ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ζ. Ι. κ.α., Υπόθεση αρ. 9133 / 2020, 8/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ζ. Ι. κ.α., Υπόθεση αρ. 9133 / 2020, 8/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 9133 / 2020

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

1.   Ζ. Ι.

και 5 Άλλοι

 

_________

 

Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Δ. Σιαμπτάνης και Γ. Θεοδώρου, για τους Κατηγορούμενους 1 και 2

Σ. Ζαχαρίου, για τον Κατηγορούμενο 3

Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο 4

Καμία εμφάνιση, για τον Κατηγορούμενο 5

Α. Αργυρού, για τον Κατηγορούμενο 6

 

 

Προδικαστικό αίτημα των Κατηγορουμένων σχετικά με το κατηγορητήριο

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες, κοινές κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι την 24.6.2015, στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με απάτη ή άλλο δόλιο μέσο να καταδολιεύσουν την ασφαλιστική εταιρεία Eurosure, δηλαδή να κλέψουν από την εν λόγω εταιρεία χρηματικό ποσό, παριστάνοντας ψευδώς ότι ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα [συνωμοσία προς καταδολίευση, άρθρο 302 ΠΚ]

 

2η Κατηγορία: ότι την 24.6.2015, στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση αποπειράθηκαν να αποσπάσουν από την ασφαλιστική εταιρεία Eurosure άγνωστο χρηματικό ποσό, παριστάνοντας ψευδώς ότι ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα [απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, άρθρα 297, 298 § 2 ΠΚ]

 

Περαιτέρω, η 1η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία:

 

3η Κατηγορία: ότι την 24.6.2015, στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ότι δεν διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δηλαδή αμελής οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς KUV125 από την ίδια, παρείχε πληροφορίες γι’ αυτό στον Αστ.2617 Π. Ευαγόρου από τη Λεμεσό, τις οποίες γνώριζε ότι ήταν ψευδείς, δηλαδή ανέφερε ψευδώς ότι ενώ οδηγούσε το εν λόγω όχημα, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα – αμελή οδήγηση [Ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό, άρθρο 114 ΠΚ].

 

Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 2 έως και 6 αντιμετωπίζουν την ακόλουθη, κοινή κατηγορία:

 

4η Κατηγορία: ότι την 24.6.2015, στη Λεμεσό, ενώ γνώριζαν ότι δεν διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δηλαδή αμελής οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUV125 από την 1η Κατηγορούμενη, παρείχαν πληροφορίες γι’ αυτό στην Αστυνομία, τις οποίες γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς, δηλαδή ανάφεραν ψευδώς ότι το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα – αμελή οδήγηση [ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό, άρθρο 114 ΠΚ]

 

Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 6 έθεσε, υπό μορφή προδικαστικού ζητήματος, ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης είναι ελαττωματικό καθότι συνυπάρχουν το αδίκημα της συνωμοσίας και τα «ουσιαστικά αδικήματα». Επιχειρηματολόγησε εκτενώς σχετικά με τις θέσεις του, τις οποίες υιοθέτησαν και οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι.

 

Ειδικότερα, οι θέσεις των Κατηγορουμένων, όπως συνοψίζονται, είναι ότι όταν η συνωμοσία προχωρεί στο στάδιο της απόπειρας ή της τέλεσης του συμφωνηθέντος αδικήματος, η συνωμοσία «αναλώνεται» και ενυπάρχει σε εκείνο το αδίκημα, και δεν είναι επιτρεπτή η δίωξη καί για τη συνωμοσία καί για το «ουσιαστικό αδίκημα», εφόσον προκύπτει ενότητα σκοπού και πράξης. Η συνωμοσία, όπως έθεσαν, δεν συνιστά αυτοτελές αδίκημα όταν η εγκληματική συμφωνία έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή, με πράξεις που συνιστούν απόπειρα ή τέλεση, καθότι η ταυτόχρονη τιμώρηση καί για συνωμοσία καί για το ίδιο το αδίκημα αντιβαίνει την αρχή ne bis in idem και τη λογική της ενιαίας εγκληματικής βούλησης. Η συνωμοσία, όπως υποστήριξαν, έχει αυτοτελή υπόσταση μόνον όταν το συμφωνηθέν αδίκημα δεν έχει τελεστεί ή επιχειρηθεί, όχι όταν είναι προπαρασκευαστική ενέργεια. Η συνύπαρξη στο ίδιο κατηγορητήριο των εν λόγω κατηγοριών προκαλεί σύγχυση στους Κατηγορούμενους, αφού υπονοεί δύο ξεχωριστές εγκληματικές συμπεριφορές, ενώ στην ουσία υπάρχει μία ενιαία πράξη με διαφορετικά στάδια· διευρύνει αδικαιολόγητα την ποινική ευθύνη και αντιβαίνει στην αρχή της δικονομικής σαφήνειας του κατηγορητηρίου. Δυνατόν να προκληθεί αδικία, ενώ θα επιτρεπόταν και μαρτυρία που δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για το «ουσιαστικό αδίκημα». Η εισήγηση των Κατηγορουμένων είναι να απαλειφθεί με κάποιον τρόπο η 1η Κατηγορία. Ο κύριος Αργυρού, εκ μέρους του Κατηγορούμενου 6, επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, τη Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 221, το Criminal Practice Direction (Preliminary Proceedings) 14A (2013) 1 WLR 3164, το Blackstones Criminal Practice, Edition 2007, par.33-60, τη R v. Jones and Others (1974) 59 Cr. App.R. 120, τη R v Findlay; R v Francis [1992] Crim LR 372, και εγχώριες αποφάσεις, όπως την Constantinides v. The Republic (1977) 2 CLR 337, την Papadopoullos v. The Republic (1980) 2 CLR 10, τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 22, και την Police v. Kyriacou (1979) 1 JSC 222. Ανέπτυξε, περαιτέρω, τα συστατικά στοιχεία της συνωμοσίας και των υπόλοιπων αδικημάτων, για να καταδείξει την απορρόφηση της συνωμοσίας από τα «ουσιαστικά αδικήματα», και εισηγήθηκε τη δυνατότητα λειτουργίας της αρχής της απορρόφησης ήδη από στο στάδιο πριν από τη δίκη, προς αποτροπή αδικίας κατά τη δίκη. Η συμπερίληψη είναι επιθυμητή, όπως ανέφερε, μόνον σε πολύπλοκες υποθέσεις, όπου είναι αναγκαία για την παρουσίαση της ολοκληρωμένης εικόνας. Επίσης, σε υποθέσεις όπου η συνωμοσία μπορεί να εξαχθεί από τα περιφερειακά γεγονότα, ενώ οι ενέργειες που συνιστούν το αδίκημα υποστηρίζονται από νεφελώδη μαρτυρία, οπότε η συμπερίληψη της κατηγορίας της συνωμοσίας είναι και δικαιολογημένη και αναγκαία. Και εδώ, πρέπει να πειστεί το Δικαστήριο, όπως είπε, ότι υπάρχει καθαρή μαρτυρία για τη συνωμοσία, αλλά ελάχιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει τα «ουσιαστικά αδικήματα». Ακόμα, όταν η συνωμοσία είναι ιδιαίτερα ειδεχθής. Το «ανεπιθύμητο», όπως έθεσε, δεν εξισούται με απαγόρευση, ενώ δέχθηκε και πως το ζητούμενο είναι ο μη αρνητικός επηρεασμός των Κατηγορουμένων και το δίκαιο της δίκης. Όπως ανέφερε, κατά την προσωπική του άποψη, τίθεται ζήτημα «παραδοξότητας», καθότι ενώ στην αγγλική πρακτική και νομολογία το ζήτημα αυτό πρέπει να εγείρεται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στην εγχώρια νομολογία πρέπει να αποδείξει ο Κατηγορούμενος ότι η συμπερίληψη της κατηγορίας με τη συνωμοσία στο ίδιο κατηγορητήριο επηρεάζει την υπεράσπισή του. Πώς να καταδειχθεί κάτι τέτοιο, διερωτήθηκε, από τη στιγμή που δεν έχει τεθεί οτιδήποτε. Το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι να γίνει δεκτή η μαρτυρία για την κατηγορία της συνωμοσίας, που δεν είναι κατά τα άλλα δεκτή για το «ουσιαστικό αδίκημα», δηλαδή να παρουσιαστεί μαρτυρία δεκτή μεν για την κατηγορία της συνωμοσίας, αλλά όχι για το «ουσιαστικό αδίκημα».

 

Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, ο κύριος Αβρααμίδης, ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία. Η υπόθεση αυτή, όπως επέδειξε, εκκρεμεί εδώ και πέντε χρόνια. Οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν, τους επιδόθηκαν κατηγορητήρια, εμφανίστηκαν, το ιστορικό είναι καταγεγραμμένο. Ουδέποτε είχε αναφερθεί οτιδήποτε, από οποιονδήποτε, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίον η ύπαρξη του κατηγορητηρίου επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα Κατηγορουμένου. Επειδή έγινε αναφορά για άδικο επηρεασμό και σύνταξη κατογηρητηρίου, παρέπεμψε το Δικαστήριο στη Δημοκρατία ν. Ford (Αρ.2) 1995 2 ΑΑΔ 232, με βάση την οποία κατά πόσον επηρεάστηκαν στη δίκη τα δικαιώματα οποιουδήποτε Κατηγορουμένου κρίνεται στο τέλος της διαδικασίας. Εδώ, όπως επεσήμανε, εγέρθηκε θέμα δίκαιης δίκης σε στάδιο προτού ακουστεί μαρτυρία. Πέραν τούτου, όσον αφορά την ύπαρξη κατηγοριών, όπως έχει χαρακτηριστεί «συνύπαρξη» κατηγοριών, συνωμοσίας, με αναφορά στον κανόνα του «ανεπιθύμητου», στη γενική αρχή του ανεπιθύμητου, διαφώνησε με τη θέση και την επιχειρηματολογία της πλευράς των Κατηγορουμένων, καθότι στο κατηγορητήριο, όπως είπε, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις δύο πρώτες κατηγορίες, οι Κατηγορούμενοι 2-6 και την 4η κατηγορία, και η 1η Κατηγορούμενη, από μόνη της, την 3η κατηγορία. Διερωτήθηκε πώς μπορεί το αίτημα, όπως είχε τεθεί και αναπτυχθεί από τον Αργυρού, να υιοθετείται από όλους. Αυτό που θέλησε να τονίσει είναι ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται, στις τέσσερις κατηγορίες, τρία ξεχωριστά αδικήματα. Στην πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ. Πάφου, Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πάφιου, Υπόθεση αρ. 6438/2017, ημερομηνίας 3.2.2022, ανέφερε, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει επί του ίδιου ζητήματος. Παρόλο που είναι απόφαση πρωτόδικου δικαστηρίου, οι αρχές είναι εκείνες που θα πρέπει να αποφασιστούν και από το σκεπτικό συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτό που θα ίσχυε ή που θα μπορούσε να αποτελούσε έδαφος για την ένσταση, ως τέθηκε, θα ήταν εάν η μαρτυρία τίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου κι αν από τη μαρτυρία και τα διαφορετικά περιστατικά της υπόθεσης θα μπορούσε να εξαχθεί διαφορετικό αποτέλεσμα. Αυτό το σκεπτικό απασχόλησε και το Ανώτατο Δικαστήριο, λειτουργώντας ως εφετείο, σε παλαιότερες αποφάσεις, περιλαμβανομένης της Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Υπήρξε ακριβώς ίδιος λόγος, ήταν λόγος έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης και παρέπεμψε σε παλαιότερη νομολογία. Από τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), επισήμανε, σημαντικό είναι το «εκτός εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Κατηγορούμενος επηρεάστηκε». Πώς και πότε; Μετά το πέρας της δίκης του Κατηγορουμένου. Εδώ, τόνισε, είναι αρχικό στάδιο, επομένως το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο να εξάγεται συμπέρασμα ότι επηρεάζεται δυσμενώς οποιοσδήποτε Κατηγορούμενος στην υπόθεση, αναφορικά με τα δικαιώματά του. Καμία μαρτυρία, κανένα γεγονός, ούτε έχει λεχθεί οτιδήποτε από τα περιστατικά. Ούτε μπορεί οποιοσδήποτε, ανέφερε, με οποιονδήποτε αίτημα, να αναγκάσει ή να υποχρεώσει την Κατηγορούσα Αρχή να θέσει μαρτυρία, εκτός από τη μαρτυρία που θα δοθεί στη ζώσα ατμόσφαιρα της δίκης. Συναφώς, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα.

 

Έχω υπόψη μου ό,τι αναφέρθηκε στην πλήρη του μορφή και έχω κατανοήσει εις βάθος τη διάσταση της επιχειρηματολογίας της κάθε πλευράς, έχοντας, επίσης, μελετήσει όλες τις αυθεντίες, στις οποίες έγινε εκατέρωθεν παραπομπή· θα γίνει αναφορά σε ορισμένες μόνον, που συνθέτουν το νομικό πλαίσιο.

 

Καταρχάς, από την αγγλική νομολογία και πρακτική, που επικαλέστηκε η πλευρά των Κατηγορουμένων, ως συνοψίζεται και στο Halsbury's Laws of England[1], προκύπτει ότι η συνύπαρξη κατηγοριών συνωμοσίας και σχετικών αυτοτελών αδικημάτων (ή «ουσιαστικών αδικημάτων» κατά τον όρο που προτιμήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης) δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες. Αξιολογείται υπό το πρίσμα κατευθυντήριων αρχών που αποσκοπούν στη δίκαιη και ορθολογική διεξαγωγή της δίκης. Οι αρχές αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον η συνωμοσία προσθέτει κάτι ουσιώδες σε σχέση με τα υπόλοιπα αδικήματα, αν οι κατηγορίες αποτυπώνουν τη συνολική εγκληματική απαξία που αναδύεται από τη μαρτυρία, αν η δομή του κατηγορητηρίου απλοποιεί ή περιπλέκει τα ζητήματα, και αν προκαλείται πραγματική αδικία εις βάρος της Υπεράσπισης. Τα κριτήρια αυτά δεν συνιστούν κανόνες ακυρότητας, αλλά προϋποθέτουν γνώση της μαρτυρίας και του τρόπου με τον οποίον η υπόθεση λειτουργεί στην πράξη.

 

Στη R v. Jones (ανωτέρω), στην οποία παραπέμπει η πλευρά των Κατηγορουμένων, και η οποία αποτελεί τη βάση πολλών από τις προαναφερόμενες αρχές, το Court of Appeal κλήθηκε να εξετάσει τη νομιμότητα και τη δίκαιη συνεκδίκαση κατηγορίας συνωμοσίας με πλήθος άλλων κατηγοριών, που αποδίδονταν στο πλαίσιο εκτεταμένων επεισοδίων εκφοβισμού κατά τη διάρκεια απεργιακών κινητοποιήσεων. Το κατηγορητήριο περιλάμβανε συνολικά 42 κατηγορίες, εκ των οποίων οι πρώτες αφορούσαν συνωμοσία προς εκφοβισμό, παράνομη συνάθροιση και δημόσια συμπλοκή, ενώ οι υπόλοιπες αφορούσαν επιμέρους πράξεις εκφοβισμού, πρόκλησης ή απόπειρας πρόκλησης ζημίας και συναφή αδικήματα. Υποβλήθηκαν προδικαστικά αιτήματα ακύρωσης της κατηγορίας της συνωμοσίας με το επιχείρημα ότι είχε συμπεριληφθεί ακατάλληλα σε κατηγορητήριο που περιείχε ήδη κατηγορίες για σχετικά αυτοτελή αδικήματα. Τα αιτήματα απορρίφθηκαν και η δίκη προχώρησε επί των βασικών κατηγοριών, με επανάληψη των σχετικών ενστάσεων μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι οποίες και πάλι απορρίφθηκαν. Το Court of Appeal, επιλαμβανόμενο των λόγων έφεσης, δεν έκρινε ότι προέκυψε ουσιώδης εσφαλμένη καθοδήγηση, σύγχυση ή αδικία από τη συμπερίληψη της κατηγορίας της συνωμοσίας. Αντιθέτως, έκρινε ότι η υπόθεση απλουστεύθηκε με την εκδίκαση μίας ενιαίας κατηγορίας συνωμοσίας αντί πλήθους άλλων κατηγοριών, επισημαίνοντας ότι το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι η μηχανική αποφυγή της συνωμοσίας, αλλά το κατά πόσον οι κατηγορίες που απαγγέλλονται αποτυπώνουν επαρκώς τη συνολική εγκληματική απαξία που αναδύεται από τη μαρτυρία. Ειδικότερα, τονίστηκε ότι δεν είναι σκόπιμη η συμπερίληψη κατηγορίας συνωμοσίας που δεν προσθέτει οτιδήποτε σε μια αποτελεσματική κατηγορία του σχετικού αυτοτελούς αδικήματος, πλην όμως, όταν δεν αποτυπώνεται επαρκώς η συνολική εγκληματικότητα, μπορεί να είναι πρόσφορο και ορθό να περιληφθεί κατηγορία συνωμοσίας. Υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης, κρίθηκε ότι η διαδικασία κατέστη απλούστερη με την επιλογή μίας ενιαίας κατηγορίας συνωμοσίας, αντί της απαγγελίας πληθώρας επιμέρους άλλων κατηγοριών. Η εν λόγω απόφαση δεν θεμελιώνει κανόνα αυτοματοποιημένης απορρόφησης ούτε υποχρέωση προδικαστικής αφαίρεσης της συνωμοσίας, αλλά, μεταξύ άλλων, ότι η αναγκαιότητά της κρίνεται εκ των υστέρων, με βάση τη λειτουργία της μαρτυρίας στη δίκη.

 

Ούτε η R v Findlay; R v Francis (ανωτέρω) υποστηρίζει τη θέση της πλευράς των Κατηγορουμένων. Στην υπόθεση εκείνη, οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορητήριο που περιλάμβανε κατηγορία συνωμοσίας προς ληστεία και πλειάδα σχετικών αυτοτελών κατηγοριών ληστείας ή απόπειρας ληστείας. Κατά την έναρξη της δίκης, η κατηγορούσα αρχή, κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας Πρακτικής του Widgery CJ, επέλεξε να προχωρήσει επί των αυτοτελών κατηγοριών και όχι επί της συνωμοσίας. Όταν, όμως, οι αυτοτελείς κατηγορίες κατέρρευσαν, επιτράπηκε η τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη νέας κατηγορίας συνωμοσίας, η οποία υποκαθιστούσε και δεν συνεκδικαζόταν με τις αυτοτελείς κατηγορίες. Το Court of Appeal απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η κατηγορούσα αρχή δεσμευόταν αμετάκλητα από την προηγούμενη «εκλογή» της, διευκρινίζοντας ότι η έννοια της «εκλογής» στην Οδηγία Πρακτικής δεν φέρει τεχνική ή δεσμευτική νομική σημασία. Ο σκοπός της είναι καθαρά διαχειριστικός, ήτοι η αποτροπή υπερφορτωμένων και συγκεχυμένων κατηγορητηρίων και η διασφάλιση της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης, όχι η επιβολή κανόνα απορρόφησης της συνωμοσίας. Το μόνο κρίσιμο ερώτημα, όπως τονίστηκε, ήταν κατά πόσον η τροποποίηση προκαλούσε πραγματική αδικία, και κρίθηκε ότι δεν προκαλούσε. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ότι, στην εν λόγω υπόθεση, η κατηγορούσα αρχή δεν μπορούσε να αποδείξει ποια συγκεκριμένη ληστεία είχε τελεστεί, μπορούσε όμως να αποδείξει την ύπαρξη συμφωνίας για τη διάπραξη ληστείας σε άγνωστο χρόνο. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει δογματικά ότι η συνωμοσία έχει αυτοτελές αποδεικτικό και αξιολογικό περιεχόμενο, δεν ταυτίζεται χρονικά ή πραγματικά με συγκεκριμένη απόπειρα ή τετελεσμένη πράξη και δύναται να αποδειχθεί ακόμη και όταν οι πράξεις υλοποίησης αποτυγχάνουν αποδεικτικά. Η απόφαση αυτή, συνεπώς, αναιρεί ευθέως τον ισχυρισμό ότι η συνωμοσία «αναλώνεται» αυτοδικαίως με την απόπειρα ή την τέλεση του συμφωνηθέντος αδικήματος, με την απλή θεωρητική υπόθεση περί ενότητας σκοπού. Εξίσου σημαντικό είναι ότι και στην υπό αναφορά υπόθεση όλα τα πιο πάνω κρίθηκαν με βάση τη μαρτυρία και τις δικονομικές εξελίξεις της δίκης, όχι σε προδικαστικό στάδιο. Ακόμη και η προσθήκη νέας κατηγορίας συνωμοσίας εν μέσω της διαδικασίας κρίθηκε επιτρεπτή, εφόσον δεν προκάλεσε πραγματική βλάβη ούτε αλλοίωσε την ουσία της υπόθεσης. Η R v Findlay; R v Francis δεν θεμελιώνει, επομένως, δικαίωμα προδικαστικής αποκοπής ή μη προώθησης της συνωμοσίας, αλλά επιβεβαιώνει ότι η σχετική κρίση είναι κατ’ εξοχήν πραγματολογική και εξαρτώμενη από τη λειτουργία της μαρτυρίας στη δίκη.

 

Αντίστοιχα, η εγχώρια η Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), την οποία, επίσης, επικαλέστηκαν αμφότερες οι πλευρές, στο σημείο που αφορά τα υπό εξέταση ζητήματα δεν τεκμηριώνει τη θέση των Κατηγορουμένων, όπως αναπτύχθηκε. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε σύνθετη εγκληματική δραστηριότητα με πλειάδα κατηγορουμένων και αδικημάτων, στο πλαίσιο της οποίας οι ενστάσεις περί συνύπαρξης κατηγοριών και βαρυφορτωμένου κατηγορητηρίου εξετάστηκαν αφού είχε αρχίσει και εξελιχθεί η δίκη. Η συνωμοσία δεν εξαντλείτο σε ένα στιγμιαίο γεγονός αλλά προηγήθηκε χρονικά, εξελίχθηκε, παρήγαγε πολλαπλές πράξεις, συνδέθηκε με διαφορετικά αδικήματα. Οι ενστάσεις τελικά απορρίφθηκαν με αναφορά στην πραγματική διεξαγωγή της διαδικασίας και τη μαρτυρία. Ιδίως, δεν τέθηκε οποτεδήποτε θέμα προδικαστικής μη προώθησης της συνωμοσίας πριν να ακουστεί μαρτυρία ή ακόμα «περιορισμένης ακρόασης», για να κριθεί αν η συνωμοσία έχει αυτοτελή απαξία εκ των προτέρων. Δεν πρόκειται για απόφαση που στηρίζει την άποψη ότι το Δικαστήριο οφείλει ή μπορεί να κρίνει προδικαστικά αν η συνωμοσία απορροφάται. Αντιθέτως, και ο λόγος της Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) εκφράζει πως η αξιολόγηση της συνωμοσίας, της συνύπαρξής της με αυτοτελή αδικήματα και του αν προκαλεί αδικία ή όχι, γίνεται όταν το Δικαστήριο έχει μπροστά του μαρτυρία και πραγματικά δεδομένα, όχι σε στάδιο υποθέσεων και θεωριών.

 

Οι λοιπές αυθεντίες στις οποίες έγινε παραπομπή, αν και προσθέτουν σημαντικά η κάθε μία στο σύνολο του νοήματος, δεν φαίνεται να διαφοροποιούν την πιο πάνω περιγραφόμενη εικόνα, ως προς το νομικό πλαίσιο. Επίσης, σημειώνεται πως δεν τέθηκε οποιοδήποτε θέμα σχετικά με τον τρόπο που περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο το αδίκημα της συνωμοσίας, δηλαδή ως προς τον προσδιορισμό των λεπτομερειών του. Με βάση το νομικό πλαίσιο, ως έχει εκτεθεί, μπορούν να διατυπωθούν τα εξής, αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση και το αίτημα των Κατηγορουμένων:

 

Η συνύπαρξη κατηγορίας της συνωμοσίας (1η Κατηγορία) με τα αδικήματα που περιέχονται στις υπόλοιπες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου (2η Κατηγορία – 4η Κατηγορία) δεν συνιστά εκ προοιμίου νομικό ελάττωμα του κατηγορητηρίου. Αν και γενικά η πρακτική της συνένωσης της συνωμοσίας με αδικήματα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως τα συμφωνηθέντα αδικήματα έχει χαρακτηριστεί από τη νομολογία ως, κατά κανόνα, ανεπιθύμητη, δεν απαγορεύεται.

 

Το κατά πόσον η συνύπαρξη αυτή θα οδηγήσει σε αδικία δεν κρίνεται αφηρημένα ή θεωρητικά, αλλά σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που τελικά θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και τον τρόπο με τον οποίον αυτή θα αξιοποιηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

 

Ειδικότερα, το ότι ένα κατηγορητήριο περιγράφει εγκληματική δράση φαινομενικά σε διαδοχικά στάδια (συμφωνία, απόπειρα, εκτέλεση) δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι τα στάδια αυτά συγκλίνουν σε μία και μόνη ποινική απαξία. Η ενότητα του πραγματικού γεγονότος ή της εγκληματικής βούλησης δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με ενότητα ποινικής αξιολόγησης. Η συνωμοσία, κατά το άρθρο 302 ΠΚ, τελείται με τη συμφωνία και όχι με την υλοποίηση. Η ποινική απαξία της εστιάζει στον συλλογικό εγκληματικό σχεδιασμό, στην ενίσχυση της επικινδυνότητας μέσω συνεργασίας και στη δημιουργία αυξημένου κινδύνου για το έννομο αγαθό, ανεξάρτητα από το αν η πράξη θα ολοκληρωθεί. Η απόπειρα και οι τετελεσμένες πράξεις, αντιθέτως, αξιολογούν συγκεκριμένη συμπεριφορά σε δεδομένο χρόνο και τόπο και προστατεύουν, ενδεχομένως, διαφορετικά έννομα αγαθά. Εάν καταδειχθεί ταύτιση, αυτή δεν αναιρεί αυτομάτως ή αναγκαστικά την απαξία καθενός εκ των αδικημάτων. Μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων, να τη μειώνει ή να την καθιστά πλεονάζουσα, πλην όμως το καθένα από αυτά αποτελεί αξιολογικό συμπέρασμα που προκύπτει μετά από απόδειξη· όχι νομικό τεκμήριο. Η θέση ότι η συνωμοσία «αναλώνεται αυτοδικαίως» δεν είναι παρά ενδεχόμενο αποτέλεσμα της αποδεικτικής διαδικασίας. Αποτελεί ενδεχόμενο αποτέλεσμα ουσιαστικής αξιολόγησης, η οποία προϋποθέτει γνώση του χρονικού πλαισίου, του εύρους της συμφωνίας, του τρόπου συμμετοχής κάθε κατηγορουμένου και της σχέσης μεταξύ της συμφωνίας και των επιμέρους πράξεων υλοποίησης. Χωρίς τα πραγματικά δεδομένα που δυνητικά αναδύονται από τη μαρτυρία, δεν είναι δυνατόν να προεξοφληθεί ότι τα επιμέρους στάδια ταυτίζονται αξιολογικά ή ότι η απαξία της συνωμοσίας εξαντλείται στις μεταγενέστερες πράξεις. Όπως δέχεται και η ίδια η πλευρά των Κατηγορουμένων, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η συμπερίληψη της κατηγορίας της συνωμοσίας είναι επιθυμητή ή και αναγκαία, ιδίως όταν συμβάλλει στην παρουσίαση της συνολικής εικόνας της υπόθεσης ή όταν η εγκληματική συμφωνία φέρει αυτοτελή απαξία. Το αν η παρούσα υπόθεση εμπίπτει σε μία από αυτές τις κατηγορίες, δεν μπορεί να κριθεί χωρίς μαρτυρία.

 

Η διαφωνία που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση επικεντρώνεται, τελικά, στο πότε ή και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να διαπιστωθεί ενότητα ποινικής απαξίας. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί προδικαστικά ή αφηρημένα, αλλά μόνον μετά την παρουσίαση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, και τούτο στο πλαίσιο της ουσιαστικής κρίσης της υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν αρνείται τη θεωρητική δυνατότητα της απορρόφησης, αλλά απορρίπτει την προεξόφλησή της πριν να αποκαλυφθούν τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, στο πλαίσιο της κανονικής διαδικασίας. Δεν διαθέτει θεσμικό έρεισμα να παρέμβει προκαταβολικά, ούτε ασφαλώς να προχωρήσει σε διακριτή προδικαστική δίκη ουσίας, που θα υποκαθιστούσε την κανονική δίκη, να αξιολογήσει αποδείξεις που δεν έχουν τεθεί ενώπιόν του ή να προβεί σε εκ των προτέρων έλεγχο των αποδεικτικών μέσων της Κατηγορούσας Αρχής για να δει τι αφορά το κάθε αδίκημα, ή να δεσμευθεί σε προκαταρκτικά συμπεράσματα, με κίνδυνο αλλοίωσης της αρχής της αμεροληψίας.

 

 

Παρεμβάλλεται πως, ενόψει του ότι η κατηγορία της συνωμοσίας (1η Κατηγορία) αφορά την εγκληματική συμφωνία προς καταδολίευση της ασφαλιστικής εταιρείας Eurosure, ενώ οι κατηγορίες που αφορούν την παροχή ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό (3η Κατηγορία, 4η Κατηγορία) προστατεύουν διαφορετικό έννομο αγαθό, ήτοι την ορθή λειτουργία της δημόσιας εξουσίας, ενδέχεται, ως μη δυνάμενη να αποκλειστεί, και διακριτή ποινική απαξία, ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω πράξεις αποτέλεσαν και μέσο υλοποίησης της φερόμενης συμφωνίας, ή όχι. Ακόμη και αν ο σχετικός συλλογισμός περιοριστεί στην κατηγορία της απόπειρας καταδολίευσης (2η Κατηγορία), η οποία αναφέρεται στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία, και πάλι, δεν υφίσταται στο παρόν στάδιο επαρκές πραγματικό υπόβαθρο ώστε να συναχθεί ταύτιση της εγκληματικής συμφωνίας με τις πράξεις απόπειρας. Η έκταση, ο χρόνος και το περιεχόμενο της φερόμενης συνωμοσίας, καθώς και η σχέση της με τις αποδιδόμενες πράξεις απόπειρας, αποτελούν ζητήματα που εξαρτώνται από τη μαρτυρία, και δεν μπορούν να προδικαστούν. Χωρίς μαρτυρία, δεν μπορεί να είναι γνωστό πότε καταρτίστηκε η συμφωνία, πόσο ευρεία ήταν, ή αν περιλάμβανε περισσότερα από ένα ενδεχόμενα σενάρια. Η απόπειρα (2η Κατηγορία) μπορεί να είναι μερική υλοποίηση, να είναι αποτυχημένο στάδιο, να είναι αποσπασματική εκδήλωση μιας ευρύτερης συμφωνίας. Παρόμοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να εγερθούν και ως προς τη σχέση μεταξύ της κατηγορίας της απόπειρας (2η Κατηγορία) και των τετελεσμένων αδικημάτων που αποδίδονται στις Κατηγορίες 3 και 4. Πλην όμως, πέραν του ότι δεν τέθηκαν, και το αίτημα επικεντρώθηκε για κάποιο λόγο στη συνωμοσία της 1ης Κατηγορίας, η συλλογιστική επί της οποίας θεμελιώνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς, δεδομένου ότι και στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για αδικήματα που προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά και ενδέχεται να φέρουν φαινομενικά διακριτή ποινική απαξία, αλλά και για την αποτίμηση της διάστασης των οποίων χρειάζεται πρώτα η παρουσίαση μαρτυρίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αντιμετώπιση του ζητήματος δεν θα διέφερε, ούτε θα οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα, σε ένα τέτοιο στάδιο.

 

Ο ισχυρισμός περί «παραδοξότητας» δεν ευσταθεί. Η επίκληση της αγγλικής νομολογίας και πρακτικής δεν αφορά ουσιαστική κρίση επί της απορρόφησης της συνωμοσίας, αλλά την άσκηση διαχειριστικής εξουσίας επί της οργάνωσης της δίκης. Υφίσταται εξάλλου και εγχώρια νομολογία, που εξετάζει το ζήτημα υπό το πρίσμα της ουσιαστικής διασφάλισης της δίκαιης δίκης και της αποτροπής πραγματικής, και όχι υποθετικής, αδικίας. Εν πάση περιπτώσει, η εκλαμβανόμενη ως «απαίτηση» να διαπιστωθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου δεν συνεπάγεται ότι αυτός καλείται να αποδείξει σε προδικαστικό στάδιο, ή οποτεδήποτε άλλοτε, οτιδήποτε, πόσω μάλλον μελλοντικά γεγονότα. Αντανακλά και εκείνη την αρχή ότι η δικαστική παρέμβαση προϋποθέτει πραγματικά δεδομένα και όχι εικασίες.

 

Δεν προκύπτει, στο παρόν στάδιο, παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης. Η επίκληση της αρχής ne bis in idem είναι πρόωρη. Το Δικαστήριο, δια του αιτήματος των Κατηγορουμένων, δεν καλείται να αποφασίσει αν θα υπάρξει διπλή τιμώρηση, αλλά αν μπορεί θεωρητικά να προκύψει. Το ενδεχόμενο αυτό αντιμετωπίζεται, κατά τη νομολογία, μετά το πέρας της δίκης, είτε με απαλλαγή, είτε με εφαρμογή της αρχής της απορρόφησης, είτε στο στάδιο της ποινής. Ο ισχυρισμός περί ενδεχόμενης αποδοχής μαρτυρίας που δεν θα ήταν παραδεκτή για το σχετικό αυτοτελές αδίκημα παραμένει, επίσης, υποθετικός. Το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να κρίνει το παραδεκτό της μαρτυρίας ad hoc, να αποκλείσει, να διαχωρίσει ή να αγνοήσει μαρτυρία, και, σε έσχατο στάδιο, να θεραπεύσει οποιαδήποτε πραγματική αδικία με την τελική του κρίση. Η αρχή της δίκαιης δίκης δεν συνεπάγεται υποχρέωση προληπτικής αποψίλωσης του κατηγορητηρίου.

 

Το Δικαστήριο λαμβάνει, επίσης, υπόψη και το στάδιο στο οποίο εγέρθηκε το προδικαστικό ζήτημα. Η υπόθεση, όπως ορθά επισημάνθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, εκκρεμεί επί μακρόν, οι Κατηγορούμενοι είχαν κληθεί και εμφανιστεί κατ’ επανάληψη, και κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, το Δικαστήριο ήταν έτοιμο να προχωρήσει άμεσα στην ακρόαση, με έξι μάρτυρες παρόντες προς εξέταση. Δεν προκύπτει, στο παρόν στάδιο, οποιαδήποτε συγκεκριμένη σύγχυση ή δυσχέρεια στην κατανόηση του κατηγορητηρίου. Η διαπίστωση αυτή προφανώς δεν αναφέρεται στο δικαίωμα των Κατηγορουμένων να εγείρουν νομικά ζητήματα, πλην όμως αποτελεί και εκείνο ένα αντικειμενικό δικονομικό δεδομένο, το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διαχειριστικής του αρμοδιότητας και την εκτίμηση του κατά πόσον ενδείκνυται προδικαστική παρέμβαση στο κατηγορητήριο χωρίς να έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιόν του.

 

Έχοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα, κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος παρέμβασης στο κατηγορητήριο, ούτε υφίσταται βάση για μη προώθηση ή ακύρωση ή άλλο χειρισμό της κατηγορίας της συνωμοσίας (1η Κατηγορία) στο παρόν στάδιο. Το αίτημα απορρίπτεται, χωρίς το αποτέλεσμα αυτό να προδικάζει οποιοδήποτε ζήτημα ενδέχεται να ανακύψει μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Halsbury's Laws of England Criminal Law (Volume 25 (2025), paras 1-554; Volume 26 (2025), paras 555-1008)1. Principles of Criminal Liability (6) Inchoate Crimes(ii) Conspiracy A. Matters Common to all Conspiracies 106. Indictment in conspiracy.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο