ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10521 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Μ. Χ.
__________
Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Νεοφύτου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές. Οι κατηγορίες σχετίζονται με το ότι την 7.3.2025 (1η Κατηγορία) και την 6.3.2025 (2η Κατηγορία), στη Λεμεσό, υπήρχε η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, δηλαδή 21,3777 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, και, αντίστοιχα, ότι είχε γίνει χρήση της.
Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, όπως είναι η κάνναβη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης είναι μέχρι και τα οκτώ έτη ή και χρηματική ποινή[1]. Για το κάπνισμα κάνναβης, επίσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και χρηματική ποινή[2]. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Ισχύουν, στην προκειμένη περίπτωση, οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή σε νεαρά άτομα, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή που το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει είναι μέχρι τα δύο έτη φυλάκισης ή και χρηματική ποινή.
Η επιμέτρηση αρχίζει από αυτή την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Αναφέρθηκαν και πρόσθετα κατατέθηκαν (Τεκμήριο Α) τα γεγονότα, που σχετίζονται με τον τρόπο εντοπισμού της ουσίας και τις σχετικές ανακριτικές πράξεις που ακολούθησαν. Λαμβάνοντας υπόψη και τα κριτήρια του άρθρου 30, τα αδικήματα δεν τοποθετούνται στα «ιδιαίτερα σοβαρά», δεδομένου ότι απουσιάζουν πλήρως παράγοντες που αυξάνουν την αντικειμενική απαξία, όπως η διάδοση σε τρίτους, η στόχευση ευάλωτων ομάδων ή η λειτουργική σύνδεση με άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Υπήρξε κατοχή, σημαντικής μεν ποσότητας που προσεγγίζει το κατώτατο όριο από το οποίο μπορεί να δημιουργηθεί τεκμήριο προμήθειας, αλλά για προσωπική χρήση.
Πρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υφίσταται βεβαρημένο ποινικό μητρώο και εγκληματικές δραστηριότητες.
Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, με δεδομένη την έξαρση των αδικημάτων παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων ουσιών και την ανάγκη για αποτροπή, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Αυτές περιλαμβάνουν το νεαρό της ηλικίας (23 ετών), την οικογενειακή κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες, που περιλαμβάνουν την εργασία (Τεκμήριο Β) και τις προσπάθειες περαιτέρω επιχειρηματικής ενασχόλησης. Δεν υπάρχει σχέση εξάρτησης με τα ναρκωτικά (Τεκμήριο Γ). Υπάρχει δίκτυο υποστήριξης.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η άμεση παραδοχή στο Δικαστήριο. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
Από τη σταθερή και επαναλαμβανόμενη νομολογία που συνοψίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου, ΠΕ214/2021, 19.1.2024, προκύπτει ότι η επιβολή ποινών με έντονο αποτρεπτικό χαρακτήρα στις υποθέσεις ναρκωτικών δεν αποτελεί δογματική αυστηρότητα, αλλά επιταγή που απορρέει από τη διαπιστωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Οι ναρκωτικές ουσίες έχουν αναγνωριστεί ως σύγχρονη μάστιγα με ολέθριες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο, ιδίως δε για νέους ανθρώπους, των οποίων η υγεία, η ζωή και η κοινωνική ένταξη πλήττονται ανεπανόρθωτα. Η εμμονή και έξαρση του φαινομένου, παρά την ήδη αυστηρή ποινική μεταχείριση των σχετικών αδικημάτων, ενισχύει τη σημασία της γενικής και ειδικής αποτροπής ως πρωτεύοντος σκοπού της ποινής. Ιδιαίτερη βαρύτητα, όμως, αποδίδεται στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας, χωρίς να σημαίνει πως η παράνομη κατοχή στερείται απαξίας. Τροφοδοτεί κι εκείνη, διατηρώντας ζωντανή, την προσφορά και την εμπορία.
Παρότι η γενική ανάγκη αποτροπής παραμένει υψηλή σε υποθέσεις ναρκωτικών, η επίτευξη των σκοπών της ποινής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Ρητά προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία μπορεί να επιβληθεί για τέτοιας φύσης αδικήματα, είναι και η χρηματική ποινή, σε κατάλληλες περιπτώσεις. Στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένα τα πραγματικά περιστατικά, τις προσωπικές συνθήκες και την απουσία στοιχείων διακίνησης ή κινδύνου διάδοσης σε τρίτους, η επιβολή χρηματικής ποινής ουσιαστικού ύψους, σε συνδυασμό με την καταδίκη, εκτιμάται ότι επιτυγχάνει αποτελεσματικά τους σκοπούς της ποινής. Η χρηματική ποινή συνιστά άμεση και απτή συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς, αποτυπώνοντας με σαφή τρόπο την κοινωνική απαξία της πράξης και ικανοποιώντας τον ανταποδοτικό σκοπό της ποινής. Παράλληλα, λειτουργεί ουσιαστικά σε επίπεδο ειδικής αποτροπής, καθώς δημιουργεί συγκεκριμένο και αισθητό κόστος που συνδέεται άμεσα με την παραβατική συμπεριφορά. Σε επίπεδο γενικής αποτροπής, η επιβολή χρηματικής ποινής αποστέλλει σαφές και προβλέψιμο μήνυμα ότι η παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενων ουσιών δεν παραμένει ατιμώρητη, χωρίς όμως να καταφεύγει σε δυσανάλογα περιοριστικά μέτρα προσωπικής ελευθερίας σε περιπτώσεις που δεν το επιβάλλουν οι συνθήκες. Περαιτέρω, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν αυξημένο κοινωνικό κίνδυνο, η προστασία της κοινωνίας δεν εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα μέσω της απομόνωσης του Κατηγορουμένου, ενώ η επιλογή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτρέπει την πρόκληση πρόσθετων κοινωνικών συνεπειών, όπως η αποσταθεροποίηση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η χρηματική ποινή συμβάλλει και στον αναμορφωτικό σκοπό της ποινής, επιτρέποντας τη διατήρηση της κοινωνικής λειτουργικότητας και την ανάληψη προσωπικής ευθύνης για τη συμπεριφορά αυτή, χωρίς να κανονικοποιείται η παραβατικότητα ούτε να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων.
Λαμβάνεται υπόψη το είδος και το βάρος της ουσίας. Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να είναι αποτρεπτικό και αισθητό, χωρίς να οδηγεί σε πλήρη οικονομική εξόντωση, και μπορεί να ενταχθεί στο εύρος χρηματικών ποινών που αναλογικά επιβάλλονται σε περιπτώσεις πρώτης καταδίκης για κατοχή κάνναβης χωρίς διακίνηση. Λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει εργασιακή ικανότητα και δύναται να μετέχει στην αγορά εργασίας. Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται σε συνάρτηση με τον παρεχόμενο χρόνο αποπληρωμής, ώστε να είναι αισθητό και αποτρεπτικό, χωρίς να υπερβαίνει τις πραγματικές δυνατότητες συμμόρφωσης. Λαμβάνεται υπόψη η συνολική επιβάρυνση εκ του κατηγορητηρίου.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’): Χρηματική ποινή ύψους €1.800
2η Κατηγορία (χρήση/κάπνισμα κάνναβης): Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.
Η ποινή να πληρωθεί εντός 6 μηνών από σήμερα.
Δεν κρίνεται σκόπιμο να εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:
· Η ουσία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών να κατασχεθεί και να καταστραφεί.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας, περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77.
[2] άρθρο 10(α), 24(1), 30 § 1, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.
[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο