ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αναφορικά με την Αίτηση της Αστυνομίας υπ’ αριθμό 85/2026 ημερομηνίας 28/2/2026 για έκδοση διατάγματος κράτησης των υπόπτων: 1ος A. P. και 2ος Χ. Ι.
Ημερομηνία: 01/03/2026
Εμφανίσεις
Για την Αστυνομία: κα Δ. Ναπολέοντος
Για τον 1ο ύποπτο: κος Νεάρχου
Για τον 2ο ύποπτο: κος Πιριπίτσης
Ύποπτοι 1 και 2 παρόντες
ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣΗΣ
(ΚΕΦ. 155, Άρθρο 24)
Με την παρούσα αίτηση, η οποία υποβλήθηκε από τον Υπαστυνόμο Παναγιώτη Μουρίδη, ζητείται η παραπομπή των υπόπτων σε αστυνομική κράτηση για περίοδο οκτώ ημερών προς διερεύνηση των αδικημάτων που αναφέρονται στην Αίτηση της Αστυνομίας. Σημειώνεται ότι τα υπό διερεύνηση αδικήματα αφορούν και για τους δύο υπόπτους το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος , του εμπρησμού, και της κακόβουλης ζημιάς. Και επιπρόσθετα, εναντίον του 2ου ύποπτου, ζητείται η κράτηση και για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος.
Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης περιέχεται στο άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι διατάξεις του οποίου πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και του Άρθρου 5(1)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με το Νόμο 39/62.
Προς υποστήριξη του αιτήματος προφυλάκισης των υπόπτων, κατέθεσε ενόρκως ο Υπαστυνόμος Παναγιώτης Μουρίδης ο οποίος έκανε αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη των υπόπτων σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα αλλά και στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση.
Σημειώνω ότι και οι δύο ύποπτοι εκπροσωπήθηκαν στην δικαστική διαδικασία από δικηγόρους, οι οποίοι έθεσαν την ένσταση τους στην κράτηση των υπόπτων. Ο βασικός πυλώνας της ένστασης αμφότερων των συνηγόρων εδράζεται στο ότι, κατά την θέση τους, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να είναι ικανή να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες σύνδεσης των υπόπτων με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Επιπρόσθετα, ήταν θέση του συνηγόρου του 1ου υπόπτου ότι ακόμη και αν κρίνει το Δικαστήριο ότι διασυνδέεται ο 1ος ύποπτος με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, η κράτηση του δικαιολογείται μόνο για λίγες ώρες για τους σκοπούς μόνο διενέργειας αναγνωριστικής παράταξης.
Αντίθετη φυσικά ήταν η θέση της συνηγόρου της Αστυνομίας προς όλα τα ανωτέρω.
Ανεξαρτήτως του αν υπάρχει ή δεν υπάρχει ένσταση από ύποπτο πρόσωπο στην αίτηση προσωποκράτησής του, αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει την απόφαση τυχόν διαταγής προσωποκράτησης του υπόπτου, εφόσον τέτοιο Διάταγμα προσωποκράτησης επηρεάζει θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, εκείνο της ελευθερίας του ατόμου. Το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η άσκηση εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση ατόμων για σκοπούς ανακρίσεων αφορά στην εξισορρόπηση της ανάγκης, αφενός, της παροχής λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές για να διερευνήσουν τα ποινικά αδικήματα και, αφετέρου, της προστασίας της ελευθερίας του ατόμου.
Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων, συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση Stamataris v. Police (1983) 2 CLR 107 και αντανακλούνται σε σωρεία μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως στις Συμιλλίδης ν Αστυνομίας (Αρ. 1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160 , Δημητριάδης ν Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 312, Χαράλαμπος Αγαθοκλέους ν Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 7, Αριστοδήμου κ.α. v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 667, Yordanova v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 22/24, 19/02/3024.
Οι αρχές που καθιερώθηκαν από την προμνησθείσα νομολογία συνίστανται στο ότι η Αστυνομία - αιτούσα την κράτηση - φέρει το βάρος να αποδείξει τα ακόλουθα:
i. Η μαρτυρία η οποία στηρίζει το αίτημα αποκαλύπτει ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση∙
ii. Η πιο πάνω μαρτυρία είναι τέτοια ώστε να δημιουργεί εύλογη και γνήσια υποψία ότι ο ύποπτος συνδέεται με αυτά∙
iii. Υπάρχει ανακριτικό έργο που δεν συμπληρώθηκε∙ και
iv. Η κράτηση του υπόπτου καθίσταται αναγκαία προς διευκόλυνση του υπό εξέλιξη ανακριτικού έργου. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος ο ύποπτος να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει ή να εξαφανίσει τεκμήρια σε περίπτωση απόλυσης του ή να διαφύγει ο ύποπτος στο εξωτερικό ή εκτός των ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχών.
Θα εξετάσω το κάθε ένα κριτήριο ξεχωριστά.
Α. Μαρτυρία που να αποκαλύπτει την διάπραξη των αδικημάτων
Η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η κράτηση δεν αμφισβητήθηκε από τους συνηγόρους των υπόπτων. Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στον όρκο του Υπαστυνόμου Παναγιώτη Μουρίδη, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α στην διαδικασία, κρίνω ότι στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και μόνον, έχει αποκαλύψει τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, για τα οποία ζητείται η κράτηση.
Β. Εύλογη υπόνοια διασύνδεσης υπόπτων με τα αδικήματα όπου ζητείται η κράτηση
Σχετική με το ζήτημα της ύπαρξης «μαρτυρίας», η οποία να είναι ικανή να δημιουργήσει «εύλογες» υποψίες σύνδεσης των υπόπτων με τα αδικήματα, είναι η υπόθεση Παντελή Ιωάννου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6643, ημερομηνίας 30/12/1998, στην οποία τονίστηκαν τα εξής׃
«Η πίστη των Αστυνομικών αρχών, ως προς την ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα πρέπει να είναι καλοπροαίρετη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αστυνομικές αρχές έδωσαν, όπως κατατέθηκε, πίστη στην πληροφορία που πήραν. Η παρατήρηση που θέλουμε να κάνουμε είναι ότι δεν πρέπει να δίδεται αβασάνιστα πίστη σε πληροφορίες, μη θεμελιωμένες σε ενοχοποιητικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, η καλόπιστη υπόνοια και μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση. Η υπόνοια πρέπει να είναι εύλογη. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα, όπως επισημάναμε στη Stamataris v Police (1983) 2 CLR 107 σελ. 113, «εάν μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας εύλογα συνδέει τον ύποπτο με τη διάπραξη του εγκλήματος υπό διερεύνηση».
Όπως εξηγήσαμε στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, δεν αξιολογείται στο στάδιο της πρωσοποκράτησης η αποδεικτική αξία των στοιχείων στη διάθεση της Αστυνομίας ή η δραστικότητά τους. Ό,τι εξετάζεται είναι το εύλογο, υπό το φως των στοιχείων, της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα. Δεν δημοσιοποιούνται οι καταθέσεις στα χέρια της Αστυνομίας, όπως υπέδειξε το Εφετείο στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, γεγονός που «είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει για ευνόητους λόγους το σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης». Πρέπει, όμως, τα στοιχεία αυτά να υπάρχουν και σ' αυτά να θεμελιώνεται το αίτημα της Αστυνομίας.
Στοιχεία τα οποία δεν μπορεί, αφ' εαυτών, να διεγείρουν υπόνοιες, μπορεί να προσλάβουν διαφορετική υφή, αθροιστικά θεωρούμενα. Αυτό μπορεί να επέλθει, εφόσον υπάρχει συνεκτικός κρίκος, ο οποίος τείνει να τα συνδέσει. Εφόσον τέτοια στοιχεία ανάγονται σε κοινό ενοχοποιητικό παρονομαστή, μπορεί να προσμετρήσουν ως επιβαρυντικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, απουσίαζε το κοινό στοιχείο, που θα μπορούσε να συνδέσει τα γεγονότα και σωρευτικά να τα καταστήσει πηγή υπονοιών. Η πληροφορία για ανάμειξη του εφεσείοντα στο έγκλημα, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος μαρτυρίας, δεν μπορούσε να αποτελέσει το βάθρο για την κράτησή του.».
Αναφορικά με τον όρο «εύλογη υποψία», το επίπεδο που χρειάζεται να ικανοποιηθεί από απόψεως µαρτυρίας είναι χαµηλό (βλ. C.P.S. Freight Services Ltd v Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 219/14, 29/2/2016). Θα πρέπει τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται στα χέρια των διωκτικών αρχών αθροιστικά αποτιμώμενα να συνδέουν κατά λογική προέκταση τους ύποπτους με τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία και η αποδεικτική της αξία ή η δραστικότητα της, ούτε εάν όντως οι ύποπτοι έχουν διαπράξει τα αδικήματα ή όχι (βλ. Συµιλλίδης ν Αστυνοµίας (Αρ.1) (1997) 2 ΑΑΔ 160).
Η τελική απόφαση συναρτάται με την ύπαρξη στοιχείων στην κατοχή της Αστυνομίας που τείνουν κατά λογική προέκταση να συνδέσουν τον ύποπτο με τη διάπραξη των αδικημάτων. Με άλλα λόγια, οι υπόνοιες της Αστυνομίας πρέπει να είναι εύλογες κάτω από το φως των στοιχείων που τις συνθέτουν, δηλαδή, να πηγάζουν και να δικαιολογούνται από τα στοιχεία αυτά. Βέβαια η διατύπωση και μόνο υπονοιών, όσο καλόπιστες και εάν είναι, δεν αρκεί.
Σε ότι αφορά το γνήσιο της υποψίας, αυτή δεν πρέπει να αναδύεται από κατάχρηση εξουσίας των αστυνομικών αρχών, ούτε και να προσβλέπει προς μια τέτοια κατεύθυνση, δηλαδή να αποβλέπει στην κράτηση του υπόπτου για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους επιτρέπεται τέτοιου είδους περιορισμός της ελευθερίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα, τον νόμο και την σχετική νομολογία. Κάθε τέτοια πιθανότητα πρέπει να αποκλειστεί.
- Η υπάρχουσα στην παρούσα υπόθεση μαρτυρία
Για σκοπούς πληρότητας, στο μέρος αυτό της απόφασης του Δικαστηρίου, θα καταγραφεί συνοπτικά η μαρτυρία όπου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, από τον Υπαστυνόμο που παρουσίασε την υπόθεση εκ μέρους της Αστυνομίας, η οποία μαρτυρία κατά την θέση της Αστυνομίας διασυνδέει και τους δύο υπόπτους με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Στην Λεμεσό, κατά την περίοδο μεταξύ 26/11/2025 και 25/1/2026 συνέβησαν τέσσερα περιστατικά εμπρησμών, που ως είναι η θέση της Αστυνομίας διασυνδέονται μεταξύ τους.
Το πρώτο περιστατικό, αφορά την ημερομηνία 26/11/2025, και περί ώρα 23.40, όπου σε υπαίθριο περιφραγμένο χώρο στην περιοχή Μουταγιάκας, ξέσπασε φωτιά με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοσχερώς τέσσερα αυτοκίνητα πολυτελείας, τα οποία βρίσκονταν σταθμευμένα στον χώρο. Τα εν λόγω οχήματα ανήκαν σε γνωστό επιχειρηματία από την Ρωσία, μόνιμο κάτοικο Λεμεσού, συνολικής αξίας €1,560,000.
Από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από την σκηνή καταγράφηκαν οι κινήσεις ενός προσώπου το οποίο έφερε ρούχα σκούρου χρώματος, να προσεγγίζει την σκηνή του εμπρησμού πεζός από βόρεια, όπου βρίσκεται ο αυτοκινητόδρομος Λευκωσίας – Λεμεσού, με νότια κατεύθυνση φθάνοντας στο σημείο του εμπρησμού, να θέτει κακόβουλα την φωτιά και να απομακρύνεται από το μέρος. Στο μέρος υπήρχε φρουρός ασφαλείας όπου είδε τον δράστη να θέτει την φωτιά, προσπάθησε να τον εμποδίσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο δράστης έθεσε την φωτιά και τράπηκε σε φυγή, τρέχοντας, ακολουθώντας βόρεια πορεία.
Με βάση το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης αλλά και την περιγραφή όπου έδωσε ο φρουρός ασφαλείας ο δράστης φαίνεται να είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, ψηλός, και κρατούσε μπιτόνι με υγρή εύφλεκτη ύλη που χρησιμοποίησε για να θέσει την φωτιά.
Το δεύτερο περιστατικό, αφορά τα γεγονότα που εξελίχθηκαν στις 8/12/2025 και περί ώρα 03.05, όπου εξερράγη φωτιά σε τρία αυτοκίνητα πολυτελείας τα οποία ήταν σταθμευμένα σε υπαίθριο περιφραγμένο χώρο στη νότια πλευρά πλυντηρίου αυτοκινήτων που βρίσκεται στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Λεμεσό. Τα οχήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς από την φωτιά. Από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της περιοχής, καταγράφηκε πρόσωπο το οποίο έφερε ρούχα σκούρου χρώματος, και είχε καλυμμένο το πρόσωπο του, να φθάνει στο σημείο από την βόρεια πλευρά του χώρου, να σκαρφαλώνει την περίφραξη, να μπαίνει στον χώρο του πλυντηρίου, και αφού περιέλουσε τα οχήματα με εύφλεκτη ύλη έθεσε φωτιά. Ακολούθως τράπηκε σε φυγή ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση.
Διαπιστώθηκε από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης ότι στον εμπρησμό εμπλέκεται μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, με την οποία, δύο πρόσωπα, μετέβηκαν σε σημείο πλησίον της σκηνής. Το ένα πρόσωπο που επενέβαινε στην μοτοσυκλέτα αποβιβάστηκε από αυτή, και κατευθύνθηκε προς το σημείο του εμπρησμού έχοντας στην κατοχή του δύο μικρά μπουκάλια, ενώ η μοτοσυκλέτα μετακινήθηκε σε παραπλήσιο δρόμο και σταμάτησε σε συγκεκριμένο σημείο. Αμέσως μετά τον εμπρησμό ένα άτομο φαίνεται να τρέχει και να επιβιβάζεται σε αυτήν ως συνεπιβάτης. Σε πλάνο που παραλήφθηκε από άλλο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης η μοτοσυκλέτα φαίνεται να απομακρύνεται από παρακείμενο δρόμο με βόρεια κατεύθυνση. Από άλλα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης στο τέλος της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού, διαφαίνεται ότι στη μοτοσυκλέτα επενέβαινε μόνο ένα πρόσωπο, κάτι που οδήγησε την ανακριτική ομάδα να εξετάζει το ενδεχόμενο συνεργών που μετέβηκε στην σκηνή με άλλο όχημα για να υποβοηθήσει.
Το τρίτο περιστατικό αφορά την ημερομηνία 18/12/2025, όπου στις 03.39 εξερράγη φωτιά σε κάβα στην Λεμεσό, που βρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας, ιδιοκτησίας του επιχειρηματία από την Ρωσία, όπου αφορούν τα γεγονότα του πρώτου περιστατικού. Σύμφωνα με το ανακριτικό έργο, πρόσωπο, το οποίο είχε καλυμμένο το πρόσωπο του, προσέγγισε πεζό το υποστατικό, περιέλουσε εξωτερικά με υγρή εύφλεκτη ύλη, έθεσε φωτιά και απομακρύνθηκε και πάλι πεζός. Σε αυτόν τον εμπρησμό εμπλέκεται μοτοσυκλέτα μάρκας ΚΤΚ μοντέλο Adventure 990 με άγνωστους αριθμούς εγγραφής, τα χαρακτηριστικά της οποίας, ομοιάζουν με την μοτοσυκλέτα που ενέχεται στον εμπρησμό του πλυντηρίου αυτοκινήτων που έγινε στις 8/12/2025 (δεύτερο περιστατικό).
Φαίνεται ότι κατά τον επίμαχο χρόνο του εμπρησμού, επέβαιναν δύο άτομα στην μοτοσυκλέτα. Πριν την διάπραξη του εμπρησμού η μοτοσυκλέτα στάθμευσε σε βόρειο δρόμο της σκηνής με δύο επιβαίνοντες, ο ένας αποβιβάστηκε, ενώ στην συνέχεια, σε χρόνο που συνάδει, επιστρέφει το δεύτερο πρόσωπο, επιβιβάστηκε σε αυτήν, και έφυγαν με αυξημένη ταχύτητα. Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης διαφαίνονται τα παπούτσια του ατόμου όπου θέτει κακόβουλα την φωτιά στην κάβα, παπούτσια τα οποία μοιάζουν με εκείνα τα οποία φορούσε ο δράστης του εμπρησμού καταστήματος πώλησης αυτοκινήτων στην Λεμεσό στις 25/1/2026, περιστατικό για το οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω.
Για αυτή την υπόθεση, συνελήφθηκε ο 1ος ύποπτος, και παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, του εμπρησμού και της διάρρηξης κτηρίου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος, αλλά όχι του αδικήματος της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Από τον 1ο ύποπτο παραλήφθηκαν ως τεκμήρια αθλητικά παπούτσια χρώματος μαύρου, μάρκας NIKE, τα οποία ομοιάζουν με τα παπούτσια που έφερε ο δράστης τόσο στην σκηνή του εμπρησμού της κάβας όσο και της σκηνής του εμπρησμού του καταστήματος πώλησης αυτοκινήτων.
Περαιτέρω, ο σωματότυπος του δράστη που κακόβουλα έθεσε την φωτιά στην κάβα φαίνεται να είναι ο ίδιος με εκείνον του 1ου υπόπτου.
Το τέταρτο περιστατικό, αφορά φωτιά που εξερράγη σε υποστατικό στην Λεμεσό το οποίο ασχολείται με την πώληση πολυτελών οχημάτων στις 25/1/2026 και περί ώρα 04.15. Από τη φωτιά καταστράφηκαν τρία πολυτελή οχήματα, πίνακες και αγάλματα.
Από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης διαπιστώθηκε ότι στον εμπρησμό ενέχεται όχημα, χρώματος άσπρου, τύπου SUV Nissan X-Trail. Το εν λόγω όχημά μετά τον εμπρησμό ακολούθησε την εξής διαδρομή – από την Λεμεσό κατέφθασε στην Λευκωσία μέσω της ορεινής Λεμεσού και ορεινής Λευκωσίας. Το εν λόγω όχημα σταμάτησε σε πρατήριο βενζίνης στο Αρεδιού, και εκεί καταγράφηκαν οι αριθμοί εγγραφής του ([ ]). Ο οδηγός του οχήματος, ο οποίος έφερε ρούχα σκούρου χρώματος, μαύρα παπούτσια και πράσινο σκούφο στο κεφάλι, αποβιβάστηκε από το όχημα από την θέση του οδηγού, το ανεφοδίασε με καύσιμα και αναχώρησε.
Το προαναφερόμενο όχημα το εντόπισε η Αστυνομία στις 9/2/2026 να βρίσκεται σταθμευμένο επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στην Λακατάμια, έξω από την καφετέρια [ ], ιδιοκτησίας του 2ου ύποπτου, και τέθηκε υπό παρακολούθηση. Στο εν λόγω όχημα επιβιβάστηκε ο 1ος ύποπτος ο οποίος ανακόπηκε για έλεγχο. Εναντίον του 1ου υπόπτου εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξης κακουργήματος, εμπρησμού, διάρρηξης κτηρίου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος που διαπράχθηκαν στις 25/1/2026. Στις 10/2/2026 εξασφαλίστηκε διάταγμα προσωποκράτησης του 1ου υπόπτου για περίοδο 6 ημερών από το Ε.Δ. Λεμεσού.
Από περαιτέρω εξετάσεις που συνεχίστηκαν από την Αστυνομία, φαίνεται από νέο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, ότι πριν τον ανεφοδιασμό του οχήματος [ ], ο 1ος ύποπτος εξήλθε από όχημα, χρώματος άσπρου, τύπου SUV Nissan X-Trail, εισήλθε σε περίπτερο στην Λακατάμια στην Λευκωσία, αγόρασε δύο μπουκάλια νερό και ένα καφέ και αναχώρησε. Με τα νέα δεδομένα διαπιστώθηκε ότι παρόλο που ο 1ος ύποπτος ομοιάζει με το άτομο που ανεφοδίασε το [ ] με καύσιμα, εντούτοις διαπιστώθηκε ότι δεν επρόκειτο για το ίδιο άτομο αφού έφερε διαφορετική ενδυμασία και υποδήματα. Ο 2ος ύποπτος φαίνεται να έχει τον ίδιο σωματότυπο με το πρόσωπο που ανεφοδίασε το [ ] με καύσιμα στο Αρεδιού, και φαίνεται να κάθεται στην θέση του οδηγού και να φεύγει από το βενζινάδικο.
Το εν λόγω όχημα εντοπίζεται και από άλλο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης να διέρχεται συγκεκριμένης οδού και μετά από πάροδο 59 λεπτών ακριβώς εντοπίζεται στο πρατήριο καυσίμων, ενώ η απόσταση όπου διένυσε ήταν μόλις 5,6 km χωρίς να υπάρχει τροχαία κίνηση κατά τους επίμαχους χρόνους. Στην επιστροφή, σε άλλα δύο κλειστά κυκλώματα της περιοχής το εν λόγω όχημα εντοπίζεται να διανύει μια απόσταση 550 μέτρων σε χρόνο περίπου τριών λεπτών, χωρίς και πάλι να υπάρχει τροχαία κίνηση, απόσταση που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να καλυφθεί σε μισό λεπτό περίπου. Τα πιο πάνω δημιούργησαν την υποψία στην Αστυνομία ότι ο 1ος ύποπτος δεν ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο. Από εξετάσεις που έγιναν στην συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ο 2ος ύποπτος διαμένει στην υπό αναφορά περιοχή, και η οικία του 2ου υπόπτου απέχει 330 μέτρα ακτίνα από την κάμερα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και 350 μέτρα από την κάμερα άλλου κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης.
Η Αστυνομία μετά όπου εξασφάλισε διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, διαπίστωσε ότι ο αριθμός κλήσης που ανήκει στον 1ο ύποπτο κινήθηκε στις 25/1/2026 κατά τις ώρες πριν και μετά την διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού στη περιοχή που είναι η κατοικία του, διένυσε δρομολόγιο δια μέσω της ορεινής Λευκωσίας, ορεινής Λεμεσού, φθάνοντας στην σκηνή του εγκλήματος και κατόπιν επέστρεψε στην Λευκωσία ακολουθώντας περίπου το ίδιο δρομολόγιο, εκτός από ένα δρόμο που βρίσκεται στην ορεινή Λεμεσό.
Αμέσως μετά την διάπραξη του εμπρησμού, ο δράστης κινήθηκε πεζός προς το όχημα, χρώματος άσπρου, τύπου SUV Nissan X-Trail. Πριν απομακρυνθεί πλήρως ο δράστης, το αυτοκίνητο ανάβει τα φώτα του και κινείται προς το μέρος του κάτι το οποίο καταδεικνύει, κατά την θέση της Αστυνομίας, την εμπλοκή του 2ου υπόπτου, αφού το πρόσωπο και ο σωματότυπος του ομοιάζει με τον οδηγό που κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα να οδηγεί το όχημα [ ] πριν τον εμπρησμό στο πρατήριο καυσίμων.
Στις 26/2/2026 δόθηκε πληροφορία σε αξιωματικό της Αστυνομίας από αξιόπιστο πληροφοριοδότη, ο οποίος είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν με την Αστυνομία, με θετικά αποτελέσματα, σύμφωνα με την οποία οι δύο ύποπτοι καθώς και ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο καταζητείτο, και το οποίο λίγα λεπτά πριν την έναρξη της ακρόασης της υπό κρίσης αίτησης, συνελήφθη, είναι μέλη εγκληματικής οργάνωσης η οποία προβαίνει σε απαίτηση χρημάτων με απειλές από επιχειρηματίες και επιχειρήσεις με σκοπό την παροχή προστασίας και σε περίπτωση άρνησης τους να καταβάλουν τον ζητούμενο χρηματικό ποσό, ως μέτρο πίεσης και εκφοβισμού, προβαίνουν σε απειλές και κακόβουλες ενέργειες εναντίον τους, όπως εμπρησμό κατά των περιουσιακών τους στοιχείων. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ίδιο τον πληροφοριοδότη, οι δύο ύποπτοι και το τρίτο πρόσωπο, εμπλέκονται σε όλους τους αναφερόμενους εμπρησμούς. Ο πληροφοριοδότης ανέφερε ότι ο 2ος ύποπτος και το τρίτο πρόσωπο αποκρύβουν στις οικίες του και στο καφεστιατόριο [ ], ιδιοκτησίας του 2ου υπόπτου, κινητά τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν για τις μεταξύ τους συνομιλίες και συνεννοήσεις κατά την διάπραξη των εμπρησμών, και κρύβουν την μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού που χρησιμοποιήθηκε στο δεύτερο και τρίτο περιστατικό. Περαιτέρω, ο πληροφοριοδότης ανέφερε ότι και οι δύο ύποπτου χρησιμοποιούν το [ ] ως τόπο συνάντησης, όπου συντονίζονται και αποφασίζουν για τα σχέδια και τις πράξεις τους.
Κατά την αντεξέταση του ο Υπαστυνόμος, ανέφερε ότι ο πληροφοριοδότης είναι άτομο που γνωρίζει τον 1ο ύποπτο, και ο 1ος ύποπτος προσκάλεσε τον πληροφοριοδότη να συμμετέχει στην ομάδα τους, έναντι αμοιβής, για να προβούν στους εμπρησμούς που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ο πληροφοριοδότης αρνήθηκε. Ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του ο Υπαστυνόμος αν ο πληροφοριοδότης έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, ανέφερε ότι τίθενται ζητήματα εμπιστευτικότητας και οποιαδήποτε περαιτέρω τοποθέτηση του επί αυτού του ζητήματος θα επηρεάζει αρνητικά το ανακριτικό έργο, την ασφάλεια του πληροφοριοδότη, και έτσι δεν απάντησε αν λήφθηκε κατάθεση από τον πληροφοριοδότη.
Όπως προκύπτει από την ένορκη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Υπαστυνόμο που παρουσίασε την υπόθεση εκ μέρους της Αστυνομίας, η υπάρχουσα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση διακρίνεται:
(α) στην πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία στις 26/2/2026, του πληροφοριοδότη δηλαδή,
(β) στην μαρτυρία του φρουρού του περιφραγμένου χώρου που βρίσκονταν τα οχήματα,
(γ) στα όσα αποκάλυψαν τα κλειστά κυκλώματα παρακολουθήσεις, και
(δ) στα όσα αποκάλυψε το διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων.
Κατά την θέση της Αστυνομίας πρόκειται για τέσσερις σοβαρές υποθέσεις εμπρησμών, όπου δεν μπορούν να διαχωριστούν, και διερευνώνται σαν σύνολο ένεκα και του πανομοιότυπου τρόπου δράσης.
- Τα υπάρχοντα ενοχοποιητικά στοιχεία
Επαναλαμβάνω το αυτονόητο. Ό,τι αποτιμάται, στο στάδιο της αίτησης για προσωποκράτηση, δεν είναι η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητά τους και αν αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Όπως καθορίζει η νομολογία, κριτήριο είναι το εύλογο της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα.
Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η πληροφορία που έδωσε ο πληροφοριοδότης στις 26/2/2026 ήταν καταλυτική για την σύλληψη των υπόπτων, και την διασύνδεση των υπόπτων με τα τέσσερα περιστατικά τα οποία περιγράφονται ανωτέρω. Το ερώτημα το οποίο τίθεται λοιπόν, είναι κατά ποσόν αυτή η πληροφορία είναι απογυμνωμένη από κάθε ίχνος μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν επιτρέπει να αποτελέσει το βάθρο για την κράτηση των υπόπτων ή εάν υποστηρίζεται από την μαρτυρία όπου παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου, και επομένως να δημιουργείται η εύλογη υπόνοια διασύνδεσης των υπόπτων με τα αδικήματα όπου διερευνώνται εναντίον τους.
Το πρώτο το οποίο εξετάζεται είναι αν η πληροφορία συγκεκριμενοποιείται σε κάτι απτό. Αν δηλαδή υπάρχει κάποιου είδους τεκμηρίωση, από που και με ποιόν τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα συμπεράσματα της Αστυνομίας. Το ερώτημα αυτό κρίνω ότι απαντάται από τα ακόλουθα δεδομένα όπου τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Ο πληροφοριοδότης, του οποίου το όνομα και σαφέστατα δεν απαιτείται να φανερωθεί, προσκλήθηκε από τον 1ο ύποπτο στην διάπραξη των τεσσάρων περιστατικών εμπρησμών που διαπράχθηκαν στην Λεμεσό, έναντι αμοιβής. Ο πληροφοριοδότης αρνήθηκε συμμετοχή. Οι εμπρησμοί όμως, και όχι οποιοιδήποτε εμπρησμοί, οι συγκεκριμένοι τέσσερις όπου προσκλήθηκε να συμμετάσχει, διενεργήθηκαν. Και σύμφωνα με την πληροφορία αυτή, οι δύο ύποπτοι και ακόμη ένα πρόσωπο, εμπλέκονται στους εν λόγω εμπρησμούς.
- Και ένεκα αυτής της πληροφορίας, το κουβάρι ξετυλίχθηκε ως εξής.
- Η Αστυνομία από την ανάλυση αρκετών κυκλωμάτων παρακολούθησης, διέκρινε τα ακόλουθα.
- Το όχημα όπου ενέχεται στο τέταρτο περιστατικό, στις 25/1/2026 στο υποστατικό πώλησης πολυτελών οχημάτων, Nissan SUV, διαφαίνεται μέσω των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης ότι μετά τον εμπρησμό ξεκινά από την Λεμεσό, και μέσω της ορεινής Λεμεσού, ορεινής Λευκωσίας, φθάνει στην Λευκωσία. Στην διαδρομή το όχημα σταμάτησε για ανεφοδιασμό στο πρατήριο βενζίνης στο Αρεδιού. Πριν όμως τον ανεφοδιασμό, άλλο κλειστό κύκλωμα, καταγράφει τον 1ο ύποπτο να εξέρχεται από το όχημα Nissan SUV και να εισέρχεται σε περίπτερο. Ο 1ος ύποπτος έφερε διαφορετική ενδυμασία από το άτομο όπου εξήλθε από την θέση του οδηγού για ανεφοδιασμό καυσίμων στο Αρεδιού, άτομο που φαίνεται να έχει τον ίδιο σωματότυπο με τον 2ο ύποπτο, ο οποίος κάθεται στην θέση του οδηγού και φεύγει από το βενζινάδικο. Και με αυτό τον τρόπο και οι δύο ύποπτοι διασυνδέονται με το όχημα Nissan SUV που εμπλέκεται στο τέταρτο περιστατικό εμπρησμού. Το ίδιο όχημα, κατά τους επίμαχους χρόνους, διανύει μια απόσταση 5,6 km σε πάροδο 59 λεπτών, σε περιοχή όπου διαφάνηκε ότι βρίσκεται η κατοικία του 2ου υπόπτου.
- Επιπλέον στοιχείο όπου τοποθετεί τον 1ο ύποπτο στην εν λόγω διαδρομή είναι τα αποτελέσματα του διατάγματος αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων – και συγκεκριμένα, ο αριθμός κλήσης που ανήκει στον 1ο ύποπτο, έδειξε ότι στις 25/1/2026 κατά τις ώρες πριν και μετά την τέλεση του εμπρησμού, διένυσε δρομολόγιο δια μέσω ορεινής Λευκωσίας, ορεινής Λεμεσού, φθάνοντας στην σκηνή του εμπρησμού και κατόπιν επέστρεψε στην Λευκωσία ακολουθώντας περίπου το ίδιο δρομολόγιο.
- Το όχημα αυτό στις 9/2/2026 εντοπίστηκε σταθμευμένο έξω από καφετέρια όπου ανήκει στον 2ο ύποπτο, όπου σύμφωνα με την πληροφορία είναι ο τόπος συνάντησης της οργάνωσης, και στο εν λόγω όχημα επιβιβάστηκε ο 1ος ύποπτος όπου και ανακόπηκε.
- Τόσο ο εμπρησμός στο πλυντήριο αυτοκινήτων όσο και στην κάβα (δεύτερο και τρίτο περιστατικό) εμπλέκετε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, οι οποίες όπως αναφέρεται μοιάζουν. Επίσης διαπιστώθηκε ότι, και στο δεύτερο και τρίτο περιστατικό, πριν και μετά τον εμπρησμό επιβαίνουν δύο άτομα στην εν λόγω μοτοσυκλέτα, το ένα εκ των δύο αποβιβάζεται, θέτει την φωτιά, και μετά διαφεύγει από το σημείο με το δεύτερο άτομο με την μοτοσυκλέτα.
- Τα παπούτσια που φοράει ο δράστης όπου θέτει την φωτιά στην κάβα, μοιάζουν με τα παπούτσια όπου φοράει ο δράστης όπου θέτει την φωτιά στις 25/1/2026, στο υποστατικό πώλησης πολυτελών οχημάτων. Και τα οποία παπούτσια ομοιάζουν με τα παπούτσια όπου παραλήφθηκαν από τον 1ο ύποπτο ως τεκμήριο.
- Ο σωματότυπος του δράστη όπου έθεσε την φωτιά στην κάβα μοιάζει με τον σωματότυπο του 1ου υπόπτου.
- Το πρώτο και τρίτο περιστατικό εμπρησμού, δηλαδή οι εμπρησμοί στις 26/11/2025 και 18/12/2025, αφορούν οχήματα και κάβα ιδιοκτησίας του ίδιο ατόμου, επιχειρηματία από την Ρωσία όπου διαμένει στην Λεμεσό.
- Ο φρουρός ασφαλείας του χώρου όπου ήταν σταθμευμένα τα οχήματα του Ρώσου επιχειρηματία στην Λεμεσό περιέγραψε τον άνδρα που έθεσε την φωτιά ως νεαρό και ψηλό.
Η υπόθεση που διερευνάτε στο σύνολο της, δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μια σειρά περιστατικών που αφορούν τέσσερις εμπρησμούς στην Λεμεσό. Όπως παραδειγματικά λέχθηκε στην κομβική απόφαση Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6331, 6/6/97, πρόκειται για μια αλυσίδα γεγονότων, μη ενοχοποιητικών αφ' εαυτών, όμως αθροιστικά αποτιμούμενα να δημιουργήσουν δικαιολογημένες υπόνοιες για ανάμειξη των υπόπτων στο έγκλημα. Στοιχεία, τα οποία δεν μπορεί, αφ' εαυτών, να διεγείρουν υπόνοιες, όμως, προσβάλουν διαφορετική υφή, αθροιστικά θεωρούμενα.
Και με όλα τα ανωτέρω, η πληροφορία του πληροφοριοδότη, δεν μένει απογυμνωμένη. Εν αντιθέσει, αποκτά σάρκα και οστά, για τους σκοπούς τουλάχιστον της παρούσας διαδικασίας.
Τα πιο πάνω θεωρώ πως αποτελούν ικανοποιητική μαρτυρία για σκοπούς του παρόντος σταδίου που να δημιουργούν την απαιτούμενη εύλογη υπόνοια ότι οι ύποπτοι συνδέονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, τα οποία υπενθυμίζεται ότι δεν είναι τα ίδια και για τους δύο.
Γ. Το ανακριτικό έργο δεν συμπληρώθηκε
Όπως προκύπτει από την μαρτυρία, οι ανακρίσεις όντως συνεχίζονται. Συγκεκριμένα μέχρι στιγμής η αστυνομία έχει λάβει 57 καταθέσεις, και έγιναν επτά έρευνες. Αναμένεται να ληφθούν άλλες 30 καταθέσεις, αναζητείται η μοτοσυκλέτα και τα ρούχα και υποδήματα όπου φορούσε ο 2ος ύποπτος κατά τον ανεφοδιασμό για βενζίνη. Η Αστυνομία θα αιτηθεί έκδοση διατάγματος λήψης δείγματος γενετικού υλικού και θα λάβει ανακριτικές καταθέσεις από τους δύο ύποπτους. Επίσης θα διενεργηθεί αναγνωριστική παράταξη για να αναγνωριστεί από τον φρουρό του πρώτου περιστατικού ο δράστης. Πρόκειται επομένως για μεγάλο ανακριτικό έργο σε εξέλιξη.
Δ. Αναγκαιότητα για την κράτηση των υπόπτων
Η αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλµατος προσωποκράτησης µπορεί να εδράζεται στο δηµόσιο συµφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από τον κίνδυνο παρέμβασης του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση µε µάρτυρες ή και τεκµήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι µόνο. Ο κίνδυνος πρέπει να καταφαίνεται υπαρκτός, σύμφωνα µε την ανθρώπινη λογική και εμπειρία σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που προσκομίζεται και να είναι τέτοιος που να αντισταθμίζει το ατομικό δικαίωμα του υπόπτου στην ελευθερία του, ικανοποιώντας την αρχή της αναλογικότητας (βλ. Pitsillos v. the Police (1966) 2 C.L.R. 50, 55, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ , Αίτηση Aρ. 47/2022, 3/5/2022).
Σε σχέση με τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων ή επέμβασης σε τεκμήρια, στην απόφαση Sarkisidis v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 23/2022, ημερομηνίας 27/01/2022, ECLI:CY:AD:2022:B44 αποφασίστηκε ότι αυτό που χρειάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων (βλ. Καλλής κ.ά. ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 677) και δεν χρειάζεται η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων να θεμελιωθεί με οποιαδήποτε ουσιαστική μαρτυρία. Δεν χρειάζεται δηλαδή να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι οι ύποπτοι ήδη επηρέασαν ή προσπάθησαν να επηρεάσουν μάρτυρες ή να καταστρέψουν τεκμήρια. Κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον ενυπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι και εύλογος δικαιολογημένος φόβος να επηρεαστεί το ανακριτικό έργο (βλ. Πέτρου και άλλων ν Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6850 και 6851, ημερ. 23/10/1999). Στην υπόθεση Δημητρίου κ.ά. ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 549, λέχθηκε ότι το γεγονός ότι η Αστυνομία θα λάμβανε καταθέσεις από συγγενικά πρόσωπα των υπόπτων και από πρώην συναδέλφους τους, θεωρήθηκε ότι ορθά δημιουργούσε βάσιμο κίνδυνο επηρεασμού των προσώπων αυτών εάν οι ύποπτοι αφήνονταν ελεύθεροι. Στην υπόθεση Στυλιανού ν Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 942 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι από την στιγμή που το ανακριτικό έργο της αστυνομίας βρισκόταν σε εξέλιξη και δεν είχε συμπληρωθεί, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος προσωποκράτησης υπήρχε ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων, αφού ήταν σε γνώση των υπόπτων σε ποια κατεύθυνση θα κινείτο η αστυνομία.
Με δεδομένη την θέση της Αστυνομίας, ως προς το υπολειπόμενο ανακριτικό έργο, την λήψη καταθέσεων από άτομα του περιβάλλοντος των υπόπτων, κρίνω ότι η κράτηση των υπόπτων είναι αναγκαία για την απρόσκοπτη συνέχιση και διεκπεραίωση των ανακρίσεων που συνεχίζονται. Αυτή η αναγκαιότητα προκύπτει από την πιθανότητα ότι τυχόν απόλυση τους δυνατό να επηρεάσει τις ανακρίσεις και /ή να καταστρέψει τεκμήρια και/ ή ακόμα υπάρχει ο κίνδυνος οι ύποπτοι να διαφύγουν στο εξωτερικό.
Χωρίς να παραγνωρίζω ότι το διάταγμα κράτησης θα επηρεάσει τη ζωή των υπόπτων, βρίσκω, υπό τις περιστάσεις, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του Κεφ. 155 και ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι δικαιολογημένο και αναγκαίο για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης.
Στο σημείο αυτό επιθυμώ να σημειώσω το εξής. Όπως διαφαίνεται στον όρκο του Υπαστυνόμου όπου υποστηρίζει την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον των υπόπτων, στην πρώτη παράγραφο του όρκου γίνεται αναφορά στην ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι ο 2ος ύποπτος ενέχεται στα πέντε αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση, «τα οποία διαπράχθηκαν στις 25/1/2026». Δεν γίνεται αναφορά στις άλλες τρείς ημερομηνίες. Ωστόσο, στην συνέχεια του κειμένου του όρκου γίνεται αναφορά και στα τέσσερα περιστατικά, όπου σύμφωνα με τον όρκο διασυνδέεται ο 2ος ύποπτος. Και στην βάση του όρκου, στις 27/2/2026 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του 2ου υπόπτου για τα πέντε αδικήματα «τα οποία διαπράχθηκαν στις 26/11/2025, 8/12/2025, 18/12/2025 και στις 25/01/2026 στην Λεμεσό». Δεν θεωρώ ότι η πρώτη παράγραφος του όρκου, μπορεί να επηρεάσει με οποιαδήποτε τρόπο την κράτηση του 2ου υπόπτου και για τα πέντε υπό διερεύνηση αδικήματα και για τις τέσσερις προαναφερόμενες ημερομηνίες, όπου αναφέρονται ξεκάθαρα στο ένταλμα σύλληψης.
Χρόνος που ζητείται η κράτηση
Αυτό που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι ο χρόνος για τον οποίο ζητείται η κράτηση των υπόπτων και κατά πόσο δικαιολογείται μέσα από την μαρτυρία που έχει δώσει ο μάρτυρας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο χρόνος των οκτώ ημερών όπου ζητείται είναι άμεσα συναρτώμενος και δικαιολογημένος με το ανακριτικό έργο που πρέπει να διεκπεραιωθεί.
Τα όσα αναφέρθηκαν από τους συνήγορους των υπόπτων κατά την αγόρευση τους, και συγκεκριμένα ότι ένεκα του ότι το ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει τι ανακριτικό έργο αναμένεται για έκαστο ύποπτο σε έκαστη περίπτωση δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την κατάληξη του Δικαστηρίου.
Πρόκειται για τέσσερα διαφορετικά περιστατικά, που για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, φαίνεται ότι υπάρχει μαρτυρία, που να τα διασυνδέει μεταξύ τους. Και να διασυνδέει και τους ύποπτους με τα περιστατικά αυτά. Όπως λέχθηκε στην Δημητρίου Ιωσήφ ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 549 δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται σύνδεση ενός εκάστου των υπόπτων με όλα τα αδικήματα που διερευνώνται. Φτάνει να συνδεθεί με ένα ή περισσότερα απ' αυτά. Το ανακριτικό έργο είναι ενιαίο. Δεν μπορούν να γίνουν μαθηματικές πράξεις και ακριβής διαχωρισμός του ανακριτικού έργου σε διερεύνηση αδικημάτων που αφορούν την συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος.
Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω και με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, διατάσσω την παραπομπή των υπόπτων σε αστυνομική κράτηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24 του Κεφ. 155 για 8 μέρες.
Αν το ανακριτικό έργο περατωθεί νωρίτερα, οι ύποπτοι να αφεθούν ελεύθεροι.
(Υπογρ.)…………………………..….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο