ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. K. N. M., Υπόθεση αρ. 16448 / 2025, 16/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. K. N. M., Υπόθεση αρ. 16448 / 2025, 16/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 16448 / 2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

v.

 

 

K. N. M.

 

___________________

Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενο: παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορία της διάρρηξης του καταστήματος New Lanka Shop, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπής, αδίκημα που διαπράχθηκε την 9.11.2025 [διάρρηξη κτιρίου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος, άρθρο 295].

 

Έχω υπόψη μου την ποινή που προβλέπει ο νόμος για το αδίκημα αυτό, που είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε έτη[1].

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη και η Υπόθεση αρ. 16449/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά αδίκημα εισόδου σε περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, με αναφορά την αυλή οικίας, αδίκημα που διαπράχθηκε την 28.10.2022, στη Λεμεσό.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[2], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[3]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[4], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[5], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[6]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της ιδιωτικότητας και της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[7]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια πως υπάρχουν συνέπειες.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα, που πληρέστερα καταγράφηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α, σημειώνεται πως η είσοδος επιτεύχθηκε μετά που θρυμματίστηκε το γυαλί της αλουμινένιας πόρτας, με εργαλείο τύπου τσάπας που ήταν ήδη στο σημείο, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, οφειλόμενης σε ανεργία. Πλην όμως, δεν αναφέρθηκε αφαίρεση οποιασδήποτε περιουσίας, τροφίμων άμεσης ανάγκης ή άλλων αναγκαίων αγαθών. Από όσα αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η πράξη δεν τελέστηκε με ιδιαίτερη προπαρασκευή ή επιδεξιότητα, εγκληματική οργάνωση, απεναντίας, τελέστηκε απροκάλυπτα, με επιστροφή δύο φορές στον τόπο, χωρίς οποιαδήποτε ιδιαίτερα μέτρα προστασίας από την ταυτοποίηση. Ήταν βίαιος ο τρόπος της εισόδου στο κατάστημα και προκλήθηκε υλική ζημιά, η οποία προκύπτει πως παρέμεινε και χωρίς αποζημίωση, ενώ φαίνεται να εκτέθηκε σε κίνδυνο το εμπόρευμα του καταστήματος, λόγω της θραύσης της γυάλινης πόρτας. Εντούτοις, δεν ασκήθηκε βία κατά προσώπων και δεν υπήρξε περαιτέρω περιουσιακή απώλεια.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αρ.16449/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, πληρέστερα αναφέρονται στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Β. Ο ιδιοκτήτης της βοηθητικής κατοικίας ξύπνησε από θόρυβο που άκουσε και τότε αντιλήφθηκε ότι κάποιος βρισκόταν έξω από τη μπαλκονόπορτα και κοίταζε μέσα από το παράθυρο, ακουμπώντας πάνω στο γυαλί της πόρτας. Δεν προκλήθηκε τρόμος στον ιδιοκτήτη, ο οποίος αντέκρουσε άμεσα, και έπειτα ανέκοψε τον δράστη, ο οποίος συνελήφθη. Όταν έγινε η επίστηση, η απάντηση ήταν «food sir» και έπειτα «No sir, φαγητό» και μετέπειτα ότι ο σκοπός ήταν η αναζήτηση φαγητού, λόγω παρατεταμένης ανεργίας.

 

Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο Κατηγορούμενος φαίνεται να βρέθηκε σε συνθήκες οικονομικής ένδειας και παρατεταμένης ανεργίας, οι οποίες εξηγούν το κίνητρο της πράξης. Η πείνα και η οικονομική δυσχέρεια δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παραβίαση ξένης περιουσίας ούτε να αίρουν τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης. Εντούτοις, αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση της ηθικής απαξίας της συγκεκριμένης συμπεριφοράς και οδηγούν το Δικαστήριο σε ουσιώδη μείωση της ποινής που διαφορετικά θα επιβαλλόταν για αδίκημα αυτού του είδους.

 

Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί τόσο στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όσο και κατά την αγόρευση μετριασμού, από τα οποία προκύπτει η ηλικία των 41 ετών, η καταγωγή, η απουσία οποιασδήποτε σχολικής εκπαίδευσης, η δημιουργία οικογένειας στη χώρα καταγωγής, η έλευση στην Κύπρο για αναζήτηση εργασίας, η προσπάθεια που έγινε στον τομέα των οικοδομών, και τα κοινωνικά προβλήματα, που δυσκολεύουν τον βιοπορισμό.

 

Δεν έχουν αναφερθεί προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή, τόσο στην Αστυνομία, με την οποία υπήρξε συνεργασία, όσο και στο Δικαστήριο[8], που ήταν άμεση. Εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Έχει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των πράξεων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό τους χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος της διάρρηξης καταστήματος, τον τρόπο δράσης, που ενείχε βία, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα τέτοιου αδικήματος. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή, όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες, αλλά και την Υπόθεση αρ. 16449/2025 Ε.Δ. Λεμεσού. Όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί, δυνητικά, να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνην που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο[9]. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη όσα προαναφέρθηκαν, τη χρονική εγγύτητα των αδικημάτων στις δύο υποθέσεις και τα κοινά χαρακτηριστικά τους ως προς τον τρόπο δράσης, δεν δικαιολογείται επαύξηση, ενώ έχοντας υπόψη όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, το Δικαστήριο εξαντλεί την επιείκειά του.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 4 μηνών.

 

Ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ενόψει των κινδύνων που είχαν επισημανθεί. Ο χρόνος αυτός της κράτησης, από την 24.11.2025, συνυπολογίζεται στην επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, η οποία λογίζεται ότι αρχίζει από την ημερομηνία αυτή. Επισημαίνεται ότι μετά την αποφυλάκιση, η οποία προσεγγίζεται, θα πρέπει να αναζητηθούν οι κατάλληλες νόμιμες και κοινωνικές δομές στήριξης για την κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης, καθότι η τέλεση ποινικών αδικημάτων δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεκτό τρόπο αντιμετώπισης οικονομικών ή προσωπικών δυσχερειών.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: το USB με τα πλάνα από το κλειστό κύκλωμα να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

 

[Λήφθηκε υπόψη η Υπόθεση αρ. 16449/2025 Ε.Δ. Λεμεσού]

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 295 ΠΚ.

[2] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[4] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[6] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[7] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[9] Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο