ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Ν., Υπόθεση αρ. 18351 / 2025, 19/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Ν., Υπόθεση αρ. 18351 / 2025, 19/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 18351 / 2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

v.

 

 

Α. Ν.

 

___________________

Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα) για την Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Αδάμου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε δύο κατηγορίες για κλοπή. Στη μία περίπτωση (1η κατηγορία), για κλοπή που διαπράχθηκε την 11.5.2024 από κατάστημα, μίας τσάντας “Saint Laurent-Kate Clutch” αξίας €880 και στην άλλη περίπτωση (2η Κατηγορία), για κλοπή που διαπράχθηκε την 18.5.2024 από το ίδιο κατάστημα, μίας τσάντας “Gucci” αξίας €1.390, ιδιοκτησίας του ιδίου προσώπου, δηλαδή της ιδιοκτήτριας του καταστήματος.

 

Αμφότερες οι κατηγορίες βασίζονται στο άρθρο 272(1) ΠΚ, που αφορά διακεκριμένη κλοπή, σε περίπτωση που υπάρχει προηγούμενη καταδίκη για κλοπή με βάση το άρθρο 262 ΠΚ. Έχω υπόψη μου την ποινή που προβλέπει ο νόμος σε αυτή την περίπτωση, που είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε έτη[1].

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[2]. Η ποινή, ωστόσο, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες βάσει των οποίων προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[3]. Ακολούθως, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[4], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[5], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[6]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[7]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια πως υπάρχουν συνέπειες. Το Δικαστήριο, έχοντας πλήρη επίγνωση της ανάγκης αυτής, προσέρχεται στην επιμέτρηση με γνώμονα τόσο την προστασία της κοινωνίας όσο και την αναλογικότητα.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα, που πληρέστερα καταγράφηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α’, σημειώνεται πως πρόκειται για δύο διακριτές πράξεις κλοπής σε διαφορετικό χρόνο, σε σύντομο χρονικό διάστημα, από το ίδιο κατάστημα και σε βάρος της ίδιας παθούσας, ιδιοκτήτριας αυτού. Η επανάληψη της πράξης στον ίδιο χώρο και σε βάρος του ίδιου προσώπου, καθώς και η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων, που ανέρχεται στο ποσό των €2.270, συνιστούν αντικειμενικά επιβαρυντικά στοιχεία, όπως και το γεγονός ότι επρόκειτο για είδη πολυτελείας και όχι προσωπικής ανάγκης, με σκοπό την οικονομική τους εκμετάλλευση. Δεν εντοπίστηκαν. Πλην όμως, οι πράξεις τελέστηκαν χωρίς χρήση βίας, απειλής ή διάρρηξης και με απλό τρόπο, χωρίς χρήση επιδεξιότητας. Δεν υπήρξε εγκληματική οργάνωση, ομαδική δράση ή ιδιαίτερος προσχεδιασμός. Η βλάβη περιορίστηκε αποκλειστικά σε περιουσιακή ζημία, σαφώς προσδιορίσιμη και αποτιμητή, χωρίς να προκύπτει περαιτέρω υλική ή άλλη επιβάρυνση.

 

Υπάρχουν αρκετές προηγούμενες καταδίκες (Τεκμήριο Β), πέραν αυτής που έχει ληφθεί υπόψη ως συστατικό στοιχείο των δύο κατηγοριών, για αδικήματα της ίδιας κατηγορίας και σχετιζόμενα με ελεγχόμενες ουσίες. Η επιβάρυνση αυτή, η οποία είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη, αποτρέπει το Δικαστήριο από το να επιδείξει επιείκεια, την οποία θα μπορούσε να επιδείξει εάν υπήρχε λευκό ποινικό μητρώο, αναγνωρίζοντας, όμως, και το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε η εν λόγω επιβάρυνση.

 

Στον περιορισμένο βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, και περιλαμβάνονται και σε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο Γ), από τα οποία προκύπτει η ηλικία των 34 ετών, η καταγωγή, η οικογενειακή κατάσταση (πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών), το ακαδημαϊκό υπόβαθρο στη Ρωσία και στην Κύπρο, η εργασιακή πείρα στον κλάδο της αρχιτεκτονικής, και τα κοινωνικά προβλήματα που προέκυψαν, που πλέον δυσκολεύουν τον βιοπορισμό, που σχετίζονται με την χρήση ουσιών. Αυτή δημιούργησε και όλα τα προβλήματα στη ζωή του Κατηγορούμενου. Σήμερα εκτίεται ποινή φυλάκισης.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[8], που ήταν άμεση. Εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Έχει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα της κλοπής, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων, τον τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα και να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Η έκταση της ποινής υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή και όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες.

 

Η αρχή της συνολικότητας (totality principle), της οποίας έγινε επίκληση από την Υπεράσπιση, εφαρμόζεται όταν ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πολλαπλές καταδίκες, και συγκεκριμένα (i) όταν καταδικάζεται ταυτόχρονα για περισσότερα από ένα αδικήματα, (ii) όταν εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης και καταδικάζεται για ξεχωριστό αδίκημα ή αδικήματα, και (iii) όταν καταδικάζεται για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν ή κατά την έκτιση προηγούμενης ποινής. Πιο σύνθετες είναι οι περιπτώσεις όπου τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε ευρύτερο χρονικό διάστημα, διαπράχθηκαν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, έχει εκτιθεί μέρος ή το σύνολο προηγούμενης ποινής, ή τα αδικήματα διαφέρουν ποιοτικά ως προς τη φύση ή τη βαρύτητα. Σκοπός της είναι η εξασφάλιση ότι η συνολική ποινή που επιβάλλεται είναι δίκαιη και κατάλληλη, αντανακλώντας το πραγματικό αξιόποινο της συνολικής συμπεριφοράς του δράστη, ανεξαρτήτως του αριθμού των πράξεων ή της τυπικής κατάταξης των αδικημάτων. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της αρχής συνεπάγεται αναγκαία προσαρμογή της συνολικής ποινής. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτή δεν θα πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ένας υπότροπος ή κατ' εξακολούθηση παραβάτης αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα από έναν δράστη μεμονωμένου αδικήματος. Η αρχή της συνολικότητας εφαρμόζεται κατά το τελευταίο στάδιο της ποινικής επιμέτρησης.

 

Θα επιβληθεί ποινή στην 1η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη και τη 2η Κατηγορία. Κατά την επιβολή ποινής στην 1η Κατηγορία, λαμβάνεται υπόψη πως επί του παρόντος εκτίεται στην υπόθεση αρ.2818/2024 Ε.Δ. Πάφου.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

 

2η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Δεν δικαιολογείται αναστολής της εκτέλεσης της ποινής, η οποία είναι άμεσα εκτελεστή. Δεν μπορεί να προβλεφθεί ποια θα ήταν η ποινή που θα επέβαλλε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπόθεσης αρ.2818/2024 Ε.Δ. Πάφου, ωστόσο δεν προβλέπεται πως θα ήταν μεγαλύτερη από την ποινή που επιβλήθηκε (3 ετών), εάν λαμβάνονταν υπόψη και η παρούσα υπόθεση, που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, και να ιδωθεί σε ενιαίο πλαίσιο έκνομης συμπεριφοράς. Η ποινή φυλάκισης των 9 μηνών να συνεκτιθεί με την ποινή φυλάκισης που επί του παρόντος εκτίεται στην υπόθεση αρ.2818/2024 Ε.Δ. Πάφου, δηλαδή να αρχίσει να προσμετρά από σήμερα.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Τυχόν ανευρεθείσα περιουσία να επιστραφεί στην δικαιούχο της. Το USB να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 294(α) ΠΚ.

[2] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[4] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[6] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[7] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο