ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ. Ο. κ.α., Υπόθεση αρ. 9001 / 2021, 13/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ. Ο. κ.α., Υπόθεση αρ. 9001 / 2021, 13/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 9001 / 2021

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

 

1.   Σ. Ο.

2.   Κ. Μ.

 

 

__________

 

Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Ν. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για Κατηγορούσα Αρχή

Κατηγορούμενος 2: αυτοπροσώπως / παρών

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές σε συνολικά 17 κατηγορίες, για αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Μάιο του 2018 στη Λεμεσό, ήτοι συνωμοσία με τρίτο πρόσωπο, που κατονομάζεται, με σκοπό τη διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή απείθειας κατά νόμιμων διαταγών (2η Κατηγορία – άρθρο 372 ΠΚ). Επίσης, για τον καταρτισμό εγγράφων χωρίς νόμιμη εξουσία ή δικαιολογία με σκοπό την καταδολίευση, ήτοι εγγράφων εντός των φακέλων παρουσίασης με τους αριθμούς που αναφέρονται, που τηρούντο στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού (35η Κατηγορία, 36η Κατηγορία, 39η Κατηγορία, 40η Κατηγορία, 43η Κατηγορία, 44η Κατηγορία, 47η Κατηγορία, 48η Κατηγορία – Καταρτισμός εγγράφου χωρίς νόμιμη εξουσία ή δικαιολογία, άρθρο 343(α) ΠΚ). Περαιτέρω, για απείθεια στα δικαστικά διατάγματα που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων που αναφέρονται, που έθεταν σχετικό όρο για την εξασφάλιση της παρουσίας, ειδικότερα για παράλειψη εμφάνισης και υπογραφής στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού (37η Κατηγορία, 38η Κατηγορία, 41η Κατηγορία, 42η Κατηγορία, 44η Κατηγορία, 45η Κατηγορία, 46η Κατηγορία, 49η Κατηγορία, 50η Κατηγορία – Απείθεια, άρθρο 137 ΠΚ).

 

Ο καταρτισμός εγγράφων χωρίς νόμιμη εξουσία, κατά το άρθρο 343(α) ΠΚ, είναι κακούργημα και τιμωρείται με φυλάκιση έως και επτά χρόνια, ενώ η απείθεια κατά νόμιμων διαταγών, κατά το άρθρο 137 ΠΚ, είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και δύο χρόνια. Προφανώς, σοβαρότερα είναι τα αδικήματα της κατάρτισης των εγγράφων χωρίς νόμιμη εξουσία, με γνώμονα την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία και αναπόφευτη, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Στο άρθρο 343 ΠΚ, που είναι όπως αναφέρθηκε είναι σοβαρό αδίκημα, ο νομοθέτης δεν ποινικοποιεί απλώς την ψευδή υπογραφή ως τυπική ανακρίβεια, αλλά την ιδιοποίηση ξένης νομικής βούλησης μέσω εγγράφου. Το έγγραφο, κατά τη λειτουργία του στο δίκαιο, αποτελεί φορέα δήλωσης βούλησης και μέσο παραγωγής έννομων συνεπειών, υποκαθιστώντας τη φυσική παρουσία του δηλούντος. Όταν, συνεπώς, κάποιος καταρτίζει ή υπογράφει έγγραφο ως άλλος χωρίς νόμιμη εξουσία ή δικαιολογία, δεν προβαίνει απλώς σε ψευδή αναφορά, αλλά παριστάνει το ίδιο το υποκείμενο του δικαίου, αποδίδοντας στο έγγραφο κύρος που προϋποθέτει γνήσια βούληση τρίτου. Το έννομο αγαθό που προσβάλλεται είναι η ασφάλεια των συναλλαγών και η αξιοπιστία της έννομης τάξης. Η κοινωνική και νομική ζωή λειτουργεί στη βάση της εμπιστοσύνης ότι οι έγγραφες δηλώσεις αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα και σε πραγματική βούληση. Η ανατροπή της εμπιστοσύνης αυτής δεν πλήττει μόνο μεμονωμένες έννομες σχέσεις, αλλά υπονομεύει τη λειτουργικότητα και την προβλεψιμότητα του δικαίου. Η απαίτηση του σκοπού καταδολίευσης καταδεικνύει ότι δεν τιμωρείται το λάθος ή η αμέλεια, αλλά η δόλια κατασκευή φαινόμενης βούλησης, με πρόθεση να παραπλανηθεί τρίτος και να παραχθούν έννομα αποτελέσματα ψευδώς. Η πράξη, ως εκ τούτου, εμφανίζει στον νόμο αυξημένη αντικειμενική απαξία, ανεξάρτητα από την επέλευση συγκεκριμένης ζημίας, καθότι η προσβολή είναι συστημική και αφορά την εμπιστοσύνη στο έγγραφο ως θεμελιώδες εργαλείο της έννομης τάξης.

 

Παρεμβάλλεται και ό,τι αναφέρθηκε στη CCC Laundries (Paphos) Ltd v. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288 και επαναλήφθηκε στις Γ. Κ. v. Αστυνομίας, ΠΕ13/2023, 30.5.2023 και Νεοκλή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 174/2022, 31.10.2023, σε σχέση με το αδίκημα της απείθειας σε δικαστικά διατάγματα, πως η απείθεια συνιστά σοβαρό αδίκημα για το οποίο απαιτείται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Η συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θέματα της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και η ανυπακοή προς αυτό ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης και δυναμιτίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες [βλ. και Κay v. Municipality of Larnaca (1982) 2 ΑΑΔ 236]. Τέτοιου είδους συμπεριφορά δεν έγινε οποτεδήποτε ανεκτή και οι παραβάτες, όταν είναι φυσικά πρόσωπα, κατά κανόνα, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης. Η χρηματική ποινή μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται. Ποιες είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις δεν μπορεί να εκτεθεί εκ προοιμίου ή εξαντλητικά.

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι όσα προκύπτουν και από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, αλλά και όσα πρόσθετα εκτέθηκαν. Εξ αυτών, σημειώνονται πως τα στοιχεία που λειτουργούν επιβαρυντικά είναι τα εξής: Ο φάκελος παρουσίασης στον Αστυνομικό Σταθμό αποτελεί δημόσιο έγγραφο, λειτουργικής σημασίας. Είναι μηχανισμός ελέγχου συμμόρφωσης με δικαστικό όρο. Η πλασματική υπογραφή τρίτου προσώπου διαβρώνει την εμπιστοσύνη του κράτους στη γνησιότητα της διαδικασίας. Αν και το αδίκημα τυποποιείται ως πλαστογραφικής φύσης, λειτουργεί εργαλειακά για να παρακαμφθεί δικαστικό διάταγμα. Η πράξη στρέφεται πρόσθετα κατά της αποτελεσματικότητας των όρων ελευθερίας και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της απονομής της Δικαιοσύνης. Υπήρξαν περισσότερες από μία ημερομηνίες, ίδια μέθοδος, συνεννόηση με τρίτο πρόσωπο, που ενεπλάκη και είχε συνέπειες· είχε όμως και το πρόσωπο αυτό ενεργό ρόλο. Δεν ήταν ευκαιριακή παραβίαση, αλλά μοτίβο παραπλάνησης, και αυτό ενώ υπήρχε η δυνατότητα, εάν υπήρχε δυσκολία με τη συμμόρφωση προς συγκεκριμένο όρο που τέθηκε προς εξασφάλιση της παρουσίας σε δικαστικές διαδικασίες, να υπάρξουν ανάλογα αιτήματα στα Δικαστήρια που τον έθεσαν, ούτως ώστε να μην προκληθεί δυσανάλογη ταλαιπωρία. Είναι, όμως, έκδηλο πως υπήρξε άγνοια, ως προς τον τρόπο ορθής ή πλήρους επικοινωνίας με τα Δικαστήρια, συνθήκη η οποία δεν μπορεί να καταλογιστεί μεμονωμένα στον δράστη τέτοιων αδικημάτων. Υπήρξε μετέπειτα συμμόρφωση με τους όρους που εξασφάλιζαν την παρουσία στις ποινικές υποθέσεις που αναφέρθηκαν. Η αντικειμενική απαξία που αναδύεται από τον τρόπο δράσης είναι ουσιώδης, αλλά όχι και ακραία. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά των «χειρότερων μορφών» του αδικήματος (π.χ. οικονομικό όφελος, εκτεταμένη ή συντονισμένη απάτη, κ.λπ.). Συναφώς, στην όλη στάθμιση, προστίθενται και ο μη βίαιος ή επιθετικός χαρακτήρας της πράξης, η οποία δεν στράφηκε κατά προσώπων, δεν περιείχε απειλή, εξαναγκασμό ή εκφοβισμό, δεν προκάλεσε φόβο ή διακινδύνευση σωματικής ακεραιότητας. Έπειτα, δεν προέκυψε άμεση διατάραξη της δημόσιας τάξης, κίνδυνος για τρίτους, επιπτώσεις σε θύματα. Η βλάβη είναι θεσμική και κυρίως αφηρημένη. Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το γεγονός ότι δεν υπήρξε περιουσιακό όφελος ή ζημία του δημοσίου ή ιδιώτη ούτε εμπορική ή επαγγελματική εκμετάλλευση. Η πράξη εξυπηρετούσε αποφυγή χρονίζουσας και επαναλαμβανόμενης υποχρέωσης, ενόψει και του χρόνου που είχαν τεθεί και διαρκέσει οι όροι, σε υποθέσεις του 2017· όχι κέρδος. Αντικειμενικά, δεν καταγράφεται ρητή άρνηση συμμόρφωσης, επιδεικτική περιφρόνηση του Δικαστηρίου, δημόσια πρόκληση ή απαξίωση της δικαστικής εξουσίας. Στη συνολική στάθμιση, τα αδικήματα που διαπράχθηκαν δεν είναι ήσσονος σημασίας, δεν είναι όμως και από εκείνα που απατούν εξαντλητική ποινική καταστολή. Υπάρχει περιθώριο ποινικής μεταχείρισης μακριά από το ανώτατο πλαίσιο ποινής του άρθρου 343(α) ΠΚ.

 

Αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, στις υποθέσεις αρ. 3/1989, 4/1989, 5/1989, 6/1989, 7/1989 και 8/1989, για πλαστογραφία και συναφή αδικήματα, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη στην υπόθεση 16078/1989, η οποία αφορούσε παρόμοια αδικήματα. Έχει παρέλθει, ασφαλώς, πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε, και δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική επιβάρυνση.

 

Υπήρξε πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος τόσο από τη λήξη της επίδικης παράβασης όσο και μέχρι σήμερα, παράμετρος που συνεκτιμάται στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής.

 

Συνεκτιμάται, επίσης, το γεγονός ότι η ποινική δίωξη εναντίον της συγκατηγορούμενης, δηλαδή της Κατηγορούμενης 1, αναστάλθηκε, ενώ σύμφωνα με τη θεληματική κατάθεσή της, ήταν πρόσωπο με κεντρικό ρόλο.

 

Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Περιλαμβάνουν την ηλικία (άτομο περίπου 68 ετών), τις οικογενειακές υποχρεώσεις, και τα προβλήματα υγείας, που αναφέρθηκαν.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο, στο στάδιο και υπό τις συνθήκες που έγινε. Σε κάθε περίπτωση συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.

 

Λόγω της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, και ιδίως της θεσμικής απαξίας που φέρει ο καταρτισμός εγγράφων χωρίς νόμιμη εξουσία, η επιβολή απλής χρηματικής ποινής ή άλλης εναλλακτικής κύρωσης δεν θα ήταν ικανή να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της ποινής. Η φύση της πράξης, η οποία δεν εξαντλείται σε τυπική παραβίαση αλλά συνίσταται σε δόλια κατασκευή φαινόμενης συμμόρφωσης προς έννομες υποχρεώσεις, με ειδικότερη αναφορά σε όρους δικαστικού διατάγματος, επιβάλλει ως αρμόζουσα κατ’ είδος ποινή την ποινή φυλάκισης. Η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν υπαγορεύεται από διάθεση τιμωρητικής αυστηρότητας, αλλά από την ανάγκη σαφούς οριοθέτησης της ανεκτής συμπεριφοράς έναντι των θεσμών της έννομης τάξης. Αντανακλά την αυξημένη αντικειμενική απαξία της πράξης, που έχει επιλέξει ο ίδιος ο νομοθέτης, και εκπέμπει σαφές αποτρεπτικό μήνυμα προς το κοινωνικό σύνολο ότι η πλασματική συμμόρφωση και η παραπλάνηση των μηχανισμών του κράτους δικαίου δεν μπορούν, ως γενική αρχή και απαρχή, να αντιμετωπίζονται ως ήσσονος σημασίας παραβάσεις. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όσα προαναφέρθηκαν ως αντικειμενικά και υποκειμενικά ελαφρυντικά [δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, δεν προκλήθηκε περιουσιακή ζημία, δεν υπήρξαν θύματα, η βλάβη ήταν θεσμική και αφηρημένη, δεν πρόκειται για «χειρότερη μορφή» του άρθρου 343(α), ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση από την τέλεση, επήλθε συμμόρφωση, η ηλικία και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 καθιστούν τον κίνδυνο υποτροπής οριακό], που συσσωρεύουν ένα μεγάλο ποσοστό ελάφρυνσης, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Ως αποτέλεσμα, ενώ θεμελιώνεται η ανάγκη επιβολής ποινής φυλάκισης, επιτρέπεται στο Δικαστήριο να κινηθεί αισθητά κάτω από το ανώτατο πλαίσιο που προβλέπει ο νόμος.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιβολή ποινής φυλάκισης διάρκειας 12 μηνών, επιβληθείσας σε μία κατηγορία (35η Κατηγορία) και λαμβάνουσας υπόψη το σύνολο των συναφών πράξεων που περιγράφονται στις υπόλοιπες κατηγορίες, κρίνεται αναλογική και επαρκής. Για σκοπούς ελέγχου της αναλογικότητας, αναφέρεται πως είναι χαμηλότερη από την ποινή των 15 μηνών που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνου, Υπόθεση 776/2011, ημερομηνίας 22.2.2016, προ αρκετών ετών, στην οποία υπήρχαν, όμως, και διαφορετικής φύσης επιβαρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένης της ύπαρξης και της έκτασης της βλάβης. Η επιλογή μη επιβολής διακριτών ποινών στις λοιπές κατηγορίες δεν συνιστά επιείκεια, αλλά εφαρμογή της αρχής της απορρόφησης της απαξίας, ώστε να αποφεύγεται ποινικός πληθωρισμός και να διατηρείται η εσωτερική συνοχή της ποινικής κρίσης.

 

Επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2:

 

35η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

Ενόψει της επιβολής ποινών φυλάκισης στην προαναφερόμενη κατηγορία, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, καμία περαιτέρω ποινή, σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες.

 

Έχοντας καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης είναι η αρμόζουσα κατ’ είδος ποινή, το Δικαστήριο εξετάζει ακολούθως, σε διακριτό στάδιο, κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της εξουσίας του για αναστολή της εκτέλεσής της. Η εξουσία αυτή ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].

 

Συνεκτιμώνται η φύση των αδικημάτων και ο τρόπος διάπραξής τους, η πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος από την τέλεσή τους, η προχωρημένη ηλικία, τα προβλήματα υγείας, καθώς και η μεταγενέστερη συμμόρφωση με τους όρους που είχαν αποτελέσει το εφαλτήριο των κακουργηματικών πράξεων. Ακόμα, λαμβάνεται υπόψη ότι δεν συντρέχει άμεσος και ενεργός κίνδυνος τέλεσης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον. Τα στοιχεία αυτά δεν μειώνουν τη σοβαρότητα της αξιόποινης συμπεριφοράς, πλην όμως, συνθέτουν ειδικά δεδομένα, από τα οποία προκύπτει πως ο σκοπός της αποτροπής επιτυγχάνεται επαρκώς με την ίδια την επιβολή ποινής φυλάκισης, χωρίς η αναστολή της εκτέλεσής της να διαταράσσει το κοινωνικό μήνυμα. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής δεν συνιστά επιείκεια ούτε υποβάθμιση της καταδικαστικής κρίσης, αλλά αποτελεί άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη βάση συγκεκριμένων και εξατομικευμένων κριτηρίων. Η εκτέλεση της ποινής θα τελεί υπό όρο για ορισμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται στα τρία έτη, και είναι το ανώτατο προβλεπόμενο. Η ποινή φυλάκισης με τριετή αναστολή, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, διασφαλίζει την επίτευξη των σκοπών της ποινής, τόσο σε ατομικό όσο και σε γενικό επίπεδο, χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

 

Εξηγείται ότι: η ποινή φυλάκισης είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς της. Αναστάλθηκε μόνον η εκτέλεση αυτής της ποινής, για 3 χρόνια από σήμερα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Αυτή η περίοδος των 3 ετών είναι δεσμευτική. Ο όρος που τίθεται είναι ο εξής: Σε περίπτωση που εντός αυτών των 3 ετών διαπραχθεί οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, σε περίπτωση καταδίκης, το Δικαστήριο δυνατόν, πέραν της ποινής που μπορεί να επιβληθεί γι’ αυτό, να ενεργοποιήσει και την ποινή που επιβλήθηκε σε αυτήν την υπόθεση ή μέρος της.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο