ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 19945 / 2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Α. Θ.
__________________________
Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Η. Κονναρής, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σε μία κατηγορία, ότι την 18 Ιουλίου 2022, στο Κολόσσι, διενήργησε πράξη που δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από τον νόμο, δηλαδή μετέδιδε ηχογραφημένη μουσική σε υψηλό τόνο από την οικία του, στην οδό που αναφέρεται, και συνεπεία αυτού προκάλεσε ενόχληση στο κοινό, κατά την άσκηση κοινών αυτών δικαιωμάτων [κοινή οχληρία, άρθρο 186 ΠΚ].
Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία περιλαμβάνει τη μαρτυρία του Α.Π. (ΜΚ1) και της Λ.Μ. (ΜΚ2), υποβλήθηκε εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της, ώστε ο Κατηγορούμενος να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπισή του. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και έχω υπόψη μου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.
Η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις: όταν (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ή όταν (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου[1]. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει μόνο σε προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης· όχι σε εις βάθος εξέταση με ζητούμενο την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ενεργεί στα περιορισμένα πλαίσια της πρακτικής οδηγίας του 1962 που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Azinas v. The Police (1981) 2 C.L.R. 9. Όπως υποδείχθηκε και στη Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 515, το Δικαστήριο περιορίζεται σε γενική θεώρηση της μαρτυρίας, με σκοπό να διαπιστώσει αν υπάρχουν σε αυτήν θεμελιακές αντιφάσεις ή η μαρτυρία είναι καταφανώς αναξιόπιστη ώστε να μην μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν[2]. Η ύπαρξη απλής ή μεμονωμένης αντίφασης σε σημεία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, από μόνη της, δεν συνεπάγεται αυτόματα εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση όλης της υπόλοιπης μαρτυρίας, στην περίπτωση που αυτή ικανοποιεί το κριτήριο της εκ πρώτης όψεως υπόθεση[3].
Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κοινής οχληρίας, κατά το άρθρο 186 ΠΚ, απαιτείται σωρευτικά να αποδειχθούν (α) πράξη μη εξουσιοδοτημένη από τον νόμο ή παράλειψη εκτέλεσης νομίμου καθήκοντος, και (β) ότι η πράξη/παράλειψη προκάλεσε βλάβη ή κίνδυνο ή παρεμπόδιση ή ενόχληση στο κοινό, κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων.
Ιδίως στην περίπτωση θορύβου, η κοινή οχληρία δεν ταυτίζεται με την ιδιωτική ενόχληση μεταξύ γειτόνων. Η ουσιώδης διαχωριστική γραμμή είναι ότι η κοινή οχληρία πρέπει να επηρεάζει ουσιωδώς ένα μέρος του κοινού ή μία κοινότητα/γειτονιά ως τέτοια, και όχι απλώς μεμονωμένα πρόσωπα σε σχέση με την ιδιωτική τους απόλαυση της οικίας τους. Δεν αρκεί η «έντονη» ή «επαναλαμβανόμενη» ενόχληση ως περιγραφή· απαιτείται να τεκμηριώνεται, με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, ότι η ενόχληση έχει εύρος και χαρακτήρα που την καθιστά «κοινή», δηλαδή διαδεδομένη ως προς το εύρος της και αδιάκριτη ως προς το αποτέλεσμά της, ώστε να αφορά κοινότητα που ασκεί κοινά δικαιώματα[4].
Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ1), όπου περιγράφει ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει επαγγελματικό σύστημα ήχου στην αυλή του, το χρησιμοποιεί συχνά, και ότι την 18.7.2022 η μουσική μεταδιδόταν από τις 19:00 μέχρι τις 01:00 σε τέτοια ένταση ώστε να ακούγεται μέχρι το υπνοδωμάτιό του και να τρίζουν τα τζάμια, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κοιμηθούν. Κατά την αντεξέταση, πρόσθεσε στοιχεία για τη θέση των ηχείων, την απόσταση των οικιών (περί τα 10 μέτρα), και ισχυρίστηκε γενικά ότι «όλοι ενοχλούνται» και ότι διάφορα άτομα (αναφέρθηκαν αορίστως ως «ένας Εγγλέζος», οικογένεια «νοσοκόμων» και κάποιος «Νικόλας») διαμαρτύρονται ή και τηλεφωνούν στην Αστυνομία αλλά δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο.
Η ΜΚ2 κατέθεσε ότι η κατάσταση διαρκεί επί χρόνια, ότι οι ίδιοι ως απέναντι γείτονες δεν μπορούν να καθίσουν στη βεράντα τους, και ότι «όλη η γειτονιά» έχει πρόβλημα και πολλοί έχουν τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.
Ακόμη και λαμβάνοντας τη μαρτυρία αυτή, στο σύνολό της, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο υπέρ αυτής, δηλαδή ως αληθή για σκοπούς του άρθρου 74(β), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν καλύπτεται αντικειμενικά το κρίσιμο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι ότι η ενόχληση προκλήθηκε στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα η μαρτυρία ΜΚ1 και ΜΚ2 είναι πρωτίστως και ουσιαστικά εστιασμένη στην ενόχληση που υπέστησαν οι ίδιοι εντός ή πέριξ της οικίας τους (ύπνος, χρήση βεράντας), λόγω της εγγύτητας των δύο υποστατικών. Η περιγραφή αυτή, όσο σοβαρή και αν είναι ως γεγονός, χαρακτηρίζει κατεξοχήν ιδιωτική ενόχληση μεταξύ γειτόνων, χωρίς να μετατρέπεται αυτομάτως σε κοινή οχληρία. Οι αναφορές περί «όλης της γειτονιάς» ή ότι «όλοι ενοχλούνται» παραμένουν γενικές και αόριστες. Δεν προσκομίζεται συγκεκριμένη μαρτυρία (έστω από έναν επιπλέον ανεξάρτητο κάτοικο), ούτε συγκεκριμένα δεδομένα που να αποτυπώνουν το αναγκαίο εύρος, πόσες κατοικίες, ποια σημεία επηρεάζονταν, ποιοι και σε ποια συχνότητα ή έκταση ενοχλούνταν, ή πώς επηρεαζόταν μία κοινότητα ως σύνολο. Οι δε ονομαστικές αναφορές του ΜΚ1 («Εγγλέζος», οικογένεια «νοσοκόμων», «Νικόλας») είναι μη επαρκώς προσδιορισμένες και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η ενόχληση είχε χαρακτήρα
«κοινό» και όχι μεμονωμένο ή διάσπαρτο. Δεν υφίσταται μαρτυρία που να συνδέει τον θόρυβο με παρεμπόδιση ή ενόχληση κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων (π.χ. χρήση δημόσιου χώρου ή δρόμου, δημόσιας διόδου ή άλλου κοινού δικαιώματος από κοινότητα προσώπων). Η μαρτυρία, όπως προσκομίστηκε, τεκμηριώνει ενόχληση ως προς την ιδιωτική απόλαυση της οικίας των παραπονούμενων, αλλά δεν τεκμηριώνει ότι η πράξη είχε τέτοιας κλίμακας, διαδεδομένο και αδιάκριτο αποτέλεσμα ώστε να αφορά το κοινό.
Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι ζήτημα αξιοπιστίας, στάθμισης ή σύγκρισης μαρτύρων, τα οποία ανήκουν σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά ζήτημα αντικειμενικής ανεπάρκειας της μαρτυρίας ως προς το ουσιώδες στοιχείο του «κοινού». Ελλείψει επαρκώς συγκεκριμένης μαρτυρίας για το απαιτούμενο εύρος ενόχλησης που να συνιστά κοινότητα ή κοινό, δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για κοινή οχληρία κατά το άρθρο 186 ΠΚ.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η εισήγηση του άρθρου 74(β) γίνεται δεκτή, και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία.
(Υπ.) .................................
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] βλ. Azinas v. The Police (1981) 2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133, Knell v. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 51, Κουννίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας (1993) 2 ΑΑΔ 82 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Κλεάνθους (1999) 2 ΑΑΔ 320.
[2] βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 104.
[3] βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 41.
[4] R. v. White and Ward [1757] 1 Burr. 333, Bishop Auckland L.B. v. Bishop Auckland Iron Co. [1882] 10 Q.B.D. 138, Betts v. Penge U.D.C. [1942] 2 K.B. 154, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 216.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο