ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. M. κ.α., Υπόθεση αρ. 797 / 2026, 6/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. M. κ.α., Υπόθεση αρ. 797 / 2026, 6/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 797 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

1.   M. M.

2.   Α. Σ.

3.   A & K FRESHNESS LTD

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Δ. Χριστοδούλου, για τους Κατηγορούμενο 1

Γ. Θωμά, για τους Κατηγορούμενους 2 και 3

Κατηγορούμενοι: παρόντες

ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ότι μεταξύ της 23ης Φεβρουαρίου 2023 και της 19ης Ιανουαρίου 2026, στη Λεμεσό, εργοδότησαν αλλοδαπό, δηλαδή τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια [3η Κατηγορία, παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, άρθρα 2, 14Β(1)(2)(3) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105], και στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο, πως ενώ ήταν υπήκοος από το Μπαγκλαντές, διεξήγαγε επάγγελμα ως υπάλληλος των Κατηγορουμένων 2 και 3 χωρίς την απαιτούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [2η Κατηγορία], και ότι διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχοντας παραμείνει μετά την απόρριψη έφεσής του επί διοικητικής προσφυγής [1η Κατηγορία].

 

Για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης [3η Κατηγορία], που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, η προβλεπόμενη στον νόμο[1] ποινή είναι μέχρι τα 5 έτη φυλάκισης ή και οι €20.000. Το Δικαστήριο μπορεί, πρόσθετα, να εκδώσει ορισμένα διατάγματα. Ο νομοθέτης, με τον τροποποιητικό ν.46(Ι)/2021, είχε αυξήσει την προβλεπόμενη ποινή, που μέχρι τότε ήταν η φυλάκιση μέχρι τα 3 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.5.000,00. Η επαύξηση ήταν της έκτασης που δίδει ξεκάθαρα το μήνυμα, ότι απαιτείται η επιβολή αυστηρότερων ποινών για την αποτροπή του φαινομένου της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών.  Για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης [2η Κατηγορία],  και το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας [1η Κατηγορία], που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τους 12 μήνες ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60[2].

 

Έχω υπόψη μου τις αρχές επιμέτρησης των ποινών. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών και πληρέστερα αναφέρονται στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι η επιχείρηση της Κατηγορούμενης 3 είναι μικρής κλίμακας και ότι η απασχόληση του Κατηγορούμενου 1, η οποία αρχικά ήταν νόμιμη, δεν εντασσόταν σε οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο εκμετάλλευσης παράνομης εργασίας. Ο Κατηγορούμενος 1 κατέστη παράνομος στο μεσοδιάστημα, με τρόπο που ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να γνωρίζει, δηλαδή τη διαφοροποίηση, ο Κατηγορούμενος 1 αμείβονταν κανονικά, και απροκάλυπτα από τις υπόλοιπες κρατικές υπηρεσίες, και δεν διαπιστώθηκε πρόθεση αποκόμισης αθέμιτου οικονομικού οφέλους. Ωστόσο, η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών, ανεξαρτήτως πρόθεσης, προσβάλλει τη νομιμότητα της αγοράς εργασίας και δημιουργεί αντικειμενικές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες. Η ευθύνη είναι του εργοδότη, να ελέγχει το καθεστώς παραμονής και απασχόλησης των αλλοδαπών εργαζομένων του, από μόνος του. Είναι αυξημένη, και δεν αναιρείται από εσφαλμένη αντίληψη ως προς τις δυνατότητες ενημέρωσής του από συνδεδεμένες κρατικές υπηρεσίες ή από αμέλεια. Είναι βεβαίως κατανοητό το όλο πλαίσιο, για σκοπούς στάθμισης της σοβαρότητας. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, η παρατεταμένη παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία και η συνακόλουθη συνέχιση της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας χωρίς άδεια συνιστούν σοβαρή παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας, ενώ έθεσε σε ποινικό κίνδυνο και τους Κατηγορούμενους 2 και 3.

 

Πρόσθετα, λαμβάνονται υπόψη, για όλους τους Κατηγορούμενους, η απολογία και η συνεργασία με τις Αρχές, στον βαθμό που υπήρχε, και υπό τις περιστάσεις που υπήρξε.

 

Το λευκό ποινικό μητρώο του καθενός, στον βαθμό που μπορεί να ληφθεί υπόψη, για τέτοιας φύσης αδικήματα.

 

Οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν για τον καθένα ξεχωριστά, στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και στις αγορεύσεις.

 

Η άμεση παραδοχή στο Δικαστήριο από τον καθένα.

 

Ως προς τους Κατηγορούμενους 2 και 3, υπό τα δεδομένα της αρχικά νόμιμης εργοδότησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό το σύνολο των περιστάσεων, οι σκοποί της ποινής μπορούν να εξυπηρετηθούν επαρκώς με χρηματική ποινή και επιβολή εγγύησης, χωρίς την ανάγκη επιβολής ποινής φυλάκισης. Η χρηματική ποινή, ωστόσο, θα πρέπει να είναι αισθητή, χωρίς να προκαλεί οικονομική εξόντωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της επιχείρησης, αλλά και τις οικονομικές δυνάμεις του Κατηγορούμενου 2. Για τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος έχει στο μεταξύ υποστεί και περιορισμένη κράτηση ως υπόδικος, λόγω της φαινόμενης διαφοροποίησης του καθεστώτος της παράνομης στην Κύπρο εκκρεμούσης της διαδικασίας (Τεκμήριο Β), δεν είναι αναπόφευκτη η ποινή φυλάκισης. Προκρίνεται ο ίδιος συνδυασμός ως προς τις ποινές.

 

Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:

 

Για τον Κατηγορούμενo 2:

 

3η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €1.000 πλέον η υπογραφή εγγύησης ύψους €5.000 για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.

 

Για την Κατηγορούμενη εταιρεία 3:

 

3η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €1.000 πλέον η υπογραφή εγγύησης ύψους €5.000 για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.

 

Για τον Κατηγορούμενο 1:

 

1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €200 πλέον η υπογραφή εγγύησης ύψους €500 για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.

 

2η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της απόρροιάς της από την 1η κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

[εξηγείται η σημασία της εγγύησης]

 

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 14Β Κεφ.105.

[2] άρθρο 19 Κεφ.105.

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο