Δημοκρατία ν. Μ.Κ. κ.α., Αρ. Υποθεσης 18933/2024, 3/3/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Μ.Κ. κ.α., Αρ. Υποθεσης 18933/2024, 3/3/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση – Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ.

         Αρ. Υποθεσης 18933/2024

Μεταξύ:-

Δημοκρατία

-και-

1.    Λ.Σ.

2.    Μ.Κ.

3.    Λ.Κ.

4.    Ρ.Χ.

5.    Ρ.Α.

Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2026

 

Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Τιμοθέου

Για Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Λοχίας με κ. Λ. Νεοφύτου

Για Κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου με κ. Σ. Δημητρίου

Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες

 

                                                                ΠΟΙΝΗ

                                    (σε σχέση με Κατηγορούμενους 2 και 3)

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

Ο Κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος σε δυο κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της παράνομης κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα (κατηγορίες υπ. αρ. 1 και 2 αντίστοιχα), κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαϊνης βάρους 84,55 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ. αρ. 4 και 3 αντίστοιχα), και κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 8 κιλών και 295,62 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ. αρ. 6 και 5 αντίστοιχα). 

 

Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε και κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαίνης (κατηγορία υπ. αρ. 7), την οποία παραδέχθηκε στην εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 1 κιλού και 980 γραμμαρίων, ήτοι για μέρος της ποσότητας που αφορούν οι κατηγορίες υπ. αρ. 5 και 6.  

 

Να σημειωθεί πως η ακροαματική διαδικασία προχώρησε μόνο σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3, αφού στις 12.5.2025 είχε επιβληθεί ποινή (υπό άλλη σύνθεση) στους Κατηγορούμενους 1, 4 και 5 κατόπιν παραδοχής τους.   Πρόσθετα σημειώνεται πως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπιζαν από κοινού και κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία υπ. αρ. 8) στην οποία αθωώθηκαν, ενώ ο μεν Κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε στην κατηγορία υπ. αρ. 9 για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών, ο δε Κατηγορούμενος 3 αθωώθηκε αφενός στις κατηγορίες υπ. αρ. 1-4 που αφορούσαν συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξως Α’, καθώς επίσης στην κατηγορία υπ. αρ. 10 για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’.   

 

            Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη ενόψει της κατάθεσης μεγάλου αριθμού παραδεκτών γεγονότων.  Από την πλευρά της Κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δυο μάρτυρες, ήτοι ως Μ.Κ. 1 ο εξεταστής της υπόθεσης και ως Μ.Κ. 2 η μοριακός βιολόγος/γενετιστής που εργάζεται στο εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου.  Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 αφορούσε και τους δυο κατηγορούμενους, ενώ της Μ.Κ. 2 μόνο τον Κατηγορούμενο 3.  Αφού κλήθηκαν σε απολογία, ο μεν Κατηγορούμενος 2 έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε μια μάρτυρα υπεράσπισης, ο δε Κατηγορούμενος 3 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.

 

Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση αναλύονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 3.2.2026 (στο εξής η «Απόφαση»).  Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

 

Στις 3.8.2024 ο πρώην Κατηγορούμενος 1 ανακόπηκε ενώ εξερχόταν από την πολυκατοικία όπου βρίσκεται το διαμέρισμα όπου διέμενε ο Κατηγορούμενος 2 (στο εξής το «Διαμέρισμα») και ακολούθησε η είσοδος της Αστυνομίας και έρευνα στο Διαμέρισμα. Κατά τον επίδικο χρόνο, σύμφωνα με το ισχύον ενοικιαστήριο έγγραφο, μοναδικός ενοικιαστής του Διαμερίσματος ήταν ο Κατηγορούμενος 2 έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους 800 ευρώ, το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 πλήρωνε.  Πέραν του χώρου καθιστικού και κουζίνας, στο Διαμέρισμα υπήρχαν δυο δωμάτια, ένα το οποίο χρησιμοποιείτο ως υπνοδωμάτιο από τον Κατηγορούμενο 2 και άλλο που από τον Αύγουστο του 2023  χρησιμοποιείτο από πρόσωπο επ’ ονόματι Γ.Χ. (στο εξής το «Δωμάτιο») και ο οποίος κατέβαλλε στον Κατηγορούμενο 2 το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος 2 γνώρισε τον πρώην Κατηγορούμενο 1 από τον Γ.Χ. κατά τις επισκέψεις του στο Διαμέρισμα κατά τη διάρκεια των οποίων ο Γ.Χ. και ο πρώην Κατηγορούμενος 1 παρέμεναν στο Δωμάτιο για μια ώρα περίπου καπνίζοντας κάνναβη. Περί τον Μάιο 2024, κατόπιν ενημέρωσης του Γ.Χ., ο Κατηγορούμενος 2 άνοιξε την πόρτα του Διαμερίσματος στον πρώην Κατηγορούμενο 1, ο οποίος φορώντας τσαντάκι μέσης, μπήκε απευθείας στο Δωμάτιο και παρέμεινε εκεί για 5-10 λεπτά. Ακολούθως, οι επισκέψεις του πρώην Κατηγορούμενου 1 κατ’ αυτό τον τρόπο και αφού άνοιγε την πόρτα του Διαμερίσματος ο Κατηγορούμενος 2, συνεχίστηκαν δύο με τρεις φορές τη βδομάδα. Από τον Ιούνιο 2024 ο Γ.Χ. συγκατοίκησε με τη φίλη του, ενώ συνέχισε να πληρώνει στον Κατηγορούμενο 2 το ποσό των 400 ευρώ και διατήρησε το κλειδί του Διαμερίσματος. Έκτοτε το Διαμέρισμα χρησιμοποιείτο ως χώρος διαμονής μόνο από τον Κατηγορούμενο 2, ενώ το Δωμάτιο ως αποθήκη φύλαξης ναρκωτικών, γεγονός το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 εγνώριζε.  Μετά τον Ιούνιο 2024, ο Κατηγορούμενος 2 είδε τον Γ.Χ. σε δύο με τρεις περιπτώσεις να μεταβαίνει στο Διαμέρισμα, να μπαίνει στο Δωμάτιο και να παραμένει εκεί 5 – 10 λεπτά έχοντας μαζί του τσαντάκι μέσης. Η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος 2 είδε τον Γ.Χ. ήταν περί τις αρχές με μέσα Ιουλίου 2024. Από τον Ιούλιο 2024 οι επισκέψεις του πρώην Κατηγορούμενου 1 στο Διαμέρισμα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω αυξήθηκαν και αρκετές φορές λάμβαναν χώρα δύο φορές την ημέρα, αλλά και πάλι δύο με τρεις φορές τη βδομάδα. Της μετάβασης του πρώην Κατηγορούμενου 1 στο Διαμέρισμα προηγείτο μήνυμα ή κλήση του Γ.Χ. προς τον  Κατηγορούμενο 2 ενώ σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να ανοίξει στον πρώην Κατηγορούμενο 1, η είσοδος του επιτυγχανόταν με τη βοήθεια του Γ.Χ., ο δε πρώην Κατηγορούμενος 1 δεν είχε κλειδί του Διαμερίσματος. Ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι οι επισκέψεις του πρώην Κατηγορούμενου 1 είχαν να κάνουν με τη διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών που φυλάγονταν στο Δωμάτιο. Σε δύο περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος 2 προμηθεύτηκε κοκαΐνη από τον Γ.Χ. για προσωπική του χρήση καταβάλλοντας του το σχετικό ποσό. Στο Δωμάτιο εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, διάφορες συσκευασίες που περιείχα κάνναβη, ρολό νάιλον σακουλιών, κολλητικές ταινίες, ζυγαριά ακριβείας και τσαντάκι μέσης με ποσότητα κοκαϊνης, ενώ στο σακίδιο που είχε ο πρώην Κατηγορούμενος 1 κατά την ανακοπή του, μεταξύ άλλων, συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη, ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, γάντια μίας χρήσης και πράσινο σακούλι σκουπιδιών.   Τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν τόσο στο Δωμάτιο όσο και κατά την ανακοπή του Λ.Σ. ενώ εξέρχετο από την πολυκατοικία συνίστανται σε κοκαΐνη βάρους 84,55 γραμμαρίων και κάνναβη συνολικού βάρους 8 κιλών και 295,62 γραμμαρίων.

 

Από επιστημονικές εξετάσεις και με βάση τα όσα ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση προέκυψε ότι αυτός κράτησε για κάποιο χρονικό διάστημα το πράσινο σακούλι σκουπιδιών με κόμπο, το οποίο εντοπίστηκε στην τσάντα ώμου που κρατούσε ο πρώην Κατηγορούμενος 1 κατά την ανακοπή του, το οποίο κατά τον χρόνο της επαφής του με τον Κατηγορούμενο 3, περιείχε 2 συσκευασίες κάνναβης συνολικού βάρους 1 κιλού και 980 γραμμαρίων, οι οποίες εντοπίστηκαν στο Δωμάτιο.

           

            Τα γεγονότα της κατηγορίας υπ. αρ. 7, την οποία ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε, συνίστανται στο ότι αυτός μεταξύ των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2024 στη Λεμεσό χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α’, ήτοι κοκαϊνη.

 

Ως αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες.

           

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος 2 τελεί υπό κράτηση από 3.8.2024, ενώ ο Κατηγορούμενος 3 από 30.10.2024.

 

Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 16.2.2026 και 11.2.2026 αντίστοιχα.  Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617). 

 

 

Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην έκθεση που ετοιμάστηκε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, αυτός είναι ηλικίας 33 ετών και κατάγεται από τη Λεμεσό.  Έχει ένα αδελφό ηλικίας 30 ετών, ενώ οι γονείς του χώρισαν πριν αρκετά χρόνια.  Δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με τον πατέρα του, ούτε γνωρίζει πληροφορίες για αυτόν.  Η μητέρα του, 53 ετών, εργάζεται ως δικηγόρος.  Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας απέκτησε πτυχίο στον κλάδο Διαιτολογίας από το Rea College (4ετής φοίτηση).  Εργάστηκε για περίπου 3 χρόνια σε κατάστημα λιανικής πώλησης, 6 χρόνια στην εταιρεία Epic, 3 εκ των οποίων κατείχε υπεύθυνη θέση. Τον  Μάιο 2024 σταμάτησε από την εταιρεία Epic και ξεκίνησε να εργάζεται σε εταιρεία Forex, με μισθό €1500 μηνιαίως.  Όπως ανέφερε, είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται στο χώρο των φυλακών.  Δεν αναφέρθηκαν προβλήματα υγείας, χρήση ουσιών ή αλκοόλ.  Πριν την σύλληψη του διέμενε μόνος του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα.

 

Στην έκθεση που ετοιμάστηκε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 σημειώνεται πως πρόκειται για άτομο ηλικίας 26 ετών, άγαμο και άτεκνο.  Είναι το μοναδικό παιδί που απέκτησαν από το γάμο οι γονείς του, οι οποίοι χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν πολύ μικρός.  Τη φύλαξη και φροντίδα του ανέλαβε η μητέρα του, όμως διατηρούσε επικοινωνία με τον πατέρα του και διανυκτέρευε στην οικία του τα σαββατοκυρίακα.   Ο πατέρας του, ηλικίας 55 ετών, διατηρεί το δικό του δικηγορικό γραφείο καθώς επίσης ιδιωτικό γραφείο εργασίας.  Από το δεύτερο του γάμο απέκτησε μια κόρη ηλικίας 17,5 ετών.  Η μητέρα του, ηλικίας 54 ετών, ήταν τραπεζικός υπάλληλος και στην παρούσα φάση εργάζεται σε εταιρεία που δραστηριοποιείται στο χρηματοοικονομικό τομέα.  Με τον δεύτερο της σύζυγο απέκτησαν 2 παιδιά, ηλικίας 20 ετών, τα οποία σπουδάζουν.  Οι σχέσεις του Κατηγορούμενου 3 με τους γονείς του και τους μετέπειτα συζύγους τους, καθώς και με όλα τα αδέρφια του, χαρακτηρίζονται από τον ίδιο ως καλές.  Τον επισκέπτονται, αναφέρει, στο Τμήμα Φυλακών και τον στηρίζουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.  Μετά την αποφοίτηση του (με γενική βαθμολογία 18.5/20) ο Κατηγορούμενος 3 εξέτισε 14μηνη στρατιωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά.  Το 2018, ενώ ήταν ακόμα στρατιώτης, τραυματίστηκε στον σπόνδυλο, γεγονός το οποίο τον επηρεάζει μέχρι σήμερα, αφού συχνά παρουσιάζει μουδιάσματα στα πόδια.

 

Σε νεαρή ηλικία, αναφέρει, εργάστηκε ως σερβιτόρος και ως βοηθός σε πισίνα ξενοδοχείου.  Από το 2018 ανέλαβε εργασία στην εταιρεία του πατέρα του ως υπεύθυνος για τις εξωτερικές εργασίες / κλητήρας.  Το 2024 ολοκλήρωσε διετές πρόγραμμα σπουδών λογιστικής και χρηματοοικονομικών στο CIM.  Πέραν των πιο πάνω θεμάτων υγείας, ο Κατηγορούμενος 3 έκανε αναφορά σε ιστορικό χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών από μικρή ηλικία.  Συγκεκριμένα, αναφέρει πως είναι καπνιστής από 7 ετών, ενώ από την ηλικία των 11 ετών άρχισε τη χρήση κάνναβης σε εβδομαδιαία βάση.  Όταν ήταν σε ηλικία 17-20 ετών έκανε τακτική χρήση κοκαίνης, την οποία μετέπειτα αραίωσε.  Ουδέποτε εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης, ούτε διατηρεί συστηματική συνεργασία με επαγγελματίες ψυχικής υγείας, καθώς δηλώνει καθαρός από οποιεσδήποτε απαγορευμένες ουσίες από τον Νοέμβριο του 2024. 

 

Στο πλαίσιο της αγόρευσης του ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 αν και αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος, σημείωσε πως η επιβολή εξοντωτικών ποινών δεν αποτελεί τη λύση του προβλήματος της μάστιγας των ναρκωτικών και πως μέσω αυτών δεν επιτυγχάνεται η αναμόρφωση των παραβατών.  Αναφέρθηκε δε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου προσεγγίζουν το θέμα των ποινών για αδικήματα αυτής της φύσεως και κάλεσε το Δικαστήριο όπως κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 συνυπολογίσει τα όσα παρατίθενται στα σχετικά Sentencing Guidelines, απόσπασμα των οποίων παρουσίασε.

 

Αναφερόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ως προκύπτουν από την Απόφαση, ο κ. Λοχίας υπέδειξε πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ο ιθύνων νούς και δεν είχε πλήρη αντίληψη του εύρους της εγκληματικής δραστηριότητας του Γ.Χ. και των λοιπών εμπλεκομένων.  Ουδεμία σχέση ή εμπλοκή είχε στην διακίνηση των ναρκωτικών.  Ως πρόσθεσε, δεν αναζήτησε ενεργά την εμπλοκή του, ούτε ήταν εύκολο να εναντιωθεί στον Γ.Χ., τον οποίο, ως τόνισε, ενέπλεξε, κατονομάζοντας τον στην Αστυνομία. 

 

Περαιτέρω, ο κ. Λοχίας ανέφερε πως αν και ο Κατηγορούμενος 2 δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, εντούτοις από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία ήταν ιδιαίτερα σύντομη, διαφάνηκε πως αυτός είχε αντιληφθεί το ανήθικο της εμπλοκής του και πως ένιωθε μετανιωμένος για αυτήν.  Κάλεσε, λοιπόν, το Δικαστήριο να μην προσμετρήσει εναντίον του την άρνηση των κατηγοριών από μέρους του, καθώς, επίσης, να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 2, τον πρότερο βίο του  και τις προσωπικές του περιστάσεις ως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών.

 

Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.5.2025 και την επιβολή ποινής στον πρώην Κατηγορούμενο 1 και εισηγήθηκε πως με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών και την εμφανώς μεγαλύτερη εμπλοκή του πρώην Κατηγορούμενου 1 στο σύστημα διακίνησης ναρκωτικών, σε αντίθεση με τον μειωμένο ρόλο του Κατηγορούμενου 2, η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να υπερβαίνει την ποινή φυλάκισης 8 ετών.

 

Από την πλευρά του ο κ. Στεφάνου αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης προκειμένου να αναδείξει τον περιορισμένο ρόλο του Κατηγορούμενου 3 και το γεγονός ότι αυτός δεν συνδέθηκε με τους υπόλοιπους καταδικασθέντες/εμπλεκόμενους, στοιχείο που, ως η εισήγηση του, θα πρέπει να συνυπολογιστεί κατά την επιμέτρηση της ποινής του.  Περαιτέρω, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην ηλικία του Κατηγορούμενου 3 κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, το λευκό ποινικό του μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις.  Αναφορικά με την άρνηση των κατηγοριών από μέρους του Κατηγορούμενου 3, ο κ. Στεφάνου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του πως η εμπλοκή του με βάση το κατηγορητήριο ήταν πολύ μεγαλύτερη και πως κατόπιν της σύντομης ακροαματικής διαδικασίας, ο Κατηγορούμενος 3 κρίθηκε εν τέλει ένοχος στις κατηγορίες της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια κάνναβης συνολικού βάρους 1 κιλού και 980 γραμμαρίων, ήτοι για μέρος της ποσότητας που αποδιδόταν σε αυτό, ενώ αθωώθηκε στις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα για τα οποία έχουν κριθεί ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι εξαιρετικά σοβαρά.  Έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος, που αποτελεί και τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για επιμέτρηση της ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727).  Ως δε έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο, την οποία προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110

 

            Ο Ν. 29/77 προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλους.  Ποινή φυλάκισης 12 ετών προβλέπεται για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ενώ για την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών.   Για το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ προβλέπεται δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δυο αυτές ποινές.

 

Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, η επιλογή του Νομοθέτη για ποινή δια βίου φυλάκισης στην περίπτωση κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθιστά αυταπόδεικτη τη σοβαρότητα του αδικήματος. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για τα συγκεκριμένα αδικήματα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και την με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών.

 

Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο είχαν την ευκαιρία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, να τονίσουν την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στο πλαίσιο των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών που πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και που σε πολλές περιπτώσεις οδηγούν στην εξαθλίωση και το θάνατο, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη του είδους, της ποσότητας και του σκοπού για τον οποίο κατέχονται (βλ. Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59). 

 

Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική».

 

Προκύπτει πως ο ρόλος του Δικαστηρίου στην καταπολέμηση και πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών είναι ουσιαστικός. 

 

           Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι:

 

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».

 

(Βλ. επίσης Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287).

Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα (βλ. επίσης Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 808).

 

Τέτοια αναγκαιότητα υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση. 

 

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών και όχι εξοντωτικών, ως η θέση του κ. Λοχία, ποινών και καθιστά απολύτως αναγκαία την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών.  Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους, την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων.  Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες.  Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).

           

Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:

 

«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια…, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα.  Όπως τονίστηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει, θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»

 

Αναφορά στην εν λόγω υπόθεση γίνεται και στην υπόθεση Παττίχης ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B221,στην οποία υποδεικνύονται τα εξής:

 

«Τα εγκλήματα αυτής της φύσεως βρίσκονται σε ασυγκράτητη έξαρση. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται, η αυξητική τάση δεν έγινε κατορθωτό να αποτραπεί επειδή, όπως διαπιστώθηκε στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 124, «αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών».  Η θλιβερή αυτή διαπίστωση δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εγκαταλείψουν το καθήκον τους για επιβολή των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που αρμόζουν. Το αντίθετο είναι που επιβάλλεται.»

 

Μελέτη της νομολογίας ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της μορφής καταδεικνύει την τιμωρία των παραβατών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, με πολυετείς ποινές φυλάκισης.  Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη.  Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200 και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019).

 

            Καθίσταται δε σαφές πως κατά τον προσδιορισμό της ποινής που θα επιβληθεί σε έκαστο Κατηγορούμενο θα αντλήσουμε καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, από την οποία προκύπτει διαχρονικά μια αυξητική τάση στις ποινές που επιβάλλονται σε υποθέσεις ναρκωτικών και τούτο σε μια προσπάθεια πάταξης του φαινομένου.   Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Δημοκρατία ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 135/2019, ημερ. 4.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B372, το ενδεικτικό μέτρο εξυπηρετεί στην ισονομία των καταδικασθέντων.  Άλλωστε, το στοιχείο της γενικής αποτροπής εδράζεται στη συνέπεια των Δικαστηρίων να επιβάλλουν ποινές έχοντας υπόψη το μέτρο που ενσωματώνει το στοιχείο αυτό.

 

Σε σχέση με την παραπομπή του κ. Λοχία στα Sentencing Guidelines της Αγγλίας, σημειώνουμε πως ως τονίστηκε από το Εφετείο στην Κεσίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 5/2025, ημ. 13.11.2025, πηγή δικαίου αποτελούν οι δεσμευτικές  δικαστικές αποφάσεις, στον βαθμό που υιοθετούν τα εν λόγω Guidelines, και όχι αυτά καθ' αυτά τα Guidelines, ως, άλλωστε, δέχτηκε και ο συνήγορος. Δεν παραγνωρίζεται, βεβαίως, ότι και η ημεδαπή νομολογία αναγνωρίζει ότι για το κάθε αδίκημα, όσο σοβαρό και να είναι, υπάρχει κλίμακα έντασης στη διάπραξη του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Ιακώβου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/2024, ημερ. 8.11.2024).  Επισημαίνεται δε πως ειδικά σε σχέση με το μέτρο της ποινής που καθορίζεται στα εν λόγω Guidelines για αδικήματα κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η ποινή που προβλέπεται στη σχετική αγγλική νομοθεσία είναι πολύ χαμηλότερη απο την προβλεπόμενη στο Ν. 29/77.

 

            Παραπέμπουμε, λοιπόν, στο πλαίσιο αυτό στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025, όπου επικυρώθηκε  ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, κατόπιν παραδοχής του για παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια και προμήθεια 4 κιλών και 963,8 γραμμαρίων κάνναβης. 

 

Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 165/2015, ημερ. 22.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:B37, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 15 κιλών και 923 γραμμαρίων (3η κατηγορία) και κατοχή του φαρμάκου αυτού με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία). Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 13 ετών στην τέταρτη κατηγορία. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, άγνωστα πρόσωπα είχαν καταρτίσει σχέδιο εισαγωγής των ναρκωτικών συσκευασμένων σε δύο χαρτοκιβώτια από την Ολλανδία στην Κύπρο, μέσω Γερμανίας και ο εφεσείων είχε στρατολογηθεί για να τα παραλάβει στην Κύπρο μέσω εταιρείας μεταφορών. Έγινε δεκτό ότι ο ρόλος του εφεσείοντα ήταν αυτός του μεταφορέα και δεν ήταν ο ιθύνων νους, τον οποίον, όμως, παρά τη συνεργασία του με τις Αρχές, δεν αποκάλυψε. Λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και τις προσωπικές του περιστάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε ήταν, υπό τις περιστάσεις, αυστηρή, πλην όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική. Παρατηρήθηκε συναφώς ότι η μείωση της ποινής στην οποία δικαιούτο ο εφεσείων λόγω της παραδοχής του, πρωτοδίκως, δεν έχει πλήρη εφαρμογή, υπό τις περιστάσεις, εφόσον ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτησε την ενοχή του και κάλεσε το Εφετείο να τον αθωώσει, παρά τα περιστατικά της υπόθεσης.  Υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θεωρήθηκε ότι η ποινή που του επιβλήθηκε δεν θα έπρεπε να μειωθεί ως έκδηλα υπερβολική. 

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωκράτους, Ποιν. Έφ. 67/2021, ημερ. 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α’ και Β’, δηλαδή 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών και 159.7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και παράνομη κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.  Του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 7 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 10 κιλών και 159,7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα άτομα. Ο εφεσίβλητος δεν αντιμετωπίστηκε ως έμπορος αλλά ως μεταφορέας - διακινητής ναρκωτικών ουσιών, όντας ο ίδιος χρήστης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εφεσίβλητος, 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, ενήργησε εν γνώσει του, με σχέδιο και οργάνωση, αφού είχε ενοικιάσει διαμέρισμα στο οποίο επιμελώς αποθήκευε και απέκρυπτε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών με προορισμό  την διάθεση τους σε τρίτους, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 10 έτη.

 

Στην Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 184/20, ημερομηνίας 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D80, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών για παράνομη κατοχή 5 κιλών και 950,3 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.  Η υπόθεση αφορούσε και άλλα αδικήματα, με τον κατηγορούμενο να είναι ηλικίας 34 ετών, συστηματικός χρήστης ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ από την ηλικία των 15 ετών, με πολλαπλές αναποτελεσματικές προσπάθειες για απεξάρτηση και με βεβαρημένο ποινικό μητρώο. 

 

Στην υπόθεση Παύλου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016 ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 11 κιλών και 454,9473 γραμμαρίων κάνναβης, σε κατηγορούμενο ηλικίας 23 ετών, λευκού ποινικού μητρώου μετά από άμεση παραδοχή.  Ο εφεσείων είχε συλληφθεί κατά την παραλαβή των ναρκωτικών, αφού τράπηκε σε φυγή και ανακόπηκε.  Είχε συμφωνήσει με τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν κατονόμασε, να μεταφέρει τα ναρκωτικά σε χώρο που θα υποδεικνυόταν.  Σε σχέση με τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.

 

Στην Bora (πιο πάνω) επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια.  Τα ναρκωτικά ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 2 κιλών και 28,3 γραμμαρίων.  Ο κατηγορούμενος ηλικίας 27 ετών, ήταν λευκού ποινικού μητρώου.  Λήφθηκε επίσης προς όφελος του και η περιορισμένης μορφής συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές.

 

Στην Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 74/2021, ημερ. 31.10.2023, ο εφεσείων καταδικάστηκε μετά από ακρόαση για κατοχή και κατοχή με σκοπό την  προμήθεια  2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων  κοκαΐνης, 10 κιλών και 938,1 και γραμμαρίων κάνναβης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την  προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών στην τρίτη. Λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και η κατάσταση της υγείας του, καθώς επίσης και η απεξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες, η οποία όμως, ως λέχθηκε, δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, ένεκα των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάστηκε, μέρος των οποίων αφορούσαν σκληρά ναρκωτικά Τάξης Α’. Κρίθηκε κατ’ έφεση ότι η ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική αλλά καθόλα αρμόζουσα εφόσον επρόκειτο για υπόθεση εμπορίας μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών στην οποία ο εφεσείων διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο.

 

Πολύ πρόσφατα, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ποϊρατζίδη, Ποιν. Εφ. 60/2023, ημερ. 28.1.2026, η οποία αφορούσε κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 994,1 γραμμαρίων κάνναβης, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 27 μηνών, η οποία αναστάληκε. Κατ’ έφεση, αν και ως σημειώθηκε παρήλθαν 4 χρόνια από την τέλεση των αδικημάτων, στοιχείο που λήφθηκε υπόψη, επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης για περίοδο 3,5 ετών.

 

Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην Γενικός Εισαγγελάς της Δημοκρατίας ν. Sutton, Ποιν. Έφ. 199/24, ημερ. 8.12.2025, η οποία είναι ενδεικτική της τάσης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Κατόπιν ακρόασης ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 52,73 γραμμαρίων. Η πρωτόδικως επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών με αναστολή αυξήθηκε κατ’ έφεση στα 3 έτη ενώ παρέμεινε υπό αναστολή ενόψει, μεταξύ άλλων, των ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα.

 

Η σοβαρότητα του αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά και την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, συχνά σε συνδυασμό με αδικήματα σχετιζόμενα με κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μας.  Θα ήταν, επομένως, αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στη πάταξη αυτής της φύσης των αδικημάτων με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200. Η συχνότητα διάπραξης του αδικήματος καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στην επιλογή της ποινής.  

 

Στεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στη βάση των ευρημάτων ως η Απόφαση, εκείνο που προκύπτει είναι ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν επιφορτισμένος με την φύλαξη των ναρκωτικών στο Δωμάτιο, αλλά και την παροχή πρόσβασης στο Διαμέρισμα στον πρώην Κατηγορούμενο 1. Στο πλαίσιο αυτό ουδόλως μας διαφεύγει πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης και πως ενεργούσε πάντοτε καθ’ υπόδειξη του Γ.Χ., στον οποίο ανήκαν τα ναρκωτικά και ο οποίος τον ενημέρωνε για την άφιξη του πρώην Κατηγορούμενου 1 στο Διαμέρισμα προκειμένου «να πιάσει πράμα».  Δεν διαφεύγει, επίσης, της προσοχής μας πως από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας κατά την ακροαματική διαδικασία ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε ενεργή εμπλοκή στη διακίνηση των ναρκωτικών και πως το μοναδικό όφελος του συνίστατο στην είσπραξη ποσού €400 το μήνα από τον Γ.Χ. για τη χρήση του Δωματίου.

 

Την ίδια στιγμή, όμως, δεν διαφεύγει της προσοχής μας πως υπό τη φύλαξη του Κατηγορούμενου 2 ήταν μια μεγάλη ποσότητα κάνναβης και μια μικρότερη ποσότητα κοκαϊνης, που προορίζονταν για διοχέτευση στην αγορά, καθώς επίσης πως στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας ο Κατηγορούμενος 2 αναμφίβολα αποτέλεσε μέρος μιας οργανωμένης ομάδας εμπορίας ναρκωτικών, στοιχείο που από μόνο του καθιστά τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά με βάση το εδάφιο 4(α)(i) του άρθρου 30 του Ν.29/77.

 

Ο ρόλος που επιτέλεσε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί περιορισμένος αφού ήταν το πρόσωπο στο οποίο ο Γ.Χ. εμπιστεύθηκε τη φύλαξη των ναρκωτικών, αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτόν. Ως δε προκύπτει από τη νομολογία, η συνδρομή, συνέργεια και βοήθεια την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος δεν είναι άνευ σπουδαιότητας.  Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα διάφορα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών με τρόπο που μπορεί να λεχθεί πως χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα ήταν τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Αυτό ήταν και το νόημα στην υπόθεση Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541 όπου λέχθηκε πως «κατ’ ουσία η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δε διαφέρει.  Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο.  Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος» (βλ. Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, (πιο πάνω)).

 

Ό,τι επομένως προβάλλει είναι πως με τις ενέργειες του ο Κατηγορούμενος 2,  κατέστησε τον εαυτό του μέρος της υλοποίησης ενός σχεδίου διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, το οποίο, επαναλαμβάνουμε, σκοπό είχε τη διοχέτευση των ναρκωτικών στην κοινωνία, ενέργεια η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαθλίωση των ανθρώπων.  Η χρονική διάρκεια της εμπλοκής του, ήτοι από τον Μάιο 2024 μέχρι τις αρχές Αυγούστου 2024, δεικνύει πως η συμμετοχή του δεν ήταν μεμονωμένη και πως θα συνεχιζόταν εάν δεν υπήρχε η έγκαιρη και αποτελεσματική επέμβαση των μελών της ΥΚΑΝ (βλ. Μemic v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) Α.Α.Δ. 276). Αν και από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας διαφάνηκε πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε αναζητήσει ενεργά την εμπλοκή του εξ’ αρχής, εντούτοις γεγονός παραμένει πως ανέλαβε το ρόλο αυτό εν πλήρη γνώσει του τι φυλασσόταν στο Δωμάτιο, του σκοπού των επισκέψεων του πρώην Κατηγορούμενου 1, αλλά και της διοχέτευσης των ναρκωτικών στην αγορά. 

 

Τα πιο πάνω απαντούν και στη θέση του κ. Λοχία πως «τα ναρκωτικά ήρθαν και βρήκαν τον Κατηγορούμενο 2» αφού, ως η εισήγηση του, ο Γ.Χ. είναι που αποφάσισε να έχει ναρκωτικές ουσίες στο Δωμάτιο.  Ακόμα, όμως, και τα ναρκωτικά να είχαν μεταφερθεί εκεί χωρίς ο Κατηγορούμενος 2 να το γνώριζε εξαρχής, η ευθύνη και ο ρόλος του ουδόλως αλλοιώνονται ή μεταβάλλονται αφ’ ης στιγμής, μετά που περιήλθε εις γνώση του η κατάσταση αυτή, συνειδητά συνεργάστηκε με τον Γ.Χ. και τον πρώην Κατηγορούμενο 1 αναλαμβάνοντας το ρόλο που περιγράφεται τόσο στην Απόφαση όσο και πιο πάνω.

 

Σε ό,τι αφορά στη θέση του κ. Λοχία πως δεν ήταν εύκολο για τον Κατηγορούμενο 2 να «εναντιωθεί στον Γ.Χ.» παρατηρούμε καταρχάς πως αυτή δεν προσδιορίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ σε κάθε περίπτωση τέτοια θέση δεν προωθώθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 κατά την ακροαματική διαδικασία, ούτε υποστηρίζεται από την ενώπιον μας αποδεκτή μαρτυρία.  Τουναντίον, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας κατά την ακροαματική διαδικασία, προέκυψε πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν αποτελούσε ένα «παθητικό» αποθηκάριο.  Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε ενδεικτικά στην αναφορά του ίδιου στην επικοινωνία του με τον Γ.Χ. «makari na ta lifkese na fefkoun etsi gliora», η οποία ουδόλως παραπέμπει σε άτομο που ενεπλάκη στο σύστημα διακίνησης ναρκωτικών απλά και μόνο γιατί δεν μπορούσε να εναντιωθεί στον Γ.Χ., όπως ούτε σε άτομο που αντιλήφθηκε το ανήθικο της εμπλοκής του, ως η θέση της υπεράσπισης.  Σε κάθε, όμως, περίπτωση, και ακόμα και να ίσχυε η υπό κρίση θέση, o Κατηγορούμενος 2 είχε τη δυνατότητα αλλά συνάμα και την υποχρέωση να αποταθεί στις αστυνομικές αρχές και όχι να εμπλακεί στα υπό κρίση αδικήματα.  Συνεπώς, η εμπλοκή του ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί σε αυτή τη βάση. 

    

Στο πλαίσιο προσδιορισμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτός είχε στην κατοχή του, υπό τις περιστάσεις που αναλύονται στην Απόφαση, μια μεγάλη ποσότητα κάνναβης, ήτοι βάρους 8 κιλών και 295,62 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα και κοκαΐνης βάρους 84,55 γραμμαρίων.  Η μεν κάνναβη είναι ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β’, η δε κοκαΐνη ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α’ και κατατάσσεται στα «σκληρά ναρκωτικά», στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη (βλ. Chokami ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 189). Αντίστοιχα, λαμβάνουμε υπόψη μας και κατά την επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορούμενου 3 ότι οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή του κατατάσσονται στην Τάξη Β’.

 

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3 σημειώνουμε πως ο βαθμός συμμετοχής του ήταν εμφανώς διαφορετικός από αυτόν του Κατηγορούμενου 2.  Η εμπλοκή του συνίσταται στην κατοχή δυο συσκευασιών συνολικού βάρους 1 κιλού και 980 γραμμαρίων τις οποίες κρίθηκε πως είχε στην κατοχή του για κάποιο χρονικό διάστημα που δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί.  Αν και ο πλήρης ρόλος του δεν διαφάνηκε, εντούτοις γεγονός παραμένει πως είχε στην κατοχή του την εν λόγω μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα, η οποία ήταν μέρος της μεγαλύτερης ποσότητας που βρέθηκε στο Δωμάτιο.  Υπενθυμίζεται δε πως οι δυο συσκευασίες ήταν σε προγενέστερο χρόνο τοποθετημένες στο πράσινο σακούλι σκουπιδιών που εντοπίστηκε στην κατοχή του πρώην Κατηγορούμενου 1 κατά την ανακοπή του.

 

Κρίνουμε σκόπιμο να επισημαίνουμε πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 3 είχε στην κατοχή του τις δυο συσκευασίες κάνναβης για χρονικό διάστημα που δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί, και ως αναφέρεται στην Απόφαση, θα μπορούσε να ήταν σύντομο.  Σε σχέση με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως το χρονικό διάστημα που η πράσινη σακούλα ήταν στην κατοχή του Κατηγορούμενου 3 δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το χρόνο που χρειάζεται για εναπόθεση του γενετικού υλικού, τον οποίο προσδιόρισε στα 3 δευτερόλεπτα κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του, μετά την έκδοση της Απόφασης, με τον κ. Καριόλου, πρώην διευθυντή του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας Κύπρου, παρατηρούμε αφενός πως πρόκειται για μη επιτρεπτή προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας στο στάδιο του μετριασμού της ποινής ιδιαίτερα έχοντας υπόψη πως τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, ούτε τέτοια θέση τέθηκε στην Μ.Κ. 2, αφετέρου θεωρούμε πως σε κάθε περίπτωση η υπο κρίση θέση δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε βαθμό που να επιδρά ή να αλλοιώνει τα δεδομένα ως αυτά προκύπτουν απο την Απόφαση.  Συναφώς σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, η οποία έγινε αποδεκτή, και τα συναφή ευρήματα μας, τα οποία αποτελούν τη βάση για την επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου 3, με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος 3 ήταν ο κύριος δότης του γενετικού υλικού που εντοπίστηκε στον κόμπο της πράσινης σακούλας, επρόκειτο για μια καλή και σκόπιμη επαφή. Αξίζει δε να σημειωθεί πως ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 δεν θεώρησε σκόπιμο να διερευνήσει στο κατάλληλο στάδιο τον ελάχιστο χρονικό προσδιορισμό της καλής και σκόπιμης επαφής στην οποία αναφέρθηκε η Μ.Κ. 2 κατά την αντεξέταση της. Σε κάθε περίπτωση, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο 3 το ουσιώδες δεν είναι ο χρόνος εναπόθεσης αυτός καθ’ εαυτός, αλλά η ενέργεια για την οποία καταδικάστηκε, ήτοι ότι κατ’ ελάχιστον κράτησε την πράσινη σακούλα εντός της οποίας υπήρχαν οι δυο συσκευασίες κάνναβης από τον κόμπο, όχι τυχαία, ούτε για να πάρει τη δόση του ως προέβαλε στην ανακριτική του κατάθεση, αλλά σκόπιμα. Σκοπός δε της κατοχής, όση διάρκεια και να είχε αυτή, ήταν η προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα.

 

Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 όσο και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, εκείνο που προβάλλει επιτακτικά, είναι η αυστηρή τιμωρία, με σκοπό την πάταξη της διακίνησης και εμπορίας των ναρκωτικών και την αντιμετώπιση των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από αυτή (βλ. Λαζάρου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633 και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).

 

            Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι  Κατηγορούμενοι 2 και 3, θα πρέπει παράλληλα να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

            Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557).  Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).

 

Προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3 λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές  και  οικογενειακές περιστάσεις τους ως προκύπτουν από τις  εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και στη βάση των όσων οι συνήγοροι υπεράσπισης ανέφεραν στο Δικαστήριο, έχοντας, βεβαίως, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας πως σε αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις περιορισμένη μόνο σημασία έχουν (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).

 

Περαιτέρω, παρατηρούμε πως αν και το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για άρνηση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει είναι απόλυτο και καθόλα σεβαστό και η άσκησή του προφανώς δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, στην προκειμένη περίπτωση, η μη παραδοχή των Κατηγορουμένων 2 και 3, δεν επιτρέπει ανάλογη έκπτωση στην ποινή, επιείκια που θα μπορούσε να ασκηθεί σε περίπτωση παραδοχής των κατηγοριών (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 424).  Δεν παραγνωρίζουμε, βεβαίως, και συνυπολογίζουμε πως η ακροαματική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα σύντομη και πως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώθηκαν σε κάποιες από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, καθώς επίσης πως ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας την κατηγορία υπ. αρ. 7 και ο Κατηγορούμενος 3 καταδικάστηκε στις κατηγορίες υπ. αρ. 5 και 6 για μικρότερη ποσότητα από αυτήν που του αποδιδόταν με βάση το κατηγορητήριο.

 

Το λευκό ποινικό μητρώο και των Κατηγορουμένων αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής γιατί αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του Κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1). 

 

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, όπως ελέχθη και από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R v. Aramah 4 Cr App Rep (S) 407, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, για σκοπούς γενικής αποτροπής, πρέπει να προσμετράται από το Δικαστήριο και το ότι οι οργανωμένοι έμποροι, για την παράνομη δράση τους, συνήθως αναζητούν πρόσωπα καλού χαρακτήρα και ανθρώπους τέτοιου είδους, που είναι πιθανό να περάσουν απαρατήρητοι και να εκδηλώσουν την συμπάθεια του Δικαστηρίου εάν συλληφθούν.  Πρόσωπα νεαρά, φοιτητές, πρόσωπα άρρωστα ή και με άλλες δυσκολίες και ηλικιωμένοι, λευκού ποινικού μητρώου, επιλέγονται και χρησιμοποιούνται από τους οργανωμένους εμπόρους, αφενός, επειδή είναι ευάλωτοι στην προσφορά τους για εύκολο και γρήγορο κέρδος και αφετέρου, επειδή αισθάνονται ότι σε περίπτωση σύλληψης τους, το Δικαστήριο θα δει με συμπάθεια την περίπτωση τους (βλ. επίσης, Attorney Generals Reference (No 17 of 2011) R v. Mandale (2011) EWCA Crim 1319).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 λαμβάνουμε υπόψη ότι κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης κατονόμασε τον Γ.Χ. ως εμπλεκόμενο πρόσωπο, ενέργεια, όμως, που περιορίζεται στο πλαίσιο αυτό και μόνο αφού σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, εκείνο που ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει στην Αστυνομία ήταν πως ο Γ.Χ. ήταν το πρόσωπο που χρησιμοποιούσε το Δωμάτιο στο οποίο εισερχόταν ο πρώην Κατηγορούμενος 1, και πως πέραν του ότι τα δυο αυτά πρόσωπα κάπνιζαν κάνναβη στο Δωμάτιο, ο ίδιος δήλωνε άγνοια ως προς το τί συνέβαινε σε αυτό.

 

Η ηλικία του Κατηγορούμενου 3, 26 ετών σήμερα, αποτελεί στοιχείο που κατατάσσει την παρούσα περίπτωση ως λιγότερο σοβαρή με βάση το άρθρο 30(4)(β)(i) του Ν. 29/77 και λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που τούτο είναι επιτρεπτό από τη νομολογία αφού στην Γεωργίου (πιο πάνω), το Εφετείο επεσήμανε πως το νεαρό της ηλικίας δεν θα πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα από τις υπόλοιπες περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του άρθρου 30(4), ήτοι «(iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ και (vi) το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του».   Με δεδομένη την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης συνολικού βάρους 1 κιλού και 980 γραμμαρίων, η σημασία που αποδίδεται στον παράγοντα της ηλικίας του περιορίζεται ως η πιο πάνω νομολογιακή αρχή.

            Τέλος, στο πλαίσιο καθορισμού του ύψους της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να εξετάσει και να λάβει υπόψη του τις ποινές που επιβλήθηκαν στους πρώην Κατηγορούμενους 1, 4 και 5 στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης σε προγενέστερο στάδιο.   

 

Και τούτο στο πλαίσιο της υποχρέωσης που έχει το Δικαστήριο για διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης  των παραβατών, η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 28 του Συντάγματος.  Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 141, υπογραμμίστηκε από τον Πική, Π., πως η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της Δικαιοσύνης.  Τονίζεται σε άλλο μέρος της απόφασης πως «η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, είναι καθολική.  Η ισονομία και ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης».  Ως επίσης υποδεικνύεται στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 141/2023, ημερ. 20.10.2023, η διασφάλιση της αρχής της ισότητας  αποτελεί επιτακτική υποχρέωση της δικαστικής λειτουργίας βάσει του άρθρου 35 του Συντάγματος.

 

              Ως προς την σημασία του όρου «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την Λοϊζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 546, στο οποίο συνοψίζονται οι αρχές της νομολογίας:

 

        «Η εισήγηση για ανισότητα έχει σαν έρεισμα το άρθρο 28.1 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει την αρχή της ισότητας. Έχει νομολογηθεί ότι αυτή η αρχή τυγχάνει εφαρμογής και στις περιπτώσεις επιμέτρησης της ποινής (Βλ. Nicolaou v. Police (1969) 2 C.L.R. 120, Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1, Georghiou & Others v. Republic (1986) 2 C.L.R. 109, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 251, Παναγή ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 115, Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 498, Μπαλής ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 273, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 67 και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 354). Ωστόσο, η αρχή της ισότητας δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής η οποία επιβάλλεται (βλ. Ευαγόρου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 593). Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 R.S.C.C. 125)».

 

Στην Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, υιοθετήθηκε το κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα "Sentencing References 1998" του David Thomas, σελ. 45:

 

         "There is no disparity if a difference in sentence reflects a difference in the respective responsibilities of the offenders, or a difference in their ages, previous convictions, or the existence of personal mitigating factors peculiar to one of them. Where one offender has the benefit of personal mitigation which is not available to other offenders, the other offenders should not be given the benefit of that mitigation".

 

Σε μετάφραση:

 

         «Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά τη διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών, ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες, ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς.  Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού».

 

        (βλ. και Principles of Sentencing, 2nd edn., D.A. Thomas, σελ. 68 και Δαμιανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/2022, ημερ. 4.9.2025).

 

Συναφώς εξετάζεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12.5.2025 που, ως έχουμε αναφέρει, εκδόθηκε υπό άλλη σύνθεση και από την οποία προκύπτουν τα εξής:  

 

            Ο πρώην Κατηγορούμενος 1 δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες 3 εως 6 και 9 σύμφωνα με τις οποίες, στις 3.8.2024 στη Λεμεσό:

 

·         Κατείχε, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία αρ. 4) και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 3) ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α’, ήτοι 84,55 γραμμάρια κοκαΐνης.

·         Κατείχε χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία αρ. 6) και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 5) ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρος 8 κιλών και 295,62 γραμμαρίων.

·         Κατείχε εκρηκτικές ύλες, δηλαδή τα αντικείμενα που αναφέρονται στον επσυνημμένο στο κατηγορητήριο Πίνακα Α’, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (κατηγορία 9).

 

Ο πρώην Κατηγορούμενος 4 δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες 13 εως 16, 20 και 22, σύμφωνα με τις οποίες, στις 9.8.2024, στη Λεμεσό:

 

·         Κατείχε, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α΄, δηλαδή κοκαΐνη βάρους 1 γραμμαρίου (κατηγορία αρ. 13)

·         Χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α’, δηλαδή κοκαΐνη (κατηγορία αρ. 14).

·         Κατείχε, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία αρ. 15) και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 16) ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, ήτοι 128 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης.

·         Κατείχε, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, ήτοι 5 γραμμάρια φυτού κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία αρ. 20).

·         Κάπνισε φυτό κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία αρ. 22).

 

Περαιτέρω ο πρώην Κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 9.8.2024, στη Λεμεσό, κατείχε, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία αρ. 27) και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 26) ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 980 γραμμαρίων.

 

Ο πρώην κατηγορούμενος 5 δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες αρ. 17 και 18, σύμφωνα με τις οποίες, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 3.8.2024, στη Λεμεσό, κατείχε, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία αρ. 17) και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 18) ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β’, ήτοι 231,6 γραμμάρια φυτού κάνναβης.  Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι στις 21.10.2024, στη Λεμεσό, κάπνισε φυτό κάνναβης (κατηγορία αρ. 19) και ότι κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β’, ήτοι 36 γραμμάρια φυτού κάνναβης (κατηγορία αρ. 28). Τέλος, παραδέχθηκε ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και Οκτωβρίου του 2024, στη Λεμεσό, ενώ όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των €905, αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το εν λόγω ποσό (κατηγορία αρ. 25).   Κατά την επιβολή ποινής στον πρώην Κατηγορούμενο 5 λήφθηκε υπόψη και η Υπόθεση του Επ. Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 13460/2024 όπου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 12,19 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και καπνίσματος φυτού κάνναβης.

 

Το Δικαστήριο επέβαλε στους πρώην Κατηγορούμενους 1, 4 και 5 τις ακόλουθες ποινές:

 

Στον πρώην Κατηγορούμενο 1 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών, 8 ετών και 1 έτους στις κατηγορίες υπ. αρ. 3, 5 και 9 αντίστοιχα, ενώ δεν επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες υπ. αρ. 4 και 6. 

 

Στον πρώην Κατηγορούμενο 4 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 μηνών, 2 μηνών, 18 μηνών, 1 μηνός, 1 μηνός και 2 ετών στις κατηγορίες υπ. αρ. 13, 14, 16, 20, 22 και 26 αντίστοιχα, ενώ δεν επιβλήθηκε ποινή στις κατηγορίες υπ. αρ. 15 και 27.

 

Στον πρώην Κατηγορούμενο 5 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών, 1 μηνός, 10 μηνών και 5 μηνών στις κατηγορίες υπ. αρ. 18, 19, 25 και 28 αντίστοιχα και δεν επιβλήθηκε ποινή στην κατηγορία υπ. αρ. 18.            

 

Εξετάζοντας το ρόλο του Κατηγορούμενου 2 σε συνάρτηση με αυτόν του πρώην Κατηγορούμενου 1, ως αυτοί προκύπτουν από την απόφαση ημερομηνίας 12.5.2025 και την Απόφαση, σημειώνουμε εξαρχής πως και οι δυο ενεργούσαν πάντοτε καθ΄ υπόδειξη του Γ.Χ. Ο μεν Κατηγορούμενος 2 είχε υπό την φύλαξη του τα ναρκωτικά και παρείχε πρόσβαση στον πρώην Κατηγορούμενο 1 κατόπιν οδηγιών του Γ.Χ., ο δε πρώην Κατηγορούμενος 1 μετέβαινε στο Διαμέρισμα μεταφέροντας ναρκωτικά και πάλι καθ’ υπόδειξη του Γ.Χ.. Ο πρώην Κατηγορούμενος 1 δεν είχε κλειδί του Διαμερίσματος.  Ο ρόλος και των δυο ήταν βασικός και αναγκαίος στην αλυσίδα φύλαξης και αποθήκευσης ναρκωτικών και ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί περιορισμένος. Δεν μπορεί, συνεπώς, να λεχθεί πως ο ρόλος του ήταν μικρότερος από αυτόν του πρώην Κατηγορούμενου 1, ως αυτός προκύπτει από την απόφαση ημερομηνίας 12.5.2025. Είναι σε αυτή τη βάση, λοιπόν, που θα εξεταστεί η ποινιολογική μεταχείριση τους, λαμβάνοντας, βεβαίως, υπόψη οτι ο πρώην Κατηγορούμενος 1 έτυχε της ανάλογης μείωσης στην ποινή του ενόψει της παραδοχής του, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 2 που αρνήθηκε τις εναντίον του αποδιδόμενες κατηγορίες, ως είχε, βεβαίως, κάθε δικαίωμα να πράξει.   Σχετική παραπομπή στο πλαίσιο αυτο γίνεται στην υπόθεση  Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015, όπου αναφέρθηκε πως «[ό]που ένας παραβάτης διαθέτει ευεργέτημα το οποίο δεν διαθέτει άλλος συγκατηγορούμενός του, καλύπτεται και από ανάλογο ελαφρυντικό, το οποίο επιβάλλεται να αντανακλάται στο ύψος και στη διαφοροποίηση της ποινής».  Σε τέτοια περίπτωση δεν τίθεται θέμα παραβίασης της αρχής της ισότητας (βλ. Αναστασιάδης,  Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382 και Κούκος ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 64).

 

            Σε ό,τι τώρα αφορά στον Κατηγορούμενο 3, σημειώνουμε πως και αυτός, όπως και ο πρώην Κατηγορούμενος 4, ως προκύπτει από τον απόφαση ημερομηνίας 12.5.2025, κατείχαν ποσότητα κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η οποία αποτελούσε μέρος της μεγαλύτερης ποσότητας που είχε στην κατοχή του ο πρώην Κατηγορούμενος 1. Ο μεν Κατηγορούμενος 3 κατείχε για χρονικό διάστημα που δεν προσδιορίστηκε, δυο συσκευασίες κάνναβης βάρους 990 γρ. η κάθε μία, οι οποίες ενοπίστηκαν στο Δωμάτιο και σε προγενέστερο χρόνο βρίκονταν εντός της πράσινης σακούλας που βρέθηκε στην κατοχή του πρώην Κατηγορούμενου 1 κατά την ανακοπή του, ο δε πρώην Κατηγορούμενος 4 κατείχε για σύντομο χρονικό διάστημα κάνναβη βάρους 980 γρ. Συγκεκριμένα, ο πρώην Κατηγορούμενος 4 κατείχε την εν λόγω ποσότητα για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα αφού την παρέδωσε αυθημερόν στον πρώην Κατηγορούμενο 1, όταν αντιλήφθηκε την ύπαρξη της στη μοτοσικλέτα που του είχε δανείσει τέσσερις μέρες προηγουμένως. Η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 με διπλάσια ποσότητα κάνναβης επιβάλλει την αυστηρότερη αντιμετώπιση του σε σχέση με τον πρώην Κατηγορούμενο 4 ενώ συνυπολογίζεται και το ευεργέτημα της παραδοχής που είχε ο πρώην Κατηγορούμενος 4 και δεν έχει ο Κατηγορούμενος 3. Ως προς τον Κατηγορούμενο 5 σημειώνεται πως κατείχε, με σκοπό την προμήθεια, μια μικρότερη, αν και όχι αμελητέα, ποσότητα κάνναβης, ήτοι 231,6 γρ..

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή σε σχέση και με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων 2 και 3, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, που δεν μπορεί να είναι άλλο εκτός από ποινή στερητική της ελευθερίας τους, αλλά θα διαδραματίσουν ρόλο στο ύψος αυτής, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.

 

 

Επιβάλλουμε, λοιπόν, τις ακόλουθες ποινές:

 

 

Στον Κατηγορούμενο 2:

 

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 1 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβάλλεται στην κατηγορία υπ. αρ. 3.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 2 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβάλλεται στην κατηγορία υπ. αρ. 5.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών

Στην κατηγορία υπ. αρ. 4 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην κατηγορία υπ. αρ. 3, τα γεγονότα της οποίας περιλαμβάνουν τα γεγονότα της κατηγορίας υπ. αρ. 4.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 5 ποινή φυλάκισης 9 ετών

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 6 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην κατηγορία υπ. αρ. 5, τα γεγονότα της οποίας περιλαμβάνουν τα γεγονότα της κατηγορίας υπ. αρ. 6.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 7 ποινή φυλάκισης 3 μηνών

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν

 

Στον Κατηγορούμενο 3:

 

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 5 ποινή φυλάκισης 3,5 ετών

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 6 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην κατηγορία υπ. αρ. 5, τα γεγονότα της οποίας περιλαμβάνουν τα γεγονότα της κατηγορίας υπ. αρ. 6.

 

Οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα και σε αυτές να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης των Κατηγορουμένων 2 και 3 από 3.8.2024 και 30.10.2024 αντίστοιχα.

 

Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε, τα έξοδα της διαδικασίας εκ €60, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

           

                                                                   (Υπ.)  …………………………….………

                                                                                    Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. 

                                                                      

 

                                                                (Υπ.)  ………………….…………………

                                                                                       Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

 

                                                                      

                                                                       (Υπ.)      ………………..………………....

                                                                                           Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο