, ήταν το μέσο προς την παραπονούμενη την οποίαν και χρησιμοποιούσε για να συμμετέχει σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του. Ο κατηγορούμενος για αρκετό καιρό ερχόταν σε σεξουαλική επαφή επί πληρωμή με ανήλικο άτομο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 69 ετών, ενώ η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 15 ετών. Στον κατηγορούμενο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών σε κάθε μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του Ν.91(Ι)/2014 που είχε παραδεχτεί και ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του Ν.91(Ι)/2014 όπου καταδικάστηκε μετά από ακρόαση, ποινές οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στην Δημοκρατία ν. Φαίδωνος, Ποιν. Έφ. 90/2019, ημερ. 15.10.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 και 4 ετών που επιβλήθηκαν στον 27χρονο εφεσίβλητο, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, απορρίπτοντας σχετική έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας, για ανεπάρκεια της ποινής. Τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο εφεσίβλητος, κατόπιν ακρόασης, αφορούσαν εξαναγκασμό σε πεολειχία και παρά φύση συνουσία με τον παραπονούμενο με τη χρήση βίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής έλαβε υπόψη ως επιβαρυντικούς παράγοντες ότι το θύμα ήταν ανήλικος έφηβος, ηλικίας σχεδόν 16 χρόνων, τη χρήση βίας που ο εφεσίβλητος άσκησε εναντίον του θύματος, ήτοι κράτημα από το σβέρκο προς ικανοποίηση των σεξουαλικών του επιθυμιών καθώς και τις επιπτώσεις που ενείχαν οι ενέργειες του εφεσίβλητου στην ψυχολογική κατάσταση του θύματος, που συνοδεύονταν από μετατραυματικό στρες και ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές.

 

Στην Δημοκρατία ν. Ειρηναίος Γεωργίου, Ποιν. Έφ. 64/2020, (σχετ. με 61/2020), ημερ. 14.7.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, για ανεπάρκεια της ποινής φυλάκισης 9 ετών που επιβλήθηκε στον 42 ετών εφεσίβλητο, κατόπιν ακρόασης σε δύο κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154 και δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(γ) του Ν.91(Ι)/2014, που διαπράχθηκαν σε σχέση με την ανήλικη παραπονούμενη, η οποία ήταν ηλικίας 16½ ετών και με οριακή νοημοσύνη, προχώρησε σε αύξηση της ποινής, σε 13 έτη. Και τούτο αφού λήφθηκε υπόψη πως: (α) τα εγκλήματα εναντίον παιδιών βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, (β) ο εφεσίβλητος χρησιμοποίησε βία και εκφοβισμό στην ανήλικη παραπονούμενη, την οποία περιόρισε σε χώρους ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει και να ξεφύγει, (γ) ο εφεσίβλητος ενήργησε με προσχεδιασμό και δ) οι βιασμοί είχαν τεράστια επίπτωση στον ψυχικό κόσμο της παραπονούμενης, η οποία είχε αναπτύξει φοβικές συμπεριφορές και αποφευκτικές προς τους άλλους ανθρώπους, εμφάνισε σκέψεις αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και κρίσεις πανικού και η λειτουργικότητα της επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να λειτουργήσει στην καθημερινότητα της.  Τονίστηκε επίσης πως υπό τις παραπάνω περιστάσεις, η ποινή φυλάκισης των 9 ετών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, θα ήταν η αρμόζουσα στην περίπτωση παραδοχής του στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.

 

Στην υπόθεση Ρ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/2017, ημερ. 28.2.2019, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο μετά από ακροαματική διαδικασία για αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014, κρίθηκαν ως μη υπερβολικές. Ο εφεσείων είχε αγγίξει και χαϊδέψει την κοιλιά και τα γεννητικά όργανα της ανήλικης που ήταν ηλικίας 11 ετών, ενώ σε μία περίπτωση έγλυψε τα γεννητικά της όργανα.

 

Στην υπόθεση Filip ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 112/2019, ημερ. 3.12.2020, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης χρόνων που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του Ν. 91(1)/2014, μειώθηκαν κατέφεση σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών. Ο κατηγορούμενος ήταν ο πατέρας της ανήλικης, η οποία, όταν έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά, ήταν ηλικίας 13 χρονών. Ήταν ο μοναδικός γονέας και προστάτης της ανήλικης και άλλων δύο ανήλικων παιδιών. Ο κατηγορούμενος, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στην διάρκεια του ιδίου έτους, είχε εισέλθει στο υπνοδωμάτιο της ανήλικης, ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Την πλησίασε και άρχισε να την αγγίζει σε διάφορα μέρη του σώματος της. Και τις δύο φορές, η ανήλικη αντέδρασε, φωνάζοντας για να τον απωθήσει. Κατά την διάρκεια του πρώτου περιστατικού μάλιστα, όταν η ανήλικη έπραξε ως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο κρεβάτι και να κτυπήσει στην συνέχεια με το κεφάλι της στο πάτωμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος δεν πτοήθηκε από την αντίδραση της ανήλικης. Ξάπλωσε στην συνέχεια δίπλα της στο κρεβάτι, της αφαίρεσε τα ρούχα και της άγγιζε στα γεννητικά όργανα. Ο κατηγορούμενος, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και παραδέχθηκε αμέσως ενώπιον του Δικαστηρίου την εγκληματική του συμπεριφορά, επιδεικνύοντας μεταμέλεια. Ως μετριαστικός παράγοντας της ποινής του κατηγορουμένου που δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ήταν, η επίδραση που θα είχε η ποινή φυλάκισης στα άλλα δύο ανήλικα παιδιά του κατηγορουμένου.

 

Στην υπόθεση Α.R.R. v. Aστυνομίας, Ποιν. Έφ. 20/2022, ημερ. 30.4.2024, ποινή φυλάκισης τρεισήμισι ετών που επιβλήθηκε, μαζί με άλλη, χαμηλότερη ποινή για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, στον εφεσείοντα, κατόπιν ακροασης, σε κατηγορία για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του Νόμου 91(1)/2014, μειώθηκε από το Εφετείο κατ' έφεση, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών ετών, καθότι, ως υποδείχθηκε, λανθασμένα λήφθηκε ως επιβαρυντικός παράγοντας η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, αφού αποτελούσε συστατικό στοιχείο των ποινικών αδικημάτων. Ο εφεσείων ήταν ο συμβίος της μητέρας της ανήλικης, η οποία κατά το χρονο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ηλικίας 14 ετών. Ο εφεσείων είχε εισέλθει αργά το βράδυ περί τις 11μ.μ., στο δωμάτιο της φορώντας μόνο το εσώρουχο του και της ζήτησε να του κάνει μασάζ, το οποίο η ανήλικη έπραξε για λίγο. Ακολούθως, της είπε να ξαπλώσει μπρούμυτα και «αφού κάθισε στα οπίσθια της, της έβγαλε τη φανέλα και το στηθόδεσμο και της έγλειψε την πλάτη». Η ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε άλλο και τότε εκείνος έφυγε από το δωμάτιο, λέγοντάς της να μην αποκαλύψει τι έγινε στη μητέρα της. Τονίστηκε πως η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του εφεσείοντος και της ανήλικης (29 έτη) και το γεγονός ότι ήταν ευάλωτο παιδί το οποίο πάσχει από Δ.Ε.Π.Υ., αποτελούσαν επιβαρυντικούς παράγοντες. Προς όφελος του, λήφθηκαν υπόψη, το λευκό του ποινικό μητρώο και το ότι ήταν πατέρας ενός παιδιού το οποίο είχε αποκτήσει με τη μητέρα της ανήλικης.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κ.Π., Ποιν. Έφ.  74/2025, ημερ. 8.12.2025, ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε μια κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος σε μία εταιρεία μετακόμισης, μετέβη μαζί με άλλους υπαλλήλους της εταιρείας, στην οικία της μητέρας της ανήλικης παραπονούμενης, τότε ηλικίας μόλις 8 ½ ετών, για να βοηθήσει στη μετακόμισή τους. Κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι, η μητέρα της ανήλικης έφυγε από την οικία για να φέρει φαγητό, αφήνοντας την ανήλικη με την οικιακή βοηθό. Κατά τον χρόνο που η μητέρα της απουσίαζε, η ανήλικη ανέβηκε σε υπνοδωμάτιο στον δεύτερο όροφο της κατοικίας για να πάρει ένα παιχνίδι. Βγαίνοντας, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έχει το γεννητικό του όργανο έξω από το παντελόνι και την ρώτησε εάν ήθελε να το αγγίξει. Η ανήλικη του απάντησε αρνητικά, και ακολούθως ο εφεσίβλητος της είπε «εντάξει» και της ζήτησε να τον αγκαλιάσει. Αφού η ανήλικη ντράπηκε, δέχτηκε να τον αγκαλιάσει και τότε ο εφεσίβλητος την σήκωσε πάνω από το έδαφος και της έσφιξε με τα χέρια του τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μην το πει σε κανέναν. Το Εφετείο, μεταξύ άλλων, τόνισε ότι από τον εφεσίβλητο, δεν απουσίαζε ο προσχεδιασμός, αφού περίμενε να αποχωρήσει η μητέρα του θύματος, ούτως ώστε το θύμα, να βρεθεί σε μία ευάλωτη κατάσταση και μειονεκτική θέση και να προχωρήσει στις πράξεις του καταχραζόμενος της θέσης που κατείχε τον επίδικο χρόνο. Επίσης, η συμπεριφορά του εφεσίβλητου, όταν το παιδί αρνήθηκε να αγγίξει το όργανό του, αντί μετανιωμένος να απομακρυνθεί, ζήτησε από την ανήλικη να τον αγκαλιάσει και όταν η ίδια το έπραξε, της άγγιξε τα οπίσθια. Το Εφετείο, αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα  στην οποία προβάλλετο η θέση ότι η ποινή των δύο ετών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο είναι έκδηλα ανεπαρκής, αύξησε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης  σε τριετή φυλάκιση, η οποία διατάχθηκε να εκτελεστεί άμεσα.

 

Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνουμε πως και οι δυο Κατηγορούμενοι όχι μόνο αδιαφόρησαν για την ευάλωτη θέση της Ανήλικης, αλλά έχοντας αντιληφθεί ότι παρουσίαζε κάποιου είδους διανοητική αναπηρία, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση της και την κακοποίησαν σεξουαλικά σε διαφορετικές περιπτώσεις κατά την ίδια ημερομηνία.

 

Από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον μας, προκύπτει πως η Ανήλικη ήταν 16 ½ ετών, οι δε Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν 34 ετών, με αποτέλεσμα να προκύπτει διαφορά ηλικίας 17 ετών μεταξύ τους, στοιχείο επιβαρυντικό (βλ. Κ.Α.Μ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2021, ημερ. 4.11.2022 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 184/15, ημερ. 13.2.2018).

 

Σε σχέση με την ηλικία της Ανήλικης προωθήθηκε η θέση και από τους δυο κατηγορούμενους ότι αυτή τους ανέφερε ότι βρισκόταν στην ηλικία των 20 και 22 ετών. Από δε τον Κατηγορούμενο 2, πως από τις κινήσεις της Ανήλικης, δεν φαινόταν να είναι ανήλικο προσωπο.  Η επί του προκειμένου θέση της Υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο.  Στην υπόθεση D.G.S v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 148/23 , ημερ. 20.9.2024, προσμέτρησε προς όφελος του εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών και 4 μηνών, το οτι η ανήλικη παραπονούμενη, ηλικίας 16 ετών και 5 μηνών, πλησίον του ορίου της ηλικίας συναίνεσης με βάση το Ν. 91(Ι)/2014, τον παραπλάνησε ότι βρισκόταν στην ηλικία συναίνεσης. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση υπάρχει ουσιώδης διαφοροποίηση σε σχέση με την D.G.S.  Και τούτο γιατί σε αντίθεση με την D.G.S., στην υπό κρίση περίπτωση, η Ανήλικη ήταν μεν ηλικιας 16,5 ετών, αλλά παράλληλα παρουσίαζε κάποιου ειδους είδους διανοητική αναπηρία, την οποία οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιλήφθηκαν και παρ’ όλα αυτά προέβησαν στις άνομες πράξεις τους, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση αυτή, που από μόνη της θα έπρεπε να τους προβληματίσει, ανεξαρτήτως των όποιων αναφορών της σε σχέση με την ηλικία της. Αυτά τα δεδομένα, και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, η χρήση βίας και εξαναγκασμού από μέρους του, διαφοροποιούν ουσιωδώς την παρούσα περίπτωση από την  D.G.S (πιο πάνω). Παρ΄ όλα αυτά, η υπό κρίση θέση της Υπεράσπισης συνυπολογίζεται στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής.          

 

Δεν είναι, επίσης, άνευ σημασίας πως ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη στο μέρος και διέπραξε τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε, αφού συζήτησε σχετικά με τον Κατηγορούμενο 3.  Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει πως με την εξαίρεση της πρώτης, τυχαίας, συνάντησης του Κατηγορουμένου 3 με την Ανήλικη, όλες οι υπόλοιπες ενέργειες των Κατηγορούμενων 2 και 3 και κυρίως αυτές του Κατηγορούμενου 2, δεν αφορούσαν μια μεμονωμένη παρορμητική συμπεριφορά. Αντίθετα, οι πράξεις τους ήταν αποτέλεσμα προσχεδιασμού και έλαβαν χώρα σε διάφορα χρονικά διαστήματα, χωρίς σε κανένα σημείο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 να αναλογιστούν τι έπρατταν και να υποχωρήσουν, ενώ παράλληλα έντονο είναι και το στοιχείο της επιμονής από μέρους τους, ιδιαίτερα σε ο,τι αφορά στον Κατηγορούμενο 2.

 

Από τα πιο πάνω, κατά την κρίση μας, διαπιστώνουμε ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 προέβησαν σε προσχεδιασμένες ενέργειες με απώτερο σκοπό να προσεγγίσουν ερωτικά την Ανήλικη και να διαπράξουν τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν (βλ. Ε. Χριστοφόρου (πιο πάνω)).

 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο τρόπος δράσης των Κατηγορούμενων 2 και 3, διαφέρει, στοιχείο που θα επενεργήσει ανάλογα στο ύψος της ποινής και όχι στο είδος που θα επιβληθεί στον καθένα από αυτούς.

 

Τα γεγονότα που αφορούν τον Κατηγορούμενο 2 είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αν και εξ’ αρχής η Ανήλικη του έγνεψε να φύγει και όντως ο ίδιος απομακρύνθηκε, όταν αργότερα την συνάντησε, την τράβηξε από την μέση και την κάθισε στα πόδια του. Στη συνέχεια προχώρησε σε σεξουαλική επαφή μαζί της δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο γεννητικό της όργανο, και τούτο στην ηλικία των 16 ½ ετών και ενώ η Ανήλικη επρόκειτο για άτομο με κάποιου είδους διανοητική αναπηρία και δεν είχε προηγουμένως σεξουαλικές επαφές. Η φύση της σεξουαλικής κακοποίησης στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος 2 σε συνάρτηση με το στοιχείο της βιαιότητας στις πράξεις του, παρά τις αντιδράσεις και φωνές της Ανήλικης, λειτουργούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες, ενώ η μη χρήση προφυλακτικού καταδεικνύει το επίπεδο απερισκεψίας, αδιαφορίας, σκληρότητας και επικινδυνότητας των έκνομων πράξεων του Κατηγορούμενου 2.

 

Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3, σημειώνουμε πως και αυτός αντιλήφθηκε ότι η Ανήλικη παρουσίαζε κάποιου είδους διανοητική αναπηρία, και παρόλα αυτά προχώρησε και της έγλυψε το στήθος της και έβγαλε το γεννητικό του όργανο έξω και εκσπερμάτωσε στο έδαφος.  Ακολούθως, μετάφερε την Ανήλικη σε απόμερο μέρος και την φίλησε στο στόμα.  Προς όφελος του Κατηγορούμενου 3 προσμετράται η απουσία βίας στις πράξεις του.

 

Ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο αποτελούν και οι συνέπειες που η συμπεριφορά και οι πράξεις των Κατηγορουμένων 2 και 3 είχαν προς την Ανήλικη, ως λεπτομερώς αναφέρεται ανωτέρω και προκύπτουν από το αποτέλεσμα της ψυχολογικής της αξιολόγησης της από Κλινική Ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού, τις οποίες δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Αν και αντικειμενικά τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν σε πλήγμα της προσωπικότητας του παιδιού και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται για αυτό σχετική μαρτυρία (βλ. Blackstone΄s, Criminal Practice, 2009, στην σελίδα 3109 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μηνά ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφ. 228/2018, ημερ. 16.3.2020), εν προκειμένω, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, κατά την ψυχολογική αξιολόγηση της μετά τα επίδικα περιστατικά, η Ανήλικη παρουσίαζε ψυχικά ενοχλήματα συνδεόμενα με τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία την καθιστούν παιδί υψηλού κινδύνου για επαναθυματοποίηση και ανάπτυξη περαιτέρω ψυχοπαθολογίας στο μέλλον, στοιχείο που, επίσης, συνυπολογιζεται. Δεν είναι άτοπο εδώ, να αναφερθούμε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 468 όπου, σχετικά με την προαναφερόμενη πτυχή αυτής της υπόθεσης, ειπώθηκε ότι: «Η αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.». Κάτι τέτοιο διαπιστώνεται, υπό το φως των όσων συνυπολογίζονται πιο πάνω,  και στην προκειμένη περίπτωση.

 

Συνολικά ιδωμένα τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των ποινικών αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 2 και 3, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και καταδικαστέα. Τέτοιου είδους συμπεριφορές, οι οποίες διαπράττονται σε βάρος ανήλικων παιδιών που δεν έχουν φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, σε χώρους, μάλιστα, όπου συχνάζουν παιδιά, δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και εκείνο το οποίο προέχει, είναι η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή. Το Δικαστήριο, έχει καθήκον να προστατέψει τα δικαιώματα αυτών των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο.

 

Σε σχέση με το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής με βάση το άρθρο 19(1)(λ) του Κεφ. 105 (βλ. κατηγορία υπ. αρ. 13) το οποίο παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 2, σημειώνουμε πως τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ των Λ.Κ. 1,000 ή και  με τις δυο ποινές.

 

Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται στις επιπτώσεις που προκαλεί στην Κυπριακή κοινωνία και οικονομία, αλλά και στο ότι υπονομεύει το σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται στους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη συχνότητα με την οποία τέτοια αδικήματα διαπράττονται, καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Tabrizi v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 421,  τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου της παράνομης παραμονής αλλοδαπών στο έδαφος της Δημοκρατίας, καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται (βλ. επίσης  Nazari ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 231).

 

Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείων είχε καταδικαστεί κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.96. Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.96. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. 

 

            Στην Adolfaze Tabrizi (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 4 μηνών για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, επανέλαβε τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη που υπάρχει για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.

 

Αναφορικά με την κατηγορία που αφορά την παράνομη παραμονή του Κατηγορούμενου 3 στη Δημοκρατία αφού έληξε η άδεια παραμονής του, λαμβάνουμε υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την περίοδο της παραμονής του κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σύντομη.

 

Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 θα πρέπει, παράλληλα, να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών των παραβατών καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).  Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).

           

Στο πλαίσιο επιβολής ποινής στους Κατηγορούμενους 2 και 3, λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο τους και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις στις οποίες αναφέρθηκαν οι συνήγοροι τους και ως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας.  Και τούτο στον επιτρεπτό, υπό τις περιστάσεις, βαθμό, έχοντας υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, και ειδικότερα ότι «η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας»

 

Στο ίδιο πλαίσιο λαμβάνουμε υπόψη, επίσης, το γεγονός ότι, ως επίπτωση της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 θα απωλέσουν την εργασία τους και αυτό, αναπόφευκτα, θα έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση των ανήλικων παιδιών τους και γενικότερα των οικογενειών τους από τυχόν οικονομική στήριξη, καθώς και τις δυσμενείς επιπτώσεις και επίδραση σε αυτούς από τυχόν μακρά ποινή φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3. (βλ. Filip v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).

 

Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη την παραδοχή των Κατηγορουμένων 2 και 3 στο Δικαστήριο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, με την οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, όπως και την συνεργασία τους με την Αστυνομία. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002). Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι η παραδοχή σε αυτού τους είδους υποθέσεις έχει αυξημένη σημασία αφού αποφεύγεται ο κίνδυνος επαναθυματοποίησης και ψυχικής ταλαιπωρίας του ανήλικου θύματος και το παιδί δεν υποβάλλεται στην τραυματική εμπειρία της δίκης (βλ. Γ.Α ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/2017, ημερ. 24.10.2018).

 

Στη βάση όλων των ως άνω και με επίγνωση της ευθύνης του Δικαστηρίου όπως με τις ποινές που επιβάλλει για τέτοιας φύσεως αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλει στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά τη σοβαρότητα των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.  Η φύση των αδικημάτων που διέπραξε έκαστος εκ των Κατηγορουμένων  2 και 3, σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, συνηγορούν υπέρ της επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αφού προέχει η προστασία του έννομου αγαθού της ανηλικότητας από τέτοιες συμπεριφορές, οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (βλ. Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). 

 

Λαμβάνοντας, συνακόλουθα, υπόψη τη σοβαρότητα και των εν λόγω αδικημάτων και την αναγκαιότητα ικανοποίησης του στοιχείου της αποτροπής, ως αναλύεται ανωτέρω, εμπράκτως και όχι μόνο λεκτικά, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, τα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές περιστάσεις των  Κατηγορουμένων 2 και 3, ως επίσης αναλύονται ανωτέρω, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές:

 

Στον Κατηγορούμενο 2:

 

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 8 ποινή φυλάκισης 2 ετών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 9 ποινή φυλάκισης 8 ετών.

 

Στον Κατηγορούμενο 3:

 

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 10 ποινή φυλάκισης 3 ετών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 11 ποινή φυλάκισης 3 ετών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 13 ποινή φυλάκισης 5 μηνών.

 

Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Σημειώνουμε πως από την Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 3 δεν υπήρξε εισήγηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης που τυχόν επιβληθεί σε αυτόν.  Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νομος του 1972 Ν. 95/1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και τις αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα τηα αναστολής (βλ. Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2) (2005) 2 Α.Α.Δ. 327), κρίνουμε πως παρά την παραδοχή του Κατηγορούμενου 3 και το λευκό ποινικό του μητρώο, τα οποία σε κάθε περίπτωση συνυπολογίστηκαν στο ύψος της ποινής που του είχε επιβληθεί, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ικανά να δικαιολογήσουν τέτοια διαταγή.  Όπως αναφέρθηκε και στην Κ.Π. (πιο πάνω), αναστολή ποινής φυλάκισης σε αδικήματα αυτής της φύσης, δεν αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό την αποτρεπτικότητα της ποινής που σκοπό έχει να προστατεύσει το κοινωνικό σύνολο και στέλνει λανθασμένα μηνύματα, μη εξυπηρετώντας του σκοπούς του νόμου.

 

Συνακόλουθα, οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα.

 

Στην ποινή να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης των Κατηγορουμένων 2 και 3 από τις 9.7.2024.

 

Έχοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους και με την σύμφωνη γνώμη αυτών, εκδίδουμε εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3, διάταγμα εποπτείας από την Αρχή Εποπτείας, που έχει εγκαθιδρυθεί και λειτουργεί βάσει του Μέρους του Ν. 91(Ι)/2014, για περίοδο 2 ετών από σήμερα.

 

 

 

                                                               (Υπ.)  …………………………….……….

                                                                              Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. 

 

                                                               (Υπ.)  ………………….…………………….

                                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

 

                                                               (Υπ.)   ………………..…………………….

                                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο