Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μ.Τ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 867/2026, 21/1/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μ.Τ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 867/2026, 21/1/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ                                         

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.                                                     

Αρ. Υπόθεσης: 867/2026

Μεταξύ:

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού

 

εναντίον

 

1.    Μ.Τ.

 

2.    Α.Τ.

Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 21/01/2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κυρία Δανιηλίδου

Για τον Κατηγορούμενο: κυρία Πιερούδη Κ.  

Κατηγορούμενοι: Παρόντες

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

(Αίτημα Κράτησης μετά από παραπομπή στο Κακουργιοδικείο)

 

Α.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

1.         Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες Κατηγορίες:

 

(i)            Απόπειρα φόνου, κατά παράβαση των άρθρων 214 (α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154×

 

(ii)          Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 228 (α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154×

 

(iii)         Πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 228 (α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154×

 

(iv)         Κατοχή αντικειμένου κατασκευασμένου δια την ηλεκτρική εκκένωση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 25 του περί Πυροβόλων και μη πυροβόλων όπλων Νόμου 113 (1)/04 όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154×

 

(v)          Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324 (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε (αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο)×

 

(vi)         Παράνομη είσοδος στην Δημοκρατία της Κύπρου χωρίς την συγκατάθεση του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατά παράβαση του άρθρου 2, 3, 12 (1) (2) (5) και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 ως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 50/1988 και 66(Ι)/2003.

 

 

2.         Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 20/01/2026 και επειδή αυτή δεν μπορούσε να εκδικαστεί συνοπτικά και λαμβάνοντας υπόψη την φύση των αδικημάτων που συμπεριλήφθηκαν στο Κατηγορητήριο και επειδή ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδωσε την συγκατάθεση του για συνοπτική εκδίκαση, οι Κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση από το Κακουργιοδικείο που θα συνεδριάσει στην Λεμεσό στις 02/03/2026 και ώρα 09:00 π.μ.

 

3.         Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για παραπομπή του Κατηγορούμενου σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως οι Κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την εν λόγω ημερομηνία.

4.         Η Συνήγορος των Κατηγορούμενων προέβαλε ένσταση στο ως άνω αίτημα που μόνο σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, καθότι όπως ανέφερε «ο Κατηγορούμενος 2 βρίσκεται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία». Η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στήριξε το αίτημα της στον κίνδυνο φυγοδικίας και κατέθεσε προς υποστήριξη  του αιτήματος της 5 συνολικά τεκμήρια ενώ η Συνήγορος των Κατηγορούμενων

 

Η αγόρευση της Κατηγορούσας Αρχής

 

5.         Επιχειρώντας μια σύνοψη των όσων ανέφερε η κυρία Δανιηλίδου στην αγόρευση της έκανε λεπτομερή αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το Έγγραφο Α, καταθέτοντας και σχετικά Τεκμήρια Β, Γ, Δ και Ε αναφέροντας ότι προκύπτει πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις Κατηγορίες 1 και 3 που αφορούν την «απόπειρα φόνου και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης» με την ποινή να είναι αυτή της δια βίου φυλάκισης. Έκανε αναφορά στην σχετική νομολογία και ανέφερε ότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό αναδύεται ο κίνδυνος φυγοδικίας των Κατηγορούμενων. Παρέπεμψε σε συγκεκριμένα τεκμήρια και καταθέσεις που βρίσκονται στο Έγγραφο Α ενώ υπογράμμισε τις προσπάθειες που έκαναν οι Κατηγορούμενοι για να διαφύγουν δια θαλάσσης και οι οποίοι ανακόπηκαν από τις Βρετανικές Βάσεις.

 

6.         Σε σχέση με τους δεσμούς των Κατηγορουμένων με την Δημοκρατία ανέφερε ότι είναι ορατός ο κίνδυνος φυγοδικίας ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος 2 βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα ενώ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 ανέφερε ότι βρίσκεται εδώ και 1,5 χρόνο σε διάσταση με την σύζυγο του που είναι Κύπρια, έχουν μαζί ένα παιδί πέντε ετών και στην Κύπρο διατηρεί κουρείο. Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε ως οικία διαμονής του την οικία της συζύγου του αλλά σύμφωνα με την σύζυγο του διαφαίνεται ότι εδώ και ενάμιση χρόνο είναι σε διάσταση και η τελευταία φορά που είδε τον υιό του ήταν στις 30/11/2025 και δεν γνωρίζει αν βρίσκεται σε άλλο σπίτι ή αν βρήκε άλλο σπίτι για να μείνει. Και τα δύο άτομα κατάγονται από τον Λίβανο.  

 

7.         Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με τους Κατηγορούμενους γνώριζαν ότι ήταν καταζητούνταν αφού οι φωτογραφίες τους ήταν δημοσιευμένες για τον 1ο  Κατηγορούμενο από τις 21/12/2025 και για τον 2ο  από τις 23/12/2025 (βλ. Έγγραφο Β και Έγγραφο Γ). Παρά το ότι η Συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 στις 20/12/2025 επικοινώνησε μαζί με την Αστυνομία, αναφέροντας ότι επιθυμεί να καταθέσει εντούτοις δεν προσήλθε (βλ. Έγγραφο Δ). Επικοινώνησε εκ νέου ο Κατηγορούμενος 1 στις 26/12/2025 με την Αστυνομία και ζήτησε να μιλήσει με τους ανακριτές και μίλησε με συγκεκριμένο αστυφύλακα και διαφάνηκε ότι γνώριζε ότι καταζητείτο και ο αστυφύλακας τον κάλεσε να εμφανιστεί και ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι θα προσέλθει με Δικηγόρο στις 02/01/2026 και ότι δεν έκανε κάτι, δεν τραυμάτισε τον Παραπονούμενο και δεν έχει κάτι να φοβάται και θα προσέλθει μετά τις γιορτές. Ενώ ανέφερε ότι 2/01/2026 θα εμφανιζόταν, εντούτοις στις 03/01/2026 εντοπίστηκε από την λιμενική των Βρετανικών Βάσεων όπου κατευθυνόταν προς τον Λίβανο με τον αδελφό του.

 

Η Αγόρευση της Συνηγόρου του Κατηγορούμενου

 

8.         Η Συνήγορος των Κατηγορούμενων παρουσίασε γραπτή αγόρευση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Ε. Ως η δικηγόρος που χειρίστηκε από την αρχή την υπόθεση διευκρίνισε ότι τα όσα ανέφερε η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αποτελούν παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Την νύχτα του επίδικου συμβάντος όταν επικοινώνησε με την Αστυνομία και ανέφερε ότι ο πελάτης της θέλει να έρθει τώρα για να ξεκαθαρίσει το γεγονός ότι δεν είναι αυτός που μαχαίρωσε το θύμα. Η Αστυνομικός απάντησε ότι δεν έχει κανένα στο ΤΑΕ, είναι όλοι κάτω στην Ανεξαρτησίας και επικοινώνησαν αργά το βράδυ μαζί της εκ νέου. Επειδή έκλεψαν το κινητό του Κατηγορούμενου 1 δεν ήταν εύκολη η επικοινωνία μαζί του. Αφού την πήρε αργότερα από το τηλέφωνο της πρώην συζύγου του, ζήτησε να καταγγείλει ότι αυτοί που του έκλεψαν το κινητό τον έπαιρναν και τον απειλούσαν. Αργότερα δεν είχε πρόσβαση με τον Κατηγορούμενο 1 παρά τις καλές προθέσεις του και ο λόγος που διέκοψε επικοινωνία και έφυγε ήταν όχι για να φυγοδικήσει αλλά γιατί ένιωθε την ευθύνη της προστασίας του μικρότερου του αδελφού για  να τον προστατέψει.

9.         Αναφορικά με τα όσα έγιναν στην «θάλασσα» σε καμία περίπτωση δεν επιστρατεύτηκε για να πάει στον Λίβανο. Ούτε στις Βρετανικές Βάσεις τέθηκε τέτοια μαρτυρία και παρά το ότι τα όσα διημείφθησαν οι Κατηγορούμενοι βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση από την ακτή. Οι Κατηγορούμενοι πήγαν περίπατο με την βάρκα γιατί για αρκετές ημέρες κοιμόνταν σε αυτοκίνητο. Ο λόγος που ανακόπηκαν ήταν επειδή δεν φορούσαν σωσίβιες λέμβους. Όταν κατάλαβαν για ποιους πρόκειται κάλεσαν και το λιμενικό της Δημοκρατίας και έριξαν και πυροβολισμούς.

 

10.      Υποστήριξε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι ο Κατηγορούμενος 1 που μαχαίρωσε τον Παραπονούμενο αλλά ούτε και η οποιαδήποτε συνωμοσία υπήρξε. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του σχετικού άρθρου αφού ακόμα και στο στάδιο αυτό αν εκτιμηθεί στην όψη της η μαρτυρία δεν είναι κατανοητό πότε πρόλαβε ο Κατηγορούμενος 1 από την ώρα που κλείδωσε το κομμωτήριο μέχρι την «καφετέρια» που έγινε το συμβάν να συνωμοτήσει με τον Κατηγορούμενο 2. Κανένας μάρτυρας δεν λέει ότι μαχαίρωσε ο Κατηγορούμενος  1 το θύμα.

 

11.      Όσο αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε ότι  δεν είναι Σύριος και δεν ανήκει στην μαφία. Είναι Λιβανέζος και διατηρεί ένα μοντέρνο κουρείο στην οδό Ανεξαρτησίας. Γεννήθηκε στην Κύπρο όπου έμεινε μέχρι 7 ετών όπου στην συνέχεια πήγε με την οικογένεια του στο Λίβανο και ήρθε ξανά πριν από 9 χρόνια. Παντρεύτηκε με την [….] και απέκτησε ένα παιδί που σήμερα είναι 5 ετών αλλά οι σχέσεις τους είναι άριστες. Όταν αποπερατώθηκε η διαδικασία στις Βρετανικές Βάσεις, με την συναίνεση τους παραδόθηκαν στη Δημοκρατία και με συνοπτικές διαδικασίες αφού το μόνο που ήθελαν ήταν να έρθουν στο ΤΑΕ Λεμεσού και οι δύο. Το ενδιαφέρον της συζύγου του είναι πλήρες και έδωσε προς τούτο διάφορες εξουσιοδοτήσεις προς την πρώην σύζυγο του για να διεκπεραιώσει υποθέσεις του ενώ αυτός βρίσκεται υπό κράτηση. Αν διαταχθεί η κράτηση του θα εξοντωθεί επαγγελματικά ο Κατηγορούμενος 1, η σύζυγος του δεν εργάζεται και εξαρτάται το παιδί του από τον Κατηγορούμενο 1.  Είναι έτοιμος να υπογράφει ακόμα και δύο ημέρες, καθημερινά στον Αστυνομικό Σταθμό για να εξασφαλιστεί η παρουσία του κατά την δίκη του  στο Κακουργιοδικείο.

 

Β.        Νομική Πτυχή

 

 

12.      Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά αίτημα κράτησης Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου εδράζεται στα Άρθρα 48, 92 και 157 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155.

 

13.      Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κανόνας είναι ότι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον  συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 373).

 

14.      Ο Υπόδικος, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, ως απόρροια και του τεκμηρίου της αθωότητας, δικαιούται να παραμένει ελεύθερος με εγγύηση όταν υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.

 

15.      Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκείται στην βάση των αρχών που έχει καθορίσει η νομολογία και σύμφωνα με την σχετική νομολογία οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση του Κατηγορούμενου είναι (α) ο κίνδυνος/πιθανότητα μη προσέλευσης, (β) η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) ο κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020, Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020).

 

16.      Καθένας από τους πιο πάνω λόγους εξετάζεται ξεχωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης και δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορούμενου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7).

 

 

Ο κίνδυνος φυγοδικίας

 

17.      Ως προς τον παράγοντα του κινδύνου διαφυγής, η νομολογία εξετάζει το ζήτημα στη βάση άλλων τριών επί μέρους κριτηρίων που είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης και η ενδεχόμενη ποινή που μπορεί να επιβληθεί, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης  (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω),  Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Παρασκευά ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130).

 

18.      Στην παρούσα περίπτωση, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας όπου με βάση τη σχετική νομολογία, ως αναλύεται ανωτέρω, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων παραμέτρων όπως είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, την εκτιμώμενη πιθανότητα για την καταδίκη του με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Έγγραφο Α, Β, Γ, Δ και Ε) και την αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο.

 

19.      Στην προκειμένη περίπτωση στην όψη του το κατηγορητήριο παρουσιάζει πάρα πολύ σοβαρά αδικήματα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, η οποία άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί από την Συνήγορο των Κατηγορούμενων, συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από τους σχετικούς Νόμους ποινές σε περίπτωση καταδίκης των Κατηγορούμενων, ως άλλωστε διαφαίνεται από τα σχετικά άρθρα που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο και τα οποία έχουν καταγραφεί πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αυτό δε ιδιαίτερα σε σχέση με τις Κατηγορίες 1 και 3, οι οποίες επισύρουν δια βίου φυλάκιση.

 

20.      Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πάρα πολύ σοβαρές και σε περίπτωση καταδίκης των Κατηγορούμενων, θα επιφέρουν αναπόφευκτα και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες των Κατηγορούμενων πολυετείς ποινές φυλάκισης. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη.

 

21.      Όσον αφορά τον άλλο παράγοντα που είναι η πιθανολόγηση καταδίκης, έχει τεθεί ενώπιον μου ένας αριθμός καταθέσεων που έχουν κατατεθεί και σημειωθεί ως Έγγραφο Α που είναι επί της ουσίας ο φάκελος που προέκυψε από τις έρευνες της Αστυνομία και στον οποίο περιλαμβάνονται οι καταθέσεις που έχει λάβει μέχρι σήμερα η Αστυνομία. Έχω διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο εξέτασα μόνο στην όψη του.

 

22.      Διευκρινίζεται, ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και ούτε σε εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ή συμπερασμάτων.  Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο απλώς εξετάζει την μαρτυρία, το μαρτυρικό υλικό στην όψη του χωρίς αξιολόγηση, με έναν μόνο σκοπό, να διαπιστώσει κατά πόσο από αυτό το μαρτυρικό υλικό προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον των Κατηγορούμενων (βλ. Μαλά v. Αστυνομίας  (2008) 2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337, Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017 και Χαμντ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/21 ημερ. 27/10/21, ECLI:CY:AD:2021:B485).

23.      Τονίζεται εκ νέου ότι, το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε θέση προβάλλεται και σύμφωνα με την οποία καλείται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την μαρτυρία και την βαρύτητα της μαρτυρίας, δεν απασχολούν Δικαστήριο στο στάδιο αυτό. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι μόνο το ζήτημα της κράτησης με βάση τις καθιερωμένες αρχές που καθορίζει η νομολογία των Δικαστηρίων, αυτό είναι το επίδικο ζήτημα. Το μόνο που εξετάζεται είναι εάν με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (Έγγραφο Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ), στην όψη της χωρίς αξιολόγηση, προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον των Κατηγορουμένων. Η βαρύτητα που θα δοθεί κατά την διάρκεια της δίκης στην μαρτυρία αυτή και η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ζήτημα που δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος κράτησης (βλ. Χαράλαμπος Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 143/2024). Όπως είναι νομολογημένο, στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η προσδοκία του κατηγορούμενου για αθώωση του, αφού κάτι τέτοιο ανάγεται στη δίκη (βλ. Οικονομίδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 492).  Στο σύνολο της η εναντίον των Κατηγορούμενων μαρτυρία δεν είναι «έκδηλα πτωχή σε βαθμό που να μην πιθανολογείται καταδίκη» (βλ. τα όσα καταγράφονται στις Ποινικές Εφέσεις 279/2024, 282/2024, 283/2024 ημερομηνίας 11/12/2024).

 

24.      Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω, τα όσα αναφέρθηκαν από την πλευρά των Κατηγορούμενων, για το κατά πόσο πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των ποινικών αδικημάτων ή για τον βαθμό εμπλοκής εκάστου Κατηγορούμενου, είτε κατά πόσο υπήρξε ή όχι συνωμοσία, ή Συμφωνία δεν δύναται να εξεταστούν.

 

25.      Το Δικαστήριο διεξήλθε με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο οι Κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου όπως αυτό προκύπτει από το Έγγραφο Α, και με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που εντοπίζεται στο φάκελο του Εγγράφου Α διαπιστώνεται ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ασφαλώς η διατύπωση αυτή δεν αναιρεί το τεκμήριο της αθωότητας και την προσδοκία αθώωσης του Κατηγορούμενου.

 

26.      Ενόψει του ότι πρόκειται για ογκώδες μαρτυρικό υλικό δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής καταγραφή των καταθέσεων, των εγγράφων και αποσπασμάτων που εντοπίζονται στο Έγγραφο Α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιχειρώντας μια σύνοψη του γενικότερου πλέγματος γεγονότων, όπως προκύπτουν μέσα από τις καταθέσεις και τα έγγραφα που εντοπίζονται στο Έγγραφο Α, κρινόμενα πάντοτε στην όψη τους και χωρίς να γίνεται η οποιαδήποτε αξιολόγηση αλλά και έχοντας κατά νου το τεκμήριο αθωότητας των Κατηγορουμένων, το πλέγμα γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση φέρεται να είναι το ακόλουθο:

 

(i)            Ο Μ.Β. πριν από ένα περίπου ένα χρόνο άρχισε να πηγαίνει στο κομμωτήριο του Μ.Τ., του Κατηγορούμενου 1 με τον οποίο ήταν γνωστοί από παλιά και ήταν πελάτης του για τρείς περίπου μήνες×

 

(ii)          Σε κάποιο χρονικό σημείο δημιουργήθηκε μια παρεξήγηση μεταξύ του  Μ.Β.  και του Κατηγορούμενου 1, οι οποίοι δεν είχαν μεταξύ τους επικοινωνία ξανά×

 

(iii)         Την 20/12/2025 ο Μ.Β. έπινε τον καφέ του στην οδό Ανεξαρτησίας στην Λεμεσό, στην καφετέρια MARCO MORETTI μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, ήτοι τον  Μ.Η. και τον Β.Α.. Το τελευταίο αυτό πρόσωπο σε κάποια στιγμή αποχώρησε για να μετακινήσει την μοτοσυκλέτα του και επανήλθε αργότερα×

 

(iv)         Το όχημα του ο Μ.Β.  το στάθμευσε έξω από την πιο πάνω καφετέρια. Σημειώνεται δε ότι το όχημα ήταν τύπου Range Rover×

 

(v)          Σε κάποιο χρονικό σημείο οι Κατηγορούμενοι περνούσαν από το σημείο όπου κάθονταν τα πιο πάνω πρόσωπα, ήτοι ο Μ.Β. και ένα άλλο πρόσωπο, ήτοι ο Μ.Η.. Το τελευταίο αυτό πρόσωπο κοιτάχτηκε με τον Κατηγορούμενο 2 με «άσχημο» τρόπο×

 

(vi)         Τότε ο Μ.Β. σηκώθηκε πάνω, έσπρωξε τον Κατηγορούμενο 2 και ο Κατηγορούμενος 2 κτύπησε τον Μ.Β. στον λαιμό με taser, ήτοι αντικείμενο κατασκευασμένο δια την ηλεκτρική εκκένωση×

 

(vii)        Προκλήθηκε αναστάτωση στον χώρο, «πιάστηκαν στα χέρια» και τότε ο Κατηγορούμενος 2 ανέσυρε μαχαίρι και κτύπησε τον Μ.Β. στην πλάτη με το μαχαίρι και ο Κατηγορούμενος 1 πήρε το  taser που βρισκόταν στο έδαφος και προσπάθησε να κτυπήσει τον Μ.Β. ενώ στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος 1 κτύπησε και τον Μ.Η. και «πιάστηκαν στα χέρια». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 κτύπησε το όχημα του Μ.Β. προκαλώντας ζημιές×

 

(viii)       Εν τέλει Μ.Β. χειρουργήθηκε×

 

(ix)         Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν προέκυψε ότι η άδεια παραμονής του Κατηγορούμενου 1 στην Κυπριακή Δημοκρατία λήγει την 23/06/2028 ενώ ο Κατηγορούμενος 2 βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα×

 

(x)          Ακολούθως στις 03/01/2026 οι Κατηγορούμενοι συνελήφθησαν από την Λιμενική Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων στην θαλάσσια περιοχή «Ρομάντζο» στην Ορμήδεια,. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι το σκάφος ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του πατέρα τους και αφού παραδόθηκαν από τις Βρετανικές Βάσεις, εκτελέστηκαν τα εντάλματα σύλληψης που εκκρεμούσαν εναντίον τους και τέθηκαν υπό κράτηση.

 

27.      Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζεται ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48 (βλ. και Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007) αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος».

 

28.      Έχοντας καταλήξει ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης μετά από εξέταση της μαρτυρίας ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, και έχοντας εξετάσει αυτούς τους αντικειμενικούς παράγοντες ξεκαθαρίζεται ότι το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη και οι λεγόμενοι υποκειμενικοί παράγοντες οι οποίοι αφορούν στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, στοιχεία τα οποία θα πρέπει το Δικαστήριο να συνυπολογίσει.

 

29.      Στην Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

 

 

30.      Σημειώνεται ότι το κρίσιμο είναι η διάγνωση της ύπαρξης δεσμών των Κατηγορούμενων με την Κυπριακή Δημοκρατία σε συνδυασμό με τα λοιπά δεδομένα της υπόθεσης. Η ύπαρξη δεσμών δεν εξαντλείται στον χρόνο διαμονής ή σε περιστασιακή απασχόληση, αλλά προϋποθέτει ενδείξεις μονιμότητας, οικογενειακής ή περιουσιακής εγκατάστασης, κοινωνικής ένταξης και ύπαρξης αντικειμενικών εμποδίων που καθιστούν δυσχερή ή απαγορευτική τη μετακίνηση. Όπως όμως διαφάνηκε από το ιστορικό της υπόθεσης και από τα όσα εντοπίζονται στον φάκελο του Δικαστηρίου οι Κατηγορούμενοι προσπάθησαν ήδη να διαφύγουν από την Κυπριακή Δημοκρατία και συνελήφθησαν στην προσπάθεια τους αυτή.

 

31.      Σε κάθε περίπτωση οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και οι δεσμοί του με την Κύπρο, τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται σοβαρά υπόψη χωρίς όμως να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Μαρκίδης v Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ. αρ.50/17, ημερ.22/3/17, ECLI:CY:AD:2017:B96, ECLI:CY:AD:2017:B96, Chandar Ivanov ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. αρ.162/22, ημερ.2/8/2022, ECLI:CY:AD:2022:B340, ECLI:CY:AD:2022:B340).

 

32.      Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (βλ. Κρασοπούλης ν Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 450). Εξάλλου, εκεί όπου συγκρούεται το δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης με το ιδιωτικό συμφέρον το τελευταίο υποχωρεί (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 7). Περαιτέρω, όταν εξετάζεται κίνδυνος φυγοδικίας, δεν πρέπει να εστιάζει το Δικαστήριο μόνο στην φυγή κάποιου στο εξωτερικό καθότι υπάρχει και ο κίνδυνος διαφυγής μέσω των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών (βλ. ABDULLAH ALMUSTAFA ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ.116/2025, ημερ.7/05/2025).

33.      Χρήσιμο για το θέμα αυτό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19  - 83/19 ημερομηνίας 16.07.19 όπου λέχθηκε ότι:

 

«Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας.  Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016

 

34.      Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κρασοπούλης κ.α ν. Δημοκρατίας (2012) 2ΑΑΔ 450, όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης σε ένα κατηγορούμενο, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής του.

 

35.      Με γνώμονα πάντοτε τη θεμελιακή αρχή ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι ελεύθερος εκτός εάν καταδειχθεί η ανάγκη κράτησής του, κρίνεται ότι, πέραν του ότι ο το ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη ισχυρών δεσμών με την Κύπρο, με τρόπο που να λειτουργεί αποτρεπτικά για την μη παρουσία του στην Κύπρου, καθότι απουσιάζουν δεσμοί που να καταδεικνύουν μονιμότητα, οικογενειακή ή περιουσιακή εγκατάσταση, κοινωνική και οικονομική ένταξη και συνυπολογίζοντας τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης υπό το φως της σοβαρότητας που τη χαρακτηρίζει, την υπαρκτή πιθανότητα καταδίκης και το ορατό ενδεχόμενο να του επιβληθούν πολύχρονες ποινές φυλάκισης ακόμα και διαδοχικές, όπως αυτά έχουν σημειωθεί πιο πάνω, επενεργούν θετικά στη σκέψη του κατηγορουμένου να μην εμφανιστεί στη δίκη του και κατ' επέκταση εύλογα αυξάνουν το κίνητρο του για φυγοδικία από μέρους του αντί να εξαλείφουν τον κίνδυνο αυτό.

 

36.      Όσο αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 διαπιστώνεται ότι αυτός δεν διαθέτει τον οποιοδήποτε δεσμό με την Κυπριακή Δημοκρατία και βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα, κάτι το οποίο ουδόλως δεν έχει αμφισβητηθεί από την Συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Αντίθετα επιβεβαίωσε την απουσία δεσμών και δεν έφερε προς τούτο ένσταση στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι ο Κατηγορούμενος 2 διατηρεί δεσμούς με τρίτη χώρα, ήτοι την χώρα καταγωγής του  τον Λίβανο.

 

37.      Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι από το Έγγραφο Α προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενώ είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης από τις 22/12/2025 εναντίον του και είχε δημοσιευτεί φωτογραφία του στον τύπο στις 22/12/2025, εντούτοις εντοπίστηκε στις 03/01/2026 στην θαλάσσια περιοχή «Ρομάντζο» στην Ορμήδεια πάνω σε σκάφος. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τη πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2, συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, της έκτασης που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους, και να καθιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο την κράτηση.

 

38.      Συνεπώς σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, το αίτημα μπορεί να επιτύχει στη βάση αυτή, του κινδύνου φυγοδικίας, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2.

 

39.      Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο 1 σημειώθηκε, μεταξύ άλλων, από την Συνήγορο του ότι είναι από τον Λίβανο, γεννήθηκε στην Κύπρο, αποχώρησε στην συνέχεια και επανήλθε πριν από περίπου 9 χρόνια και διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια, είναι διαζευγμένος και έχει ένα παιδί πέντε ετών ενώ η πρώην σύζυγος του δεν εργάζεται και ότι τυχόν κράτηση του μέχρι την δίκη θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τον ίδιο.

 

40.      Στην Χρίστος Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 130 αναφέρεται ότι «Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας.».

 

41.      Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην υπόθεση Τζιοβάννη κ.α v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/23, ημερ. 18.1.24:

 

 «...το γεγονός ότι κάποιος είναι Κύπριος και διαμένει στην Κύπρο, έχοντας εδώ το κέντρο των οικονομικών και οικογενειακών του δραστηριοτήτων λαμβάνεται μεν υπόψιν αλλά δεν σημαίνει πως αφήνεται άνευ ετέρου ελεύθερος (Βύρωνος ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 454). Ούτε βέβαια η οικονομική δυνατότητα ενός ατόμου, για παροχή εγγυήσεων, επενεργεί απαρέγκλιτα ως ασπίδα για την υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ώστε να αποδυναμώνεται ο κίνδυνος φυγοδικίας (Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 81/19 κ.α., ημερ. 16.7.19, ECLI:CY:AD:2019:B314, ECLI:CY:AD:2019:B314, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, Ποιν. Έφ. Ε151/19, ημερ. 13.8.19). Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί εκείνο που αποκτά σημασία σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι η τυχόν απουσία δεσμών με την Κύπρο και όχι οι δεσμοί ενός Κύπριου με τον τόπο του, οι οποίοι δεν θα σχολιάζονταν ιδιαίτερα, όπως έχει λεχθεί στην Μωυσίδης ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 138».

 

42.      Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 152 η Εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

43.      Στις Ποινικές Εφέσεις 247/2022, 248/2022, 249/2022, ημερομηνίας 17/11/2025 ECLI:CY:AD:2022:D454 κρίθηκε ότι «οι δεσμοί με την Κύπρο δεν είναι καθοριστικοί ώστε να αποκλειστεί ο κίνδυνος φυγοδικίας.  Πρέπει να σταθμιστεί, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η ελευθερία του ατόμου και το δημόσιο συμφέρον.  Προς τούτο, σημαντικό παράγοντα μπορεί να αποτελέσει η συμπεριφορά του Εφεσείοντα αφ' ης στιγμής πληροφορηθεί ότι τον αναζητεί η αστυνομία.».

 

44.      Αντιπαραβάλλοντας το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1, όπως αυτές τέθηκαν από την Συνήγορο του κρίνω ότι δεν υπερφαλαγγίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει και δεν αποδυναμώνεται ο κίνδυνος φυγοδικίας. Συγκεκριμένα, στην βάση των όσων ανέφερε η Συνήγορος του αλλά και από τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 1 είχε πλήρη επίγνωση των όσων έλαβαν χώρα κατά την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 20/12/2025. Είχε πλήρη επίγνωση και του γεγονότος ότι καταζητείτο από την Αστυνομία και γι’ αυτό επικοινώνησε μέσω της Συνηγόρου του αρχικά με την Αστυνομία και δήλωσε την πρόθεση του να καταθέσει. Παρά το γεγονός αυτό και παρά το ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του στις 21/12/2025 και παρά το ότι είχε δημοσιευτεί η φωτογραφία του στον τύπο κατά την ίδια ημερομηνία και παρά το ότι επικοινώνησε ξανά με την Αστυνομία στις 26/12/2025 (Έγγραφο Ε) δηλώνοντας ότι θα παραστεί στον αστυνομικό σταθμό στις 02/01/2025 εντούτοις στις 03/01/2026, εντοπίστηκε και συνελήφθη με τον Κατηγορούμενο 2 από την Λιμενική Αστυνομία των Βρετανικών Βάσεων στην θαλάσσια περιοχή «Ρομάντζο» στην Ορμήδεια ενώ βρίσκονταν σε σκάφος.

45.      Θα προσέθετα ότι καμία σημασία δεν έχει η απόσταση που βρισκόταν από την ακτή ή κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 1 διέφευγε της σύλληψης του εξαιτίας του αδελφού του. Αυτό που καθίσταται ξεκάθαρο είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 από την ημέρα που έλαβε χώρα το επίδικο γεγονός μέχρι και την σύλληψη του και ενώ είχε πλήρη επίγνωση του ότι καταζητείτο διέφευγε της σύλληψης του μαζί με τον αδελφό του.

 

46.      Συνεπώς καταλήγω να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου 1 στη βάση του κίνδυνου φυγοδικίας.

 

47.      Όσον αφορά δε ένα άλλο στοιχείο το οποίο εξετάζεται και είναι υπολογίσιμο είναι το χρονικό διάστημα κράτησης αφού ο χρόνος κράτησης του Κατηγορούμενου αναμφίβολα είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη (Hussein v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 34).  Ο χρόνος κράτησης δεν εξετάζεται κατ’ απομόνωση, αλλά σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Tasev v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 126/16, ημερ.1.8.16).  Στην προκειμένη περίπτωση, το χρονικό διάστημα μέχρι την εμφάνιση του Κατηγορούμενου στο Κακουργιοδικείο δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικός, σε συνδυασμό πάντοτε με τους υπόλοιπους παράγοντες που συνυπολογίστηκαν. 

 

48.      Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα για την κράτηση των Κατηγορούμενων στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας μέχρι  τις 02/03/2026 που είναι ορισμένη η υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στην Λεμεσό.

 

49.      Τέλος με σκοπό να καταστεί εφικτή η παρουσίαση των Κατηγορούμενων στις 02/03/2026 και ώρα 09:00 π.μ. ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στην Λεμεσό εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του (bring up order).

 

 

(Υπ.)…………………………..….

                                                            Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο