ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
ΕΕΣ 4 / 2025
Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004
και
τον ΚΩΣΤΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
___________________
Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Βαρνάβας, για την Κεντρική Αρχή
Ευανθία Κωνσταντίνου (κα), για τον Καθ’ ου η αίτηση
Καθ’ ου η αίτηση: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Το αίτημα
Την 25.8.2025, εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) από τις Αρχές της Γερμανίας, με βάση τις διατάξεις της Απόφασης ‒ Πλαισίου του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (2002/584/ΔΕΥ) (η Απόφαση – Πλαίσιο). Δια του ΕΕΣ, ζητείται η έκδοση του κατονομαζόμενου στο ένταλμα προσώπου, εκζητούμενου/Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος κατάγεται από την Κύπρο.
Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο ΕΕΣ, ο Καθ’ ου η αίτηση φέρεται να διέπραξε, το 2023, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής κατονομαζόμενου νομικού προσώπου, αδικήματα φοροδιαφυγής ύψους €1.796.689,12, ενώ φέρεται να συμμετείχε και σε κύκλωμα φορολογικής απάτης, που κόστισε στο γερμανικό δημόσιο €12.736.196,74.
Διαδικασία
Βάσει του ΕΕΣ, ο Καθ’ ου η αίτηση συνελήφθη την 25.9.2025 και οδηγήθηκε αυθημερόν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (με άλλη σύνθεση), Με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 29.10.2025, είχε αποφασιστεί η εκτέλεση του ΕΕΣ και η έκδοση του Καθ’ ου η αίτηση στη Γερμανία. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε, και με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 24.11.2025, διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης.
Κατά την 26.11.2025, ο Καθ’ ου η αίτηση εμφανίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (παρούσα σύνθεση) εκπροσωπούμενος στη διαδικασία από δικηγόρο. Έγινε η ταυτοποίησή του και οι σχετικές ενημερώσεις με βάση το άρθρο 17 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(I)/2004 (ο νόμος). Έπειτα, ενώ τελούσε υπό κράτηση από τη σύλληψή του, 25.9.2025, μέχρι και την 26.11.2025, απολύθηκε προσωρινά με τη θέση περιοριστικών όρων, βάσει του άρθρου 18 του νόμου.
Δεν υπήρξε συγκατάθεση στην παράδοσή του, ακολούθησε ακροαματική διαδικασία βάσει του άρθρου 20 του νόμου. Ενόψει της ανάγκης επανεκδίκασης, σε συνάρτηση με την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος του εκζητουμένου να διορίσει δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, δεν ήταν εφικτό η απόφαση για την εκτέλεση του ΕΕΣ να ληφθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 23 του νόμου, επομένως έγινε η σχετική ενημέρωση για την προβλεπόμενη παράταση, ενώ η διαδικασία συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε κατά προτεραιότητα και το συντομότερο δυνατόν.
Το κράτος έκδοσης, μέσω της Κεντρικής Αρχής, παρουσίασε μαρτυρία από τους Αστ.1807 Μ. Περικλέους (ΜΑ1) και Προκόπη Χίντικο (ΜΑ2), ενώ μαρτυρία παρουσιάστηκε και από τον Καθ’ ου η αίτηση (ΜΥ1), και τη λειτουργό του Πρωτοκολλητείου Άννα Στυλιανού (ΜΥ2). Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας σχετικά με τη δυνατότητα εκτέλεσης του ΕΕΣ και αντίθετα.
Ειδικότερα, οι υπερασπίσεις που προωθήθηκαν από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, είναι οι εξής:
(α) Καθ’ όλον τον χρόνο που εκκρεμούσε η διαδικασία εκδίκασης του ΕΕΣ και μέχρι σήμερα, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είχε ουσιαστική εκπροσώπηση από δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, ζήτημα που συνυφαίνεται με τη δίκαιη δίκη.
(β) Δεν υφίσταται εθνικό ένταλμα σύλληψης, αλλά ό,τι υφίσταται, είναι εθνικό ένταλμα έρευνας, συνθήκη που καθιστά το ΕΕΣ μη έγκυρο, αλλά και που καταδεικνύει ότι δεν εκδόθηκε για την άσκηση ποινικής δίωξης.
(γ) Συνδυαστικά με τα προαναφερόμενα, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του Καθ’ ου η αίτηση στο κράτος έκδοσης και η αρχή της αναλογικότητας, με δεδομένο και το γεγονός ότι υφίσταντο λιγότερο επαχθή μέτρα, περιλαμβανομένης της βούλησης του Καθ’ ου η αίτηση να συνεργαστεί και να παράσχει όλα τα στοιχεία που τυχόν χρειάζονται οι γερμανικές ανακριτικές Αρχές.
Μαρτυρία
Λόγω της φύσης της διαδικασίας, η μαρτυρία αξιολογείται στο μέτρο που απαιτείται για την απόφαση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συνοχή και την αντικειμενική στήριξη της μαρτυρίας στο σύνολο του υλικού, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία των κατηγοριών.
Ο ΜΑ1, Αστ.1807 Μ. Περικλέους, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 25.9.2025 (Τ1), στην οποίαν αναφέρθηκε στη σύλληψη του Καθ’ ου η αίτηση, η οποία έγινε την 25.9.2025, στη βάση του ΕΕΣ (Τ2), κατόπιν σχετικής επίστησης, καθώς και στην πληροφόρηση του Καθ’ ου η αίτηση για τα δικαιώματά του (Τ3, Τ4). Από την κυρίως εξέταση και την αντεξέταση του μάρτυρα, δεν προκύπτουν αντιφάσεις σχετικά με τα γεγονότα που γνωρίζει και κατέθεσε, τα οποία βασίζονται σε έγγραφη μαρτυρία, ούτε του υποβλήθηκε οτιδήποτε που να αντικρούει τα αναφερόμενα από αυτόν γεγονότα σχετικά με τη σύλληψη και τις ενημερώσεις που έγιναν στον Καθ’ ου η αίτηση. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΑ1.
Ο ΜΑ2, Προκόπης Χίντικος, εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, στη Μονάδα Διεθνούς Συνεργασίας, με σχετική εμπειρία. Κατέθεσε την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με τις Αρχές του κράτους έκδοσης, αναφερόμενος σε όλες τις ενέργειές του, με χρονολογική σειρά. Στην αλληλογραφία που κατατέθηκε, περιλαμβάνονται τα εξής ή και προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα:
§ Ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 30.9.2025 από τους δικηγόρους του Καθ’ ου η αίτηση προς την Κεντρική Αρχή, δια της οποίας εκφράζεται η επιθυμία του να ανακριθεί στην Κύπρο και να συνεργαστεί, καθότι θεωρεί ότι είναι θύμα επιτήδειων και ότι δεν ήταν πράγματι ο διαχειριστής της εταιρείας, η οποία αναφέρεται στο ΕΕΣ. Ο λόγος που ζητήθηκε η συγκεκριμένη διευκόλυνση ήταν γιατί χρειαζόταν την παρουσία των Κύπριων δικηγόρων του, ενώ δεν είχε χρήματα για να διορίσει δικηγόρο στη Γερμανία (Τ5).
§ Επιστολή ημερομηνίας 2.10.2025 και ηλεκτρονικό μήνυμα ίδιας ημερομηνίας, δια των οποίων η Κεντρική Αρχή διαβίβασε το ως άνω αίτημα των δικηγόρων του Καθ’ ου η αίτηση. Με την ίδια επιστολή, ζητήθηκαν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία και κατά πόσον είναι εφικτή η χρήση του θεσμού της νομικής αρωγής βάσει της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Παράλληλα, ζητήθηκαν διευκρινίσεις ως προς τον σκοπό της έκδοσης του ΕΕΣ, εάν είναι για σκοπούς ποινικής δίωξης, ενώ, με δεδομένο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είναι Κύπριος, ζητήθηκαν εγγυήσεις βάσει του άρθρου 5 § 3 της Απόφασης – Πλαισίου, για έκτιση τυχόν ποινής στην Κύπρο. Ζητήθηκε απάντηση πριν από την 8.10.2025, που η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, για να αποφασίσει σχετικά με την εκτέλεση του ΕΕΣ (Τ6).
§ Την 6.10.2025, το κράτος έκδοσης απάντησε ότι δεν είναι εφικτό ο Καθ’ ου η αίτηση να ανακριθεί στην Κύπρο, και ότι με βάση τον εγχώριο κώδικα ποινικής δικονομίας θα του διορίσει δικηγόρο υπεράσπισης το κράτος. Απαντήθηκε, επίσης, πως το ΕΕΣ εκδόθηκε με σκοπό την ποινική δίωξη του Καθ’ ου η αίτηση, εκκρεμούσης και της απόφασης μετά την ακρόασή του και την ολοκλήρωση της έρευνας. Δόθηκαν οι εγγυήσεις που ζητήθηκαν (Τ7).
§ Την 7.10.2025, η Κεντρική Αρχή ευχαρίστησε το κράτος έκδοσης για την απάντηση και επανέλαβε την ερώτηση που δεν είχε απαντηθεί, ως προς τον τρόπο διορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης σε αυτό το στάδιο, καθώς εκκρεμεί η διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ στην Κύπρο (Τ8).
§ Την ίδια ημέρα, 7.10.2025, με διακριτό ηλεκτρονικό μήνυμα, η Κεντρική Αρχή παρέθεσε στο κράτος έκδοσης την πρόνοια του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διορισμού δικηγόρου με νομική αρωγή, εάν ήταν δυνατόν εντός της ημέρας, ενόψει της επικείμενης ακρόασης (Τ9).
§ Την ίδια ημέρα, 7.10.2025, το κράτος έκδοσης απάντησε πως ο Καθ’ ου η αίτηση μπορεί να επιλέξει δικηγόρο μέσα από έναν κατάλογο και, εάν δεν επιθυμεί να επιλέξει, το Δικαστήριο θα του ορίσει έναν. Εάν γνωρίζει ήδη τον δικηγόρο, μπορεί να τον επιλέξει, εάν δεν μπορεί να πληρώσει τον δικηγόρο, τα έξοδά του θα καταβληθούν από το κράτος (Τ10).
§ Την 8.10.2025, η Κεντρική Αρχή ζήτησε τον κατάλογο των δικηγόρων και επιβεβαίωση κατά πόσον τα έξοδά του θα καταβάλει το γερμανικό κράτος, και την ίδια ημέρα, το κράτος έκδοσης, με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, απέστειλε τον κατάλογο των δικηγόρων και ενημέρωσε πως ο ευκολότερος τρόπος είναι ο Καθ’ ου η αίτηση να επιλέξει πέντε δικηγόρους, για να υπάρχουν διαθέσιμες επιλογές, καθώς υπάρχει δυνατότητα μη αποδοχής της εντολής από κάποιον επιλεγόμενο/διοριζόμενο δικηγόρο. Κατόπιν της επιλογής, θα ενημερωθεί ο δικηγόρος της επιλογής του Καθ’ ου η αίτηση με τα στοιχεία της υπόθεσης. Έγινε εισήγηση να επιλεγεί δικηγόρος που να εξυπηρετεί την περιφέρεια στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο (Τ11, Τ12).
§ Την 9.10.2025, οι δικηγόροι του Καθ’ ου η αίτηση στην Κύπρο, ανταποκρινόμενοι άμεσα, έδωσαν τα ονόματα πέντε δικηγόρων στην περιφέρεια που αναφέρθηκε. Ζητήθηκε, μόλις γίνει ο διορισμός, να υπάρξει η ανταλλαγή των στοιχείων, για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν σχετικά με την υπόθεση (Τ13).
§ Την 10.10.2025, η επιλογή του Καθ’ ου η αίτηση διαβιβάστηκε μέσω της Κεντρικής Αρχής στο κράτος έκδοσης, ζητώντας όπως η σχετική πληροφόρηση ληφθεί πριν από την 16.10.2025, που η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, για να αποφασίσει εάν θα εκτελεστεί ή όχι το ΕΕΣ (Τ14).
§ Την 14.10.2025, έγινε υπόμνηση από την Κεντρική Αρχή ότι αναμένεται απάντηση, ενόψει της επικείμενης ακρόασης, ωστόσο την 15.10.2025 η ενημέρωση ήταν ότι δεν υπήρχε κάτι νεότερο. Ήταν την 20.10.2025 που υπήρξε πληροφόρηση πως διορίστηκε ως δικηγόρος ο Μ.Α. (Τ15).
§ Την 29.10.2025, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (άλλη σύνθεση) αποφάσισε την εκτέλεση του ΕΕΣ και την έκδοση του Καθ’ ου η αίτηση στη Γερμανία, προωθήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες (Τ16), ωστόσο τα ταξιδιωτικά πλάνα ματαιώθηκαν, λόγω του ότι εφεσιβλήθηκε η εν λόγω απόφαση (Τ17). Όταν το Εφετείο, την 24.11.2025, αποφάσισε την επανεκδίκαση της υπόθεσης, την 25.11.2025 ενημερώθηκε, μέσω της Κεντρικής Αρχής, το κράτος έκδοσης, ζητώντας εκ νέου ενημέρωση για το θέμα του διορισμού του δικηγόρου στο κράτος έκδοσης (Τ18).
§ Την 25.11.2025, το κράτος έκδοσης ανέφερε πως την 13.10.2025 είχε γίνει ο διορισμός του Μ.Α. ως δικηγόρου, ο οποίος, όμως, εφεσίβαλε τον διορισμό του, και ότι πρέπει να αποφασίσει το γερμανικό Δικαστήριο σχετικά (Τ19).
§ Την 26.11.2025, η Κεντρική Αρχή ενημέρωσε το κράτος έκδοσης πως το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε τεθεί η υπόθεση για επανεκδίκαση την 26.11.2025, μετά την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 24.11.2025, όρισε την υπόθεση για επανεκδίκαση την 9.12.2025, επομένως η παράκληση ήταν να υπάρξει ενημέρωση σε σχέση με τις εξελίξεις στο θέμα του δικηγόρου μέχρι τότε (Τ20).
§ Την 8.12.2025, η Κεντρική Αρχή προέβη σε σχετική υπενθύμιση για την αναμενόμενη απάντηση, ενόψει της επικείμενης ακρόασης την επομένη (Τ21).
§ Την 9.12.2025, το κράτος έκδοσης απάντησε «The Court will appoint a new lawyer. Hope this happens this week» (Τ22), ενώ το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση για την 22.12.2025, για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία.
§ Την 18.12.2025, έγινε υπόμνηση από την Κεντρική Αρχή ότι αναμένεται απάντηση για το θέμα του δικηγόρου, ενόψει της επικείμενης ακρόασης την 22.12.2025 (Τ23). Την 22.12.2025 η ακρόαση της υπόθεσης είχε αναβληθεί, για διάφορο λόγο, και εκ των πραγμάτων, με τον ορισμό της, εκ νέου, την 9.1.2026, είχε δοθεί περαιτέρω χρόνος για την επίλυση αυτού του ζητήματος. Την 7.1.2026, η Κεντρική Αρχή ζήτησε από το κράτος έκδοσης πληροφόρηση, επισημαίνοντας ρητά τον κίνδυνο, εάν δεν υπάρξει πρόοδος, να μην εκτελεστεί το ΕΕΣ (Τ24), με δε πλήρη επιστολή της, η Κεντρική Αρχή, εξέθεσε το ιστορικό της όλης υπόθεσης, επισημαίνοντας την πολύμηνη εκκρεμότητα (Τ25).
§ Την 8.1.2026, το κράτος έκδοσης απάντησε «Sorry for the late response. The lawyer A. withdraw his appeal, but asked the local court to assign another lawyer. Up to now Mr. A is still the appointed lawyer for Mr K.» (Τ26).
Δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη των Τ5-Τ26 και όσα ανέφερε ο ΜΑ2 σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη. Η μαρτυρία του ΜΑ2 ήταν περιορισμένη στη γνώση που λαμβάνει από τα έγγραφα και στις ενέργειες στις οποίες προέβη, εκπροσωπώντας την Κεντρική Αρχή. Ο ίδιος δεν είναι ειδικός σε θέματα δικαίου ή αλλοδαπού δικαίου. Δεν υπάρχουν σημεία αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του, η οποία είναι αποδεκτή.
Η μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση (ΜΥ1) δεν προσέφερε οτιδήποτε στη διαδικασία. Αρνήθηκε την ενοχή σε ό,τι του καταλογίζουν οι γερμανικές Αρχές, δίδοντας την εκδοχή του για την ουσία της υπόθεσης, που, όμως, δεν εξετάζει το παρόν Δικαστήριο.
Η λειτουργός του Πρωτοκολλητείου (ΜΥ2) κατέθεσε ένα έγγραφο που είχε κατατεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αρχικής εκδίκασης (Τ27), εξηγώντας ότι η ίδια δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο γι’ αυτό, πλην του γεγονότος στο οποίο συμπερασματικά καταλήγει, ότι, για να είναι κατατεθειμένο, κάποιος το κατέθεσε. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι το έγγραφο που κατέθεσε η ΜΥ2 είχε όντως κατατεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου, και είναι αποδεκτή η μαρτυρία της.
Το νομικό πλαίσιο και εξέταση
(α) Ζητήματα που σχετίζονται με τον διορισμό δικηγόρου στο κράτος έκδοσης
Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά προτεραιότητα το ζήτημα που ανακύπτει ως προς τον διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης, δεδομένου ότι η εν λόγω παράμετρος διατρέχει το σύνολο των προβαλλόμενων ενστάσεων.
Η Απόφαση ˗ Πλαίσιο συνιστά την πρώτη συγκεκριμένη εφαρμογή, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία, κατά τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (αιτιολογική σκέψη 6). Ο μηχανισμός του ΕΕΣ αποσκοπεί στη δραστική επιτάχυνση και απλούστευση της διαδικασίας παράδοσης, αντικαθιστώντας το κλασικό σύστημα έκδοσης (αιτιολογικές σκέψεις 1 και 5), και βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (αιτιολογική σκέψη 10).
Η αμοιβαία αναγνώριση, ωστόσο, δεν είναι απόλυτη. Τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ίδια η Απόφαση ˗ Πλαίσιο περιέχει ενδογενή όρια στον μηχανισμό της αμοιβαίας αναγνώρισης. Ιδίως, κατά το άρθρο 1 § 3, η Απόφαση ˗ Πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ. Η αιτιολογική σκέψη 12 διευκρινίζει ρητώς ότι η Απόφαση ˗ Πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ότι καμία διάταξή της μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποκλείει άρνηση παράδοσης, όταν αντικειμενικά στοιχεία καταδεικνύουν σοβαρή προσβολή τους. Η δε αιτιολογική σκέψη 13 κατοχυρώνει την αρχή του μη επαναπατρισμού σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Επομένως, ήδη, στο πρωτογενές στάδιο του μηχανισμού του ΕΕΣ, η αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν θεσπίζεται ως τεκμήριο αμάχητο, αλλά ως λειτουργική παραδοχή, υποκείμενη σε έλεγχο συμβατότητας με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Η Απόφαση ˗ Πλαίσιο εισάγει ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Το άρθρο 15 θεσπίζει την υποχρέωση απόφασης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, το άρθρο 17 προβλέπει 10 ημέρες σε περίπτωση συγκατάθεσης, 60 ημέρες στις λοιπές περιπτώσεις, με δυνατότητα κατ’ εξαίρεση παράτασης 30 ημερών, ενώ το άρθρο 23 προβλέπει παράδοση «το ταχύτερο δυνατόν» μετά την οριστική απόφαση. Οι προθεσμίες αυτές εξυπηρετούν τον σκοπό της ταχείας παράδοσης. Δεν αναιρούν, όμως, την υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης να ασκεί πραγματικό και όχι τυπικό έλεγχο, όπως επιβάλλεται από την αιτιολογική σκέψη 8, κατά την οποίαν οι αποφάσεις εκτέλεσης πρέπει να υπόκεινται σε «επαρκή έλεγχο». Η δυνατότητα του άρθρου 15 § 2 να ζητηθούν «κατεπειγόντως συμπληρωματικές πληροφορίες», λαμβάνοντας υπόψη τις προθεσμίες του άρθρου 17, επιβεβαιώνει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης προκρίνει τη στάθμιση και όχι τον αυτοματισμό.
Η Απόφαση ˗ Πλαίσιο καθιερώνει, στο άρθρο 11 § 2, το δικαίωμα του εκζητουμένου να προσφύγει σε δικηγόρο στο κράτος εκτέλεσης, «σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο». Η μεταγενέστερη ενωσιακή νομοθεσία εξειδικεύει το περιεχόμενο του δικαιώματος υπεράσπισης, και μετατοπίζει το κέντρο βάρους, από την τυπική ύπαρξη δικαιώματος, στην πρακτική και αποτελεσματική άσκησή του. Έτσι, η Οδηγία 2013/48/ΕΕ εισάγει, ειδικά για το ΕΕΣ, τον διπλό μηχανισμό δικηγόρου στο κράτος εκτέλεσης και στο κράτος έκδοσης (άρθρο 10), ενώ η Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 διασφαλίζει ότι, όταν απαιτείται, η εκπροσώπηση αυτή καθίσταται λειτουργική μέσω δικαστικής αρωγής. Οι Οδηγίες αυτές δεν τροποποιούν την Απόφαση ˗ Πλαίσιο, αλλά την ερμηνεύουν εξελικτικά, υπό το φως του άρθρου 1 § 3 αυτής, και του ΧΘΔΕΕ.
Στη βάση αυτών, η Απόφαση ˗ Πλαίσιο θεμελιώνει την υποχρέωση ταχείας εκτέλεσης του ΕΕΣ βάσει αμοιβαίας αναγνώρισης, ενσωματώνει ρητή επιφύλαξη υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αναθέτει στο Δικαστήριο εκτέλεσης ουσιαστικό ρόλο ελέγχου, και, ερμηνευόμενη υπό το φως του μεταγενέστερου ενωσιακού δικαίου, δεν επιτρέπει η ταχύτητα να καταστήσει κενό περιεχομένου το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση.
Συναφώς, το άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ, το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) διασφαλίζουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Το άρθρο 48 § 2 ΧΘΔΕΕ διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης.
Το άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ αναφέρει ότι:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων και κατηγορουμένων να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ασκούν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους πρακτικά και αποτελεσματικά.»
[η έμφαση πρόσθετη]
Η αναφορά στην αναγκαιότητα της «αποτελεσματικότητας» αποκλείει την ικανοποίηση με έναν απλό ή τυπικό διορισμό.
Κατά το άρθρο 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ:
«... … Ο ρόλος του εν λόγω δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης είναι να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών στον εν λόγω δικηγόρο, ώστε ο εκζητούμενος να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.»
[η έμφαση πρόσθετη]
Συνεπώς, ο ρόλος του δικηγόρου στο κράτος έκδοσης δεν περιορίζεται στην παροχή βοήθειας προς τον εκζητούμενο σε περίπτωση εκτέλεσης του ΕΕΣ, λόγου χάριν, μετά από την παράδοσή του στο κράτος έκδοσης, αλλά εκτείνεται στο να επικουρεί τον δικηγόρο στο κράτος εκτέλεσης, για να τεθούν αποτελεσματικά όλα τα ζητήματα υπεράσπισης του εκζητούμενου. Η δε απαίτηση για «αποτελεσματικότητα» επαναλαμβάνεται.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 §§ 5, 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ:
«5. Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης και δεν έχει ήδη τέτοιο δικηγόρο, η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει ταχέως την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος έκδοσης. Η αρμόδια αρχή στο εν λόγω κράτος μέλος παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον εκζητούμενο πληροφορίες που τον διευκολύνουν να ορίσει εκεί δικηγόρο.
6. Το δικαίωμα του εκζητούμενου να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης δεν θίγει τις προθεσμίες της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ ή την υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης να αποφασίσει, εντός των εν λόγω προθεσμιών και των όρων που τίθενται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, αν το πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί.»
[η έμφαση πρόσθετη]
Η παράγραφος 5 επιβάλλει την παροχή πληροφοριών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, πλην όμως η επόμενη παράγραφος, δηλαδή η παράγραφος 6, ρητώς, προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης δεν θίγει τις προθεσμίες και την υποχρέωση απόφασης της δικαστικής αρχής εκτέλεσης. Συνεπώς, η υποχρέωση του κράτους έκδοσης για «ταχεία» παροχή πληροφοριών αξιολογείται υπό το πρίσμα των χρονικών περιορισμών της διαδικασίας ΕΕΣ. Εντούτοις, εφόσον από συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει πραγματικός κίνδυνος προσβολής των άρθρων 47–48 ΧΘΔΕΕ (αντίστοιχα του άρθρου 6 ΕΣΔΑ), το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αναγκαία εξατομικευμένη αξιολόγηση και, κατά περίπτωση, να πράξει ανάλογα.
Συναφώς, και οι αιτιολογικές σκέψεις 4-6 της εν λόγω Οδηγίας, επίσης, συνδέουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη με μηχανισμούς προστασίας δικαιωμάτων και ορθής εφαρμογής, η αιτιολογική σκέψη 12 αναφέρεται σε πλήρες φάσμα υπηρεσιών, η αιτιολογική σκέψη 28 αναφέρεται σε πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε δικηγόρο και οι αιτιολογικές σκέψεις 42-47 αναφέρονται στο ότι ο εκζητούμενος πρέπει να μπορεί να ασκεί ουσιαστικά δικαιώματα και ότι ο δικηγόρος στο κράτος έκδοσης έχει ρόλο υποβοήθησης του δικηγόρου εκτέλεσης.
Η Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 ρητώς «συμπληρώνει» την Οδηγία 2013/48/ΕΕ (άρθρο 1 § 2) και, κατά την αιτιολογική σκέψη 1, σκοπός της είναι «η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο … καθιστώντας δυνατή την παροχή συνδρομής δικηγόρου αμειβόμενου από τα κράτη μέλη…».
Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του κατά πόσον τηρήθηκε το δικαίωμα του εκζητουμένου για δικηγόρο στο κράτος έκδοσης δεν δύναται να περιορισθεί σε τυπικό επίπεδο, αλλά πρέπει να εξετάζει εάν το δικαίωμα κατέστη πρακτικά δυνάμενο να ασκηθεί, ιδίως μέσω λειτουργικής δικαστικής αρωγής όπου απαιτείται.
Το κρίσιμο άρθρο 5 § 2 ορίζει πως η νομική αρωγή στο κράτος έκδοσης είναι για να βοηθά τη διαδικασία στο κράτος εκτέλεσης. Ιδίως, το άρθρο 5 § 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 προβλέπει ότι «το κράτος μέλος έκδοσης διασφαλίζει» πως οι καταζητούμενοι σε διαδικασία ΕΕΣ «που ασκούν το δικαίωμά τους να ορίσουν δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης για να συνεπικουρεί τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 4 και 5 της οδηγίας 2013/48/ΕΕ, έχουν το δικαίωμα σε δικαστική αρωγή στο κράτος μέλος έκδοσης… εφόσον η δικαστική αρωγή είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη». Η εν λόγω διάταξη προσδίδει κανονιστικό περιεχόμενο στον ρόλο του δικηγόρου στο κράτος έκδοσης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ.
Η πρόβλεψη αφορά «αμελλητί» λήψη αποφάσεων και αποτελεσματικό σύστημα, ασύμβατο με παρατεταμένη εκκρεμότητα που απονευρώνει τον λειτουργικό σκοπό της νομικής αρωγής. Κατά το άρθρο 6 § 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919, «οι αποφάσεις σχετικά με την παροχή ή μη δικαστικής αρωγής και σχετικά με τον διορισμό δικηγόρων λαμβάνονται αμελλητί… με επιμέλεια, σεβόμενη τα δικαιώματα της υπεράσπισης», ενώ κατά το άρθρο 7 § 1, το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει ότι «το σύστημα παροχής δικαστικής αρωγής είναι αποτελεσματικό και επαρκούς ποιότητας» και ότι η ποιότητα επαρκεί «ώστε να διασφαλισθεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας».
Συνεπώς, η ύπαρξη διορισμού, ο οποίος δεν παράγει στην πράξη ουσιαστική εκπροσώπηση, ή διαδοχικών «διορισμών» χωρίς λειτουργική ανάληψη, δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις αμεσότητας, αποτελεσματικότητας και ποιότητας που επιβάλλει η Οδηγία.
Η σχέση με το άρθρο 10 § 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ είναι ότι οι προθεσμίες δεν εξαφανίζονται, άρα, το κράτος έκδοσης οφείλει ταχύτητα. Το άρθρο 10 § 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ορίζει ότι το δικαίωμα ορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης «δεν θίγει» τις προθεσμίες και την υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης να αποφασίσει εντός αυτών. Η διάταξη αυτή δεν αναιρεί το δικαίωμα, αλλά καθιστά επιτακτική την υλοποίησή του εντός χρονικού πλαισίου που να διατηρεί πρακτική αξία στη διαδικασία ΕΕΣ.
Το άρθρο 10 § 6, ερμηνευόμενο συστηματικά με το άρθρο 1 § 3 της Απόφασης – Πλαισίου και τα άρθρα 47-48 ΧΘΔΕΕ, δεν δύναται να εκληφθεί ως επιταγή εκτέλεσης ανεξαρτήτως του αν, στην πράξη, απονευρώνεται ο πυρήνας του δικαιώματος υπεράσπισης. Η ratio του άρθρου 10 § 6 είναι να αποτρέψει ατέρμονη εκκρεμότητα και να επιβάλει ταχύτητα στην ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος. Όταν, παρά τις επανειλημμένες ενέργειες και το παρελθόν χρονικό διάστημα, η ουσιαστική άσκηση δεν επιτυγχάνεται εντός εύλογου χρόνου, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να καταλήξει σε οριστική κρίση συμβατή με τα θεμελιώδη δικαιώματα, αντί να παρατείνει επ’ αόριστον την αβεβαιότητα.
Εντός αυτού του πλαισίου, η Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 ενισχύει περαιτέρω την υποχρέωση επιμέλειας του κράτους έκδοσης, απαιτώντας «αμελλητί» αποφάσεις για δικαστική αρωγή/διορισμούς (άρθρο 6 § 1) και αποτελεσματικό σύστημα επαρκούς ποιότητας (άρθρο 7 § 1).
Η σύνδεση με τον εγχώριο ν.133(Ι)/2004 (άρθρα 17, 20, 23), που αντιστοιχούν στις ίδιου περιεχομένου διατάξεις της Απόφασης – Πλαισίου, είναι πως πρέπει να υπάρχει «συμβατή εφαρμογή». Το Δικαστήριο, ασκώντας τις αρμοδιότητές του δυνάμει των άρθρων 17 και 20 του ν.133(Ι)/2004, οφείλει να διασφαλίζει ότι η διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ διεξάγεται κατά τρόπο συμβατό με τις ενωσιακές ελάχιστες εγγυήσεις που διέπουν ειδικά τη διαδικασία ΕΕΣ, περιλαμβανομένων των Οδηγιών 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/1919. Οι προθεσμίες του άρθρου 23 συνυπολογίζονται ως στοιχείο της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού παράδοσης, πλην όμως δεν δύνανται να καταστήσουν κενές περιεχομένου τις ουσιώδεις δικονομικές εγγυήσεις που οι ως άνω Οδηγίες καθιερώνουν ως ελάχιστο επίπεδο προστασίας.
Το συμπέρασμα που αναδύεται από τον συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων διατάξεων είναι πως, όταν το κράτος έκδοσης δεν παρέχει λειτουργικό σύστημα νομικής αρωγής ή διορισμού, που να οδηγεί σε πραγματική ανάληψη από δικηγόρο στο κράτος έκδοσης (για να συνεπικουρεί τη διαδικασία στο κράτος εκτέλεσης), τότε, δεν υπάρχει απλώς καθυστέρηση, αλλά αστοχία του μηχανισμού που εγγυάται την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος του άρθρου 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, και αυτή η αστοχία πρέπει να εκτιμηθεί μέσα στις προθεσμίες (10 § 6), εφόσον το κράτος έκδοσης έχει αυξημένη υποχρέωση «αμελλητί» δράσης (άρθρο 6 § 1 της Οδηγίας ΕΕ 2016/1919).
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το κράτος εκτέλεσης δεν υποκαθιστά το κράτος έκδοσης ως προς την οργάνωση και λειτουργική ενεργοποίηση του συστήματος νομικής αρωγής στο κράτος έκδοσης· η υποχρέωσή του περιορίζεται στη δέουσα ενημέρωση και στη διασφάλιση ότι ο εκζητούμενος δύναται να ασκήσει πρακτικά και αποτελεσματικά τα δικονομικά του δικαιώματα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περιλαμβανομένης της ενεργοποίησης του μηχανισμού του άρθρου 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, όπου αυτό απαιτείται. Η τυχόν ελλιπής επικοινωνία ή συνεργασία μεταξύ των δικηγόρων που έχουν επιτυχώς ορισθεί στο κράτος εκτέλεσης και στο κράτος έκδοσης για υποκειμενικούς λόγους, αφ’ εαυτής, δεν συνιστά λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε ως αποτέλεσμα την ουσιώδη στέρηση του δικαιώματος υπεράσπισης του εκζητουμένου. Όταν, όμως, το ζήτημα δεν αφορά την ποιότητα του συντονισμού αλλά την παρατεταμένη απουσία σαφούς και αποδεκτής ανάθεσης στο κράτος έκδοσης, η αξιολόγηση μετατοπίζεται από την επαγγελματική συμπεριφορά των συνηγόρων στη λειτουργική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού των άρθρων 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ζητήματα επαγγελματικής συμπεριφοράς, ποιότητας επικοινωνίας ή συντονισμού μεταξύ συνηγόρων δεν μπορούν να αποδοθούν στο κράτος εκτέλεσης, ούτε να οδηγήσουν σε άρνηση εκτέλεσης, εκτός αν αποδεικνύεται ότι, παρά τον τυπικό διορισμό δικηγόρου, ο εκζητούμενος στερήθηκε στην πράξη αποτελεσματικής νομικής συνδρομής σε κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας, και ότι η εν λόγω στέρηση δεν κατέστη δυνατό να θεραπευθεί με αναβολή, αντικατάσταση συνηγόρου, ή άλλο πρόσφορο δικονομικό μέτρο. Κατά συνέπεια, ελλείψει συγκεκριμένων και εξατομικευμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν πραγματική και μη θεραπεύσιμη παραβίαση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, η εκτέλεση του ΕΕΣ δεν δύναται να παρεμποδισθεί για τον λόγο αυτόν. Όταν τα θεραπευτικά μέτρα επιχειρήθηκαν κατ’ επανάληψη μέσω στοχευμένων αιτημάτων ή οχλήσεων και διαλόγου με την αρχή, και παροχής παρατάσεων, χωρίς, ωστόσο, να προκύψει, εντός συγκεκριμένου και ρεαλιστικού χρονικού ορίζοντα, ενεργός αποδοχή εντολής από δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, το πρόβλημα λαμβάνει, εντός του πεδίου εκτέλεσης ΕΕΣ, μη θεραπεύσιμη μορφή.
Όπως διαχρονικά προκύπτει και από την Artico v. Italy (6694/74), 13.5.1980 (ενδεικτική η αναφορά), η ΕΣΔΑ αποσκοπεί στην κατοχύρωση όχι θεωρητικών ή απατηλών δικαιωμάτων, αλλά δικαιωμάτων πρακτικών και αποτελεσματικών· τούτο ισχύει ιδίως για τα δικαιώματα της υπεράσπισης, δεδομένης της εξέχουσας θέσης που κατέχει σε μια δημοκρατική κοινωνία το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, από το οποίο απορρέουν. Το άρθρο 6 § 3 (γ) ΕΣΔΑ μιλά για συνδρομή (legal assistance) και όχι για διορισμό. Εξάλλου, ο απλός διορισμός δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική συνδρομή, διότι ο δικηγόρος που έχει διοριστεί για σκοπούς νομικής βοήθειας μπορεί να αποβιώσει, να ασθενήσει σοβαρά, να εμποδιστεί επί μακρόν να ενεργήσει ή να παραμελήσει τα καθήκοντά του. Εφόσον οι Αρχές ενημερωθούν για μια τέτοια κατάσταση, οφείλουν είτε να τον αντικαταστήσουν είτε να τον υποχρεώσουν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η υιοθέτηση περιοριστικής ερμηνείας θα οδηγούσε σε αποτελέσματα παράλογα και ασύμβατα τόσο με το γράμμα του στοιχείου (γ) όσο και με τη δομή του άρθρου 6, στο σύνολό του· σε πολλές περιπτώσεις, η δωρεάν νομική συνδρομή θα κατέληγε να είναι άνευ αξίας. Στην υπό αναφορά υπόθεση, ο προσφεύγων δεν έτυχε, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, των υπηρεσιών του δικηγόρου που διορίστηκε. Από την αρχή, ο δικηγόρος δήλωσε ότι αδυνατούσε να ενεργήσει. Επικαλέστηκε αρχικά την ύπαρξη άλλων υποχρεώσεων και στη συνέχεια την κατάσταση της υγείας του. Δεν είχε σημασία η βασιμότητα των εξηγήσεων αυτών, αλλά το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν έλαβε αποτελεσματική συνδρομή ενώπιον δικαστηρίου.
Διαχρονικής αξίας είναι και η Salduz v. Turkey (GC) (36391/02), 27.11.2008 (ενδεικτική η αναφορά), όπου, υπό διαφορετικές βεβαίως περιστάσεις, έτυχε υπόμνησης, με παραπομπές σε προηγούμενη νομολογία, πως παρότι δεν είναι απόλυτο, το δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα να υπερασπίζεται αποτελεσματικά από δικηγόρο, διορισμένο αυτεπαγγέλτως αν χρειάζεται, είναι ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δίκαιης δίκης. Το άρθρο 6 § 3 (γ) ΕΣΔΑ δεν καθορίζει τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος αυτού, αλλά αφήνει στα συμβαλλόμενα κράτη την επιλογή των μέσων με τα οποία θα το εξασφαλίσουν στα δικαστικά τους συστήματα, υπόκειται δε σε έλεγχο αν η μέθοδος που επέλεξαν συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης. Η ΕΣΔΑ αποσκοπεί να εγγυάται όχι θεωρητικά ή απατηλά δικαιώματα, αλλά πρακτικά και αποτελεσματικά. Ο διορισμός συνηγόρου δεν διασφαλίζει αφ’ εαυτού την αποτελεσματικότητα της συνδρομής που μπορεί να παράσχει σε κατηγορούμενο. Τα εθνικά δίκαια μπορεί να συνδέουν συνέπειες με τη στάση ενός κατηγορουμένου στα αρχικά στάδια της αστυνομικής ανάκρισης, συνέπειες που είναι καθοριστικές για τις προοπτικές της υπεράσπισης σε μεταγενέστερη ποινική διαδικασία. Σε τέτοιες περιστάσεις, το άρθρο 6 θα απαιτεί, κατά κανόνα, ο κατηγορούμενος να μπορεί να απολαύσει τη συνδρομή δικηγόρου ήδη από τα αρχικά στάδια της αστυνομικής ανάκρισης. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό έχει μέχρι σήμερα θεωρηθεί ότι μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, για εύλογο λόγο. Το ερώτημα, σε κάθε υπόθεση, είναι αν ο περιορισμός ήταν δικαιολογημένος και αν ναι, αν, υπό το πρίσμα της διαδικασίας, στο σύνολό της, δεν στέρησε από τον κατηγορούμενο το δικαίωμα σε δίκαιη ακρόαση, διότι ακόμη και ένας δικαιολογημένος περιορισμός, μπορεί να το προκαλέσει αυτό, σε ορισμένες περιστάσεις. Οι αρχές αυτές συμβαδίζουν, επίσης, με τα γενικώς αναγνωρισμένα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα της έννοιας της δίκαιης δίκης, και των οποίων η λογική συνδέεται ιδίως με την προστασία του κατηγορουμένου από καταχρηστική πίεση εκ μέρους των Αρχών. Συμβάλλουν, επίσης, στην αποτροπή δικαστικών πλανών και στην εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου 6, ιδίως στην ισότητα όπλων μεταξύ των ανακριτικών ή διωκτικών αρχών και του κατηγορουμένου. Υπογραμμίστηκε η σημασία του σταδίου της έρευνας για την προετοιμασία της ποινικής διαδικασίας, δεδομένου ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέγονται σε αυτό το στάδιο καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξεταστεί η κατηγορία στη δίκη. Ταυτόχρονα, ο κατηγορούμενος, συχνά, βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση στο στάδιο αυτό, γεγονός που ενισχύεται από το ότι η ποινική δικονομία τείνει να γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη, ιδίως ως προς τους κανόνες συλλογής και χρήσης αποδείξεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η ιδιαίτερη ευαλωτότητα μπορεί να αντισταθμιστεί επαρκώς μόνον με τη συνδρομή δικηγόρου, του οποίου το έργο είναι, μεταξύ άλλων, να συμβάλει στη διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να μην αυτοενοχοποιείται. Συναφώς, υφίστανται και οι συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT), στις οποίες η CPT έχει επανειλημμένως δηλώσει ότι το δικαίωμα κρατουμένου να έχει πρόσβαση σε νομική συμβουλή αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση κατά της κακομεταχείρισης. Κάθε εξαίρεση από την άσκηση αυτού του δικαιώματος πρέπει να οριοθετείται σαφώς και η εφαρμογή της να περιορίζεται αυστηρά χρονικά. Για να παραμένει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επαρκώς «πρακτικό και αποτελεσματικό», το άρθρο 6 § 1 απαιτεί, κατά κανόνα, να παρέχεται πρόσβαση σε δικηγόρο από την πρώτη ανάκριση υπόπτου από την αστυνομία, εκτός αν αποδεικνύεται, υπό το φως των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υπόθεσης, ότι υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για περιορισμό του δικαιώματος αυτού. Ακόμη και όταν επιτακτικοί λόγοι μπορεί κατ’ εξαίρεση να δικαιολογούν άρνηση πρόσβασης σε δικηγόρο, ο περιορισμός αυτός – όποια κι αν είναι η δικαιολόγησή του – δεν πρέπει να θίγει υπέρμετρα τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 6.
Κατά τις Aranyosi και Căldăraru C-404/15 και C–659/15 PPU, όταν υπάρχουν αντικειμενικά, αξιόπιστα, ακριβή και επικαιροποιημένα στοιχεία που καταδεικνύουν ελλείψεις ικανές να οδηγήσουν σε παραβίαση του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ στο κράτος έκδοσης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ακολουθήσει διπλό έλεγχο. Πρώτον, να διαπιστώσει αν υφίσταται γενικός/συστημικός κίνδυνος λόγω συνθηκών ή πρακτικών στο κράτος έκδοσης, και δεύτερον, να εκτιμήσει αν, με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης, υπάρχει πραγματικός, εξατομικευμένος κίνδυνος για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αν ο κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλεισθεί, το Δικαστήριο οφείλει να ζητήσει συγκεκριμένες διευκρινίσεις ή εγγυήσεις από το κράτος έκδοσης (άρθρο 15 § 2) και να αναβάλει προσωρινά την εκτέλεση. Κρίσιμο, όμως, είναι ότι η αναβολή αυτή δεν έχει χαρακτήρα επ’ αόριστον «παγώματος» της διαδικασίας. Η διαδικασία πρέπει να οδηγήσει σε απόφαση, είτε ο κίνδυνος αίρεται (οπότε προχωρά η εκτέλεση), είτε παραμένει παρά τον διάλογο (οπότε η εκτέλεση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να παραβιαστεί το θεμελιώδες δικαίωμα).
Η νομολογία αυτή καταδεικνύει ότι, κατ’ εξαίρεση, όταν αναδεικνύεται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ζητεί στοχευμένες πληροφορίες ή εγγυήσεις και να σταθμίζει αν ο κίνδυνος αίρεται εντός εύλογου χρόνου. Η προσέγγιση αυτή καθοδηγεί την παρούσα αξιολόγηση και υπό το πρίσμα των άρθρων 47–48 ΧΘΔΕΕ. Στη LM (Celmer) C-216/18 PPU, αναφέρεται πως η ύπαρξη κινδύνου παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη μπορεί να οδηγήσει, κατ’ εξαίρεση, σε άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ, μέσα από διαδικασία ανάλογη με αυτήν που υποδείχθηκε στις Aranyosi και Căldăraru (ανωτέρω). Η διαδικασία, σε κάθε περίπτωση, περιλαμβάνει το διπλό στάδιο της διαπίστωσης γενικών ή συστημικών ελλείψεων στη λειτουργία της δικαιοσύνης που μπορούν να επηρεάσουν την ανεξαρτησία ή αμεροληψία, και την εξακρίβωση πραγματικού κινδύνου για το συγκεκριμένο πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, το αρμόδιο δικαστήριο, τη θέση ή τις ιδιαιτερότητες του εκζητουμένου κ.ο.κ. Και εδώ, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ζητήσει στοχευμένες πληροφορίες ή εγγυήσεις, προτού αποφανθεί, εφόσον αυτές λογικά χρειάζονται. Η εν λόγω αναλογική επέκταση νοείται και για οποιανδήποτε άλλη πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, εκτός αυτής που απασχόλησε την LM (Celmer) (ανωτέρω) [πρβλ. και Breian, C‑318/24 PPU, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ συνιστά τον κανόνα, ενώ η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Επιπλέον, δυνάμει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, τα κράτη μέλη οφείλουν να δέχονται ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα (Puig Gordi κ.λπ., C‑158/21, σκέψεις 93 και 94). Ειδικότερα, ο αυξημένος βαθμός εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, στον οποίο ερείδεται ο μηχανισμός του ΕΕΣ, βασίζεται στην παραδοχή ότι τα ποινικά δικαστήρια του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος τα οποία, μετά την εκτέλεσή του, οφείλουν να ασκήσουν ποινική δίωξη ή να επιβάλουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, καθώς και να επιληφθούν της ποινικής διαδικασίας επί της ουσίας, πληρούν τις προδιαγραφές οι οποίες είναι σύμφυτες με το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ. Μόνον εξαιρετικές περιστάσεις μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση μιας αρχής εκτέλεσης να εκτελέσει ΕΕΣ λόγω της ύπαρξης κινδύνου προσβολής του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος.
Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, μολονότι κάθε κράτος μέλος πρωτίστως οφείλει, προκειμένου να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης, στις οποίες στηρίζεται η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, να εγγυάται την τήρηση των επιταγών οι οποίες είναι σύμφυτες με το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη του άρθρου 47 ΧΘΔΕΕ, απέχοντας από κάθε μέτρο δυνάμενο να το προσβάλει, εντούτοις η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να υποστεί το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, σε περίπτωση παράδοσής του στην αρχή έκδοσης, προσβολή του ίδιου αυτού θεμελιώδους δικαιώματός του επιτρέπει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης την κατ’ εξαίρεση άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ, δυνάμει του άρθρου 1 § 3, της Απόφασης ‒ Πλαισίου [πρβλ. και Openbaar Ministerie (δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος),C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Στο πλαίσιο αυτό, πριν αρνηθεί, δυνάμει του άρθρου 1 § 3, της Απόφασης ‒ Πλαισίου, να προβεί σε παράδοση προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ προς εκτέλεση ποινής, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενός κράτους μέλους πρέπει να προβεί σε εξέταση διενεργούμενη σε δύο στάδια.
Ακόμη και όταν δεν τίθεται ζήτημα συστημικής ανεπάρκειας ανεξαρτησίας, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αν συγκεκριμένη, διαρκής και μη θεραπεύσιμη δυσλειτουργία στην άσκηση δικαιώματος, που το ενωσιακό δίκαιο επιβάλλει ως ουσιώδες για την διαδικασία του ΕΕΣ, δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο προσβολής του πυρήνα των άρθρων 47–48 ΧΘΔΕΕ.
Η Απόφαση ‒ Πλαίσιο προβλέπει μέσα για τη διευκόλυνση της συνεργασίας και της ανταλλαγής των αναγκαίων πληροφοριών μεταξύ της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος και της δικαστικής αρχής εκτέλεσής του. Ειδικότερα, το άρθρο 8 § 1 απαριθμεί σειρά συναφών πληροφοριών που πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνονται στο ΕΕΣ. Επιπλέον, κατά το άρθρο 15 § 2, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον κρίνει ότι οι πληροφορίες που έχουν διαβιβαστεί από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της παρέχουν τη δυνατότητα να εκδώσει απόφαση σε σχέση με την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών. Περαιτέρω, το άρθρο 15 § 3 προβλέπει ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δύναται να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία. Συναφώς, προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρακωλυθεί πλήρως η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλεται να αποτελεί τη βάση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών εκτέλεσης και των δικαστικών αρχών έκδοσης. Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας (Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 131 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπό το πρίσμα αυτό, οι δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την αποτελεσματική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, να κάνουν πλήρη χρήση των μέσων που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8 § 1, και στο άρθρο 15 κατά τρόπον ώστε να προάγεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην οποία βασίζεται η εν λόγω συνεργασία (Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 132 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Τα κράτη μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, υποχρεούνται να θεωρήσουν δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, όπως προαναφέρθηκε. Ως αποτέλεσμα αυτού του τεκμηρίου, δεν έχουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, ούτε, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγξουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ε.Ε. [γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 192, και Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 94].
Όπως προκύπτει και από τη GN, C-261/22, σκέψεις 51επ, σύμφωνα με το άρθρο 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, η προθεσμία που τυχόν τίθεται πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται στο άρθρο 17 της Απόφασης ‒ Πλαισίου (Aranyosi και Căldăraru, ανωτέρω, σκέψη 97). Η δικαστική αρχή έκδοσης οφείλει, από την πλευρά της, να διαβιβάσει τις ζητηθείσες συμπληρωματικές πληροφορίες στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, ειδάλλως παραβιάζει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας [πρβλ. Aranyosi και Căldăraru, ανωτέρω, σκέψη 97, και Generalstaatsanwaltschaft C‑220/18 PPU, σκέψη 64]. Ειδικότερα, προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρακωλυθεί πλήρως η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 § 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, πρέπει να αποτελεί τη βάση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών εκτέλεσης και των δικαστικών αρχών έκδοσης [Generalstaatsanwaltschaft, ανωτέρω, σκέψη 104, Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψη 131]. Σε περίπτωση που η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δεν απαντήσει ικανοποιητικά στο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών που υπέβαλε η δικαστική αρχή εκτέλεσης, η τελευταία οφείλει να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της στο πλαίσιο καθενός από τα δύο στάδια [πρβλ. Generalstaatsanwaltschaft, ανωτέρω, σκέψη 114]. Η σφαιρική αυτή εκτίμηση δεν ταυτίζεται με παράταση επ’ αόριστον της διαδικασίας, αλλά κατατείνει σε οριστική κρίση επί του αν ο κίνδυνος δύναται να αρθεί εντός εύλογου χρόνου με συγκεκριμένες εγγυήσεις. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης, μόνον όταν εκτιμά, υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης έλλειψης εγγυήσεων εκ μέρους της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, ότι υφίστανται, αφενός, πλημμέλειες στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και, αφετέρου, σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής κατάστασής του, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, οφείλει, βάσει του άρθρου 1 § 3, της Απόφασης ‒ Πλαισίου να μην εκτελέσει το ΕΕΣ που έχει εκδοθεί εις βάρος του εν λόγω προσώπου. Σε αντίθετη περίπτωση, οφείλει να εκτελέσει το ΕΕΣ, σύμφωνα με την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 1 § 2, της Απόφασης ‒ Πλαισίου. Όσον αφορά τη δυνατότητα αναστολής της παράδοσης, μολονότι είναι δυνατόν, βάσει του άρθρου 23 § 4, της Απόφασης ‒ Πλαισίου, να ανασταλεί η παράδοση του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, εντούτοις η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί παρά να εφαρμόζεται προσωρινά, κατ’ εξαίρεση και για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους. Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της εν λόγω διάταξης, καθώς και της γενικής οικονομίας του άρθρου 23, μια τέτοια αναστολή δεν μπορεί να εφαρμοστεί για σημαντικό χρονικό διάστημα [πρβλ. E.D.L. (λόγος άρνησης στηριζόμενος σε ασθένεια), C‑699/21, σκέψη 51].
Στην προκειμένη περίπτωση, τα δεδομένα, όπως προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία, είναι τα εξής:
Ως προς τη χρονική διάσταση, που είναι κρίσιμη για την εκτίμηση του «εύλογου χρόνου» και της θεραπευσιμότητας, από τη σύλληψη (25.9.2025) μέχρι την ενημέρωση ότι ο διορισθείς δικηγόρος παρέμενε τυπικά διορισμένος, αλλά ζήτησε διορισμό άλλου (8.1.2026), παρήλθαν 105 ημέρες. Από τη γνωστοποίηση πρόθεσης συντονισμού υπεράσπισης και ανάγκης νομικής αρωγής (30.9.2025) μέχρι το ίδιο σημείο, παρήλθαν 100 ημέρες. Από την αποστολή των πέντε προτεινόμενων δικηγόρων (9.10.2025) μέχρι την 8.1.2026, παρήλθαν 91 ημέρες. Οι εν λόγω διάρκειες υπερβαίνουν το πλαίσιο μιας πρόσκαιρης καθυστέρησης και επηρεάζουν ουσιωδώς την πρακτική αξία του δικαιώματος του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ εντός της διαδικασίας ΕΕΣ.
Ο Καθ’ ου η αίτηση συνελήφθη βάσει του ΕΕΣ την 25.9.2025 και τελούσε υπό κράτηση μέχρι την 26.11.2025. Οι επίμαχες ενέργειες εκτυλίχθηκαν ενόσω ο Καθ’ ου η αίτηση στερείτο της προσωπικής ελευθερίας του, στοιχείο που εντείνει την υποχρέωση επιμέλειας.
Ήδη, από την 30.9.2025, οι δικηγόροι του Καθ’ ου η αίτηση στην Κύπρο γνωστοποίησαν στην Κεντρική Αρχή την πρόθεσή του να συνεργαστεί με τις αρχές του κράτους έκδοσης, ζητώντας όπως εξεταστεί στην Κύπρο, λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία και της ανάγκης παρουσίας των Κύπριων συνηγόρων του. Η Κεντρική Αρχή, ενεργώντας άμεσα, διαβίβασε το αίτημα στο κράτος έκδοσης και, με την ίδια επικοινωνία της 2.10.2025, ζήτησε ρητώς πληροφορίες για τον τρόπο διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία και τη δυνατότητα εφαρμογής της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 περί δικαστικής αρωγής, επισημαίνοντας την επικείμενη ακρόαση για την εκτέλεση του ΕΕΣ. Το κράτος έκδοσης απάντησε την 6.10.2025 ότι θα διοριστεί δικηγόρος υπεράσπισης από το κράτος, χωρίς, ωστόσο, να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τη διαδικασία, το χρονικό πλαίσιο ή τη διασφάλιση αποδοχής της εντολής από τον διοριζόμενο δικηγόρο.
Ακολούθησε εκτενής και επαναλαμβανόμενη αλληλογραφία, ιδίως στις 7.10.2025 και 8.10.2025, κατά την οποία η Κεντρική Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις βάσει του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Το κράτος έκδοσης υπέδειξε τη διαδικασία επιλογής δικηγόρου από κατάλογο, αναγνωρίζοντας ρητώς τη δυνατότητα μη αποδοχής της εντολής από επιλεγόμενο ή διοριζόμενο δικηγόρο. Οι δικηγόροι του Καθ’ ου η αίτηση ανταποκρίθηκαν άμεσα, προτείνοντας πέντε δικηγόρους εντός της αρμόδιας περιφέρειας ήδη από την 9.10.2025, γεγονός που καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση που ακολούθησε δεν οφείλεται σε αδράνεια ή απροθυμία της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση. Παρά ταύτα, μέχρι και την 20.10.2025, δεν υπήρξε σαφής ενημέρωση για τον διορισμό, οπότε και γνωστοποιήθηκε ότι είχε διοριστεί δικηγόρος (Μ.Α.).
Μεταγενέστερα, και δη μετά την απόφαση του Εφετείου για επανεκδίκαση, κατέστη σαφές ότι ο εν λόγω δικηγόρος είχε ασκήσει έφεση κατά του διορισμού του, με αποτέλεσμα η νομική κατάσταση να παραμένει αβέβαιη. Από την 25.11.2025 έως και την 8.1.2026, η Κεντρική Αρχή προέβη σε αλλεπάλληλες οχλήσεις και υπομνήσεις, επισημαίνοντας ρητώς τον κίνδυνο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ λόγω της πολύμηνης εκκρεμότητας. Οι απαντήσεις του κράτους έκδοσης παρέμεναν γενικές και μη δεσμευτικές, περιοριζόμενες σε εκφράσεις προσδοκίας («Hope this happens this week»). Τελικώς, στις 8.1.2026, το κράτος έκδοσης ενημέρωσε ότι ο αρχικά διορισθείς δικηγόρος είχε αποσύρει την έφεσή του, αλλά ταυτόχρονα είχε ζητήσει τον διορισμό άλλου δικηγόρου, παραμένοντας τυπικώς διορισμένος μέχρι τότε, γεγονός που παγίωσε την παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς την εκπροσώπηση.
Παρεμβάλλεται πως, μέχρι και την ολοκλήρωση της ακρόασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (παρούσα σύνθεση), και μετά την πάροδο των προβλεπόμενων προθεσμιών, η εν λόγω αμφισημία είχε παραμείνει.
Από το σύνολο των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι, παρά τις επανειλημμένες και έγκαιρες ενέργειες της Κεντρικής Αρχής του κράτους εκτέλεσης, καθώς και την άμεση συνεργασία της υπεράσπισης του Καθ’ ου η αίτηση, δεν κατέστη δυνατό να διασφαλιστεί εντός εύλογου χρόνου η ύπαρξη σαφούς, ενεργής και αποδεκτής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης. Η έλλειψη αυτή στέρησε την πρακτική δυνατότητα έγκαιρης συλλογής και διαβίβασης πληροφοριών ή συμβουλών προς τον συνήγορο στο κράτος εκτέλεσης για την προβολή και τεκμηρίωση των σχετικών ισχυρισμών κατά την ακρόαση εκτέλεσης, όπως ακριβώς προϋποθέτει ο ρόλος του άρθρου 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ.
Η αδυναμία αυτή δεν συνδέεται με μεμονωμένο περιστατικό ή παροδική καθυστέρηση, αλλά με τον τρόπο με τον οποίον, στην παρούσα υπόθεση, οργανώθηκε και εξελίχθηκε η διαδικασία διορισμού δικηγόρου νομικής αρωγής στο κράτος έκδοσης. Ειδικότερα, ζητήθηκε εξαρχής από τον Καθ’ ου η αίτηση η υποβολή καταλόγου πέντε δικηγόρων, με ρητή επισήμανση ότι υφίστατο το ενδεχόμενο οι προτεινόμενοι δικηγόροι να μην αποδεχθούν την εντολή, γεγονός που προδιέγραφε την πιθανότητα μη άμεσης ανάληψης εκπροσώπησης και, συνακόλουθα, την εκ των υστέρων αμφισβήτηση ή αποποίηση του διορισμού, και την ανάγκη περαιτέρω δικαστικής παρέμβασης. Στην πράξη, η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση αποδείχθηκε ιδιαίτερα περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ο αρχικός διορισμός του δικηγόρου Α.Μ. ακολουθήθηκε από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ίδιου, η οποία δημιούργησε εκκρεμότητα ως προς την οριστικοποίηση της εκπροσώπησης εν αναμονή απόφασης του αρμόδιου τοπικού δικαστηρίου. Μεταγενέστερα, και ενώ η έφεση αυτή ήρθη, ο ίδιος πρότεινε τον διορισμό άλλου δικηγόρου, χωρίς να υπάρξει σαφής και άμεση οριστικοποίηση. Περαιτέρω, τέθηκε υπόψη, επικουρικά, πληροφορία περί ενδεχόμενου διορισμού έτερης δικηγόρου, η οποία, σύμφωνα με τα γνωστοποιηθέντα, επίσης δεν επρόκειτο να αποδεχθεί την εντολή. Η αλληλουχία αυτή των γεγονότων κατέδειξε ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η ύπαρξη ενεργού και αποδεχθέντος την εντολή δικηγόρου στο κράτος έκδοσης παρέμενε αβέβαιη επί μακρόν, χωρίς συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονικό ορίζοντα επίλυσης, παρά τις επανειλημμένες και επιμελείς οχλήσεις της Κεντρικής Αρχής. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική δυνατότητα να συντονίσει την υπεράσπισή του μεταξύ κράτους εκτέλεσης και κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παρ. 4 και 5 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και στο άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Η κατάσταση αυτή, λαμβανομένης υπόψη της πολύμηνης διάρκειας, της στέρησης της ελευθερίας του Καθ’ ου η αίτηση κατά κρίσιμο χρονικό διάστημα και της εξάντλησης των προβλεπόμενων προθεσμιών του ν. 133(Ι)/2004, υπερβαίνει το επίπεδο μιας θεραπεύσιμης δικονομικής πλημμέλειας και αναδεικνύεται σε ουσιώδη αποδυνάμωση του πυρήνα των άρθρων 47–48 ΧΘΔΕΕ εντός της ίδιας της διαδικασίας ΕΕΣ, δεδομένου ότι ο μηχανισμός «διπλού δικηγόρου» καθίσταται πρακτικά ανενεργός. Το μη θεραπεύσιμο δεν στηρίζεται στον χρόνο καθαυτό, αλλά στη δομική αδυναμία του μηχανισμού στο κράτος έκδοσης να παράξει λειτουργικό αποτέλεσμα, εντός του θεσμικού χρόνου του ΕΕΣ.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον, ενόψει της παρατεταμένης και μη θεραπεύσιμης αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης, δύναται να διατηρηθεί το τεκμήριο αμοιβαίας εμπιστοσύνης που διέπει το σύστημα του ΕΕΣ ή αν, αντιθέτως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης, κατά την έννοια που εξηγήθηκε προηγουμένως.
Το σύστημα του ΕΕΣ εδράζεται, κατ’ αρχήν, όπως εξηγήθηκε κατά την έκθεση του νομικού πλαισίου, στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η αρχή αυτή, ωστόσο, όπως εξηγήθηκε, δεν είναι απόλυτη, ούτε λειτουργεί μηχανιστικά, αποκομμένη από την ουσιαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΔΕΕ, όπως εκτέθηκε, το κράτος εκτέλεσης υποχρεούται να αναστείλει ή να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ, όταν συντρέχουν αντικειμενικά, αξιόπιστα και επικαιροποιημένα στοιχεία που καταδεικνύουν πραγματικό κίνδυνο παραβίασης θεμελιώδους δικαιώματος, ο οποίος δεν μπορεί να αρθεί εντός εύλογου χρόνου με πρόσφορα μέτρα ή διευκρινίσεις από το κράτος έκδοσης. Η νομολογία αυτή δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, την εξέταση και άλλων θεμελιωδών δικονομικών κινδύνων, όταν τεκμηριώνονται με αντικειμενικά στοιχεία και δεν αίρονται εντός εύλογου χρόνου.
Το Δικαστήριο τονίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν προβάλλεται η υποκειμενική δυσαρέσκεια του Καθ’ ου η αίτηση ως προς την ποιότητα της υπεράσπισης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι, επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες δεν υπήρχε σαφής, σταθερή και αποδεκτή ανάθεση νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης, ο αρχικά διορισθείς δικηγόρος αμφισβήτησε τον ίδιο τον διορισμό του, η αντικατάστασή του παρέμενε αβέβαιη, και το κράτος έκδοσης δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα επίλυσης. Η αβεβαιότητα αυτή δεν ήταν στιγμιαία, αλλά σταθερά παγιωμένη και παρατεταμένη στην παρούσα υπόθεση, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Κεντρικής Αρχής, οι οποίες πληρούσαν το καθήκον επιμελούς συνεργασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος ο εκζητούμενος να παραδοθεί στο κράτος έκδοσης χωρίς να έχει διασφαλιστεί εκ των προτέρων η ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής υπεράσπισης. Κίνδυνος που ανακύπτει όχι από γενική αξιολογική κρίση περί του κράτους έκδοσης, αλλά από τα συγκεκριμένα και επαναλαμβανόμενα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, τα οποία δεν αναιρέθηκαν με συγκεκριμένες εγγυήσεις εντός ορισμένου χρονικού ορίζοντα. Η γενική διατύπωση περί μελλοντικού —σε άγνωστο χρόνο— διορισμού δικηγόρου δεν επαρκεί για την άρση του διαπιστωθέντος κινδύνου. Ελάχιστη απαιτούμενη άρση του κινδύνου θα ήταν η παροχή συγκεκριμένης επιβεβαίωσης αποδοχής εντολής από ονομαστικά προσδιορισμένο δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, με δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας για τους σκοπούς του άρθρου 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ.
Κατά τις προθεσμίες που προβλέπει ο ν. 133(Ι)/2004, σε αντιστοιχία και με τις διατάξεις της Απόφασης – Πλαισίου, το Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης οφείλει να αποφασίσει επί της εκτέλεσης του ΕΕΣ εντός αυστηρών χρονικών ορίων, τα οποία υπηρετούν την ασφάλεια δικαίου, την προστασία της προσωπικής ελευθερίας, και την αποτροπή καταχρηστικής ή απεριόριστης κράτησης. Η αναφορά στον χρόνο «το ταχύτερο δυνατόν» δεν παρέχει απεριόριστη ευχέρεια αναβολών, αλλά προϋποθέτει ότι τυχόν καθυστερήσεις, είναι πρόσκαιρες, αποβλέπουν σε συγκεκριμένη και ρεαλιστική θεραπεία, και δεν μετατρέπουν τη διαδικασία εκτέλεσης σε καθεστώς αβεβαιότητας επ’ αόριστον. Στην παρούσα υπόθεση, ζητήθηκαν διευκρινίσεις, παρασχέθηκε επαρκής χρόνος, δόθηκαν επανειλημμένες παρατάσεις, και εξαντλήθηκαν οι προβλεπόμενες προθεσμίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, οποιαδήποτε περαιτέρω αναβολή δεν θα υπηρετούσε πλέον τον σκοπό της αμοιβαίας συνεργασίας, αλλά θα προσέκρουε στην αρχή της αναλογικότητας, και στην υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποτρέψει παράταση μιας διαδικασίας που δεν οδηγεί σε νόμιμο και ασφαλές αποτέλεσμα. Ιδίως μετά την εξάντληση των προβλεπόμενων προθεσμιών και την απουσία συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος επίλυσης εκ μέρους της αρχής έκδοσης.
Η στάθμιση αναλογικότητας στηρίζεται, ιδίως, στα εξής σωρευτικά στοιχεία: (i) η διαδικασία ήδη παρατάθηκε και διεξήχθη με κατ’ επείγον τρόπο μετά από επανεκδίκαση, (ii) ο εκζητούμενος στερήθηκε της ελευθερίας του για σημαντικό χρονικό διάστημα εντός της ίδιας εκκρεμότητας, (iii) οι απαντήσεις του κράτους έκδοσης παρέμεναν γενικές και μη δεσμευτικές, χωρίς σαφή χρόνο ολοκλήρωσης, (iv) η πρακτική αστάθεια του αρχικού διορισμού (έφεση/απόσυρση/αίτημα αντικατάστασης) κατέδειξε ότι η «θεραπεία» δεν ήταν άμεσα ρεαλιστική, και (v) η συνέχιση της εκκρεμότητας θα υπονόμευε τόσο την ασφάλεια δικαίου όσο και τον ίδιο τον σκοπό του μηχανισμού του ΕΕΣ.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άρνηση εκτέλεσης συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο, προς αποτροπή ουσιώδους προσβολής του πυρήνα των δικαιωμάτων υπεράσπισης εντός της διαδικασίας του ΕΕΣ, χωρίς περαιτέρω παράταση της υφιστάμενης αβεβαιότητας.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν διαθέτει άλλο θεσμικά προβλεπόμενο και νόμιμο εργαλείο ικανό να οδηγήσει σε ουσιαστικά διαφορετικό αποτέλεσμα, χωρίς να παραβιασθεί το ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο του ΕΕΣ. Ο μηχανισμός του ΕΕΣ δεν προβλέπει ανοικτό ή απεριόριστο χρονικό ορίζοντα. Οι σχετικές προθεσμίες δεν έχουν απλώς οργανωτικό χαρακτήρα, αλλά συνιστούν ουσιώδεις εγγυήσεις προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι προβλεπόμενες από τον εθνικό νόμο προθεσμίες, οι οποίες αντιστοιχούν στις διατάξεις της Απόφασης ‒ Πλαισίου, εξαντλήθηκαν· παρατάσεις χορηγήθηκαν· πλην όμως το κράτος έκδοσης δεν παρείχε συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονικό ορίζοντα επίλυσης ούτε σαφή εγγύηση αποδοχής της εντολής από δικηγόρο στο κράτος έκδοσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, περαιτέρω αναμονή θα ισοδυναμούσε με σιωπηρή αναστολή της διαδικασίας χωρίς νομική βάση, δεδομένου ότι η αναστολή στο πλαίσιο του ΕΕΣ έχει εξαιρετικό, προσωρινό και στοχευμένο χαρακτήρα.
Η συνέχιση αιτημάτων για παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών κατ’ άρθρο 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου δεν θα είχε πλέον πρακτικό νόημα. Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εργαλείο για την άντληση συγκεκριμένων και στοχευμένων πληροφοριών, εντός χρονικού πλαισίου που λαμβάνει υπόψη την υποχρέωση έγκαιρης λήψης απόφασης επί της εκτέλεσης του ΕΕΣ. Στην παρούσα υπόθεση, ζητήθηκαν επανειλημμένως διευκρινίσεις, υπήρξε ανταλλαγή πληροφοριών, πλην όμως οι απαντήσεις παρέμειναν γενικόλογες (ενδεικτικώς, «ελπίζουμε», «αναμένεται») και δεν συνοδεύθηκαν από συγκεκριμένη εγγύηση ουσιαστικής ανάληψης της εντολής. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν επαρκούν για την άρση του διαπιστωθέντος κινδύνου, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε οριστική κρίση, κατόπιν σφαιρικής εκτίμησης των στοιχείων, και όχι να αφήσει τη διαδικασία σε κατάσταση αβεβαιότητας επ’ αόριστον.
Περαιτέρω, η αναστολή της παράδοσης, ως διαδικαστικός χειρισμός του ΕΕΣ, αφορά αποκλειστικώς σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, είναι θεματικά περιορισμένη και χρονικά μη παρατεταμένη. Δεν αποτελεί μέσο αντιμετώπισης δικονομικών ή λειτουργικών δυσχερειών ούτε εργαλείο έμμεσης παράτασης του ελέγχου θεμελιωδών δικαιωμάτων, πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταχρηστικής εφαρμογής.
Το Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης δεν διαθέτει, εξάλλου, αρμοδιότητα να διατάξει το κράτος έκδοσης να προβεί σε διορισμό δικηγόρου ούτε να επιβάλει συγκεκριμένες ενέργειες ή να ελέγξει την εσωτερική του διαδικασία νομικής αρωγής. Ομοίως, δεν θα ήταν θεσμικά επιτρεπτό να διαταχθεί η εκτέλεση του ΕΕΣ με την παραδοχή ότι το ζήτημα της νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης θα επιλυθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, καθόσον τούτο θα συνεπαγόταν την παράδοση προσώπου ενώ το Δικαστήριο γνωρίζει ότι ο μηχανισμός αποτελεσματικής υπεράσπισης στο στάδιο της εκτέλεσης δεν λειτούργησε, μεταθέτοντας τον κίνδυνο προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος στο μέλλον και παρακάμπτοντας το άρθρο 1 § 3 της Απόφασης ‒ Πλαισίου. Όταν ο κίνδυνος παραμένει, η παράδοση δεν επιτρέπεται.
Το ενωσιακό δίκαιο δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο να αναμένει επ’ αόριστον την άρση ενός διαπιστωμένου κινδύνου, όταν δεν υφίσταται συγκεκριμένος και δεσμευτικός χρονικός ορίζοντας θεραπείας· αντιθέτως, του επιβάλλει να αποφασίσει. Η άρνηση εκτέλεσης, η οποία εν προκειμένω αναδεικνύεται ως η μόνη θεσμικά επιτρεπτή επιλογή, δεν συνιστά αμφισβήτηση της καλής πίστης του κράτους έκδοσης, αλλά αναγκαία και αναλογική αντίδραση σε συγκεκριμένη, εξατομικευμένη και μη θεραπεύσιμη, εντός εύλογου χρόνου, κατάσταση κινδύνου για τον πυρήνα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
(β) Τα υπόλοιπα ζητήματα
Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα που είχαν τεθεί από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, αν και η προαναφερόμενη κρίση, υπό τις περιστάσεις, επαρκεί, χάριν πληρότητας, αναφέρεται πως, η εκφρασθείσα επιθυμία του εκζητούμενου είτε να ανακριθεί στην Κύπρο είτε να μεταβεί οικειοθελώς στο κράτος έκδοσης δεν δύναται να ανατρέψει τον σκοπό και τη λειτουργία ενός ΕΕΣ ούτε η εκλαμβανόμενη ως παραγνώρισή της να εκληφθεί ως «κατάχρηση της διαδικασίας». Ο θεσμός του ΕΕΣ αποσκοπεί στην εξασφάλιση της παρουσίας του εκζητούμενου ενώπιον των αρμόδιων Αρχών του κράτους έκδοσης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον ο ίδιος επιθυμεί να συνεργαστεί με αυτές. Η δε δηλωθείσα πρόθεση συνεργασίας του εκζητούμενου με τις ανακριτικές Αρχές του κράτους έκδοσης συνιστά στοιχείο που δύναται, κατά περίπτωση, να συνεκτιμηθεί από τις αρμόδιες Αρχές του εν λόγω κράτους στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιόν τους. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή ή πρόσθετο λόγο, μη προβλεπόμενο από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, για την άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ από τη δικαστική Αρχή εκτέλεσης.
Το Δικαστήριο εξετάζει, περαιτέρω, την ένσταση που προβάλλεται ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης του άρθρου 8 § 1 (γ) της Απόφασης – Πλαισίου, ήτοι της ύπαρξης εθνικού εντάλματος σύλληψης ή άλλης εκτελεστής δικαστικής απόφασης με το ίδιο αποτέλεσμα, επί της οποίας στηρίζεται το προς εκτέλεση ΕΕΣ.
Εναπόκειται στη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος να ελέγξει αν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση ΕΕΣ, χωρίς η εκτίμηση αυτή να μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, να ελεγχθεί στη συνέχεια από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης (πρβλ. Piotrowski, C‑367/16, σκέψη 52, Puig Gordi κ.λπ., ανωτέρω, σκέψεις 87 και 88). Σε σχέση με την απαίτηση ύπαρξης «εντάλματος σύλληψης», το ΔΕΕ έκρινε ότι, εάν δεν υφίσταται «εθνικό ένταλμα σύλληψης», διακριτό από το ΕΕΣ, τότε το ΕΕΣ δεν πληροί τις απαιτήσεις νομιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 8 § 1, και η εκτελούσα αρχή οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεσή του (βλ. Bob-Dogi C-241/15). Το ΔΕΕ διευκρίνισε, επίσης, ότι η επικύρωση από εισαγγελική αρχή εθνικού εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί προηγουμένως από αστυνομική υπηρεσία συνιστά «δικαστική απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 στοιχ. (γ) (βλ. ?z?elik C-453/16 PPU). Η έννοια του «[εθνικού] εντάλματος σύλληψης ή οποιασδήποτε άλλης εκτελεστής δικαστικής απόφασης με το ίδιο αποτέλεσμα» αναφέρεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν δεν φέρει την ονομασία «εθνικό ένταλμα σύλληψης», επιτρέπει την αναζήτηση και σύλληψη προσώπου με σκοπό την προσαγωγή του ενώπιον δικαστηρίου για τη διεξαγωγή ποινικής διαδικασίας (βλ. MM C-414/20 PPU). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης να καθορίσει, υπό το φως του εθνικού δικαίου, ποιες συνέπειες έχει η απουσία έγκυρου εθνικού εντάλματος σύλληψης ως προς την απόφαση διατήρησης του παραδοθέντος προσώπου σε προσωρινή κράτηση (MM). Το ΔΕΕ διευκρίνισε, επίσης, ότι οι απαιτήσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οι οποίες πρέπει να διασφαλίζονται για πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ με σκοπό την ποινική δίωξη, προϋποθέτουν ότι είτε το ίδιο το ΕΕΣ είτε το εθνικό ένταλμα σύλληψης στο οποίο αυτό βασίζεται υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης πριν από την παράδοση του ζητούμενου προσώπου. Κατά τις Svishtov Regional Prosecutor’s Office C-648/20 PPU και Prosecutor of the regional prosecutor’s office in Ruse C-206/20, οι απαιτήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν πληρούνται όταν τόσο το ΕΕΣ όσο και το εθνικό ένταλμα σύλληψης εκδίδονται από εισαγγελέα χωρίς δυνατότητα προγενέστερου δικαστικού ελέγχου στο κράτος έκδοσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το ΕΕΣ αναφέρεται, αφενός, πως ενεργοποιείται και από την EPPO (European Public Prosecutor Office) με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 33 § 2, και ο αριθμός 501 Js 15/24 είναι ο αριθμός φακέλου της EPPO (Munich Office), αφετέρου στο σώμα του ΕΕΣ αναφέρεται πως την 9.7.2025 εκδόθηκε και ένταλμα σύλληψης από το τοπικό δικαστήριο (Munich Local Court), με αριθμό αναφοράς ER VI Gs 9040/25, το οποίο συνιστά «pre-trial detention warrant».
Παρεμβάλλεται πως ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 δεν παρακάμπτει την προϋπόθεση του άρθρου 8 § 1(γ) της Απόφασης – Πλαισίου. Αντιθέτως, ο ίδιος (άρθρο 33 § 1) βασίζεται στο εθνικό δίκαιο, όπου ο/η εντεταλμένος/η εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει/διατάξει σύλληψη ή προφυλάκιση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο· αυτό είναι που συνήθως παράγει το αναγκαίο «εθνικό μέτρο» πάνω στο οποίο βασίζεται το ΕΕΣ.
Για να ενεργοποιηθεί άρνηση τύπου Bob-Dogi (ανωτέρω), πρέπει να είναι δεδομένο ότι είτε δεν υπάρχει τέτοιο εθνικό μέτρο, είτε ότι δεν προσκομίστηκε ή δεν διευκρινίστηκε, παρά το ότι ζητήθηκε, άρα το ΕΕΣ παραμένει ελλιπές ως προς το άρθρο 8 § 1(γ). Πρακτικά ή δικονομικά αυτό γίνεται μόνον με το εργαλείο του άρθρου 15 § 2 (επείγουσες συμπληρωματικές πληροφορίες). Αν η απάντηση είναι ότι «υπάρχει» και σταλεί η πράξη που όντως διατάσσει σύλληψη ή προσαγωγή ή προφυλάκιση (ή επικύρωση τύπου ?z?elik, ανωτέρω), δεν υπάρχει δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης για αυτόν τον λόγο. Αν, όμως, δεν ληφθεί απάντηση, υπάρξει αόριστη απάντηση ή σταλεί «έγγραφο έρευνας» που δεν έχει εκτελεστό αποτέλεσμα σύλληψης, τότε το «κενό» γίνεται νόμιμη βάση άρνησης εκτέλεσης, λόγω μη τήρησης του άρθρου 8 § 1(γ).
Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση «αναζήτησης» του εθνικού εντάλματος από μόνο του, με την έννοια να ερευνήσει στα αρχεία του κράτους έκδοσης. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης είναι να ελέγξει αν το ΕΕΣ περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία (άρθρο 8), και αν υπάρχει αμφιβολία ή έλλειψη, να ενεργοποιήσει τον δικαστικό διάλογο, ζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες (άρθρο 15 § 2). Άρα, δεν υπάρχει καθήκον αυτεπάγγελτης αναζήτησης· υπάρχει καθήκον ελέγχου και αίτησης διευκρινίσεων. Αν μετά τον διάλογο, όπου είναι αναγκαίος, το θεμελιώδες τυπικό στοιχείο παραμένει κενό, η άρνηση είναι μία θεσμική επιλογή.
Από το περιεχόμενο του ίδιου του ΕΕΣ προκύπτει ρητώς ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν εθνικού εντάλματος σύλληψης με εντολή για προδικαστική κράτηση, το οποίο εκδόθηκε από αρμόδιο δικαστήριο του κράτους έκδοσης την 9.7.2025, με συγκεκριμένο αριθμό αναφοράς. Η αναφορά αυτή πληροί, κατ’ αρχήν, τις τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 8 § 1 (γ), όπως αυτές ερμηνεύονται από τη νομολογία του ΔΕΕ.
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η ΜΥ2 προσκόμισε ως Τ27 έγγραφο που είχε κατατεθεί στον φάκελο κατά την αρχική εκδίκαση. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν έχει προσωπική γνώση ως προς το περιεχόμενο ή τη νομική λειτουργία του εν λόγω εγγράφου, πλην του γεγονότος ότι αυτό είχε πράγματι κατατεθεί. Δεν προσκομίστηκε, ωστόσο, μαρτυρία ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι το Τ27 αποτελεί το εθνικό ένταλμα σύλληψης στο οποίο ρητώς παραπέμπει το ΕΕΣ. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο του Τ27, στο οποίο γίνεται αναφορά σε φάκελο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και σε ενέργειες σχετιζόμενες με εγκαταστάσεις και υποστατικά του υπόπτου στο κράτος έκδοσης, προκύπτει, εξ όψεως, ότι πρόκειται για διακριτό δικονομικό διάβημα, συναφές με ανακριτικές ή ερευνητικές πράξεις και όχι κατ’ ανάγκην με πράξη που διατάσσει σύλληψη ή προδικαστική κράτηση. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης του άρθρου 8 §1 (γ), δεδομένου ότι το ΕΕΣ δεν στηρίζεται στο Τ27, αλλά ρητώς παραπέμπει σε άλλο εθνικό δικαστικό μέτρο, με συγκεκριμένη ημερομηνία, Αρχή έκδοσης και αριθμό αναφοράς. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα αντίστοιχο με εκείνο που απασχόλησε το ΔΕΕ στην Bob-Dogi (ανωτέρω), όπου απουσίαζε πλήρως εθνικό ένταλμα σύλληψης διακριτό από το ίδιο το ΕΕΣ. Ομοίως, δεν εγείρεται ζήτημα αμφιβολίας ως προς το αν υφίσταται εκτελεστή δικαστική απόφαση με ισοδύναμο αποτέλεσμα, κατά την έννοια της νομολογίας MM (ανωτέρω), ούτε ζήτημα ως προς τη δικαστική φύση της Αρχής έκδοσης, όπως εξετάστηκε σε άλλες υποθέσεις.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης ή ερμηνείας των εθνικών πράξεων του κράτους έκδοσης, ούτε υποχρέωση να ελέγχει την εσωτερική νομιμότητα του εθνικού εντάλματος σύλληψης βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η υποχρέωσή της εξαντλείται στον έλεγχο αν το ΕΕΣ περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία του άρθρου 8 και, σε περίπτωση αντικειμενικής ασάφειας ή έλλειψης, στην ενεργοποίηση του διαλόγου του άρθρου 15 § 2 της Απόφασης – Πλαισίου. Εν προκειμένω, η σαφής και ρητή αναφορά στο ΕΕΣ σε εθνικό ένταλμα σύλληψης με εντολή προδικαστικής κράτησης, εκδοθέν από δικαστήριο, δεν αφήνει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας που να δικαιολογεί ενεργοποίηση περαιτέρω διαλόγου. Το γεγονός ότι προσκομίστηκε στον φάκελο και άλλο έγγραφο (Τ27), το οποίο φαίνεται να αφορά διαφορετικό δικονομικό σκοπό, δεν αναιρεί ούτε αποδυναμώνει την εν λόγω διαπίστωση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προϋπόθεση του άρθρου 8 § 1 (γ) της Απόφασης – Πλαισίου πληρούται, και ότι δεν συντρέχει λόγος άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ λόγω έλλειψης ή αμφισβήτησης εθνικού εντάλματος σύλληψης.
Η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, δεν εγείρεται ζήτημα μη πλήρωσης της προϋπόθεσης του άρθρου 8 §1 (γ) της Απόφασης – Πλαισίου και ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διάλογος ως προς την ύπαρξη εθνικού εντάλματος σύλληψης, δεν αναιρεί ούτε αποδυναμώνει την αυτοτελή σημασία των ενστάσεων που αφορούν την πρακτική και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του Καθ’ ου η αίτηση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να διευκολύνει τη διερεύνηση ζητημάτων που άπτονται της εσωτερικής νομιμότητας των διαδικαστικών πράξεων του κράτους έκδοσης, περιλαμβανομένης της φύσης και της λειτουργίας επιμέρους εθνικών μέτρων. Πλην όμως, η δυνατότητα αυτή δεν συνιστά προϋπόθεση ούτε υποκατάστατο των υποχρεώσεων που βαρύνουν τη δικαστική αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο της διαδικασίας του ΕΕΣ.
Ο έλεγχος της δικαστικής αρχής εκτέλεσης ως προς το άρθρο 8 της Απόφασης – Πλαισίου είναι αντικειμενικός και αυτεπάγγελτος, και δεν εξαρτάται από το αν ο εκζητούμενος, μέσω δικηγόρου στο κράτος έκδοσης, θα μπορούσε να εντοπίσει ή να εγείρει περαιτέρω ενστάσεις. Ομοίως, η έλλειψη ή η δυσχέρεια πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος έκδοσης δεν μπορεί να μετατρέψει ένα τυπικώς επαρκές ΕΕΣ σε ελλιπές ως προς τα στοιχεία του άρθρου 8 §1, ούτε να θεμελιώσει εκ των υστέρων υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης να προβεί σε ευρύτερη ή εντατικότερη έρευνα των εθνικών πράξεων του κράτους έκδοσης. Με άλλα λόγια, το αν ο Καθ’ ου η αίτηση διέθετε ή όχι δικηγόρο στο κράτος έκδοσης δεν επηρεάζει το εύρος του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί του ΕΕΣ ως προς την ύπαρξη εθνικού εντάλματος σύλληψης. Ο έλεγχος αυτός ολοκληρώνεται με βάση το περιεχόμενο του ΕΕΣ και τα αντικειμενικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Αντιθέτως, η έλλειψη πρακτικά αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης αποκτά κρίσιμη σημασία σε διαφορετικό επίπεδο, ήτοι ως προς τη δυνατότητα του εκζητουμένου να ασκήσει ουσιαστικά τα δικαιώματα υπεράσπισής του στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ, να συντονίσει την υπεράσπισή του μεταξύ των δύο κρατών μελών και να προετοιμάσει αποτελεσματικά τη θέση του ενόψει της παράδοσης. Το ζήτημα αυτό αφορά τον πυρήνα των άρθρων 47 και 48 ΧΘΔΕΕ και των ειδικών εγγυήσεων των Οδηγιών 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/1919, και εξετάζεται αυτοτελώς, ανεξάρτητα από το αν ανακύπτουν ή όχι τυπικές πλημμέλειες ως προς το άρθρο 8 της Απόφασης – Πλαισίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη ύπαρξη λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναδρομικά για να τεθεί εν αμφιβόλω η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων έκδοσης του ΕΕΣ, μπορεί όμως —και πρέπει— να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η εκτέλεση του ΕΕΣ θα οδηγούσε σε πραγματικό και μη θεραπεύσιμο κίνδυνο παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση.
Το υπό εξέταση ΕΕΣ φέρει όλα τα τυπικά στοιχεία ενός ΕΕΣ, κατά το άρθρο 4 του εγχώριου νόμου. Ο λόγος που εκδόθηκε το εν λόγω ΕΕΣ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 3 του εγχώριου νόμου. Δεν υφίσταται ζήτημα τύπου ή ασάφειας ως προς την περιγραφή οποιωνδήποτε αναγκαίων πληροφοριών που να εμποδίζει το Δικαστήριο στην περαιτέρω εξέταση του ΕΕΣ, το οποίο δεν προκύπτει από οπουδήποτε να έχει εκδοθεί για εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας. Συναφώς αναφέρεται πως ο όρος «ποινική δίωξη» δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά ή με παραστάσεις της εγχώριας διαδικασίας, αλλά ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε να περιλαμβάνει και διαδικασία προερχόμενη από δικαστική Αρχή που οδηγεί δυνητικά σε ποινική δίωξη, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται και το αντίθετο, με δεδομένο και το τεκμήριο αθωότητας του εκζητούμενου[1]. Ο τρόπος με τον οποίον έχουν εκτεθεί οι πληροφορίες σχετικά με την εμπλοκή του Καθ’ ου η αίτηση, ως αναφέρονται στο ΕΕΣ, δεν δίδει την εικόνα ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ζητείται να εκδοθεί απλώς για σκοπούς υποβολής ερωτήσεων, που θα μπορούσαν να υποβληθούν και με εναλλακτικό μέσο. Τίθεται ευθέως υποψία εναντίον του, με συγκεκριμένο τρόπο, ότι ως διευθυντής συγκεκριμένης εταιρείας διέπραξε φοροδιαφυγή με συγκεκριμένο τρόπο, που ανέρχεται σε συγκεκριμένο ύψος, ενώ φέρεται να μετείχε και σε ευρύτερο κύκλωμα, ώστε, όπως είναι κατανοητό, και χωρίς η διατύπωση αυτή να συνιστά ερμηνεία αλλοδαπού δικαίου ή διαδικασίας, σε περίπτωση μη διαφοροποίησης των δεδομένων που παρουσιάζονται, μετά και την ακρόαση του ιδίου του Καθ’ ου η αίτηση επί των εν λόγω στοιχείων, μπορεί να δρομολογηθεί ποινική δίωξη για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Η συνέχιση του ανακριτικού έργου ή ο όγκος του, λόγω της πολυπλοκότητας των αδικημάτων, δεν αποσυνδέουν το ΕΕΣ από τον σκοπό για τον οποίον εκδόθηκε ούτε αναιρούν τη δυνατότητα του Καθ’ ου η αίτηση να απεμπλακεί απ’ ό,τι, με τα υφιστάμενα στοιχεία, του καταλογίζεται. Δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε αντικειμενικές ενδείξεις ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση χρησιμοποιείται «καταχρηστικά». Η εγχώρια νομολογία που ήδη υφίσταται φαίνεται να καλύπτει πλήρως το ζήτημα, ώστε να περιττεύει η περαιτέρω ανάλυσή του.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ΕΕΣ, η έκδοση του Καθ’ ου η αίτηση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης, για αδικήματα για τα οποία δεν χρειάζεται ο έλεγχος του διττού αξιοποίνου, τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης άνω των 3 ετών. Συνακόλουθα, το ΕΕΣ είναι εκτελεστό, και μπορεί να εκτελεστεί, εάν δεν συντρέχουν λόγοι για τη μη εκτέλεσή του.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει, περαιτέρω, ότι δεν συντρέχουν λόγοι υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ κατά το άρθρο 13 του ν. 133(Ι)/2004, ούτε λόγοι δυνητικής άρνησης εκτέλεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 14 του ίδιου νόμου. Από το σύνολο του ενώπιον του Δικαστηρίου υλικού, δεν προκύπτει, ούτε προβάλλεται συγκεκριμένα, οποιαδήποτε περίσταση που να εμπίπτει στις εν λόγω διατάξεις.
Η διαπίστωση αυτή δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη νομικής εκπροσώπησης του εκζητουμένου στο κράτος έκδοσης. Οι λόγοι άρνησης των άρθρων 13 και 14 του ν. 133(Ι)/2004 ελέγχονται αυτεπαγγέλτως από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, βάσει αντικειμενικών και συγκεκριμένων κριτηρίων, και δεν προϋποθέτουν την προηγούμενη ενεργοποίηση ή υπόδειξή τους από δικηγόρο στο κράτος έκδοσης.
Εντούτοις, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα της απουσίας ενεργού και λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης δεν αφορά την ύπαρξη ή μη λόγων άρνησης εκτέλεσης κατά τα άρθρα 13 και 14 του νόμου, αλλά εντάσσεται σε διαφορετικό και αυτοτελές νομικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, αφορά τη δυνατότητα του εκζητουμένου να ασκήσει στην πράξη και αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής του στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ, ιδίως μέσω του συντονισμού της υπεράσπισης μεταξύ κράτους εκτέλεσης και κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και το άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919.
Κατά συνέπεια, η έλλειψη ενεργού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης δεν δύναται να θεμελιώσει, ούτε να υποκαταστήσει, λόγο άρνησης εκτέλεσης κατά τα άρθρα 13 ή 14 του ν. 133(Ι)/2004. Αντιθέτως, το ζήτημα αυτό εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου, και ιδίως των άρθρων 47 και 48 ΧΘΔΕΕ, σε συνδυασμό με τις ειδικές ενωσιακές εγγυήσεις που διέπουν τη διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ.
Κατάληξη
Από το σύνολο των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά την τυπική πληρότητα του προς εκτέλεση ΕΕΣ, και παρά την απουσία λόγων άρνησης εκτέλεσης κατά τα άρθρα 13 και 14 του ν. 133(Ι)/2004, έχει ανακύψει, στην παρούσα υπόθεση, ένα αυτοτελές και καθοριστικό ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων, που είναι η παρατεταμένη, αντικειμενική και επίμονη αμφισημία ως προς την ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής νομικής εκπροσώπησης του Καθ’ ου η αίτηση στο κράτος έκδοσης, για τους σκοπούς που ρητώς προβλέπουν το άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και το άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος προσβολής του πυρήνα των άρθρων 47 και 48 ΧΘΔΕΕ (αντίστοιχα του άρθρου 6 ΕΣΔΑ).
Η άρνηση εκτέλεσης δεν συνιστά αξιολογική αμφισβήτηση της καλής πίστης του κράτους έκδοσης, αλλά αναγκαία συνέπεια της διαπίστωσης ότι ο συγκεκριμένος κίνδυνος για τον πυρήνα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική υπεράσπιση δεν κατέστη δυνατό να αρθεί εντός εύλογου χρόνου, παρά τα μέτρα που λήφθηκαν και τις ευκαιρίες που παρασχέθηκαν. Η εκτέλεση του ΕΕΣ, υπό τα παρόντα δεδομένα, δεν δύναται να προχωρήσει χωρίς να διακινδυνεύσει ουσιώδη αποδυνάμωση των ενωσιακά κατοχυρωμένων δικονομικών εγγυήσεων.
Η απόρριψη του αιτήματος εκτέλεσης αφορά την παρούσα διαδικασία και το υφιστάμενο πραγματικό πλαίσιο, και δεν προκαταλαμβάνει τυχόν μεταγενέστερη υποβολή αιτήματος παράδοσης υπό συνθήκες που να διασφαλίζουν πρακτικά και αποτελεσματικά την προβλεπόμενη από το ενωσιακό δίκαιο νομική εκπροσώπηση στο κράτος έκδοσης.
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα εκτέλεσης του ΕΕΣ απορρίπτεται.
Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δια της Κεντρικής Αρχής, στη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του νόμου.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ghebali, Πολιτική Έφεση 50.2020, 11.5.2020, Constantinides v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 347/2024, 5.3.2015, Πέτρου, Πολιτική Έφεση 421/2017, 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10, Vovk v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 6/2024, 17.1.2025, Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 4/2024, 7.1.2025, Visokowski v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 1/2025, 27.2.2025 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Φιλίππου, Έφεση ΕΕΣ 4/2025, 8.1.2026, Ε.Μ. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 8/2025, 26.1.2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο