ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 20810 / 2024
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Ρ. Μ.
__________________________
Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Ν. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Αυτοπροσώπως, ο Κατηγορούμενος
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κατηγορίες και διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σε δύο κατηγορίες, για απειλή, την 28η Οκτωβρίου του 2024, στη Λεμεσό, με αναφορά στον Γ.Ι., καταγγέλλοντα [1η Κατηγορία], καθώς και για δημόσια εξύβριση [2η Κατηγορία]. Δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων.
Η υπόθεση εκδικάστηκε συνοπτικά. Για την απόδειξη της υπόθεσης, παρουσιάστηκε η μαρτυρία του Γ.Ι., καταγγέλλοντος (ΜΚ1), του Α/Αστ.4007 Κώστα Κωνσταντίνου (ΜΚ2) και της M.R. (MK3). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως. Δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από την Υπεράσπιση. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Μαρτυρία
Έχω υπόψη μου τις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
ΜΚ1
Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 28.10.2024 (Τ1). Στο Τ1 ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Με τον Κατηγορούμενο, είναι «κουμπάροι» και πρώτοι ξάδελφοι. Έχουν διαφορές που χρονολογούνται από τον Οκτώβριο του 2023 που σχετίζονται με οικονομικές απαιτήσεις σε πρακτορείο στοιχημάτων. Ο Κατηγορούμενος επισκέπτεται το πρακτορείο δύο-τρεις φορές την ημέρα και προκαλεί συνέχεια με τη συμπεριφορά του και κυρίως τους απειλεί με τη ζωή τους. Την 27.10.2024 το πρωί, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το πρακτορείο και παρέδωσε ιδιοχείρως στην υπάλληλο Σ έχω γραπτό σημείωμα, για να το παραδώσει στον ΜΚ1. Η Σ παρέδωσε το γραπτό σημείωμα την επομένη, όταν ο ΜΚ1 επέστρεψε από το εξωτερικό. Ο Κατηγορούμενος απαιτούσε να του δίνουν χρήματα και είχε αναφέρει πως θα έρχεται καθημερινά και κάθε Τετάρτη να παίρνει €400 από το ταμείο. Τους κατήγγειλε στην Αστυνομία και απαιτούσε, στο συγκεκριμένο σημείωμα, να του δώσουν €50.000. Την 28.10.2024 και ώρα 10:00, όταν ο ΜΚ1 πήγε στο πρακτορείο, στην παρουσία της υπαλλήλου Ρ και πελατών, που ο ΜΚ1 δεν θυμάται, πήγε στο μαγαζί ο Κατηγορούμενος και, με απειλητικές διαθέσεις, άρχισε να τον υβρίζει ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας και τον απείλησε με τις φράσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας, λέγοντας, επίσης, ότι θα μεταβεί και την επομένη στο πρακτορείο, για να πάρει €1.000, γιατί πεινά η κόρη του, και ισχυρίζεται ότι το μαγαζί του ανήκει και κάθε ώρα θα πηγαίνει να ενοχλεί και να δημιουργεί πρόβλημα με τους πελάτες και να τους τρομοκρατεί. Είναι εξακολουθούμενη η συμπεριφορά. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως κράτησε το σημείωμα και το παρέδωσε στην Αστυνομία, ενώ υπάρχουν πλάνα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο κατάστημα.
Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος επέλεξε να χειριστεί μόνος του την υπόθεσή του, αντεξέτασε τον ΜΚ1. Μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ1, αναδύθηκε εντονότερα η προσωπική και οικονομική διαφορά που υπάρχει αναμεταξύ του ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου, με αφορμή την ιδιοκτησία του πρακτορείου και τα ζητήματα που σχετίζονται με αυτό. Ήταν μία επιχείρηση που ξεκίνησε ως συνεργασία των δύο, αλλά στη συνέχεια παραγκωνίστηκε ο Κατηγορούμενος, για τους λόγους που διαφοροποιούνται στην κάθε μία εκδοχή, ενώ το αρχικό κεφάλαιο δόθηκε από τον ΜΚ1 και την οικογένειά του. Το αρχικό εγχείρημα και, μετέπειτα, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα με το πρακτορείο, ο τρόπος με τον οποίον ο Κατηγορούμενος θεωρεί ότι εκδιώχθηκε, με ̶ κατά τη θέση του ̶ πλαστογράφηση και παρανομία, και η αντίθετη άποψη του ΜΚ1, δημιούργησαν προφανή ένταση μεταξύ των δύο ανδρών, που κατέληξε σε εκατέρωθεν καταγγελίες. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να αντεξετάσει αποτελεσματικά τον ΜΚ1 σχετικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα που ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε πως έλαβαν χώρα την 28.10.2024, την ίδια στιγμή μη αμφισβητώντας το γεγονός ότι ο ίδιος, επειδή θεωρούσε ότι το πρακτορείο του ανήκει, όντως, το επισκεπτόταν και ζητούσε έγγραφα που να επιβεβαιώνουν γεγονότα σχετικά με τη μεταβίβαση. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, πως επειδή η εμπλοκή του Κατηγορούμενου με το πρακτορείο ήταν ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους, για τη χρηματοδότηση των σπουδών της θυγατέρας του, υπήρχε επιμονή διεκδίκησης και ένταση. Ενόψει του ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας, σχετικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 28.10.2024, και ενισχύεται από τα υπόλοιπα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αλλά και τη μαρτυρία της ΜΚ3, αλλά και την ίδια την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τ3), είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη, για τους σκοπούς της διαδικασίας.
ΜΚ2
Ο ΜΚ2 είναι μέλος της Αστυνομίας και αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 14.11.2024 (Τ2), στην οποία αναφέρει πως την 28.10.2024 ώρα 19:00 έλαβε την καταγγελία από τον ΜΚ1 σχετικά με τον Κατηγορούμενο (Τ1). Την 29.10.2024 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τ3), τον οποίο στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς (Τ4). Στο Τ3, ο Κατηγορούμενος δεν είχε αρνηθεί τη μετάβασή του στο πρακτορείο την 28.10.2024, γιατί θεωρεί ότι είναι δικό του, και για να ζητήσει τα έντυπα μεταβίβασης, αλλά αρνήθηκε ότι απείλησε ή εξύβρισε τον ΜΚ1, καθότι, όπως ανέφερε, «δεν είναι του χαρακτήρα» του. Ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε, και είναι αποδεκτή η μαρτυρία του στο σύνολό της, σε σχέση με τις ανακριτικές πράξεις στις οποίες έχει προβεί.
ΜΚ3
H MK3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 17.11.2024 (Τ5), στην οποία ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος, λόγω των διαφορών του με τον ΜΚ1 και τον υιό του, επειδή θεωρεί το μισό μαγαζί δικό του, επισκέπτεται συχνά το πρακτορείο και δημιουργεί προβλήματα. Την 28.10.2024, όντως, επισκέφθηκε το πρακτορείο ο Κατηγορούμενος και ξεστόμισε, μεταξύ άλλων, τη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας, και τη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας. Δεν υπήρξε σωματική βία, απλώς φώναζε και έπειτα έφυγε. Ο ΜΚ1 είχε πάει στην Αστυνομία. Και μετά το περιστατικό, ο Κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί το πρακτορείο και είχε συζητήσει σε ήρεμο τόνο και απαιτούσε δικαιώματα στο πρακτορείο, αλλά εκείνη την ημέρα, έγινε ό,τι ανέφερε.
Κατά την αντεξέτασή της από τον Κατηγορούμενο, η ΜΚ3 δεν αρνήθηκε πως είναι υπάλληλος στο πρακτορείο και ότι διατηρεί και συγγενικές σχέσεις με τον ΜΚ1. Η ίδια, όταν μετέβη ο Κατηγορούμενος στο πρακτορείο, ήταν έξω, άκουσε τα όσα ειπώθηκαν, και το γεγονός ότι δεν θυμάται άλλα άτομα που ήταν παρόντα, εξηγείται, όπως έθεσε, ένεκα του ότι περνούν πολλά άτομα καθημερινά. Η ΜΚ3 απαντούσε σταθερά και με λογικότητα, εξηγώντας, επίσης, πως παρόλες τις προσπάθειες εμπλοκής της ίδιας, εκείνη δεν ήθελε να την εμπλέκει ο Κατηγορούμενος στα θέματα που είχε να συζητήσει με τον ΜΚ1, λόγω των διαφορών τους, κάτι που είχε αναφέρει και στον ίδιο. Όντως, είχε βοηθήσει ο εργοδότης της στο να προσληφθεί και γνωστό της πρόσωπο στο πρακτορείο, ωστόσο δεν προκύπτει από αυτό ότι η ΜΚ3 είπε ψέματα για το επεισόδιο που έλαβε χώρα την 28.10.2024, ημερομηνία που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δέχθηκε πως μετέβη στο πρακτορείο, για τους ίδιους λόγους για τους οποίους είχε μεταβεί ξανά. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος προέβη σε υποβολή στην ΜΚ3 σχετικά με το σημείωμα, που είχε αναφέρει και ο ΜΚ1 στη δική του μαρτυρία, με τη ΜΚ3 να θέτει πως δεν ήταν στην ίδια που δόθηκε. Η αντεξέταση που διενεργήθηκε από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν τέτοια που να κλονίσει την αξιοπιστία της ΜΚ3, τα λεγόμενα της οποίας ήταν σταθερά, λογικά και συνάδουν με τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2, αλλά και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, περιλαμβανομένων της ύπαρξης, όντως, επίσκεψης την 28.10.2024, της χρηματικής διαφοράς και των έντονων και επίμονων απαιτήσεων από τον Κατηγορούμενο σχετικά με το πρακτορείο, λόγω του τρόπου με τον οποίον τερματίστηκε η συνεργασία, και τις συναφείς υποψίες του. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΚ3.
Παρεμβάλλεται πως ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεν, στην ανακριτική του κατάθεση (Τ3), όπως ανέφερε και κατά την επιχειρηματολογία του, στο Δικαστήριο, ότι δεν απείλησε ούτε εξύβρισε τον καταγγέλλοντα, καθότι τέτοια συμπεριφορά δεν συνάδει με τον χαρακτήρα του. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, αποτελεί γενική δήλωση περί προσωπικότητας και δεν συνοδεύεται από ανεξάρτητη μαρτυρία ή άλλα αντικειμενικά στοιχεία που να τον ενισχύουν, ώστε να δύναται να ανατρέψει τη συγκεκριμένη και άμεση μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων (ΜΚ1 και ΜΚ3), για τα επίδικα γεγονότα. Τονίζεται ότι η αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ3 δεν συνιστά κρίση επί του χαρακτήρα ή της γενικότερης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ή για οποιαδήποτε άλλα ζητήματα ή διαφορές αναμεταξύ του Κατηγορούμενου και του καταγγέλλοντος, που θα πρέπει να επιλυθούν από αρμόδιο Δικαστήριο, αλλά αφορά αποκλειστικά την εκτίμηση των γεγονότων της 28.10.2024.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ1 και ΜΚ3) συνδέονται με τον Κατηγορούμενο μέσω έντονης και χρονίζουσας προσωπικής και οικονομικής διαφοράς, στοιχείο το οποίο ελήφθη δεόντως υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Παρά ταύτα, η μαρτυρία τους κρίθηκε αξιόπιστη, καθότι ήταν άμεση, εσωτερικά συνεπής και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση που διενήργησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απουσία περαιτέρω ανεξάρτητης μαρτυρίας, όπως ενδεχομένως να ανέμενε ο Κατηγορούμενος, περιλαμβανομένης μαρτυρίας τρίτων παρευρισκομένων ή οπτικοακουστικού υλικού από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, δεν αναιρεί την αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας ούτε εμποδίζει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα επί των πραγματικών περιστατικών.
Όσα γεγονότα προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, συνιστούν και αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία
Για την απειλή, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά: (α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά απειλής με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· (β) με τρόπο ώστε να προκαλείται στο φερόμενο ως θύμα τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη της απειλούμενης σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[6].
Στην προκειμένη περίπτωση, γίνεται αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε λεκτικές εκφράσεις εξαιρετικά σκληρού περιεχομένου, που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας, κατά τη διάρκεια έντονης αντιπαράθεσης με τον καταγγέλλοντα, εντός του πρακτορείου στοιχημάτων, την 28.10.2024. Ωστόσο, από τη συνολική αποτίμηση της μαρτυρίας, προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σωματική βία ή απόπειρα άσκησης βίας και δεν καταδείχθηκε κατοχή ή επίδειξη όπλου ή άλλου μέσου που να ενισχύει την αμεσότητα ή την αξιοπιστία της απειλής. Το δε επεισόδιο, ενώπιον τρίτων, εντάσσεται σε πλαίσιο μακροχρόνιας και οξυμένης οικονομικής και προσωπικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίον αξιολογείται το περιεχόμενο των λεκτικών εξάρσεων. Η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, δεν καταδεικνύει κατάσταση τρόμου ή άμεσου φόβου, ούτε μαρτυρήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ3 ως τέτοια. Η ΜΚ3 κατέθεσε ότι, σε άλλες επισκέψεις του Κατηγορούμενου, ακόμη και μετά το επίδικο περιστατικό, υπήρξε επικοινωνία, σε ήρεμο τόνο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις, οι επίμαχες εκφράσεις, όσο απαράδεκτες και αν είναι, συνιστούν λεκτική εκτόνωση στο πλαίσιο έντονης αντιδικίας και δεν συνοδεύονται από αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν πραγματικό ή εύλογο φόβο επικείμενης βίας. Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αναγκαίο αντικειμενικό στοιχείο του αδικήματος της απειλής και η 1η Κατηγορία δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί.
2η Κατηγορία
Ωστόσο, διαφορετική είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου σχετικά με τη 2η Κατηγορία. Για να αποδειχθεί το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά το άρθρο 99 ΠΚ, πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά: (α) εξύβριση άλλου προσώπου· (β) σε δημόσιο χώρο ή σε μη δημόσιο χώρο με τρόπο και υπό συνθήκες που μπορεί να ακουστεί από πρόσωπο σε δημόσιο χώρο· (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η έννοια του δημόσιου χώρου περιλαμβάνει και τα κέντρα αναψυχής[7] ή τα καταστήματα[8] ή τους ιδιωτικούς επαγγελματικούς χώρους που είναι ανοιχτοί για το κοινό[9]. Οι λέξεις που εκστομίζονται προσεγγίζονται με βάση το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική, και όχι απλώς αγενής, είναι θέμα πραγματικό, και, στο πραγματικό πλαίσιο εξέτασης, μπορεί να μην έχει σημασία η ατελής ή μη ορθή προφορά[10]. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα ή την ιδιότητα των παρόντων προσώπων[11].
Ως προς τη δημόσια εξύβριση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας συνιστά, πράγματι, υβριστική έκφραση. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, αποδέχθηκε τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3 ως αξιόπιστη και συνεπή και, αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, καταλήγει ότι η εν λόγω φράση, όντως, εκστομίστηκε από τον Κατηγορούμενο κατά το επίδικο περιστατικό. Η φράση απευθύνθηκε προς τον καταγγέλλοντα ενώπιον τρίτων προσώπων, εντός χώρου ανοιχτού στο κοινό, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων ΜΚ1 και ΜΚ3. Λαμβανομένων υπόψη της φύσης της φράσης και των συνθηκών έντασης υπό τις οποίες εκστομίστηκε, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή ήταν τέτοιας φύσης ώστε να δύναται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.
Ειδικότερα, για να καταστεί απόλυτα σαφές για τον Κατηγορούμενο, με τα δεδομένα που το Δικαστήριο έχει μπροστά του, δηλαδή δύο αυτόπτες μάρτυρες (ΜΚ1 και ΜΚ3) να λένε το ίδιο, καμία ουσιαστική αντεξέταση στο αν ειπώθηκαν οι φράσεις, καμία αντίθετη μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν είχε νομική επιλογή να απορρίψει τη 2η Κατηγορία χωρίς να παραβιάσει βασικές αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Δεν είναι θέμα να πιστέψει ή όχι, όπως το έθεσε ο Κατηγορούμενος, κατά την επιχειρηματολογία του· είναι θέμα να μην έχει λόγο να αμφιβάλει. Ακόμα κι αν είναι κατανοητές σε ανθρώπινο επίπεδο οι βαθύτερες αιτίες, που ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να εξηγήσει, το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης Κατηγορίας, η οποία, με βάση τη μαρτυρία, στοιχειοθετείται.
Κατάληξη
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία, ενώ κρίνεται ένοχος στη 2η Κατηγορία.
(Υπ.) .................................
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13.
[7] Anthony Castelow and Another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141 και Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 25.
[8] Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 362.
[9] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 493.
[10] Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 ΑΑΔ 89, Λουκαΐδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 884.
[11] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Kozina (1999) 2 ΑΑΔ 503.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο