ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. A. E., Υπόθεση αρ. 1283 / 2026, 30/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. A. E., Υπόθεση αρ. 1283 / 2026, 30/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 1283 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

Α. A. E.

 

 

___________________

Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Ιωάννου (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, για διάρρηξη κτηρίου και κλοπή [άρθρα 294(α), 255 ΠΚ] αδίκημα που φέρεται να διαπράχθηκε στη Λεμεσό, μεταξύ των ημερομηνιών 22.1.2026 και 23.1.2026.

 

Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 10.2.2026.

 

Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), και περαιτέρω εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις (Τεκμήρια Β-Γ). Υπήρξε ενσταση στο αίτημα για την κράτηση. Ακούστηκε σχετική επιχειρηματολογία.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.

 

Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του κάθε Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο κάθε Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του κάθε Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του κάθε Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχει σοβαρότητα, με γνώμονα την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας. Αυτό ασχέτως της αξίας της περιουσίας που κλάπηκε κατόπιν διάρρηξης, σημείο στο οποίο δόθηκε έμφαση από την πλευρά της Υπεράσπισης, καθότι πρόκειται για διάρρηξη εστιατορίου και κλοπή τροφίμων υπό πείνα, χωρίς η αναφορά να συνιστά παραδοχή. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης, που βασίζεται στα εξής: Την 23.1.2026 ώρα 13:00 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από συγκεκριμένο πρόσωπο, ιδιοκτήτη εστιατορίου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ότι το χρονικό διάστημα που αναφέρει διαρρήχθηκε το εστιατόριο, έγιναν επιτόπιες εξετάσεις βάσει των οποίων διαπιστώθηκε ότι η είσοδος και έξοδος επιτεύχθηκε από την ξύλινη πόρτα της αποθήκης που συγκοινωνεί με την πόρτα της κουζίνας, κατόπιν παραβίασης της κλειδαριάς με αιχμηρό αντικείμενο. Εξαιτίας της φύσης του υποστατικού και της μη προστασίας της σκηνής, λόγω εργασίας του προσωπικού στον χώρο, δεν υπήρχε δυνατότητα επιστημονικών εξετάσεων, όμως εντός του εστιατορίου υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και πλάνα παραδόθηκαν στην Αστυνομία, επιθεωρήθηκαν από μέλος της Αστυνομίας που έδωσε σχετική καταθεση, και στο πρόσωπο του δράστη αναγνωρίστηκε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε απασχολήσει την Αστυνομία με παλαιότερες υποθέσεις. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ο ίδιος τήρησε δικαίωμα σιωπής. Βάσει της μαρτυρίας, που δεν αξιολογείται, μπορεί να εξαχθει ορατή πιθανότητα καταδίκης, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Ο Κατηγορούμενος είναι 36 ετών. Κατάγεται από τη Συρία. Οι δεσμοί του με την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ισχυροί, παρά την πολυετή παραμονή του στην Κύπρο με άλλα μέλη της οικογένειάς του, δεν έχει διεύθυνση διαμονής, είναι άστεγος, δεν έχει εργασία ή γνωστές κοινωνικές δραστηριότητες, ενώ έχει σχέση και με άλλη χώρα, τη χώρα καταγωγής του, χωρίς οτιδήποτε να εμποδίζει αντικειμενικά τη διαφυγή του, ενόψει και της σοβαρότητας του αδικήματος και του ενδεχομένου να υποστεί φυλάκιση, σε περίπτωση καταδίκης. Δεν υπάρχουν περιστάσεις που να τον καθηλώνουν στη Δημοκρατία, ούτε το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε υπόσχεσή του ότι θα τηρήσει περιοριστικούς όρους, τους οποίους μπορεί απλώς και να μην τηρήσει. Τα δεδομένα δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς προς άλλη κατεύθυνση, από τα δεδομένα της πολύ πρόσφατης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Corneci, ΠΕ6/2026, 19.1.2026, στην οποία θεωρήθηκε ότι οι περιοριστικοί όροι που είχαν προτεραιοποιηθεί, υπό τέτοιες συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη φύση της κατηγορίας (εκεί ο λόγος ήταν για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης) και τις πιθανότητες καταδίκης, κατά τρόπο ώστε να υπερτερεί η ανάγκη διασφάλισης της απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, η σοβαρότητα του αδικήματος και η πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορούμενου, συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος ο φυγοδικίας, της έκτασης και της φύσης που, λόγω και του τρόπου ζωής του Κατηγορούμενου, να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους, οι οποίοι να πρέπει να προτεραιοποιηθούν, και να καθιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο την κράτηση, μέχρι τη δίκη.

 

Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του κάθε Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά μόνο, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ένας Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ένας Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ενδεχομένως ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κάθε Κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι ένα Κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί από μόνη της ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].

 

Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, στην οποία έγινε παραπομπή και από την πλευρά της Υπεράσπισης, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15]

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, καταρχάς σημειώνεται εκ νέου πως, αν και είναι αυτοτελής αυτός ο λόγος κράτησης, πως συνεκτιμάται το γεγονός ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούνεμενος έχει σοβαρότητα, με γνώμονα την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας, και ότι, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε, στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί και ορατή πιθανότητα καταδίκης. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Αντιμετωπίζει, όμως, δύο εκκρεμείς υποθέσεις, την υπόθεση αρ.7213/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, για εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, αδίκημα που φέρεται να διαπράχθηκε την 11.7.2020, και την υπόθεση 15155/2025 Ε.Δ Λεμεσού για αδικήματα κατά της περιουσίας που φέρονται να διαπράχθηκαν την 24.10.2025. Στο κατηγορητήριο της προαναφερόμενης υπόθεσης ειναι ενσωματωμένοι και οι ποινικοί φάκελλοι άλλων υποθέσεων, που αφορούν επίσης αδικήματα κατά της περιουσίας και συναφή αδικήματα, σε κοντινές ημερομηνίες (Τεκμήρια Β-Γ), Ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό περιοριστικούς όρους κατά τη φερόμενη διάπραξη των αδικημάτων στην υπό εξέταση υπόθεση. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων των εκκρεμών υποθέσεων και την έκταση της σχετικής επιβάρυνσης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι άστεγος και άνεργος, αντικειμενικά, αναδύεται ο κίνδυνος διάπραξης αδικημάτων μέχρι τη δίκη, ενεργός, άμεσος, πραγματικός, ειδικότερα για τη διάπραξη αδικημάτων κατά της περιουσίας, διατύπωση που δεν εναντιώνεται και διατηρεί συνεχώς σε υπόμνηση ότι ο Κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και μπορεί ασφαλώς να προσδοκά λογικά και στην αθώωσή του. Η συνολική εικόνα είναι πως υπάρχει ορατός ενεργός κίνδυνος διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων, που να δικαιολογεί την κράτηση.

 

Ο χρόνος της κράτησης, μέχρι την 10.2.2026, συνεκτιμάται και δεν καθιστά την κράτηση δυσανάλογη.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση, για αμφότερους τους λόγους πάνω στους οποίους έχει βασιστεί. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής.

 

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.

[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.

[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.

[11] Clooth v. Belgium (1991).

[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.

[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.

[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.

[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadeg?l ?zdemir v. Turkey, 2005, § 44.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο