ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17161/2024, 5/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17161/2024, 5/3/2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17161/2024, 5/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 17161/2024

ΜΕΤΑΞΥ:

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

ν.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Κατηγορούμενη

 

Ημερομηνία: 05 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου

Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Γλυκής με κο Φ. Νεοκλέους

 

Κατηγορούμενη, παρούσα

ΠΟΙΝΗ

 

[I]     ΑΔΙΚΗΜΑ

 

1.      Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε.

 

2.      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας η Κατηγορούμενη στις 03/11/2022 στη συμβολή των οδών Φραγκλίνου Ρούσβελτ και Γκαίτε στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [   ] (εφεξής «αυτοκίνητο»), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο της DORINAS MIKULESZ (εφεξής το «θύμα»), τέως από την Ουγγαρία.

 

 

 

[II]    ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

3.      Η Κατηγορούμενη καταχώρησε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει την 25/11/2024 (πρώτη εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου) και ζητήθηκε χρόνος για να εξασφαλιστεί το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση (χωρίς μάρτυρες) την 27/03/2025 και ακολούθως την 03/06/2025 και την 15/09/2025, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος να μελετηθεί το μαρτυρικό υλικό και να εξεταστεί το ενδεχόμενο να δηλωθούν παραδεκτά γεγονότα και τελικώς προγραμματίστηκε για Ακρόαση (με κλήτευση μαρτύρων κατηγορίας) την 19/11/2025, 01/12/2025, 03/12/2025, 09/12/2025 και 11/12/2025. Στις 19/11/2025 η Υπεράσπιση ζήτησε χρόνο για να συζητήσει περαιτέρω την υπόθεση με την Κατηγορούμενη και να εξεταστεί το ενδεχόμενο αλλαγής απάντησης, γεγονός που πράγματι έπραξε την 01/12/2025 οπόταν και η Κατηγορούμενη καταχώρησε παραδοχή στην κατηγορία. Ορίστηκε αρχικά για Γεγονότα και Επιβολή Ποινής την 29/01/2026, ενώ στο μεσοδιάστημα εξασφαλίστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις της Κατηγορούμενης, αντίγραφο της οποίας τέθηκε υπόψη των συνηγόρων της Κατηγορούμενης από την 27/01/2026 για σκοπούς προετοιμασίας, εντούτοις κατά την ημέρα εκείνη ζητήθηκε εκ νέου χρόνος και τελικώς τα γεγονότα και ο μετριασμός ακούστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την 24/02/2026 και επιφυλάχθηκε η ποινή.

 

[III]  ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

4.    Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε 5 έγγραφα με τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου της Κατηγορούμενης. Συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση γεγονότων συνοδευόμενη από την ιατροδικαστική εξέταση που διενεργήθηκε στην Ουγγαρία (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), βιβλιάριο φωτογραφιών της νεκροτομής επί της σορού του θύματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Β), βιβλιάριο φωτογραφιών της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Γ), σχεδιαγράφημα της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος επί κλίμακας 1:250 (ΕΓΓΡΑΦΟ Δ) και αντίγραφα πλάνων από ΚΚΒΠ παρακείμενων υποστατικών επί της οδού Γκαίτε (ΕΓΓΡΑΦΟ Ε) .

 

5.    Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφονται στην συνοπτική έκθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), δεν αμφισβητούνται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης.

 

6.    Σύμφωνα με την συνοπτική έκθεση γεγονότων (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), στις 03/11/2022 και ώρα 18:27 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό, τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου και κατευθυνόταν από δυτικά προς ανατολικά. Τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου ήταν αναμμένα, στον δρόμο δε υπήρχε αναμμένος οδικός φωτισμός με λαμπτήρες τύπου LED, που φώτιζε εξαιρετικά ολόκληρη την οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ (ίδε σελ. 2, ΕΓΓΡΑΦΟ Α).

 

7.    Το θύμα την ίδια ώρα περπατούσε στο νότιο πεζοδρόμιο της οδού Φραγκλίνου Ρούσβελτ, με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά. Φορούσε μακρυμάνικη μπλούζα μαύρου χρώματος, παντελόνι τζιν χρώματος ανοικτό γαλάζιο και αθλητικά παπούτσια χρώματος μαύρο με άσπρη σόλα. Στην αριστερή της ωμοπλάτη κρατούσε γυναικεία τσάντα μαύρου χρώματος.

 

8.    Η πεζή (θύμα) φθάνοντας έξω από τις πρώην αποθήκες COCA-COLA, εισήλθε κάθετα στο δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει την οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ, με κατεύθυνση προς την οδό Γκαίτε, που ήταν ακριβώς απέναντι της. Αφού διασταύρωσε με αργό βηματισμό τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της νότιας πλευράς του δρόμου (που χρησιμοποιούνται από οχήματα που κατευθύνονται από ανατολικά προς δυτικά), ανέβηκε στην κτιστή διαχωριστική νησίδα και αμέσως μετά, χωρίς να περιμένει, κατέβηκε στο δρόμο και συνέχισε να διασταυρώνει προς την ίδια κατεύθυνση, με αργό βηματισμό. Αφού πέρασε την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιείται για οχήματα που έχουν πρόθεση να στρίψουν δεξιά, συνέχισε να βαδίζει και διασταύρωσε και την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Εισερχόμενη εντός της αριστερής (βορειότερης) λωρίδας κυκλοφορίας, κτυπήθηκε από το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης, εκτινάχθηκε στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και ακολούθως κατέληξε στην άσφαλτο, σε απόσταση 15.7 μέτρων ανατολικότερα του σημείου σύγκρουσης, εντός της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας.

 

9.    Από τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο, το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά στον εγκέφαλο με επίπεδο συνείδησης 4/15, έχοντας πολλαπλά κατάγματα κρανίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία, κ.α. Ασθενοφόρο μετέφερε την πεζή στο Γ.Ν. Λεμεσού, όπου διασωληνώθηκε, νοσηλεύθηκε στην ΜΕΘ του Γ.Ν. Λευκωσίας από 03/11/2022 μέχρι 01/12/2022 και στη συνέχεια στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γ.Ν. Λευκωσίας. Στις 14/12/2022, κατόπιν επιθυμίας της οικογένειας μέσω του Προξενείου της Ουγγαρίας στην Κύπρο, το θύμα μεταφέρθηκε για περαιτέρω νοσηλεία στην Βουδαπέστη, Ουγγαρία την 14/12/2022, όπου και κατέληξε την 29/12/2022.

 

10.  Διενεργήθηκε νεκροψία και νεκροτομή από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Ουγγαρίας και σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση (ίδε σελ. 15, ιατροδικαστικής έκθεσης, ΕΓΓΡΑΦΟ Α), ο θάνατος του θύματος επήλθε από βίαιο αίτιο, λόγω κατάγματος του κρανίου και εκτεταμένης βλάβης της εγκεφαλικής ουσίας (εγκεφαλική κάκωση), λόγω δευτερεύουσας αιμορραγίας αυτών και συνεπεία τραυματικού εγκεφαλικού οιδήματος.

 

11.  Το αυτοκίνητο υπέστη αρκετές ζημιές στο μπροστινό δεξιό μέρος και συγκεκριμένα, απουσίαζαν τα πλαστικά καλύμματα από τα φανάρια ομίχλης, ράγισε (τσάκρισε) ο μπροστινός προφυλακτήρας κάτω από το φανάρι πορείας, έσπασε το κάλυμμα δεξιού φαναριού και δείκτη πορείας, στρέβλωσε το καπό μηχανής πάνω από το δεξιό φανάρι, παραμορφώθηκε (βούλωσε) το δεξιό μπροστινό φτερό, θρυμματίστηκε ο μπροστινός ανεμοθώρακας και παραμορφώθηκε (βούλωσε) ο δεξιός στύλος.

 

12.  Η Κατηγορούμενη υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη και σε έλεγχο ναρκοτεστ με αρνητική ένδειξη. Την ώρα της σύγκρουσης επέστρεφε στο σπίτι της από την εργασία της (που ευρίσκεται στην οδό Αλεξάνδρειας[1]) στη Λεμεσό. Συνελήφθη κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης ως ύποπτη για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και της πρόκλησης σωματικής βλάβης και, αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο, απάντησε «τί να πω;». Ενώ τελούσε υπό σύλληψη, μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λεμεσού, καθ’ ότι δεν αισθανόταν καλά και κρατήθηκε για νοσηλεία.

 

13.  Η εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου δεν ελέγχθηκε, καθ’ ότι το μπροστινό δεξιό φανάρι είχε καταστραφεί από τη σύγκρουση με το θύμα, εντούτοις επιθεωρήθηκε η μηχανική κατάσταση του αυτοκινήτου και αξιολογήθηκε ως πολύ καλή, το δε αυτοκίνητο είχε πιστοποιητικό καταλληλότητας (ΜΟΤ) από 07/01/2022 με ισχύ για δύο έτη. Η Κατηγορούμενη είναι κάτοχος άδειας οδήγησης αυτοκινήτου (κατηγορίες Β-Β1) από 14/10/1996.

 

14.  Λήφθηκαν αντίγραφα από ΚΚΒΠ παρακείμενων υποστατικών επί της οδού Γκαίτε τα οποία κατέγραψαν τη σύγκρουση μεταξύ του αυτοκινήτου και της πεζής (ΕΓΓΡΑΦΟ Ε). Σύμφωνα με τα οπτικά πλάνα του καταστήματος GARMIN, η πεζή εμφανίζεται εντός της εμβέλειας της κάμερας η ώρα 18:27:03 να περπατά στο νότιο πεζοδρόμιο της οδού Φραγκλίνου Ρούσβελτ, με ανατολική κατεύθυνση (ένδειξη Β, ΕΓΓΡΑΦΟ Δ). Στις 18:27:21 η πεζή στέκεται μεταξύ του τηλεφωνικού θαλάμου και του κουτιού της ΑΗΚ, δίπλα από τον οχετό όμβριων υδάτων του δρόμου (ένδειξη Γ, ΕΓΓΡΑΦΟ Δ) και η ώρα 18:27:23 κατεβαίνει στο δρόμο και αρχίζει να διασταυρώνει με αργό βηματισμό. Η ώρα 18:27:29 η πεζή ανέβηκε στην κτιστή διαχωριστική νησίδα, δηλαδή διασταύρωσε τις δύο λωρίδες στη νότια πλευρά του δρόμου. Η πεζή συνεχίζει να βαδίζει χωρίς να σταματήσει και η ώρα 18:27:30 κατέβηκε από την κτιστή διαχωριστική νησίδα και συνέχισε την πορεία της βόρεια. Η ώρα 18:27:36 γίνεται η σύγκρουση αυτοκινήτου και πεζής (ένδειξη Χ, ΕΓΓΡΑΦΟ Δ). Ο συνολικός χρόνος που χρειάστηκε η πεζή για να διασταυρώσει την οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ από το νότιο πεζοδρόμιο μέχρι το σημείο συγκρούσεως ήταν 13 δευτερόλεπτα για απόσταση 13.7 μέτρα. Ο χρόνος που βάδιζε η πεζή εντός των λωρίδων της βόρειας πλευράς του δρόμου (πορεία Κατηγορούμενης) από τη στιγμή που κατέβηκε από την κτιστή διαχωριστική νησίδα μέχρι το σημείο Χ είναι 6 δευτερόλεπτα και η απόσταση είναι 7.5 μέτρα.

 

15.  Έγινε έλεγχος ορατότητας από μέλη της Τροχαίας την 06/12/2022 και διαφάνηκε ότι, πεζό πρόσωπο με σκουρόχρωμο ρουχισμό και μαύρα παπούτσια ήταν ευδιάκριτο κατεβαίνοντας αμέσως μετά την κτιστή διαχωριστική νησίδα από τη θέση οδηγού αυτοκινήτου παρόμοιου με αυτού της Κατηγορούμενης από απόσταση 88 μέτρων, 72 μέτρων, 50 μέτρων και 30 μέτρων.

 

16.  Διενεργήθηκε, επίσης, υπολογισμός ταχύτητας του αυτοκινήτου, έχοντας υπόψη την απόσταση εκτίναξης της πεζής και του χρόνου που χρειάστηκε να διανύσει την απόσταση από την κτιστή διαχωριστική νησίδα μέχρι το σημείο σύγκρουσης και διαπιστώθηκε ότι, κατά τη σύγκρουση, η Κατηγορούμενη οδηγούσε με ταχύτητα 47 ΧΑΩ. Όταν η πεζή κατέβηκε από την κτιστή διαχωριστική νησίδα, το αυτοκίνητο ευρισκόταν σε απόσταση 28.89 μέτρα δυτικότερα και εάν η Κατηγορούμενη αντιδρούσε έγκαιρα στον κίνδυνο, δηλαδή στη θέα της πεζής, τότε το αυτοκίνητο της θα ακινητοποιείτο 49.47 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης.

 

17.  Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο καιρός ήταν αίθριος και ήταν βράδυ. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η οδός αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, οι οποίες χωρίζονται από κτιστή διαχωριστική νησίδα. Στο σημείο της σύγκρουσης σχηματίζεται τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας (στην βόρεια πλευρά του δρόμου, δηλ. στην πορεία της Κατηγορούμενης), για οχήματα που έχουν πρόθεση να στρίψουν δεξιά προς την οδό Έντισσον. Ο δρόμος είναι ευθύς και υπάρχει ορατότητα προς τα ανατολικά (όπως ήταν η πορεία της Κατηγορούμενης) 200 μέτρων από το σημείο που είναι η συμβολή με την οδό Ακροπόλεως, η δε ορατότητα προς τα ανατολικά για την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας είναι 88 μέτρα, δηλαδή, ένας οδηγός που τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου, όπως η Κατηγορούμενη, έχει πλήρη ορατότητα της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας και της κτιστής διαχωριστικής νησίδας από όπου εισήλθε η πεζή, από απόσταση 88 μέτρων δυτικότερα.

 

18.  Τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ήταν μήκους 5.9 μέτρων και καταλήγουν στην τελική θέση του αυτοκινήτου, καταγράφηκαν δε στο οδόστρωμα 5.4 μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης Χ (ίδε ΕΓΓΡΑΦΟ Δ).[2]

 

19.  Το θύμα ήταν ηλικίας 30 ετών, από Βουδαπέστη, Ουγγαρία, μόνιμος κάτοικος Κύπρου και άγαμη.

 

20.  Δια ζώσης, δηλώθηκε από κοινού από τους ευπαίδευτους συνηγόρους Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορούμενης ότι, υπήρχε διάβαση πεζών περίπου 120 μέτρα δυτικότερα από το σημείο σύγκρουσης.

 

[IV]  ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ

 

21.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής της.

 

[V]   ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ

 

22.  Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, παραλήφθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για το πρόσωπο της Κατηγορούμενης (ημερ. παραλαβής η 22/01/2026) και στο περιεχόμενο της θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, έχει υιοθετηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης.

 

[VI]  ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ

 

23.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης κατέθεσε γραπτή αγόρευση συνοδευόμενη από 7 υποστηρικτικά έγγραφα (ΕΓΓΡΑΦΟ ΣΤ) και στην οποία εξειδικεύει τους ελαφρυντικούς και μετριαστικούς παράγοντες, που καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη πριν την επιβολή ποινής, Ανέγνωσε δια ζώσης μέρος της εν λόγω αγόρευσης, επισημαίνοντας τις περιστάσεις της επίδικης θανατηφόρας σύγκρουσης.

 

24.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης επικεντρώθηκε στις συνθήκες του δυστυχήματος και τον βαθμό αμέλειας της Κατηγορούμενης, στις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, το λευκό ποινικό και οδικό της μητρώο, την παραδοχή και μεταμέλειά της και το γεγονός ότι, η ίδια ζει με το βάρος της απώλειας μίας ζωής, τη συνεργασία της με τις διωκτικές αρχές, καθώς και την πρόθεσή της, δια μέσω της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την οποία είναι συμβεβλημένη, για κάλυψη των ειδικών ζημιών, πέραν του πάγιου ποσού γενικής αποζημίωσης, προς την οικογένεια του θύματος.

 

25.   Ειδικότερα, επεσήμανε ότι, η Κατηγορούμενη εκινείτο με ταχύτητα χαμηλότερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου. Σε σχέση με τη συμπεριφορά του θύματος υποστήριξε ότι, φορούσε σκουρόχρωμη ενδυμασία, διασταύρωνε από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, χωρίς να βεβαιωθεί ότι, ο δρόμος ήταν ασφαλής και ελεύθερος και κοίταζε από την αντίθετη κατεύθυνση αντί της κατεύθυνσης από την οποία ερχόταν το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, αντικειμενικά δεδομένα που θα πρέπει να προσμετρήσουν ως ελαφρυντικοί παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

26.   Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ότι, η παράλειψη της Κατηγορούμενης να εποπτεύει επαρκώς τον δρόμο με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το θύμα εγκαίρως ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας και η οδήγηση της κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν συνδέεται με παρατεταμένη, εγωιστική, αδιάφορη ή επικίνδυνη για την ασφάλεια τρίτων συμπεριφορά ή συνειδητή ανάληψη κινδύνου και εμμονή σε μία εκ φύσεως επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, ελλείπουν δε άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως είναι η κατανάλωση αλκοόλης.

 

27.   Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία του Α.Δ. και εστίασε στα γεγονότα της απόφασης Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαήλ Ιωάννου (2015) 2Β ΑΑΔ 647, όπου το Α.Δ. (όπως ήταν τότε) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση επιβολής χρηματικής ποινής ως την αρμόζουσα σε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, αφού έκρινε ότι, η σύγκρουση του αυτοκινήτου με το θύμα που την δεδομένη στιγμή διασταύρωνε διάβαση πεζών τύπου «pelican» ήταν απόρροια στιγμιαίας αβλεψίας. Παρά το γεγονός ότι, το θύμα (στην παρούσα) ευρισκόταν εντός της πορείας της Κατηγορούμενης για κάποια δευτερόλεπτα, ο χρόνος αυτός, είναι η θέση του, δεν ήταν άπλετος, έχοντας κατά νουν τον περιβάλλοντα χώρο (κατάσταση δρόμου, φωτισμός, τροχαία κίνηση, κοκ) και θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος της Κατηγορούμενης. Επιπρόσθετα, επεσήμανε τις αποφάσεις Νίκος Χατζηϊωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 543, Γενικός Εισαγγελέας ν Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686 και Αστυνομίας ν. Αναστάση, Ποιν. Έφ. 114/2019, ημερ. 15/07/2020, αποφάσεις όπου η οδηγική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων κρίθηκε ως στιγμιαία αβλεψία.

 

28.   Παραθέτοντας τις οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της, ανέφερε ότι, ο σύζυγος της είναι ωρομίσθιος εργάτης στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και μητέρα δύο τέκνων που εξαρτώνται πλήρως οικονομικά από το εισόδημα αυτής και του συζύγου της για την κάλυψη πάγιων και υψηλών εξόδων, παρουσιάζοντας ενδεικτικά μερικά εξ αυτών (έξοδα φοιτητικής εστίας, εξωσχολικών δραστηριοτήτων, φροντιστηρίων, κ.α.), ενώ στα οικογενειακά βαρίδια περιλαμβάνεται ένα στεγαστικό δάνειο (μηνιαία δόση €1.300=).

 

29.   Η ίδια η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας από το 2019 (σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ) και όταν συνελήφθη για το τροχαίο δυστύχημα (αρχικά για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8(1)(γ), Ν. 86/972) νοσηλεύθηκε για 3 ημέρες και τυχαία διαγνώστηκε με γυναικολογικό πρόβλημα (υποβλήθηκε σε υστερεκτομή), ενώ παρακολουθήθηκε από ψυχίατρο, λόγω κρίσεων πανικού, δύσπνοιας, αναδρομικών εικόνων – flashbacks του δυστυχήματος και διαταραχών ύπνου. Τα εν λόγω συμπτώματα επιδεινώθηκαν τον Αύγουστο 2024, όταν ενημερώθηκε ότι, η πεζή απεβίωσε και κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο του 2024, όταν ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης. Παραδόθηκε στο Δικαστήριο λεπτομερής πολυσέλιδη ψυχιατρική γνωμάτευση της Δρ. Στυλιανής Σπυρίδη, ψυχιάτρου σε σχέση με την ψυχική της κατάσταση, η οποία εισηγείται ότι, τυχόν εγκλεισμός της Κατηγορούμενης στις Κεντρικές Φυλακές θα επιδεινώσει την υφιστάμενη ψυχική διαταραχή της και θα απορρυθμίσει την ψυχική της κατάσταση, η οποία προϋποθέτει να είναι κοντά στο υποστηρικτικό οικογενειακό της περιβάλλον με συνέχιση της καθημερινής της ρουτίνας.

 

30.   Αν και η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης είναι ότι, η επιβολή χρηματικής ποινής είναι η ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις, επεσήμανε ότι, τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, τρία και πλέον χρόνια μετά το επίδικο συμβάν, με άμεση ισχύ θα έχει ως άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια την απώλεια εργασίας της Κατηγορούμενης (προσκομίστηκε σχετική βεβαίωση εργοδότησης) και θα επηρεαστεί η οικογένεια της, η οποία εξαρτάται οικονομικά από την ίδια, με τον ίδιο να καλεί το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή αναλογική και αποτρεπτική, όχι όμως καταστροφική για την ίδια και την οικογένεια της, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης.

 

[VII]ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

31.   Το αδίκημα της κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης

210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»

 

32.  Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972[3] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής.

 

33.   Στη ΓΕ ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας, αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Στην πρόσφατη απόφαση ΓΕ ν Arif Aksahin, Ποιν. Έφ. 62/2025, ημερ. 29/10/2025, με αναφορά στις ΓΕ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποιν. Έφ. 64/2025, ημερ. 9/10/2025 και ΓΕ v. MANRAJ SINGH SIDHU, Ποιν. Έφ. 152/2022, ημερ. 1/12/2022 επαναλήφθηκε ο λόγος της Στυλιανού (ανωτέρω).[4]

 

34.   Αναμφίβολα, η απώλεια ζωής λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος είναι ιδιαίτερα θλιβερή και αποτελεί πρόβλημα στη σύγχρονη κοινωνία, κατά τρόπο που διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και κατά κανόνα είναι απόρροια εγωιστικής οδήγησης.[5]

 

35.   Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος, έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088).[6]

 

36.   Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων. Στην Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/2024, ημερ. 8.8.2024,[7] επαναλήφθησαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/2019, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236 στην οποία, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος.

 

37.   Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής και θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη δηλαδή, θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ σελ.220.[8]

 

38.   Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά αντικειμενικά ιδωμένη είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[9] ερμηνεύεται ως ακολούθως:

 

«Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.»

 

Σε μετάφραση:

«Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία».

 

39.  Το απαύγασμα των πιο πάνω κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, που να δημιουργεί κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους χρήστες του δρόμου. Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία, σε αντίθεση με την απλή αμέλεια, η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή να δείχνει έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (Wilkinsons Road Traffic Offences, 27th Ed., 2015, παρ. 5.46 et seq., σελ. 1/434) η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Η επικίνδυνη οδήγηση, εποµένως, δεν εξοµοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιµέλεια και προσοχή, όπου αναζητείται κατά πόσον το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε, υπολείπεται εκείνου που αναµένεται από τον µέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριµένη πράξη ή συµπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη µίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλµα, το οποίο όµως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη µόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).

 

40.  Η έννοια «σφάλµα» δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη εσκεµµένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλµα κατ’ ανάγκη εµπεριέχει ηθική µοµφή. Εποµένως, υπάρχει σφάλµα, εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλµα εµπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έµπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλµα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρύ, ακόµα και στιγµιαίο ολίσθηµα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Σημειώνεται ότι, αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Τέτοιο σφάλµα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συµπέρασµα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός, Gosney και Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποιν. Έφ. 241/12, ημερ. 14.12.2014).

 

41.  Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης είτε σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο είτε άλλης ζημιάς σε περιουσία, παραλείπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον [βλ. Ραφαήλ Κόρμπος ν ΓΕ, Ποιν. Έφ. 160/2025, ημερ. 24/11/2025, Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας ανωτέρω, ΓΕ ν. Χρυσοστόµου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δηµοκρατίας, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). 105]. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως µιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγµατικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability»), δεν απαιτείται δηλαδή υποκειµενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριµένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).

 

42.  Το κατά πόσον ο κίνδυνος που δηµιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήµατος ήταν ταυτόχρονα εµφανής και σοβαρός, είναι ζήτηµα γεγονότων και κριτήριο το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειµενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, είχε δηµιουργηθεί εµφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούµενου, δικαιούται να συµπεράνει ότι, ο κατηγορούμενος είχε τη µια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όµως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συµπέρασµα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειµενική αντίληψη του κατηγορούµενου (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).

 

43.  Απερίσκεπτη πράξη ή συµπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριµένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ’ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όµως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσµατος (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).

 

44.  Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιµέλεια, αµέλεια του άλλου εµπλεκόμενου δεν εξουδετερώνει αφ’ εαυτής την ενέργεια ή παράλειψη του κατηγορούµενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας ότι, αυτός φέρει κάποια ευθύνη [βλ. Kannas v. Police (1968) 2 CLR 29,[10] 3915, R. v. Hennigan (1971) 55 Cr. App. R. 262, 264-265,[11] Voicu v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/2016, ημερ. 10/09/2018, ECLI:CY:AD:2018:B389] για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ’ επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police (1985) 2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου, αλλά μία αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω).[12]

 

45.  Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετικά νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων:

 

«Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police (1985) 2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 961).»

 

46.   Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εάν η πράξη ή παράλειψη της Κατηγορούμενης, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη.

 

47.   Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides (1973) 2 C.L.R.344.

 

48.   Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας.[13]

 

49.   Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. [14] Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.[15]

 

50.   Η διάκριση αφενός μίας στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί το είδος της ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις.

 

51.   Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδήγησης, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.

 

52.   Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[16] Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων (βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, Π.Ε. 169/2016, 28/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:B63 και Αστυνομία ν. Νικολάου, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B168 όπου επιβεβαιώθηκε ότι, η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί).[17]

 

53.   Είναι θεμελιωμένο ότι, η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής.[18] Λαμβάνεται όμως υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας σε συνάρτηση με τυχόν μεταβολή συνθηκών του παραβάτη, αλλά και με το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, ΓΕ ν Arif Aksahin ανωτέρω].

 

54.   Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας με αναφορά στην R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 σε σχέση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις κατά την επιβολή ποινής:[19]

(1)   Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.

 

(2)   Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.

 

(3)   Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται.

 

55.   Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.

 

56.   Αξίζει να λεχθεί ότι, στην Αγγλία ακολουθούνται κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες με κάποιες διαφοροποιήσεις (Guideline on causing death by driving και Wilkinsons Road Traffic Offences, 27th ed, 2015, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01 et seq., σελ. 1/1329 et seq.).

 

57.   Η στιγμιαία αβλεψία έχει κριθεί ότι, έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[20]

 

58.   Η ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης [Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police (1962) 2 CLR 152, Miltiadous v. The Police (1970) 2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50]. Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης, όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορούμενου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορούμενου, η στέρηση της πρέπει είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του [Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v. The Police (1967) 2 C.L.R. 290, Georghiou v The Police (1967) 2 CLR 290, Spiritos v. The Police (1967) 2 CLR 230 και Sherif v. The Police (1974) 2 CLR 16].

 

59.   Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι, καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Παντελίδης ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic (1984) 2 CLR 425, 429].

 

60.   Στη ΓΕ ν. Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι, η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.

 

61.   Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου [Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 203].

 

[VIII]      ΚΡΙΣΗ & ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

56.   Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της χωρίς να εποπτεύει επαρκώς το δρόμο. Το θύμα δεν εισήλθε αιφνιδίως στο οδόστρωμα, ούτε κινήθηκε με τρόπο απότομο ή απρόβλεπτο. Αντιθέτως, βάδιζε με αργό βηματισμό, διασχίζοντας σταδιακά τις λωρίδες κυκλοφορίας. Παρέμεινε στο οδόστρωμα για συνολικό χρονικό διάστημα 13 δευτερολέπτων (από νότια προς βόρεια) μέχρι τη σύγκρουση, ενώ εντός των λωρίδων πορείας της Κατηγορούμενης βρισκόταν για 6 δευτερόλεπτα. Τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέα ή στιγμιαία. Παρείχαν επαρκή χρόνο σε έναν μέσο συνετό οδηγό να αντιληφθεί την παρουσία της πεζής και να λάβει τα αναγκαία μέτρα, όπως μείωση ταχύτητας ή προληπτική πέδηση.

 

57.   Τη στιγμή που η πεζή κατέβηκε από τη διαχωριστική νησίδα, το αυτοκίνητο βρισκόταν περίπου 78,36 μέτρα δυτικότερα του σημείου σύγκρουσης. Η συνολική απόσταση ακινητοποίησης υπολογίστηκε στα 28,89 μέτρα, και αν η Κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν έγκαιρα τον κίνδυνο και αντιδρούσε, θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο της περίπου 49,47 μέτρα πριν από το σημείο της σύγκρουσης.

 

58.   Με βάση τα πιο πάνω, η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως στιγμιαία αβλεψία. Η παρουσία της πεζής στο οδόστρωμα ήταν διαρκής και ορατή για ουσιώδη χρόνο. Η έλλειψη έγκαιρης αντίδρασης συνιστά σοβαρή παράλειψη της απαιτούμενης προσοχής κατά την οδήγηση.

 

59.   Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, τα ίχνη τροχοπέδησης αρχίζουν μετά το σημείο σύγκρουσης. Η απουσία οποιασδήποτε προγενέστερης πέδησης αποδεικνύει ότι η αντίδραση, δεν υπήρξε προληπτική, αλλά αντανακλαστική, ενεργοποιημένη από το ίδιο το γεγονός της σύγκρουσης με την πεζή. Η απουσία οποιασδήποτε προγενέστερης αντίδρασης δείχνει ότι, είτε δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την πεζή, είτε δεν αξιολόγησε την παρουσία της ως ενδεχόμενο κίνδυνο.[21]

 

60.   Η διαπίστωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του διαθέσιμου χρόνου αντίδρασης. Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης, 6 ολόκληρα δευτερόλεπτα παρουσίας πεζού εντός της λωρίδας πορείας ενός οδηγού δεν συνιστούν αμελητέο ή οριακό χρονικό διάστημα. Το γεγονός ότι, ουδεμία αντίδραση εκδηλώθηκε εντός αυτού του διαστήματος καταδεικνύει όχι απλώς καθυστέρηση, αλλά ουσιαστική έλλειψη εγρήγορσης και επαρκούς εποπτείας του δρόμου.

 

61.   Η υπεράσπιση παρέπεμψε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαήλ Ιωάννου, ανωτέρω, όπου κρίθηκε ότι η πρόκληση θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος οφειλόταν σε στιγμιαία αβλεψία. Στην εκεί περίπτωση, το θύμα διένυσε απόσταση 1,7 μέτρων επί διάβασης πεζών τύπου pelican εντός χρονικού διαστήματος 1 δευτερολέπτου από τη στιγμή που εκδήλωσε πρόθεση διασταύρωσης μέχρι τη σύγκρουση. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, ο κίνδυνος εκδηλώθηκε αιφνιδίως και σε χρονικό πλαίσιο που δεν παρείχε ουσιαστικό περιθώριο αντίδρασης.

 

62.   Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς τα πραγματικά της δεδομένα. Εδώ, η πεζή παρέμεινε επί του οδοστρώματος για 13 δευτερόλεπτα συνολικά και εντός της πορείας της Κατηγορούμενης για 6 δευτερόλεπτα. Η κίνησή της ήταν αργή και συνεχής, χωρίς αιφνίδια μεταβολή. Ο κίνδυνος δεν εκδηλώθηκε 1 δευτερόλεπτο πριν τη σύγκρουση, αλλά εξελίχθηκε σταδιακά και υφίστατο για ουσιώδη χρόνο.

 

63.   Το γεγονός ότι και στην προαναφερθείσα υπόθεση υπήρχε μεγάλη απόσταση ορατότητας 150 μέτρων δεν μεταβάλλει το κρίσιμο στοιχείο: εκεί ο κίνδυνος προέκυψε μόλις 1 δευτερόλεπτο πριν την πρόσκρουση. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η παρουσία της πεζής επί του οδοστρώματος και η σταδιακή πορεία της προς τη λωρίδα της Κατηγορούμενης παρείχαν αντικειμενικά επαρκή χρόνο αντίληψης και αντίδρασης, το δε αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης τη στιγμή που η πεζή κατέβηκε από την κτιστή διαχωριστική νησίδα ήταν 78.36 μέτρα δυτικότερα και σύμφωνα με τον έλεγχο ορατότητας, πρόσωπο εντός της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας (όπως ήταν η πορεία της Κατηγορούμενης) μπορούσε να γίνει αντιληπτό από απόσταση 88 μέτρων, 72 μέτρων, 50 μέτρων και 30 μέτρων δυτικότερα.

 

64.   Ως εκ τούτου, η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της στιγμιαίας αβλεψίας, όπως αυτή αντανακλάται στη νομολογία. Η έννοια της στιγμιαίας αβλεψίας προϋποθέτει αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο εκτυλίσσεται σε χρονικό πλαίσιο τόσο περιορισμένο, ώστε να καθίσταται αντικειμενικά δυσχερής η αποτροπή του. Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται τέτοιο στοιχείο αιφνιδιασμού. Η παρουσία της πεζής δεν ήταν κεραυνοβόλα, ούτε παροδική· ήταν διαρκής, εξελισσόμενη και ορατή. Η χρονική διάρκεια και η χωρική εξέλιξη της κίνησής της παρείχαν στον οδηγό επαρκή ευχέρεια αντίληψης, αξιολόγησης και λήψης μέτρων.

 

65.   Ο μέσος συνετός οδηγός δεν αρκείται στη μη υπέρβαση του ορίου ταχύτητας· υποχρεούται να διατηρεί συνεχή και ενεργή εποπτεία του οδοστρώματος, να προβλέπει πιθανούς κινδύνους και να προσαρμόζει εγκαίρως την οδήγησή του στις εκάστοτε συνθήκες. Εν προκειμένω, η Κατηγορούμενη: δεν ασκούσε τη δέουσα οπτική επιτήρηση της λωρίδας κυκλοφορίας της και του άμεσα προπορευόμενου χώρου, δεν αντιλήφθηκε την παρουσία πεζής η οποία βρισκόταν εντός της πορείας της επί χρονικό διάστημα που υπερέβαινε κατά πολύ τον συνήθη χρόνο αντίδρασης, δεν προέβη σε οποιαδήποτε προληπτική ενέργεια, όπως μείωση ταχύτητας ή ελεγχόμενη πέδηση, παρά μόνο μετά την επέλευση της σύγκρουσης.

 

66.   Η έλλειψη αντίδρασης δεν μπορεί να αποδοθεί σε εσφαλμένη εκτίμηση κινδύνου· προϋποθέτει προηγούμενη αντίληψη. Στην παρούσα περίπτωση, τα αντικειμενικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι, η αντίληψη του κινδύνου δεν έλαβε χώρα στον κρίσιμο χρόνο. Το σφάλμα της Κατηγορούμενης έγκειται στην παράλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης, παρά την ύπαρξη αντικειμενικά επαρκούς χρόνου και απόστασης και η οδήγηση της Κατηγορούμενης κατατάσσεται ως επικίνδυνη.

 

67.   Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις της με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος όσο και το ύψος αυτής.

 

68.   Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus,[22] ΠΙΣΚΟΠΟΥ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, Republic ν. Georghiou,[23] ). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, την οποία κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[24]).

 

69.   Όπως σαφώς ορίζεται από τη νομολογία, οι προηγούμενες ποινές δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, καίτοι δίνουν κάποια πλατιά καθοδήγηση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης κάποιων αδικημάτων, υπό το δεδομένο πάντοτε πως σπανίως, αν ποτέ, δύο υποθέσεις είναι ίδιες ώστε να οδηγούν σε άτεγκτες και ανελαστικές προσεγγίσεις. Οι προηγούμενες ποινές επί θανατηφόρων δυστυχημάτων είναι ενδεικτικές, αλλά δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για το λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων. Όπως λέχθηκε και στην Αστυνομία ν. Roman Glazkov Ποιν. Έφ. αρ. 262/18 κ.ά., ημερ. 16.5.2019 ανευρίσκονται στη νομολογία υποθέσεις και προς αυστηρότερη κατεύθυνση σε σχέση με τα θανατηφόρα δυστυχήματα και προς επιεικέστερη, ανάλογα με τις περιστάσεις. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις πιο κάτω υποθέσεις.

 

70.   Στην Γ.Ε. ν Κουκκίδης (2013) 2 ΑΑΔ 191, το Α.Δ. ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε αναστολή ποινής φυλάκισης 6 μηνών και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης εκτιθεί άμεσα. Ο Εφεσίβλητος εισήλθε από πλαγιόδρομο στον αυτοκινητόδρομο χωρίς να προσέξει το μοτοποδήλατο του θύματος και χωρίς να προσαρμόσει ταχύτητα ή να τηρήσει ασφαλή απόσταση. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, με εκσφενδονισμό του θύματος και μετατόπιση του μοτοποδηλάτου, δείχνοντας έλλειψη επιμέλειας από τον εφεσίβλητο. Το θύμα δεν είχε καμία ευθύνη, οδηγούσε σωστά και η ορατότητα και οι συνθήκες ήταν ιδανικές.

 

71.   Στην Αστυνομία ν Μόδεστος Νικολάου, Ποιν. Έφ. 217/2016, ημερ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B168, το Α.Δ. ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση (κατόπιν παραδοχής) περί στιγμιαίας αβλεψίας του Εφεσίβλητου να αντιληφθεί την πεζή στο δρόμο και επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών με δεδομένο το χρόνο που διέρρευσε μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης.

 

72.   Στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομία Ποιν. Έφ. 221/2018, ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107, το Α.Δ. επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, στην οποία η οδηγική συμπεριφορά του Εφεσείοντα κρίθηκε ως επικίνδυνη, παρά τη συντρέχουσα αμέλεια του θύματος και την ποινή 9 μηνών που επιβλήθηκε (μετά από ακρόαση). Τα γεγονότα είχαν ως εξής: Στις 11.2.2015, ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην Λεωφόρο Τσερίου όταν χτύπησε θανάσιμα πεζή, η οποία προσπαθούσε να διασχίσει το δρόμο μαζί με το παιδί της. Το θύμα ήταν ορατό, αλλά ο κατηγορούμενος δεν ελάττωσε ταχύτητα, ούτε επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση. Το θύμα εκτινάχθηκε από το όχημα και υπέκυψε στα τραύματά της στο νοσοκομείο.

 

73.   Στην Χριστοφή ν Αστυνομίας, ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι, η συντρέχουσα αμέλεια του θύματος (ταχύτητα) και το εύρημα κατ’ έφεση ως προς τον χρόνο που η μοτοσικλέτα του θύματος ήταν ορατή (6 δευτερόλεπτα), δικαιολογούσε μείωση της ποινής φυλάκισης σε 12 μήνες (μετά από ακρόαση), η δε οδηγική συμπεριφορά του Εφεσείοντα είχε χαρακτηριστεί ως απερίσκεπτη, αλόγιστη και εγωιστική.

 

74.   Στην Γ.Ε. ν. Χαράλαμπος Βασιλείου, Ποιν. Έφ. 133/2025, ημερ. 30/09/2025, ο Εφεσίβλητος αντιμετώπιζε πέραν του αδικήματος του άρθρου 210, ΚΕΦ. 154, το αδίκημα της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας (άρθρο 235Α(1), ΚΕΦ. 154). Το πρωτόδικο Δικαστήριο (κατόπιν παραδοχής) επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών, διατάσσοντας αναστολή. Το Εφετείο επισημαίνοντας την οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου που κτύπησε ποδηλάτη και τις εκεί επιβαρυντικές περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, διέταξε την άμεση έκτιση της ποινής φυλάκισης.

 

75.   Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η Κατηγορούμενη κατάγεται από χωριό της Επαρχίας Λεμεσού, είναι παντρεμένη από το 2007 και είναι μητέρα δύο θυγατέρων ηλικίας 18 ετών (φοιτήτρια στην Ισπανία) και 15 ετών (μαθήτρια Γ’ τάξης Γυμνασίου) αντίστοιχα. Είναι απόφοιτη ιδιωτικού κολλεγίου στη Λεμεσό, στον κλάδο Ταξιδιών και Τουρισμού και έχει σταθερή εργασία, αφού εργάζεται στο ταξιδιωτικό τμήμα ναυτιλιακής εταιρείας αδιάλειπτα από το 2008. Ο σύζυγός της εργάζεται ως ωρομίσθιος εργάτης στο Τμήμα Δημοσίων Έργων από το 2007 (αρχικά ως έκτακτος και αργότερα ως μόνιμος). Η Κατηγορούμενη έχει διαγνωστεί με σακχαρώδη διαβήτη Τύπου ΙΙ και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Συνεπεία της οδικής σύγκρουσης, υπέστη κρίση πανικού, απορρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη και αρρυθμία καρδίας και νοσηλεύθηκε αμέσως μετά τη σύγκρουση στο Γ.Ν. Λεμεσού. Έκτοτε λαμβάνει ψυχολογική στήριξη και φυτικά σκευάσματα για τη διαχείριση ύπνου. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Κατηγορούμενη ήταν σε μελαγχολική κατάσταση και αναφέρθηκε ότι, η οικογένεια της δεν γνωρίζει για την παρούσα ποινική διαδικασία. Λαμβάνει μηνιαίως €2.200= από την εργασία της, ο δε σύζυγός της €1.300= μηνιαίως και έχουν έξοδα φοίτησης της μεγαλύτερης θυγατέρας τους στην Ισπανία ύψους €1.400= μηνιαίως, €650= έξοδα για την μικρότερη θυγατέρα τους και €1.300= μηνιαία δόση για στεγαστικό δάνειο. Σύμφωνα με την λειτουργό των ΥΚΕ, υπήρξε σύσταση για συνεργασία με ψυχολόγο για καλύτερη διαχείριση της αυξημένης ψυχολογικής κατάστασης που βιώνει η Κατηγορούμενη.

 

76.   Η παραδοχή της Κατηγορούμενης, 1 έτος μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεικνύει με απτό, αλλά και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά της,[25] σε συνάρτηση με τη συνεργασία της με τις διωκτικές αρχές, υπάρχει δε πλήρης πρόθεση αποζημίωσης της οικογένειας του θύματος μέσα από την ασφαλιστική εταιρεία με την οποία είναι συμβεβλημένη, δεδομένα τα οποία λαμβάνονται δεόντως υπόψη.

 

77.   Η Κατηγορούμενη διάγει κατά τα άλλα έναν νομοταγή πρότερο βίο, είναι λευκού ποινικού μητρώου στην ηλικία των 48 ετών σήμερα και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησής της δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, διάγει μία, κατά τα άλλα, αψεγάδιαστη οδηγική πορεία και το παρόν ήταν -πράγματι- ένα μεμονωμένο ατυχές περιστατικό και δεν έχει απασχολήσει τις διωκτικές αρχές με οποιοδήποτε άλλο τρόπο στο παρελθόν. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας.[26]

 

78.   Σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα, έχω ήδη παραθέσει την πορεία της υπόθεσης, όπως φαίνεται μέσα από το φάκελο της διαδικασίας (ίδε ανωτέρω §3). Από την μελέτη του φακέλου, διαπιστώνεται ότι, η διερεύνηση είχε ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2024, όταν ετοιμάστηκε η έκθεση γεγονότων (Έγγραφο Α), που φέρει ημερ. 07/02/2024. Εντούτοις, η ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε 8 μήνες μετά και 21 περίπου μήνες από την επέλευση της σύγκρουσης, ενώπιον δε του Δικαστηρίου ακούστηκε και ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από 1 ½ χρόνο από την καταχώρησή της.

 

79.   Το γεγονός ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 3 και πλέον έτη από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος δεν παραγνωρίζεται, ως αντικειμενικό γεγονός στην απόσταση που προκύπτει μεταξύ της διάγνωσης του αδικήματος και του χρόνου που καλείται να επιβάλει ποινή το Δικαστήριο, γεγονός που έχει εντείνει την αγωνία και το στρες που βιώνει η Κατηγορούμενη, ακόμη κι αν δεν έχουν αλλάξει ουσιωδώς οι οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, πέραν του γεγονότος ότι, στην παρούσα φάση έχουν, όπως φαίνεται, αυξηθεί τα έξοδα της οικογένειας, συνεπεία των σπουδών της θυγατέρας της στο εξωτερικό.

 

80.   Έτι περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι, η Κατηγορούμενη εμφανίστηκε ενώπιον μου πλήρως συνειδητοποιημένη και μεταμελημένη, ενώ η θανατηφόρα τροχαία σύγκρουση έχει επηρεάσει ουσιωδώς τον ψυχικό της κόσμο. Σύμφωνα με την ψυχιατρική γνωμάτευση, αντιμετωπίζει μετατραυματική διαταραχή στρες και μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και συστήνεται ψυχοθεραπεία και λήψη φαρμακευτικής αγωγής για ένα έτος, ενώ ποινή στερητική της ελευθερίας της ενέχει κίνδυνο επιδείνωσης της υφιστάμενης ψυχικής διαταραχής και απορρύθμιση της ψυχικής της κατάστασης.

 

81.   Λαμβάνω δε υπόψη μου το γεγονός ότι, στην επίδικη θανατηφόρα τροχαία σύγκρουση, φέρει συντρέχουσα ευθύνη και η πεζή, η οποία ανέλαβε τον κίνδυνο να διασταυρώσει μεγάλη λεωφόρο με τροχαία κίνηση (γεγονός που διαπιστώνεται από μία σύντομη επισκόπηση των πλάνων ΚΚΒΠ), από σημείο που δεν επιτρεπόταν και με σκουρόχρωμη ένδυση, δεν είχε ούτε η ίδια επαρκή επόπτευση του δρόμου και προφανώς εκτίμησε λανθασμένα την παρουσία του αυτοκινήτου, όταν αποφάσισε να εισέλθει στην λωρίδα πορεία της Κατηγορούμενης, με αποτέλεσμα να επέλθει το μοιραίο.

 

82.   Τα ελαφρυντικά της Κατηγορούμενης και οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοια όμως που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος που αντιμετωπίζει, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη φύση της αμέλειας που επιδείχθηκε. Θα επηρεάσουν ουσιωδώς το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοια που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.

 

83.   Κατά τα ειρημένα πιο πάνω, αποτιμώντας, από τη μία, τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, και, από την άλλη, τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα κάτω από τις περιστάσεις ποινή· τούτο δε έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής [Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ, Zac & others ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης (1994) 2 ΑΑΔ 128].

 

84.   Η σοβαρότητα του αδικήματος και τα επακόλουθα του δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση της ικανότητας της Κατηγορούμενης να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι, η ίδια εργάζεται.

 

85.   Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις περιστάσεις της θανατηφόρας τροχαίας σύγκρουσης, σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς / μετριαστικούς παράγοντες[27] και έχοντας κατά νουν την αδιαμφισβήτη συντρέχουσα αμέλεια του θύματος, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 8 μηνών και 8 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης της. Επιπρόσθετα, η Κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματός της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών.

 

 

[IX]  ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ

86.  Προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσον υπάρχει ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης, που μόλις επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3(1) του περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Ο σκοπός του Ν. 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε και πάλι από το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 231/2019, ημερ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B172.

 

87.  Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου [Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583].

 

88.  Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της [Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373].

 

89.  Στην Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1 διευκρινίζεται ότι, η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται, τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται, μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάληκε.

 

90.  Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι [Demetriou v. R. (1976) 2 J.S.C. 386, Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303]:

 

1)    Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.

2)    Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.

3)    Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

91.   Οι αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3.(1) και 3.(2) του Ν. 95/1972, συνοψίζονται περιεκτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφ. αρ. 277/2018, ημερ. 10/05/2019, ECLI:CY:AD:2019:B179, στο εξής απόσπασμα:

 

«Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.».

[Έμφαση του Δικαστηρίου].

 

92.   Έχοντας προβεί σε εκ νέου θεώρηση των συνθηκών που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και συνεκτιμώντας τις περιστάσεις διάπραξης της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, κρίνω ότι, δεν παρέχουν ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορούμενης, η ειλικρινής μεταμέλεια της και ο διαρρεύσας χρόνος λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος της ποινής, αλλά δεν δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής.[28] Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής, που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου.[29]

 

93.   Η ποινή στέρησης του δικαιώματος της Κατηγορούμενης να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να αρχίζει μετά την αποφυλάκισή της.

 

94.   Τυχόν έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία, ενόψει της άμεσης έκτισης της ποινής φυλάκισης από την Κατηγορούμενη.

 

95.   Αναμένεται ότι, θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα από την Διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών για την παροχή ψυχολογικής ή άλλης υποστήριξης στην Κατηγορούμενη κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής φυλάκισης.

 

 

(Υπ.) ………………………

Ε. Μιντή Οικονόμου

Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Η οδός Αλεξάνδρειας έχει απόσταση περίπου 1km από το σημείο της σύγκρουσης.

[2] Το αποτέλεσμα προκύπτει από τον ακόλουθο υπολογισμό: 18.4 μέτρα (έναρξη ιχνών τροχοπέδησης) μείον 13 μέτρα (σημείο σύγκρουσης Χ).

[3] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι, με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν. 129(I)/2020 στο άρθρο 19 του Ν. 86.1972, έχει περιοριστεί η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποστερήσει από πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του άρθρου 210, Π.Κ. την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 3 μήνες. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη ότι, με την πρόσφατη τροποποίηση ημερ. 18/06/2025 στο άρθρο 19(1) και την προσθήκη του εδαφίου (γ) η μέγιστη προβλεπόμενη χρονική διάρκεια αποστέρησης άδειας οδήγησης για αδικήματα δυνάμει του άρθρου 210, ΚΕΦ. 154 έχει αυξηθεί στα 2 έτη.

[4] Βλ. επίσης, Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232, η οποία αφορούσε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο πλαίσιο της οποίας επισημάνθηκαν τα κατωτέρω, τα οποία διατηρούν στο ακέραιο την επικαιρότητά τους σχεδόν 30 έτη μετά: «Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την Κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.»

[5] Γ.Ε. ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφ. 244/2017, ημερ. 08/07/2019.

[6]It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best.

[7] Μνεία στην απόφαση αυτή γίνεται και στην πιο πρόσφατη απόφαση Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 129/2024, ημερ. 08/11/2024.

[8] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους» Έμφαση δική μου.

[9] (1971) 2 Q.Β. 674.

[10]Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to “causing” death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Gould (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be “a substantial” cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question.Έμφαση δική μου.

[11]The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey (1957) 41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould (1933) 47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of “a substantial cause.” Though the word “substantial” does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people.” Έμφαση δική μου.

[12] Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου, Ποιν. Έφ. 241/2012, ημερ. 14.12.2014.

[13] Attorney General v. Iacovides (1973) 2 C.L.R. 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα (2005) 2 Α.Α.Δ. 713, Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, ΓΕ ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355, ΓΕ ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, ΓΕ ν Arif Aksahin, Ποιν. Έφ. 62/2025, ημερ. 29/10/2025

[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 331.

[15] Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 487, 491.

[16] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355.

[17] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109.

[18] Γ.Ε. ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γ.Ε. ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10, Γ. Ε. ν. Τέλλα (1991) 2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77 και Γ.Ε. ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252 και Γ. Ε. ν. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272.

[19] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία (2015) 2 Α.Α.Δ. 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων.

[20] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191. Βλ. επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 695, ΓΕ ν. Ιωάννου, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024.

[21] Χωρίς να δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, σημειώνεται υπό τύπο σχολίου η παράθεση στην ψυχιατρική γνωμάτευση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η αναφορά της Κατηγορούμενης ότι, έχει αναδρομικές εικόνες τύπου flashback σχετιζόμενες με το επίδικο συμβάν και θυμάται την πεζή να διασχίζει το δρόμο και να στέκεται στην ενδιάμεση νησίδα· νόμιζε ότι, θα περιμένει εκεί (σελ. 3, σημείο 6, ψυχιατρική γνωμάτευση Δρ. Σπυρίδη).

[22] Γ.Μ. Πική, σελ. 3

[23] 22 C.L.R., 147

[24] Supra, σελ. 2, 5‑8

[25] Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 «[…] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[25] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[25]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[25]).

[26] Νίκος Χ’’ Ιωάννου ν. Αστυνομίας ανωτέρω.

[27] Ακόμη και τις επιπτώσεις που θα έχει στην οικογένεια της Κατηγορούμενης η επιβολή ποινής φυλάκισης [Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328].

[28] Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη (2009) 2 Α.Α.Δ. 537 όπου το Α.Δ. κατέληξε ότι, «οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής και εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές για να δικαιολογηθεί ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής».

[29] Ραφαήλ Κόρμπος ν ΓΕ, Ποιν. Έφ. 160/2025, ημερ. 24/11/2025, Γ.Ε. v. Μαρίνου Τάκκα, Ποι. Έφ. 160/2022, 26/6/2025, Ina Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 229/2024, ημερ. 08/11/2024, Ορέστης Χριστοφή v. Αστυνομίας, ανωτέρω, Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Έφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.2024, Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο