ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2767 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
G. K.
___________________
Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα σχετικά με παρενόχληση και βία στην οικογένεια, που φέρονται να διαπράχθηκαν το χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου του 2026 και Μαρτίου του 2026, με καταγγέλλουσα την εν διαστάσει σύζυγό του. Η υπόθεση παρέμεινε για απάντηση την 24.3.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.
Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α) καθώς και μία εκκρεμή ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο Β). Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Η ποινική μεταχείριση, σε περίπτωση καταδίκης, περιλαμβάνει, σε κατάλληλες περιπτώσεις, και ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Η καταγγέλλουσα, την 12.3.2026, ανέφερε, σε γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία, πως είναι σε διάσταση με τον Κατηγορούμενο από τον Δεκέμβριο του 2025. Τον κατήγγειλε δύο φορές για βία στην οικογένεια, και προέβη σε καταγγελία εναντίον του και τρίτη φορά. Ενώ είχε εξασφαλιστεί διάταγμα για να μην την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων και να μην επικοινωνεί μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο, πριν από δύο εβδομάδες, είχε αρχίσει να της στέλνει μηνύματα στο κινητό στα οποία την εξύβριζε με τη λέξη «πουτάνα» και ότι θα απαρνηθεί την κόρη τους για να μην καταβάλλει διατροφή. Ενώ η καταγγέλλουσα του ανέφερε πως δεν δικαιούται να επικοινωνεί μαζί της, εκείνος συνέχισε. Την 2.3.2026, η καταγγέλλουσα είπε στην κόρη της να πάρει τηλέφωνο τον πατέρα της, καθώς πρέπει να τον βλέπει. Όπως, έγινε, τον πήρε τηλέφωνο, κανόνισαν να συναντηθούν και εκκίνησε μόνη της, πεζή, να πάει στη συνάντηση, εφόσον το σπίτι του πατέρα της είναι σχετικά κοντά. Μετά από μισή ώρα, τηλεφώνησε η κόρη της, κλαμένη, και είπε πως τσακώθηκαν με τον πατέρα της, την αποκάλεσε και εκείνη «πουτάνα» και ότι θα γίνει «πουτάνα», σαν τη μάνα της. Την έδιωξε από το σπίτι του και της είπε να επιστρέψει μόνη της πίσω. Όλο το χρονικό διάστημα ο Κατηγορούμενος στέλνει μηνύματα και υβρίζει συνεχώς, λέγοντας στην καταγγέλλουσα να πάει να μείνει με τον φίλο της, νομίζοντας ότι έχει βρει άλλον άνδρα. Την 12.3.2026, ώρα 19:19, ο Κατηγορούμενος απέστειλε ένα γραπτό μήνυμα, λέγοντάς της πως η μητέρα του είναι πολύ άρρωστη και πως εάν συμβεί κάτι και δεν μπορεί να πάει εξαιτίας της, βάζει όρκο, ότι θα μείνει εδώ μέχρι να κάνει κακό. Η ίδια δεν άντεξε και του απάντησε πως όταν χωρίσει οριστικά από αυτόν, θα παντρευτεί τον φίλο της. Θέλει να σταματήσει ο Κατηγορούμενος να την ενοχλεί. Την 9.1.2026 φαίνεται να εκδόθηκε, στο πλαίσιο της υπόθεσης αρ. 243/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, να επικοινωνεί με την καταγγέλλουσα, με οποιονδήποτε τρόπο. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε, στην Απάντηση 6, πως γνωρίζει την ύπαρξη του διατάγματος. Στην Απάντηση 9 ανέφερε «ναι της είχα στείλει μήνυμα διότι της είπα ότι η μητέρα μου είναι άρρωστη και επειδή με κατήγγειλε μου πήραν την ταυτότητα και δεν μπορώ να ταξιδέψω για να πάω να την δω. Δεν νομίζω να μου αξίζει αυτό». Ερωτώμενος, για ποιο λόγο επικοινωνεί μαζί της, εφόσον υπάρχει διάταγμα, απάντησε ότι πρώτα εκείνη είχε επικοινωνήσει μαζί του. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε εξύβριση, λέγοντας πως έχει να δει την κόρη του από τον Ιανουάριο του 2026. Ο ίδιος θεωρεί ότι είναι θύμα βίας, εφόσον δέχεται συνέχεια καταγγελίες από την εν διαστάσει σύζυγό του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται συνεχώς στο Δικαστήριο. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία, σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στην αξιοπιστία των προσώπων και στη δυνατότητα προσκόμισης μηνυμάτων, πλην του τελευταίου μηνύματος που η καταγγέλλουσα προσκόμισε στον ανακριτή και το οποίο φέρεται να παραδέχεται και ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τεκμαίρεται ως αθώος, μπορεί να προσδοκεί και στην αθώωσή του.
Ο Κατηγορούμενος είναι 59 ετών και αλλοδαπής καταγωγής. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αφίχθηκε στην Κύπρο το 2019, διέμεινε με τη σύζυγο και το τέκνο του μέχρι το 2021 και στη συνέχεια μετέβη στη Γερμανία. Δεν προκύπτει ότι διαθέτει σταθερή και μόνιμη διεύθυνση διαμονής, ούτε σταθερή επαγγελματική απασχόληση ή περιουσιακά στοιχεία στην Κυπριακή Δημοκρατία, στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως παράγοντες ουσιαστικής σύνδεσης με τη χώρα. Περαιτέρω, από το ιστορικό μετακινήσεών του και τους δεσμούς του με το εξωτερικό, προκύπτει ότι διατηρεί επαφές και δυνατότητα μετακίνησης εκτός Κύπρου. Συναφώς, από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι, σε μήνυμα που φέρεται να απέστειλε προς την παραπονούμενη, επικαλέστηκε την ασθένεια της μητέρας του και εξέφρασε επιθυμία μετάβασης στο εξωτερικό για να τη δει, αποδίδοντας μάλιστα στην καταγγελία της παραπονούμενης την αδυναμία του να ταξιδέψει. Το στοιχείο αυτό δεν καταδεικνύει, αφ’ εαυτού, πρόθεση αποφυγής της δικαιοσύνης, ενισχύει όμως την εικόνα υπαρκτής δυνατότητας και διάθεσης μετακίνησης εκτός της δικαιοδοσίας. Σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων και την ορατή, στο παρόν στάδιο, πιθανότητα καταδίκης, τα δεδομένα αυτά δύνανται να ενισχύσουν το κίνητρο αποφυγής της δίκης και, συνακόλουθα, θεμελιώνουν την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας. Ωστόσο, η αξιολόγηση του κινδύνου αυτού δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της ύπαρξής του, αλλά επεκτείνεται στην ένταση και την πρακτική δυνατότητα αντιμετώπισής του με ηπιότερα μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει συγκεκριμένο ή άμεσο σχέδιο διαφυγής, ούτε ενέργειες που να καταδεικνύουν επικείμενη εγκατάλειψη της δικαιοδοσίας με σκοπό να αποφευχθεί η δίκη και η απονομή της δικαιοσύνης, πέραν της ανωτέρω αναφοράς επιθυμίας ταξιδιού για προσωπικούς λόγους. Επιπλέον, έχουν ήδη επιβληθεί περιοριστικοί όροι στο πλαίσιο της υπόθεσης 243/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι οι όροι αυτοί δεν τηρούνται ή ότι είναι ανεπαρκείς ως προς τη διασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορουμένου. Η ύπαρξη τέτοιων όρων, εφόσον τηρούνται, λειτουργεί ως ουσιαστικός μηχανισμός περιορισμού της δυνατότητας διαφυγής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κίνδυνος φυγοδικίας, αν και υπαρκτός, δεν εμφανίζεται ως τέτοιας έντασης ή αμεσότητας που να καθιστά την προσωρινή κράτηση το μόνο πρόσφορο μέτρο. Αντιθέτως, κρίνεται ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με την επιβολή ή ενίσχυση κατάλληλων περιοριστικών όρων. Κατά συνέπεια, η επιβολή προσωρινής κράτησης, ως το έσχατο και πλέον επαχθές μέτρο, θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της διασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο και της απρόσκοπτης διεξαγωγής της διαδικασίας.
Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις.
Στην Ε.Α.Β.Ο. v. Αστυνομίας, ΠΕ. 133/24, 11.07.2024 όπου ο εφεσιβάλλων αντιμετώπιζε αδικήματα κατά συζύγου, απειλή, παρενόχληση θύματος βίας, ψυχολογική βία, ψυχικής βλάβη, παραβίαση διατάγματος αποκλεισμού ενώ εναντίον του εκκρεμούσαν και άλλες δύο ποινικές υποθέσεις για ίδιας ή παρόμοιας φύσης αδικήματα κατά της πρώην συζύγου του, η κράτηση επικυρώθηκε λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του ότι υπήρχε παλαιότερο διάταγμα αποκλεισμού το οποίο δεν φαινόταν να είχε λειτουργήσει αποτρεπτικά. Αντίθετα, στη Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.03.2024, που αφορούσε αδικήματα βίας στην οικογένεια, καθώς και φερόμενης παράβασης όρων υφιστάμενου διατάγματος αποκλεισμού, εκδοθέντος σε παλαιότερη υπόθεση που εκκρεμούσε για παρόμοια αδικήματα, οικογενειακής βίας, ψυχολογικής βίας, απειλής και κακόβουλης ζημιάς, δεν δικαιολογείτο η κράτηση γιατί εκεί είχε προηγηθεί τήρηση του διατάγματος για 14 μήνες, ομαλή συνεργασία των δύο και το σύνολο της μαρτυρίας (που αφορούσε μια συνάντηση) δεν προκαλούσε την απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση περί μελλοντικής διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όπως προκύπτει από τη Γεωργίου v. Αστυνομίας, ΠΕ 131/21, 01.09.2021, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της καταγγελίας και ότι η συμπεριφορά στην οποία γίνεται αναφορά στη μαρτυρία αφορά σε χρόνους πριν από την καταγγελία. Η συμπεριφορά του κατ' εξακολούθηση παραβάτη, που ενδεχομένως αισθάνεται ότι μπορεί να ενεργεί εκτός των πλαισίων του νόμου, ενδέχεται να διαφοροποιείται μετά την καταγγελία, δεδομένου ότι το θύμα του έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχής, ανοχής ή και ενδοιασμούς στο να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου θύτης και θύμα είναι του ιδίου περιβάλλοντος ή συγγενικά πρόσωπα. Ο θύτης, αν είχε αδικοπραγήσει όπως του καταλογίζεται, νομίζοντας ότι η συμπεριφορά του θα γινόταν ανεχτή ή ότι δεν θα υπήρχε η βούληση για να καταγγελθεί, έχει τώρα υπόψη του νέα δεδομένα και το Δικαστήριο, πέραν των όρων που μπορούν να επιβληθούν μπορεί και θα έπραττε ορθά να επιστήσει τη προσοχή του στο ότι σε περίπτωση αδικοπραγίας ή και παράβασης των όρων που τίθενται, θα μπορούσε να συλληφθεί και η υπόθεση του θα μπορούσε να τεθεί αμέσως ενώπιον του για να διαταχτεί ενδεχομένως η κράτηση του. Το νόημα, που επαναλήφθηκε στην Φ.Φ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ171/2024, 02.08.2024, είναι ότι σε τέτοια περίπτωση, που η φερόμενη παρανομία είναι συγκεκριμένη, τότε, για σκοπούς προφύλαξης, δύναται να εξυπηρετήσει η επιβολή εναλλακτικών μέτρων (αντί κράτησης) προς αποτροπή του κινδύνου επανάληψης αδικημάτων.
Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, καταρχάς σημειώνεται εκ νέου πως, αν και είναι αυτοτελής αυτός ο λόγος κράτησης, πως συνεκτιμάται το γεγονός ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές, ότι η ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει και ποινή στερητική της ελευθερίας, και ότι, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε, στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί και ορατή πιθανότητα καταδίκης.
Δεν προκύπτουν προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου. Προκύπτει, όμως, η ύπαρξη της εκκρεμούς υπόθεσης υπ’ αρ. 243/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο Β και αφορά αδικήματα όμοιας ή συναφούς φύσης, φερόμενα ως τελεσθέντα κατά τον Απρίλιο του 2025 και τον Δεκέμβριο του 2025, τα οποία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, λεκτικές απειλές, περιλαμβανομένων απειλών κατά της ζωής. Η συνεκτίμηση της εκκρεμούς αυτής υπόθεσης με τα περιστατικά της παρούσας διαδικασίας δεν γίνεται προς διαμόρφωση κρίσης περί ενοχής, αλλά αποκλειστικά για σκοπούς αξιολόγησης του παρόντος και συγκεκριμένου κινδύνου επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς. Από τη συνδυασμένη θεώρηση των πιο πάνω δεδομένων αναδύεται, σε αυτό το στάδιο, επαναλαμβανόμενο και ομοειδές μοτίβο συμπεριφοράς, στραμμένο κατά της ίδιας παραπονούμενης, το οποίο εκτείνεται σε διαφορετικούς χρόνους και δεν εμφανίζεται ως μεμονωμένο ή τυχαίο. Το στοιχείο αυτό αποκτά βαρύτητα ενόψει του ότι, στην εκκρεμή υπόθεση 243/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, είχαν ήδη επιβληθεί περιοριστικοί όροι, περιλαμβανομένου απαγορευτικού διατάγματος που απαγόρευε στον Κατηγορούμενο να προσεγγίζει την παραπονούμενη και να επικοινωνεί μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο. Παρά την ύπαρξη των όρων αυτών, δεν προκύπτει ότι λειτούργησαν αποτρεπτικά. Αντιθέτως, από την ανακριτική του κατάθεση, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος φέρεται να αποδέχθηκε ότι, εν γνώσει του διατάγματος, επικοινώνησε με την παραπονούμενη κατά παράβαση των επιβληθέντων περιορισμών. Σημασία δίδεται όχι μόνο στο γεγονός της φερόμενης ως παραβίασης, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτή φέρεται να προσεγγίζεται από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Η φερόμενη ως παραδοχή της επικοινωνίας, παρά την ισχύ του διατάγματος, χωρίς να διαφαίνεται αντίληψη της δεσμευτικότητας και της σοβαρότητας της δικαστικής απαγόρευσης, ενισχύει ουσιωδώς την εκτίμηση ότι οι ήδη επιβληθέντες όροι δεν επαρκούν, υπό τις παρούσες περιστάσεις, για την αποτελεσματική ανάσχεση περαιτέρω παραβατικής συμπεριφοράς. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων δεν μπορεί να λεχθεί πως είναι θεωρητικός ή αφηρημένος. Είναι πραγματικός, παρών και εξατομικευμένος. Δεν στηρίζεται μόνο στην ύπαρξη εκκρεμούς υπόθεσης. Είναι και η ομοιότητα της φερόμενης συμπεριφοράς, η επανάληψή της σε διαφορετικούς χρόνους, η κοινή στοχοποίηση της ίδιας παραπονούμενης και, κυρίως, η φερόμενη συνέχισή της παρά την προηγούμενη δικαστική παρέμβαση και την επιβολή περιοριστικών όρων. Με αυτά τα δεδομένα, δεν διαφαίνεται, στην παρούσα φάση, ότι η επιβολή νέων ή η διατήρηση όμοιων περιοριστικών όρων θα μπορούσε, με επαρκή ασφάλεια, να αποτρέψει την επανάληψη παρόμοιων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Η προηγούμενη δοκιμή ηπιότερων μέτρων δεν φαίνεται να απέδωσε. Ως εκ τούτου, και ελλείψει άλλου διαθέσιμου μέτρου με συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα ως προς την πρόληψη του συγκεκριμένου κινδύνου, η κράτηση κρίνεται αναγκαία και αναλογική ως έσχατο μέτρο, αποκλειστικά για σκοπούς πρόληψης της διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία θα μπορούσε εύλογα να παρασχεθεί περαιτέρω χρόνος δοκιμής της συμμόρφωσης του Κατηγορουμένου υπό καθεστώς όρων, αφού από τα παρόντα δεδομένα προκύπτει ήδη αποτυχία των ηπιότερων παρεμβάσεων να αναχαιτίσουν την επίδικη συμπεριφορά.
Ο χρόνος μέχρι την 24.3.2026 συνεκτιμάται και δεν καθιστά την κράτηση μέχρι τότε δυσανάλογη.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου, στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του Κατηγορούμενου.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο