ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Μ., Υπόθεση αρ. 2710 / 2026, 10/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Μ., Υπόθεση αρ. 2710 / 2026, 10/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 2710 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

Α. Μ.

 

___________________

 

 

Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Αυτοπροσώπως, ο Κατηγορούμενος

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 11 κατηγορίες για αδικήματα σχετικά με βία στην οικογένεια, που φέρονται να διαπράχθηκαν την 22.2.2026, με καταγγέλλοντες τους γονείς του. Αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση την 17.3.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.

 

Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις (Τεκμήριο Β) και προηγούμενες καταδίκες (Τεκμήριο Γ). Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, με τον Κατηγορούμενο να χειρίζεται μόνος του την υπόθεσή του και να προσκομίζει τα Τεκμήρια Δ και Ε, αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.

 

Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης, που βασίζεται στις καταθέσεις των γονέων του. Σύμφωνα με αυτές, στην όψη τους, ο Κατηγορούμενος δεν έχει συχνές επαφές με τους γονείς του ή με την υπόλοιπη οικογένειά του, εδώ και αρκετά χρόνια, καθότι δημιουργεί προβλήματα σε όλους. Έχει περιπέσει στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, κατά τρόπο ώστε η κατάσταση να έχει ξεφύγει. Τέλος Νοεμβρίου του 2025, αποφυλακίστηκε μετά από καταδίκη για βία στην οικογένεια. Οι γονείς του δεν γνωρίζουν πού διαμένει. Έκτοτε μεταβαίνει στο πατρικό του καθημερινά, παρόλο που δεν διαμένει εκεί, προκαλώντας αναστάτωση. Την 22.2.2026 ώρα 16:30, βρήκε ξεκλείδωτη την πόρτα και μπήκε στο σπίτι, άρχισε να βγάζει πράγματα από το ψυγείο, συγκεκριμένα τρόφιμα, για να τα πάρει στους φίλους του, να φάνε μαζί. Είναι κάτι που κάνει συχνά, το ψυγείο είναι έξω από την κουζίνα, σε καλυμμένο χώρο. Δεν εργάζεται και δεν έχει δικά του χρήματα. Όταν η μητέρα του είπε στον Κατηγορούμενο να μην συνεχίσει με αυτή την κατάσταση, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της ρίχνει τα πράγματα που έβγαζε από το ψυγείο και εκείνη να σκύβει, για να μην κτυπήσει. Ο πατέρας του κατέβηκε και του έκανε παρατήρηση. Ό,τι έβρισκε μπροστά του, το έριχνε στο πάτωμα. Προκάλεσε αρκετές ζημιές. Ταυτόχρονα, φώναζε και έλεγε στη μητέρα του «π******μ να πεθάνεις, να πιάεις καρκίνο». Του είπε να φύγει και δεν άκουγε. Στη συνέχεια, ζήτησε χρήματα από τον πατέρα του, ο οποίος αρνήθηκε να του δώσει. Τότε θύμωσε, πήγε προς τη μητέρα του και την άρπαξε από τον αυχένα με δύναμη, λέγοντάς της πως εκείνη φταίει, και απειλώντας την «έννα βάλω δύο μαύρους να σε σκοτώσουν» «έννα πάθεις τυχαίο accident τζιαι θα πεθάνεις». Μετά έσπρωξε τον πατέρα του και έπεσε κάτω. Τον σήκωνε και τον κτύπησε ξανά με μπουνιές. Τον εξύβρισε με τη φράση «μ*****, ξιμαρισμένε» και απείλησε και τους δύο με τη φράση «έννα σας σκοτώσω τζιαι τους θκυό». Η μητέρα του πανικοβλήθηκε, άρχισε να κλαίει. Σε κάποια φάση έφυγε από το σπίτι, δεν πήρε τίποτα μαζί του, η μητέρα του κάλεσε την Αστυνομία. Εξέφρασε πως δεν μπορεί να ζει άλλο με τον φόβο ότι θα τους κάνει κακό, καθώς τον έχει ικανό για τα πάντα. Η καταγγελία έγινε την 22.2.2026, εκδόθηκε αυθημερόν ένταλμα σύλληψης, αλλά ο Κατηγορούμενος συνελήφθη την 8.3.2026, στην αναφερόμενη στην οπισθογράφηση εκτέλεσης του εντάλματος οδό. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο, απάντησε «επερίμενά σας». Κατά το στάδιο της ανάκρισης, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Η μόνη απάντηση που έδωσε, η Απάντηση 12, ήταν, με αναφορά στη μητέρα του «μεν μου ξαναπείς ότι είναι μητέρα μου». Επίσης, στην Απάντηση 21 ανέφερε πως δεν γνώριζε πως υφίστατο δικαστικό διάταγμα που του απαγόρευσε που έθεσε περιοριστικούς όρους. Στην Απάντηση 24, επίσης, ανέφερε πως υπάρχουν κάμερες με ήχο, καταγγέλλοντας, επίσης, τον πατέρα του για βίαιη συμπεριφορά, όταν ήταν μικρός. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία αυτή, εάν είναι αληθής ή όχι, αλλά αναδύεται, μέσα από αυτήν, ορατή πιθανότητα καταδίκης, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας· χωρίς η διατύπωση αυτή να επιδρά στο τεκμήριο αθωότητας του Κατηγορούμενου και στη λογική προσδοκία αυτός να αθωωθεί.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι 34 ετών, Κύπριος. Διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Δεν έχει γνωστή ως σταθερή διεύθυνση διαμονής ή εργασία ή περιουσιακά στοιχεία, ενώ κατά τη διαδικασία εξέφρασε αγανάκτηση για το κράτος, που δεν τον βοηθά να ορθοποδήσει. Ωστόσο, δεν έχει γνωστούς δεσμούς με άλλες χώρες και γνωστή ικανότητα διαφυγής. Επίσης, δεν υπάρχει πληροφορία ότι, ενώ είχε διάφορες άλλες υποθέσεις, στο παρελθόν, και στο παρόν, επιχείρησε οποτεδήποτε να φυγοδικήσει, έχοντας να αντιμετωπίσει αδικήματα ίδιας φύσης. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορουμένου, δεν συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, της έκτασης που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους και να καθιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο την κράτηση. Το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί σε αυτή τη βάση.

 

Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].

 

Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις.

 

Στην Ε.Α.Β.Ο. v. Αστυνομίας, ΠΕ. 133/24, 11.07.2024 όπου ο εφεσιβάλλων αντιμετώπιζε αδικήματα κατά συζύγου, απειλή, παρενόχληση θύματος βίας, ψυχολογική βία, ψυχικής βλάβη, παραβίαση διατάγματος αποκλεισμού ενώ εναντίον του εκκρεμούσαν και άλλες δύο ποινικές υποθέσεις για ίδιας ή παρόμοιας φύσης αδικήματα κατά της πρώην συζύγου του, η κράτηση επικυρώθηκε λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του ότι υπήρχε παλαιότερο διάταγμα αποκλεισμού το οποίο δεν φαινόταν να είχε λειτουργήσει αποτρεπτικά. Αντίθετα, στη Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.03.2024, που αφορούσε αδικήματα βίας στην οικογένεια, καθώς και φερόμενης παράβασης όρων υφιστάμενου διατάγματος αποκλεισμού, εκδοθέντος σε παλαιότερη υπόθεση που εκκρεμούσε για παρόμοια αδικήματα, οικογενειακής βίας, ψυχολογικής βίας, απειλής και κακόβουλης ζημιάς, δεν δικαιολογείτο η κράτηση γιατί εκεί είχε προηγηθεί τήρηση του διατάγματος για 14 μήνες, ομαλή συνεργασία των δύο και το σύνολο της μαρτυρίας (που αφορούσε μια συνάντηση) δεν προκαλούσε την απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση περί μελλοντικής διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όπως προκύπτει από τη Γεωργίου v. ΑστυνομίαςΠΕ 131/21, 01.09.2021, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της καταγγελίας και ότι η συμπεριφορά στην οποία γίνεται αναφορά στη μαρτυρία αφορά σε χρόνους πριν από την καταγγελία. Η συμπεριφορά του κατ' εξακολούθηση παραβάτη, που ενδεχομένως αισθάνεται ότι μπορεί να ενεργεί εκτός των πλαισίων του νόμου, ενδέχεται να διαφοροποιείται μετά την καταγγελία, δεδομένου ότι το θύμα του έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχής, ανοχής ή και ενδοιασμούς στο να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου θύτης και θύμα είναι του ιδίου περιβάλλοντος ή συγγενικά πρόσωπα. Ο θύτης, αν είχε αδικοπραγήσει όπως του καταλογίζεται, νομίζοντας ότι η συμπεριφορά του θα γινόταν ανεχτή ή ότι δεν θα υπήρχε η βούληση για να καταγγελθεί, έχει τώρα υπόψη του νέα δεδομένα και το Δικαστήριο, πέραν των όρων που μπορούν να επιβληθούν μπορεί και θα έπραττε ορθά να επιστήσει τη προσοχή του στο ότι σε περίπτωση αδικοπραγίας ή και παράβασης των όρων που τίθενται, θα μπορούσε να συλληφθεί και η υπόθεση του θα μπορούσε να τεθεί αμέσως ενώπιον του για να διαταχτεί ενδεχομένως η κράτηση του. Το νόημα, που επαναλήφθηκε στην Φ.Φ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ171/2024, 02.08.2024, είναι ότι σε τέτοια περίπτωση, που η φερόμενη παρανομία είναι συγκεκριμένη, τότε, για σκοπούς προφύλαξης, δύναται να εξυπηρετήσει η επιβολή εναλλακτικών μέτρων (αντί κράτησης) προς αποτροπή του κινδύνου επανάληψης αδικημάτων.

 

Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15]

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, καταρχάς σημειώνεται εκ νέου πως, αν και είναι αυτοτελής αυτός ο λόγος κράτησης, πως συνεκτιμάται το γεγονός ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές, ότι συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας, και ότι, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε, στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί και ορατή πιθανότητα καταδίκης.

 

Ο Κατηγορούμενος έχει πολλαπλές προηγούμενες καταδίκες που αναφέρονται στο Τεκμήριο Γ, για αδικήματα που ενέχουν βία κατά προσώπων. Ειδικότερα, αναφέρεται η υπόθεση 17782/2018 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνία καταδίκης 24.9.2020, για αδίκημα που διαπράχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2016, απειλής. Αναφέρεται η υπόθεση 23837/2019 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνία καταδίκης 24.9.2020, για αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ Ιουλίου 2018 και Αυγούστου 2018, βίας προς τη συμβία του και ευρύτερα βίας στην οικογένεια, που περιλάμβανε και πραγματική σωματική βλάβη. Αναφέρεται η υπόθεση 8707/2019 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας καταδίκης η 24.9.2020, για αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Μάιο του 2019, βίας προς τη συμβία του με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, και για άσεμνη επίθεση εναντίον άνδρα και δημόσια εξύβριση. Αναφέρεται, επίσης, η υπόθεση 19394/2019 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνία καταδίκης 24.9.2020, για αδικήματα τον Σεπτέμβριο του 2019, κοινής επίθεσης, βίας στην οικογένεια, απειλής, βίας προς τη μητέρα του με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, δημόσια εξύβριση. Αναφέρεται η υπόθεση 3627/2020 Ε.Δ. Λεμεσού για αδικήματα χρήσης δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο και για απειλές, που διαπράχθηκαν την 28.9.2019. Αναφέρεται, επίσης, η υπόθεση 21555/2019 Ε.Δ. Λεμεσού, με όμοιας φύσης αδικήματα, τον Οκτώβριο του 2019. Όλες οι προαναφερόμενες υποθέσεις λήφθηκαν υπόψη στην υπόθεση 2769/2020 Κακουργιοδικείου Λεμεσού, όπου είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 4 μηνών, για αδικήματα αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, βία προς τη συμβία του και απειλή, και ευρύτερα βίας στην οικογένεια, που διαπράχθηκαν τον Φεβρουάριο του 2020. Η ποινή των 4 μηνών άρχιζε από την 7.2.2020, συνεπώς ο Κατηγορούμενος, στην ουσία δεν είχε εκτίσει πραγματική ποινή φυλάκισης. Μεταξύ της 19ης Σεπτεμβρίου του 2023 και της 31ης Οκτωβρίου του 2023, ο Κατηγορούμενος διέπραξε αδικήματα κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, απείθειας κατά νόμιμων διαταγών, κοινής επίθεσης σε μέλος της οικογένειας, απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, και συναφή αδικήματα, καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 24038/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, υπήρξε καταδίκη την 27.6.2024 και επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ευρύτερη εκείνη των 18 μηνών. Τον Νοέμβριο του 2023, διέπραξε αδικήματα απειλής, βίας στην οικογένεια με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, απείθεια κατά νόμιμων διαταγών, καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 24040/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, υπήρξε καταδίκη, την 5.4.2024, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ευρύτερη εκείνη των 12 μηνών. Από το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου προκύπτει σειρά καταδικών για αδικήματα που ενέχουν βία κατά προσώπων, περιλαμβανομένων περιστατικών βίας στην οικογένεια, απειλών και συναφών αδικημάτων. Το ιστορικό αυτό καταδεικνύει επαναλαμβανόμενο μοτίβο παραβατικής συμπεριφοράς.

 

Υπάρχουν εκκρεμείς υποθέσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο Β. Ο λόγος για την ποινική υπόθεση 17316/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, για αδικήματα βίας στην οικογένεια με αναφορά σε ανήλικο πρόσωπο, και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, στην αδελφή του και στον πατέρα του, και συναφή αδικήματα. Η υπόθεση περιλαμβάνει δύο επιμέρους υποθέσεις, τον Ιούλιο του 2023 και τον Αύγουστο του 2023. Εκκρεμεί και η υπόθεση 17537/2023 Ε.Δ. Λεμεσού για αδικήματα βίας στην οικογένεια και συναφή αδικήματα, με αναφορά στην αδελφή του, που φέρονται να διαπράχθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2023.

 

Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τη διαδικασία, εξέφρασε με εμφανή συναισθηματική φόρτιση τη θέση ότι επιθυμεί να αλλάξει πορεία μετά την πρόσφατη αποφυλάκισή του και να του δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία. Αναφέρθηκε στην προσπάθειά του να ορθοποδήσει χωρίς ουσιαστική κοινωνική στήριξη, εκφράζοντας παράλληλα έντονη αγανάκτηση για τις συνθήκες που, κατά τον ίδιο, αντιμετωπίζει. Ωστόσο, οι αναφορές του ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να αναδιοργανώσει τη ζωή του παρέμειναν γενικές και αόριστες. Περιορίστηκαν σε ενδείξεις πρόθεσης να ασχοληθεί με ζώα, να αναλάβει ορισμένες κοινωνικές υποχρεώσεις και να μην απογοητεύσει εκ νέου το παιδί του, χωρίς να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα ή επαληθεύσιμα στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη σταθερής και δομημένης προσπάθειας κοινωνικής επανένταξης.

 

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορουμένου, ο πατέρας και η αδελφή του υπέγραψαν ένορκες δηλώσεις ότι δεν επιθυμούν τη συνέχιση των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων εναντίον του (Τεκμήρια Δ και Ε), γεγονός που καταδεικνύει πρόθεση εκ μέρους των οικείων του να στηρίξουν την προσπάθεια επανένταξής του. Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης 17316/2023 Ε.Δ. Λεμεσού εξακολουθεί να ισχύει διάταγμα ημερομηνίας 1.9.2023, με το οποίο απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο να προσεγγίζει τον πατέρα του, την αδελφή του και το ανήλικο τέκνο της σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, ενώ είχαν τεθεί και σχετικοί περιοριστικοί όροι. Αν και ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του διατάγματος, συνεκτιμάται ότι δεν είχε απαλλαγεί από τις κατηγορίες ώστε να θεωρεί ότι αυτό είχε παύσει να ισχύει, καθώς και ότι το ποινικό του ιστορικό περιλαμβάνει επανειλημμένες καταδίκες για απείθεια κατά νόμιμων διαταγών, γεγονός που αποδυναμώνει τη βαρύτητα του ισχυρισμού αυτού, για τους σκοπούς πάντοτε αυτής της διαδικασίας.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας, προκύπτει περαιτέρω ότι η εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εμφανίζεται να εστιάζει κυρίως στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον. Ωστόσο, η φύση των πράξεων που του αποδίδονται, σε συνδυασμό με τις αναφορές σε χρήση ουσιών και με το ιστορικό επαναλαμβανόμενων βίαιων περιστατικών, καταδεικνύουν μια συνεχή ροπή προς βίαιη συμπεριφορά, η οποία, κατά περιπτώσεις, κλιμακώνεται σε πραγματική σωματική βλάβη και συνοδεύεται από αδυναμία συμμόρφωσης με νόμιμες διαταγές. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο υποτροπής ή ακόμη και κλιμάκωσης παρόμοιας συμπεριφοράς, αλλά έχει τον κίνδυνο αυτό ενώπιον του, ως ορατό και ενεργό.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι τα υπό εξέταση αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορουμένου. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία σταθερής κοινωνικής στήριξης ή δομημένης προσπάθειας επανένταξης, ενισχύει την εκτίμηση περί πραγματικού κινδύνου επανάληψης παρόμοιας παραβατικής συμπεριφοράς. Διαφορετική θα μπορούσε να είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου εάν είχαν τεθεί ενώπιόν του συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, ψυχοθεραπείας, διαχείρισης θυμού ή άλλης μορφής δομημένης υποστήριξης για την κοινωνική του επανένταξη.

 

Υπό τις περιστάσεις, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρελθόν η εκκρεμοδικία άλλων ποινικών υποθέσεων δεν φαίνεται να λειτούργησε αποτρεπτικά ως προς τη συμπεριφορά του, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η επιβολή νέων περιοριστικών όρων θα ήταν επαρκής για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Η συνολική εικόνα που αναδύεται από τα ανωτέρω δεδομένα καταδεικνύει την ύπαρξη πραγματικού και ενεργού κινδύνου διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων, ιδίως αδικημάτων που ενέχουν βία κατά προσώπων ή περιουσίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κράτηση του Κατηγορουμένου κρίνεται ως το αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για σκοπούς πρόληψης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Ο χρόνος μέχρι την ακρόαση συνεκτιμάται και δεν καθιστά την κράτηση μέχρι τότε δυσανάλογη.

 

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου, λόγω ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του Κατηγορούμενου.

 

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.

[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.

[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.

[11] Clooth v. Belgium (1991).

[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.

[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.

[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.

[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο