ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2337 / 2018
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1. Χ. Α.
2. Σ. Α.
____________
Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Δ. Λοχίας, για τους Κατηγορούμενους 1 και 2
Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες
[Η παρούσα απόφαση εκδίδεται κατόπιν διαδικασίας διεξαχθείσας κεκλεισμένων των θυρών. Η δημοσίευση της απόφασης, καθώς και η κυκλοφορία ή αναπαραγωγή της, επιτρέπονται μόνο υπό τον όρο ότι δεν οδηγούν άμεσα ή έμμεσα στην ταυτοποίηση του θύματος ή οποιουδήποτε προσώπου συνδεδεμένου με αυτό.]
ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ
(ex tempore)
Οι Κατηγορούμενοι, ζεύγος, παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων που εκτίθενται στις ακόλουθες κατηγορίες:
5η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος 1, την 27.1.2018, στην τοποθεσία που αναφέρεται, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά του προσώπου που αναφέρεται, δηλαδή την άγγιξε στα οπίσθια με τα χέρια του [άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, άρθρο 151 ΠΚ]
6η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος 1, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 27.1.2018, στην τοποθεσία που αναφέρεται, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά του προσώπου που αναφέρεται, δηλαδή την άγγιξε στα οπίσθια με τα χέρια του [άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, άρθρο 151 ΠΚ]
13η Κατηγορία: ότι η Κατηγορούμενη 2, μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2017 και της 27.1.2018, στην τοποθεσία που αναφέρεται, στη Λεμεσό, εργοδότησε τον 1ο Κατηγορούμενο για επαγγελματικές δραστηριότητες, οι οποίες περιλάμβαναν τακτικές επαφές με παιδιά, ενώ είχε υποχρέωση όπως μην προχωρήσει στην εργοδότησή του, εκτός εάν αυτός θα προσκόμισε πιστοποιητικό ότι δεν περιλαμβάνονταν στο Αρχείο που τηρείται δυνάμει του άρθρου 22(1) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 [Εργοδότηση ατόμου χωρίς την εξασφάλιση πιστοποιητικού βάσει του αρχείου του άρθρου 22(1) ν.91(Ι)/2014, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 22(1)(2)(6) ν.91(Ι)/2014]
Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη[1], ενώ η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της εργοδότησης προσώπου που περιλαμβάνεται σε αρχείο βάσει του άρθρου 22(1) ν.91(Ι)/2014, είναι η φυλάκιση μέχρι τα τρία έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €170.000.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[2]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[3]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου, και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[4], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[5], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[6]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία η έκτασή της, περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, και όπως συμπληρώθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν πληρέστερα καταγραφεί στα πρακτικά της διαδικασίας ενώ αναφέρονται και στην αγόρευση μετριασμού από πλευράς Υπεράσπισης. Εξ αυτών, σημειώνεται, πρωτίστως, ότι οι πράξεις τελέστηκαν εντός χώρου εκπαίδευσης, ο οποίος, κοινωνικά και λειτουργικά, νοείται ως χώρος ασφάλειας, ηθικής καθοδήγησης και εμπιστοσύνης. Η τέλεση αδικήματος τέτοιας φύσης σε τέτοιο περιβάλλον προσβάλλει ευθέως την κοινωνικά κατοχυρωμένη προσδοκία προστασίας των παιδιών, η οποία αποτελεί θεμέλιο της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Περαιτέρω, υπήρξε η επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς εις βάρος του ίδιου ανήλικου προσώπου, σε διακριτές χρονικές στιγμές, στοιχείο το οποίο, ανεξαρτήτως της έντασης της κάθε μεμονωμένης πράξης, έχει κάποια βαρύτητα, συγκριτικά πάντοτε με ένα μεμονωμένο και απολύτως περιστασιακό συμβάν. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην ηλικία της ανήλικης, η οποία ήταν περίπου 9 ετών, σε συνδυασμό με τη σημαντική ηλικιακή διαφορά από τον δράστη, ο οποίος ήταν περίπου 63 ετών, γεγονός που ενισχύει την εγγενή ανισότητα ισχύος και την ευαλωτότητα του θύματος. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, ως στοιχεία που συγκρατούν τη στάθμιση της βαρύτητας, ότι οι πράξεις δεν συνοδεύτηκαν από σωματική βία, εξαναγκασμό, απομόνωση, παραπλάνηση ή σταδιακή προσέγγιση, ούτε προέκυψε προσχεδιασμός με την έννοια οργανωμένης ή συστηματικής εγκληματικής δράσης. Οι ενέργειες συνίσταντο σε στιγμιαία αγγίγματα, πάνω από τα ρούχα, χωρίς σεξουαλικό κίνητρο ή σκοπό, απερίσκεπτα περισσότερο, τα οποία, αν και ποινικά κολάσιμα και κοινωνικά αποδοκιμαστέα, δεν ανήκουν στην ανώτερη βαθμίδα σοβαρότητας των άσεμνων επιθέσεων που έχουν απασχολήσει τα Δικαστήρια, υπό την ίδια νομική βάση. Περαιτέρω, δεν υφίστανται στοιχεία που να καταδεικνύουν συγκεκριμένες ή διαρκείς επιπτώσεις στην ψυχική υγεία ή στην προσωπικότητα της ανήλικης, χωρίς τούτο, σε οποιαδήποτε περίπτωση, να υποβαθμίζει την αντικειμενική απαξία των πράξεων και τη δυναμική τους να προκαλέσουν βαθιά ψυχικά τραύματα. Ως προς την Κατηγορούμενη 2, το αδίκημα της εργοδότησης χωρίς την εξασφάλιση του προβλεπόμενου πιστοποιητικού, αν και τυπικά διοικητικής φύσεως, αξιολογείται στο πραγματικό του πλαίσιο. Η άγνοια του νομικού πλαισίου, που αναφέρθηκε στην αγόρευση μετριασμού, δεν δύναται να λειτουργήσει ελαφρυντικά, καθότι η Κατηγορούμενη 2, ως διατηρούσα εκπαιδευτήριο με ανήλικους εκπαιδευόμενους, είχε αυξημένη υποχρέωση γνώσης και συμμόρφωσης με τις διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία των παιδιών. Εκτιμάται ωστόσο το πλαίσιο υπό το οποίο έλαβε χώρα το αδίκημα. Λαμβάνεται δε υπόψη ότι δεν αναφέρθηκε να υφίστατο ουσιαστικό κώλυμα στην έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού για τον Κατηγορούμενο 1. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η παράκαμψη της νόμιμης διαδικασίας είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει ακριβώς τον κίνδυνο που ο νομοθέτης επιδίωξε να προλάβει, ο οποίος, εν προκειμένω, υλοποιήθηκε, με τη διάπραξη άσεμνης επίθεσης εις βάρος παιδιού. Σε κάθε περίπτωση, τα εγκλήματα κατά παιδιών, περιλαμβανομένων των άσεμνων επιθέσεων, ακόμα και τέτοιας φύσης και έκτασης, όπως τα στιγμιαία αγγίγματα πάνω από τα ρούχα, είναι ιδιαίτερης απαξίας. Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών.
Λαμβάνονται υπόψη η πάροδος του χρόνου, από το 2018 μέχρι σήμερα, σε συνάρτηση με τους λόγους για τους οποίους παρήλθε, που περιλαμβάνουν και τη διαδικαστική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και 2, συνδυαστικά και με τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως αναφέρθηκαν κατά τον μετριασμό, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι Κύπριοι, σήμερα προχωρημένης ηλικίας, με το κοινωνικό υπόβαθρο που έχει αναφερθεί. Αναφέρθηκαν εκτεταμένα προβλήματα υγείας, όσον αφορά τον 1ο Κατηγορούμενο (δέσμη Τεκμήριο 1, παρ.37-40 αγόρευσης μετριασμού), δεν επαναλαμβάνονται.
Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν έχουν βεβαρημένο ποινικό μητρώο ούτε γενικότερα εγκληματικές δραστηριότητες[7].
Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη, σε περιορισμένο βαθμό, η εξωδικαστηριακή συνέπεια που υπήρξε, υπό τη μορφή κοινωνικής απαξίωσης και διασυρμού[8] ένεκα της διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων. Το εκπαιδευτήριο, όπως αναφέρθηκε, είχε συνέπειες από αυτή την εξέλιξη, εφόσον έκλεισε. Ωστόσο, πρόκειται για εγγενή συνέπεια αδικημάτων τέτοιας φύσης, η οποία, αν και δεν αγνοείται, δεν δύναται να λειτουργήσει ως ουσιώδης παράγοντας μετριασμού της ποινής.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[9], υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[10]. Πέραν του ότι εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, αποκτά σημασία και ενόψει του ότι το θύμα δεν υποχρεούται να επαναλάβει, κατά τη δίκη, την εμπειρία που αυτό έχει υποστεί[11].
Στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 68/2024 και ΠΕ71/2024, 16.7.2025, ο Κατηγορούμενος, ιατρός, 53 ετών, πατέρας τριών παιδιών, φίλησε την καταγγέλλουσα, σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις, τη μία εκ των οποίων βάζοντας τη γλώσσα του στο στόμα της, την ίδια ημέρα, ενώ η καταγγέλλουσα βρισκόταν στο νοσοκομείο, στο εξεταστικό κρεβάτι, συνερχόμενη από νάρκωση στην οποίαν είχε υποβληθεί λόγω προηγούμενης εξέτασης, και διανθίζοντας τις πράξεις του με ευθυμία, παρά την εκδηλωμένη ενόχληση της καταγγέλλουσας. Ήταν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας η καταδίκη σε 4 μήνες φυλάκιση, στην οποία ακούστηκαν συνολικά 11 μάρτυρες, ενώ είχε προσκομιστεί και μαρτυρία για ψυχικό τραύμα που υπέστη η ασθενής, για το οποίο απαιτήθηκαν συνεδρίες με ψυχολόγο επί τρίμηνη περίοδο, καθώς και παραπομπή σε ψυχίατρο, η οποία χορήγησε φαρμακευτική αγωγή για μικρό διάστημα προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων (θυμού, αγανάκτησης, λύπης, φόβου, αναστάτωσης, κρίσεων πανικού). Ο ιατρός είχε υποστεί επαγγελματικές συνέπειες και κοινωνική απαξίωση, υπήρχε λευκό ποινικό μητρώο. Το Εφετείο, παρόλο που εξέφρασε δισταγμό, αναφέροντας πως, υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και μεγαλύτερη ποινή, δεν έκρινε ότι χρειάζονταν να επέμβει, καθότι δεν υπήρχε λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της εξουσίας του Δικαστηρίου, διατηρώντας τελικά την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών. Έκρινε, ωστόσο, ότι τα δεδομένα της εν λόγω υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής.
Η υπό εξέταση υπόθεση, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, όπως ορθά αναφέρθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, δεν έχει ίδιους επιβαρυντικούς παράγοντες με την Αντωνίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), ως προς τη σχέση μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και του θύματος ή ως προς τη θέση του θύματος ή ως προς την ένταση της παρέμβασής του στο σώμα του θύματος ή ακόμα και στην έκταση της βλάβης στο θύμα, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, έλαβε χώρα σε εκπαιδευτήριο, και σε παιδί, και δεν κρίνεται εφικτό να υπάρξει απόκλιση ως προς το είδος και το ύψος της ποινής αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, δηλαδή από την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών. Σχετικά με την Κατηγορούμενη 2, έχοντας υπόψη το πλαίσιο κινδύνου που τέθηκε με την παράβασή της, κρίνεται πως αρμόζουσα είναι ίδιας φύσης ποινή, της έκτασης των 2 μηνών. Θεωρώντας τις πράξεις του Κατηγορούμενου 1 σε ενιαίο πλαίσιο, οι ποινές θα αφεθούν να συντρέξουν.
Επιβάλλονται:
Στον Κατηγορούμενο 1:
5η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 4 μηνών.
6η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 4 μηνών, συντρέχουσα.
Στην Κατηγορούμενη 2:
13η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
Έγινε εισήγηση από την πλευρά της Υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης για κάθε έναν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[12]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[13]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[14].
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι τα αδικήματα αυτής της φύσεως εις βάρος παιδιών είναι εγγενώς ιδιαίτερης απαξίας και ότι, κατ’ αρχήν, η επιβολή ποινής φυλάκισης αποτελεί τον συνήθη και προσήκοντα τρόπο αντιμετώπισής τους. Ωστόσο, η αξιολόγηση της αναστολής δεν γίνεται αφηρημένα ούτε με βάση τη νομική κατηγορία, αλλά στη βάση της συγκεκριμένης πραγματικής υπόστασης της υπόθεσης. Εν προκειμένω, λαμβάνονται σωρευτικά υπόψη (α) η φύση των πράξεων, οι οποίες, αν και σοβαρές και καταδικαστέες, δεν περιλάμβαναν σεξουαλικό κίνητρο ή σκοπό, κλιμάκωση, σωματική βία, εξαναγκασμό, απομόνωση ή προσχεδιασμό, (β) η απουσία αποδεδειγμένης μεταγενέστερης ψυχικής ή σωματικής βλάβης του θύματος, (γ) η πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, χωρίς ενδείξεις επανάληψης ή άλλης παραβατικής συμπεριφοράς, (δ) το λευκό ποινικό μητρώο αμφοτέρων των Κατηγορουμένων και η απουσία γενικότερης εγκληματικής δράσης, (ε) η προχωρημένη ηλικία τους, η οποία, χωρίς να λειτουργεί αυτοτελώς ελαφρυντικά, σχετίζεται με τον περιορισμένο κίνδυνο υποτροπής, (στ) η παραδοχή ενοχής, η οποία καταδεικνύει ανάληψη ευθύνης και συνέβαλε ουσιωδώς στην αποφυγή περαιτέρω ψυχικής επιβάρυνσης του ανήλικου θύματος. Το Δικαστήριο, συμμεριζόμενο της προσέγγιση που έχει αναπτυχθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης, εν γνώσει και της προσέγγισης στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδης, ΠΕ 142, 143 & 149/2022, 12.02.2026, η οποία αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση σχετικά με την πάροδο του χρόνου, κρίνει ότι, υπό τις ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις, η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν υπονομεύει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε αποδυναμώνει το αποτρεπτικό μήνυμα της ποινής. Η ίδια η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, έστω και με αναστολή, σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που αυτή θα εκκρεμεί ως απειλή άμεσης εκτέλεσης σε περίπτωση υποτροπής, επαρκεί για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της ειδικής αποτροπής και της κοινωνικής προστασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η άμεση φυλάκιση των Κατηγορουμένων 1 και 2, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, θα προσέθετε ουσιώδες αποτρεπτικό ή αναμορφωτικό αποτέλεσμα, πέραν εκείνου που ήδη επιτυγχάνεται με την καταδίκη και την επιβληθείσα ποινή. Ως εκ τούτου, και χωρίς η απόφαση αυτή να μπορεί να εκληφθεί ως ελαστική αντιμετώπιση αδικημάτων τέτοιας φύσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικές και σωρευτικές περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης για κάθε έναν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, υπό τους όρους που ο νόμος προβλέπει.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο εξέτασε και το ενδεχόμενο άμεσης έκτισης της ποινής, ιδίως υπό το πρίσμα της ανάγκης γενικής αποτροπής, για αδικήματα τέτοιας φύσεως εις βάρος παιδιών. Ωστόσο, κατέληξε ότι, υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, μια τέτοια επιλογή, πέραν του ότι δεν θα προσέθετε ουσιώδες αποτρεπτικό αποτέλεσμα, δεν θα εξυπηρετούσε και σε μεγαλύτερο βαθμό την προστασία της κοινωνίας. Η γενική αποτροπή επιτυγχάνεται πρωτίστως μέσω της σαφούς καταδίκης της συμπεριφοράς και της επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, στοιχείο που υφίσταται και στην προκειμένη περίπτωση. Η διαφοροποίηση ως προς την άμεση έκτιση της ποινής συνδέεται όχι ασφαλώς με υποβάθμιση της σοβαρότητας των αδικημάτων, αλλά με την αξιολόγηση ότι ο κίνδυνος επανάληψης είναι περιορισμένος και ότι οι σκοποί της ειδικής αποτροπής και της αναμόρφωσης μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικά και μέσω της αναστολής. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η άμεση φυλάκιση, υπό τις παρούσες περιστάσεις, θα είχε κυρίως τιμωρητικό χαρακτήρα, χωρίς αντίστοιχο όφελος ως προς την αποτροπή ή την κοινωνική προστασία, και ως εκ τούτου δεν θα ήταν ανάλογη με την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην παρούσα υπόθεση.
Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
[εξηγείται η σημασία της αναστολής]
Τα έξοδα της διαδικασίας που έχουν δηλωθεί να καταβληθούν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, κατά ½ έκαστος.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων
· Το DVR μάρκας Orasis, με σειριακό αριθμό 5205050904109, και το box file, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους.
· Τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) …………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Άρθρο 151 ΠΚ.
[2] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[4] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[6] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[7] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.
[8] Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Αστυνομίας ν. Α.Α., ΠΕ 4/21 κ.ά., 1.7.2021.
[9] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[10] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021, M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.
[11] Γ. Α. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 178/2017, 24.10.2018. βλ. και Αστυνομία ν. Πατούρη, ΠΕ 51/2020, 3.12.2020, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σ. Σ., ΠΕ 202/2021, 17/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D116, A. D. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 177/2021, 16.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B96, Filip ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 112/2019, 3.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, Κ. Α. Μ. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 127/2021, 4.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B419, M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386, Ν. Σ. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 184/2015, 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 2/2022, 19.12.2022.
[12] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[13] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο