ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
ΕΕΣ 9 / 2025
Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004
και
τον H. O. από το Ισραήλ
___________________
Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για Ν. Παπούτσα (κα), για την Κεντρική Αρχή
Δ. Λοχίας, προσωπικά και για Γ. Πολυχρόνη, για τον Καθ’ ου η αίτηση
Καθ’ ου η αίτηση: παρών
Αίτημα κράτησης του Καθ’ ου η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Το Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, που εκδόθηκε και απαγγέλθηκε προ ολίγου, αποφάσισε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ) αναφορικά με τον Καθ’ ου η αίτηση και την παράδοσή του στο κράτος έκδοσης.
Για την εξασφάλιση της παρουσίας του Καθ’ ου η αίτηση στο Δικαστήριο, ενόσω εκκρεμούσε η ακροαματική διαδικασία, είχαν τεθεί όροι οικονομικής φύσης, τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό, ενώ παραδόθηκαν και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα.
Ενόψει της διαταγής εκτέλεσης του ΕΕΣ και μέχρι την πραγματική παράδοση, το Δικαστήριο έδωσε στους συνηγόρους τη δυνατότητα να ακουστούν, με σκοπό να ρυθμίσει το καθεστώτος του Καθ’ ου η αίτηση, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητά του για την παράδοση. Στο πλαίσιο αυτό, είχε ζητηθεί η επιβολή κράτησης του Καθ’ ου η αίτηση μέχρι την παράδοσή του, αίτημα που προσέκρουσε σε ένσταση της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση. Από πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση, έγινε αναφορά στις προσωπικές συνθήκες του Καθ’ ου η αίτηση, όσον αφορά την ύπαρξη υποστηρικτικού περιβάλλοντος για την οικογένειά του και στα ζητήματα υγείας και άλλα προσωπικά χαρακτηριστικά του. Λέχθηκε, επίσης, ότι οι όροι που τέθηκαν ήδη τηρήθηκαν και αυτή μπορεί να είναι η αφετηρία. Αναφέρθηκε, ακόμα, στην ανάγκη τελεσιδικίας, συνθήκη που θα προσθέσει περίοδο εκκρεμοδικίας και παράτασης τέτοιας κράτησης. Υπομνήστηκε το τεκμήριο της αθωότητάς του.
Προς τούτο, διευκρινίζεται ότι η κρίση περί εκτέλεσης του ΕΕΣ είναι διακριτή από την κρίση περί του κατάλληλου μέτρου μέχρι την παράδοση, η οποία διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας και δεν επιδέχεται αυτοματισμούς. Το άρθρο 29 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(I)/2004 (ο νόμος) ρυθμίζει εξαντλητικά το χρονικό και πρακτικό πλαίσιο της παράδοσης και, ιδίως με την παράγραφο 4 αυτού, επιβεβαιώνει ότι η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο διαδικασίας ΕΕΣ δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια της διαταγής παράδοσης, αλλά μέτρο συνδεδεμένο αποκλειστικά με την αναγκαιότητα πραγματοποίησης αυτής εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων και υπόκειται σε σαφείς περιορισμούς προς αποφυγή υπέρμετρης διάρκειας.
Η προσέγγιση αυτή ενισχύεται και από την ενωσιακή ερμηνεία, όπως αποτυπώνεται στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΕ στην υπόθεση Tsachkov (C-580/24, 18.12.2025), σύμφωνα με τις οποίες η κράτηση στο στάδιο εκτέλεσης και παράδοσης δεν μπορεί να επιβάλλεται αυτοματοποιημένα, αλλά προϋποθέτει εξατομικευμένη και αιτιολογημένη δικαστική εκτίμηση, με συνεκτίμηση της επάρκειας λιγότερο περιοριστικών μέτρων.
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Καθ’ ου η αίτηση συμμορφώθηκε πλήρως, μέχρι σήμερα, με τους επιβληθέντες περιοριστικούς όρους. Η συμμόρφωση αυτή αξιολογείται θετικά, πλην όμως αφορά χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν υφίστατο ακόμη οριστική δικαστική κρίση περί της εκτέλεσης του ΕΕΣ.
Μετά την έκδοση της απόφασης για την παράδοση του Καθ’ ου η αίτηση, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο έχει ουσιωδώς μεταβληθεί. Η εκκρεμότητα δεν αφορά πλέον ενδεχόμενη παράδοση, αλλά υποχρεωτική υλοποίηση συγκεκριμένης δικαστικής διαταγής, εντός αυστηρών χρονικών ορίων που δεσμεύουν τη Δημοκρατία έναντι του κράτους έκδοσης.
Υπό το νέο αυτό πλαίσιο, το Δικαστήριο κρίνει ότι, σε επίπεδο αντικειμενικής εκτίμησης και κοινής λογικής, ο κίνδυνος διαφυγής εντείνεται. Σχετική ήταν και η προσέγγιση στην Turgeman v. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 5/2025, 30.12.2025.
Πρόσθετα, η ύπαρξη δεσμών και με άλλη χώρα, η απουσία παραγόντων που να καθιστούν τον Καθ’ ου η αίτηση αντικειμενικά καθηλωμένο στη Δημοκρατία και η πρακτική δυνατότητα εξόδου από τη χώρα, συγκροτούν ένα σύνολο περιστάσεων που δεν επιτρέπει τον ασφαλή αποκλεισμό του κινδύνου μη διαθεσιμότητάς του κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης.
Το Δικαστήριο συνεκτιμά, αφενός, τη δηλωθείσα πρόθεση συνεργασίας του Καθ’ ου η αίτηση με τις βελγικές Αρχές και, αφετέρου, το ενδεχόμενο άσκησης έφεσης κατά της απόφασης έκδοσης. Πλην όμως, η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία της διαδικασίας παράδοσης δεν δύνανται να εξαρτώνται από υποκειμενικές διαβεβαιώσεις καλής θέλησης, ούτε από την εκ των υστέρων δυνατότητα εντοπισμού του εκζητουμένου κατόπιν νέας αναζήτησης, ιδίως όταν η ακριβής ημερομηνία παράδοσης καθορίζεται σε συνεργασία με το κράτος έκδοσης και προϋποθέτει τη φυσική παρουσία του Καθ’ ου η αίτηση σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.
Το Δικαστήριο συνυπολογίζει το ενδεχόμενο διατήρησης ή αυστηροποίησης των υφιστάμενων περιοριστικών όρων. Κρίνει, ωστόσο, ότι, υπό τα παρόντα δεδομένα, τα μέτρα αυτά, ακόμα κι αν ενταθούν, δεν παρέχουν επαρκείς και αποτελεσματικές εγγυήσεις για την εξασφάλιση της διαθεσιμότητας του Καθ’ ου η αίτηση μέχρι την πραγματική παράδοση, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και του σκοπού της διαδικασίας ΕΕΣ, καθώς και των δεσμεύσεων της Δημοκρατίας έναντι του κράτους έκδοσης.
Ως προς τα προβλήματα υγείας και τα ζητήματα που συνδέονται με τη θρησκεία του Καθ’ ου η αίτηση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν συνιστούν ανυπέρβλητο εμπόδιο για την προσωρινή κράτησή του, δεδομένου ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς εντός του πλαισίου κράτησης, χωρίς να προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.
Υπό τα ανωτέρω, και κατόπιν στάθμισης όλων των λιγότερο περιοριστικών μέτρων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η κράτηση του Καθ’ ου η αίτηση μέχρι την πραγματική παράδοσή του αποτελεί το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και της ομαλής ολοκλήρωσης της διαδικασίας παράδοσης.
Ειδικότερα, η διαφορετική προσέγγιση που προτάθηκε δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίον είναι θεσμικά δομημένη η διαδικασία εκτέλεσης ΕΕΣ, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Η εκτέλεση ΕΕΣ συνιστά διακρατική πράξη παράδοσης μεταξύ αρμόδιων Αρχών, διενεργούμενη εντός συγκεκριμένων και δεσμευτικών χρονικών ορίων, υπό την ευθύνη του κράτους εκτέλεσης να παραδώσει τον εκζητούμενο στο κράτος έκδοσης, πλαίσιο εντός του οποίου το στοιχείο του καταναγκασμού είναι ενυπάρχον και φέρεται ως θεσμικά αναπόσπαστο, έστω και αν εκδηλώνεται με ήπια μέσα. Δεν φαίνεται να δύναται να αποσυνδεθεί εντελώς από τη διαδικασία, χωρίς αλλοίωση της φύσης και της αποτελεσματικότητάς της. Η υποχρέωση παράδοσης δεν μπορεί να μετατραπεί σε προσδοκία συνεργασίας ή σε πράξη αυτοδιάθεσης του εκζητουμένου, με μετατόπιση της ευθύνης από το κράτος προς αυτόν, ούτε να εξαρτηθεί από υποκειμενικές διαβεβαιώσεις καλής θέλησης. Αυτές, στον βαθμό που υφίστανται, συνεκτιμώνται.
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί, αλλά αντιθέτως προϋποθέτει, την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και την εξέταση ηπιότερων μέτρων, σύμφωνα και με την ενωσιακή ερμηνεία που προκύπτει από τις προτάσεις στην υπόθεση Tsachkov (ανωτέρω). Η δεδηλωμένη πρόθεση του Καθ’ ου η αίτηση δεν συνιστά, αντικειμενικά κρινόμενη, επαρκή εγγύηση διαθεσιμότητας μέχρι τον χρόνο της παράδοσης. Η επιλογή της κράτησης δεν συνιστά τιμωρητικό μέτρο, αλλά αναγκαία εγγύηση ότι η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και η παράδοση δεν θα εξαρτηθούν από μεταγενέστερη μεταβολή βούλησης, απολύτως ανθρώπινη και λογικά προβλέψιμη, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν το εξατομικευμένο προφίλ του Καθ’ ου η αίτηση. Εξάλλου η επιβαλλόμενη κράτηση, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι απροσδιόριστης διάρκειας, αλλά τελεί υπό τους ρητούς χρονικούς περιορισμούς που θέτει το άρθρο 29 του νόμου, ο οποίος προβλέπει συγκεκριμένες συνέπειες σε περίπτωση υπέρβασής τους.
Με δεδομένη την αναφορά στη μη τελεσιδικία, την έμφαση που δόθηκε σε αυτήν από την πλευρά της Υπεράσπισης του Καθ’ ου η αίτηση, αναφέρεται πως είναι κατανοητή η ανάγκη να αποτραπεί τυχόν κράτηση που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Κάθε ζήτημα προσωπικής ελευθερίας είναι ευαίσθητο. Όμως, η παρούσα απόφαση για την κράτηση του Καθ’ ου η αίτηση, επακόλουθη της οριστικής δικαστικής απόφασης για την έκδοσή του, δεν δεσμεύει ανώτερο Δικαστήριο, που θα επιληφθεί τυχόν έφεσης κατά της απόφασης έκδοσης, μέχρι την περάτωση της εκδίκασης τέτοιου ένδικου μέσου, εφόσον μπορεί να εξετάσει οποιοδήποτε σχετικό αίτημα του Καθ’ ου η αίτηση τυχόν υποβληθεί ενώπιόν του, όπως άλλωστε φαίνεται να συνέβη και στην προαναφερόμενη Turgeman v. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ανωτέρω). Αντίθετα, δεν φαίνεται πως θα μπορούσε να λάβει σχετική απόφαση, για μία επί του παρόντος ανύπαρκτη διαδικασία, η οποία ενδεχομένως να (ή και να μην) υποβληθεί ενώπιον ανώτερου Δικαστηρίου, το παρόν Δικαστήριο.
Κατ’ ακολουθία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα για την κράτηση του Καθ’ ου η αίτηση μέχρι την παράδοσή του εγκρίνεται, ο Καθ’ ου η αίτηση να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοσή του.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο