ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Υπόθεση αρ. 6075 / 2024, 30/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Υπόθεση αρ. 6075 / 2024, 30/3/2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Υπόθεση αρ. 6075 / 2024, 30/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 6075 / 2024

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Μ. Αποστολίδης, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι κατηγορίες και η διαδικασία

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων:

 

1η Κατηγορία: ότι μεταξύ του μηνός Ιουνίου 2023 και της 3ης Ιουλίου 2023, στην Αγία Φύλα της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από κλειδωμένο εμπορευματοκιβώτιο, με τα στοιχεία που αναφέρονται, το οποίο βρισκόταν σε ανοικτό περιφραγμένο χώρο, 7346 μέτρα καλώδιο καθώς και άλλα οικοδομικά εργαλεία, σχάρες, σωλήνες, κ.α., συνολικής αξίας €141.122,00, περιουσία του Χ.Γ. από την Ελλάδα [κλοπή από κλειδωμένο κιβώτιο, άρθρα 255, 266(ζ) ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι μεταξύ του μηνός Ιουνίου 2023 και της 3ης Ιουλίου 2023, στην Αγία Φύλα της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από κλειδωμένο εμπορευματοκιβώτιο, άλλο από εκείνο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία, το οποίο βρισκόταν σε ανοικτό περιφραγμένο χώρο, οικοδομικά εργαλεία και εξαρτήματα ηλεκτρονικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, συνολικής αξίας €7.260,00, περιουσία του Χ.Γ. από την Ελλάδα [κλοπή από κλειδωμένο κιβώτιο, άρθρα 255, 266(ζ) ΠΚ.]

 

 

Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: Την 6.7.2023 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού, από τον Χ.Γ. από την Ελλάδα, ότι μεταξύ του μηνός Ιουνίου του 2023 και μέχρι την 3.7.2023, στη Λεμεσό, παραβιάστηκαν τα δύο εμπορευματοκιβώτια που είχε τοποθετημένα σε ανοικτό περιφραγμένο χώρο, στην οδό Θέμιδος Σιαπκαρά Πιτσιλλίδου, στην Αγία Φύλα, στη Λεμεσό (εμπορευματοκιβώτια με διακριτικά ΒΒ2210, χρώματος μπλε, και 156069, χρώματος κόκκινου), και κλάπηκε από μέσα μεγάλη ποσότητα καλωδίων και διάφορα εξαρτήματα (ηλεκτρολογικά και μηχανολογικά), συνολικής αξίας €148.382, τα οποία ο ίδιος είχε φυλαγμένα για έργα, στα οποία ενδεχομένως να χρειαζόταν να εκτελέσει η εταιρεία του. Ο παραπονούμενος είχε κάνει την τελευταία καταμέτρηση το 2020. Ο ίδιος βρισκόταν στην Ελλάδα, ενημερώθηκε από τρίτο πρόσωπο για την κλοπή την 3.7.2023, και έσπευσε να μεταβεί στην Κύπρο. Το ένα εμπορευματοκιβώτιο ήταν παραβιασμένο, και από το άλλο έλειπε η κλειδαριά. Από το ανοικτό εμπορευματοκιβώτιο, το μπλε, πρόσεξε ότι έλειπαν όλα τα σύρματα και πιθανόν και κάποια από τα εξαρτήματα. Η περίφραξη, στην ανατολική πλευρά του χώρου, έλειπε. Αρχές του Ιουνίου, του ίδιου χρόνου, που είχε πάει κάποιος στη σκηνή, υπάλληλος, δεν είχε προσέξει να είχε γίνει τέτοια κλοπή. Ο παραπονούμενος, μετέπειτα, παρέδωσε λίστα με την κλοπιμαία περιουσία για κάθε ένα από τα εμπορευματοκιβώτια (Τ9, Τ10). Στη σκηνή, μετέβησαν για επιτόπιες εξετάσεις μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού, που διενήργησαν εξετάσεις, και από όπου λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών, ενώ μόνο από το μπλε εμπορευματοκιβώτιο, στο οποίο βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος των κλοπιμαίων, παραλήφθηκαν ως τεκμήρια μία δειγματοληψία (swap) από το εσωτερικό μέρος της μεταλλικής εισόδου, ένα αποτσίγαρο μάρκας Marlboro και ένα χειροψάλιδο με σπασμένη τη μία χειρολαβή, που στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Την 25.7.2023, τα τεκμήρια που συλλέχθηκαν από τη σκηνή παραδόθηκαν από τον Αστ.4052 Μ. Ιωάννου κατάλληλα σφραγισμένα στον Αστ.709 Ν. Χαραλάμπους, για να σταλούν για επιστημονικές εξετάσεις, και την 6.2.2024 ο Αστ.4052 Μ. Ιωάννου παρέλαβε κατάλληλα σφραγισμένα τα ίδια τεκμήρια από τον Ε/Αστ.5545 Α. Θεοδότου, αφού έτυχαν επιστημονικής εξέτασης από το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας και τα έθεσε υπό τη φύλαξή του (Τ7, Τ8, Τ11). Την 12.5.2024, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος συνδέθηκε γενετικά με το αποτσίγαρο που είχε ληφθεί από τη σκηνή, εντοπίστηκε από τον Αστ.746 Ι. Ματζιαρή και συνελήφθη βάσει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε την 23.4.2024 (Τ5, Τ6). Την 12.5.2024, η Αστ.4738 Ε. Χαριλάου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο (Τ2, Τ4). Την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος παρείχε τη συγκατάθεσή του για λήψη μετρήσεων (Τ3).  Την 13.5.2024 και ώρα 17:30, ο Α/Αστ.3126 Μ. Γαννακού έλαβε ως τεκμήριο από τον Κατηγορούμενο τα παρειακά του επιχρίσματα κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, τα οποία σφραγίστηκαν και συσκευάστηκαν (Τ1). Στην ανακριτική του κατάθεση, Τ4, ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως ήταν άνεργος τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μετά που είχε αποφυλακιστεί, και διαμένει με τη μητέρα του, τον πατριό του και τον υιό του, τότε 18 ετών. Ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, καπνιστής τσιγάρων μάρκας Marlboro light. Δεν γνωρίζει πού είναι η συγκεκριμένη οδός, στην Αγία Φύλα, για να γνωρίζει εάν πήγε, αλλά πηγαίνει γενικά στην Αγία Φύλα. Κατά το υπό αναφορά χρονικό διάστημα είχε αγοράσει δύο παλιά αυτοκίνητα, της τάξης των €300 και €400 ευρώ, που δεν ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση, και τα πώλησε ως παλιά μέταλλα. Δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο. Όταν του υποβλήθηκε ότι υπάρχει μαρτυρία, επιστημονική, που τον συνδέει με την κλοπή από το ένα εκ των εμπορευματοκιβωτίων, απάντησε «ο θεός να σας γιάνει. Αν έπιανα 141 σσιλιάες, πέρσι ήταν να μου απένταρος, κκιλίντζιρος; Τερατσιά εν έχω να κρεμαστώ». Συναφώς, απάντησε πως δεν γνωρίζει ούτε για την κλοπιμαία περιουσία και πως δεν έχει οποιαδήποτε σχέση. Η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση των τεκμηρίων έγινε σύμφωνα με τον νόμο, χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων.

 

Έπειτα, παρουσιάστηκε μαρτυρία από τους Αστ.266 Άγγελο Περικλέους (ΜΚ1) και Δρ. Σταυρούλα Ξενοφώντος (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως, ενώ δεν προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία. Ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, στην οποία θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά στη συνέχεια.

 

Μαρτυρία

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.

 

Το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.

 

ΜΚ1: Αστ.266 Άγγελος Περικλέους

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ12), στην οποία περιγράφει τις ενέργειές του κατά την επίσκεψή του στη σκηνή στις 6.7.2023, περιλαμβανομένης της λήψης φωτογραφιών και της συλλογής τεκμηρίων. Αναγνώρισε και κατέθεσε το φωτογραφικό υλικό (Τ13), καθώς και το δελτίο εξέτασης σκηνής (Τ14). Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια που αναφέρονται στο Τ14 και τα οποία κατείχε ο μάρτυρας τελούν υπό την κατοχή της Αστυνομίας.

 

Ο μάρτυρας εξήγησε το περιεχόμενο των φωτογραφιών Τ13, από τις οποίες προκύπτει ότι τα δύο εμπορευματοκιβώτια βρίσκονταν τοποθετημένα σε ανοικτό χωράφι, περιφραγμένο με μεταλλική περίφραξη, πλησίον δρόμου με πεζοδρόμιο και σε περιοχή με οικίες. Στον εξωτερικό χώρο, καθώς και έξω από τις εισόδους των εμπορευματοκιβωτίων, υπήρχαν διάφορα μεταλλικά, πλαστικά και ξύλινα αντικείμενα, περιλαμβανομένων σωλήνων μεγάλου μήκους, τοποθετημένα ακατάστατα, ενώ στον χώρο υπήρχε βλάστηση. Το μπλε εμπορευματοκιβώτιο βρέθηκε με την πόρτα ανοικτή και στο εσωτερικό του υπήρχαν διάφορα αντικείμενα, επίσης τοποθετημένα ακατάστατα, καθώς και ακαθαρσίες στο δάπεδο. Αντίστοιχα, στο κόκκινο εμπορευματοκιβώτιο υπήρχαν αντικείμενα στοιβαγμένα ή τοποθετημένα με τρόπο που περιόριζε τη δυνατότητα διακίνησης εντός αυτού.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η φωτογραφία 10, όπου απεικονίζεται το αποτσίγαρο τοποθετημένο, χωρίς λύγισμα, επί ξύλινης επίπεδης επιφάνειας, η οποία φαίνεται υπερυψωμένη και όχι στο δάπεδο, επί της οποίας υπήρχαν επίσης μικρές πέτρες, χόρτα και άλλα αντικείμενα. Η εν λόγω επιφάνεια δεν απεικονίζεται ως μοναδική στον χώρο, καθώς εντός του εμπορευματοκιβωτίου υπήρχαν περισσότερες παρόμοιες ξύλινες επιφάνειες με αντικείμενα επ’ αυτών. Το χειροψάλιδο με τη σπασμένη χειρολαβή απεικονίζεται στη φωτογραφία 13 στο έδαφος, με τη μύτη του να ακουμπά σε ξύλινη επιφάνεια επίσης τοποθετημένη στο έδαφος, ενώ στη φωτογραφία 14 η σπασμένη χειρολαβή φαίνεται εν μέρει κάτω από κιβώτιο.

 

Ο ΜΚ1, στη βάση πληροφοριών που εξασφαλίστηκαν από τον παραπονούμενο, ανέφερε ότι τα καλώδια, μεγάλης ποσότητας, είχαν κοπεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταφορά τους, και ότι το χειροψάλιδο αποτελεί εργαλείο κατάλληλο για τέτοια κοπή. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η μεταφορά των καλωδίων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί είτε με διπλοκάμπινο όχημα σε πέντε έως έξι διαδρομές είτε με σαλούν αυτοκίνητο σε δέκα έως δεκαπέντε διαδρομές (Τ15). Η κύρια ποσότητα της αφαιρεθείσας περιουσίας ήταν καλώδια με σημαντική περιεκτικότητα σε χαλκό, ενώ οι σχάρες και τα λοιπά εξαρτήματα συνιστούν μεταλλικά αντικείμενα που δύνανται να διατεθούν ως σίδηρος.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι δειγματοληψία για γενετικό υλικό έγινε μόνο από το εσωτερικό του μπλε εμπορευματοκιβωτίου και όχι από το κόκκινο, ούτε από το σύνολο των επιφανειών ή αντικειμένων. Ο δακτυλοσκοπικός έλεγχος απέβη αρνητικός. Υπέδειξε το σημείο ανεύρεσης του αποτσίγαρου στις σχετικές φωτογραφίες, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πότε αυτό εναποτέθηκε. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποια πρόσωπα εισήλθαν στον χώρο πριν από την Αστυνομία, αναφέροντας το ενδεχόμενο να επρόκειτο για υπαλλήλους του παραπονούμενου. Η εξωτερική θύρα είχε βρεθεί ανοικτή και παρέμεινε ως τέτοια, ενώ η πρόσβαση στον χώρο κατά τον χρόνο της επίσκεψης της Αστυνομίας ήταν εύκολη, δεδομένης και της κατάστασης της περίφραξης, η οποία δεν ήταν σταθερά προσδεδεμένη στο έδαφος και είχε σε σημείο καταπέσει. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον χρόνο τέλεσης της επέμβασης, ούτε να αποκλείσει το ενδεχόμενο εισόδου άλλων προσώπων στο μεσοδιάστημα.

 

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο μεταφοράς του αποτσίγαρου, ανέφερε ότι αυτό βρέθηκε σε υπερυψωμένη επιφάνεια και όχι στο δάπεδο, χωρίς όμως να δύναται να γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες περιήλθε στο σημείο. Διευκρίνισε, επίσης, ότι δεν είχε γνώση των αποτελεσμάτων της γενετικής εξέτασης, καθότι ο ρόλος του περιορίστηκε στη συλλογή των τεκμηρίων.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε ως προς τα ουσιώδη πραγματικά δεδομένα που ο ίδιος διαπίστωσε και κατέγραψε. Ο μάρτυρας κατέθεσε με σαφήνεια και εντός των ορίων της προσωπικής του γνώσης, χωρίς υπερβολές ή εσωτερικές αντιφάσεις, προβαίνοντας σε εύλογες παραδοχές όπου δεν είχε άμεση γνώση. Δεν εντοπίζονται στοιχεία που να θίγουν την αξιοπιστία του και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως προς τα γεγονότα που ο ίδιος αντιλήφθηκε και κατέγραψε.

 

ΜΚ2: Δρ. Σταυρούλα Ξενοφώντος

 

Η ΜΚ2 είναι προσοντούχος γενετίστρια (Τ16), η οποία υπηρετεί στο Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου, στο Τμήμα Καρδιαγγειακής Γενετικής και στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής, ως Ανώτερη Επιστήμονας/Διευθύντρια. Τα προσόντα και η εξειδίκευσή της δεν αμφισβητήθηκαν. Αναγνώρισε και κατέθεσε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης (Τ17), η οποία αποτυπώνει τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από την Αστυνομία, ήτοι επίχρισμα από το εσωτερικό μέρος της μεταλλικής εισόδου του εμπορευματοκιβωτίου ΒΒ2210 (5132-1), αποτσίγαρο μάρκας Marlboro (5132-2) και χειροψάλιδο με σπασμένη χειρολαβή (5132-3).

 

Ως προς τα τεκμήρια 5132-1 και 5132-3, η ποσότητα και ποιότητα ανθρώπινου πυρηνικού γενετικού υλικού κρίθηκαν ανεπαρκείς για περαιτέρω ανάλυση και συγκρίσεις σε μοριακό επίπεδο. Αντιθέτως, στο τεκμήριο 5132-2 (αποτσίγαρο) εντοπίστηκε, κατόπιν βιοχημικής εξέτασης, παρουσία αμυλάσης, ένδειξη σάλιου, και ακολούθως απομονώθηκε από το φίλτρο γενετικό υλικό υψηλής ποιότητας. Το προκύψαν γενετικό προφίλ ήταν πλήρες και μονό, με ισοζυγισμένες κορυφές σε όλες τις θέσεις, και ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του Κατηγορούμενου, το οποίο ήταν καταχωρισμένο στη σχετική βάση δεδομένων (ΥΠΕΓΕ 104/2011).

 

Κατά την προφορική της μαρτυρία, η ΜΚ2 εξήγησε ότι η ταύτιση σε όλες τις εξετασθείσες θέσεις, με τα ίδια αλλήλια, καταδεικνύει ότι το γενετικό υλικό προέρχεται από το ίδιο άτομο. Διευκρίνισε ότι η ποιότητα και η μορφή του προφίλ (πλήρες, μονό και ισοζυγισμένο) είναι συμβατές με άμεση εναπόθεση γενετικού υλικού μέσω σάλιου, όπως αναμένεται σε περίπτωση καπνίσματος. Κατέληξε ότι το αποτσίγαρο είναι τσιγάρο που κάπνισε ο Κατηγορούμενος.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 προέβη σε σημαντικές διευκρινίσεις ως προς τα όρια της επιστημονικής ερμηνείας. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεταγενέστερης επαφής του αποτσίγαρου με άλλο πρόσωπο χωρίς ανίχνευση γενετικού υλικού, λόγω του φαινομένου των «κακών δοτών» ή χρήσης γαντιών, ούτε ότι ακόμη και «καλοί δότες» ενδέχεται, υπό συνθήκες, να μην αφήσουν ανιχνεύσιμο γενετικό ίχνος. Περαιτέρω, εξήγησε ότι δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ούτε ο χρόνος καπνίσματος του τσιγάρου ούτε ο χρόνος εναπόθεσής του στον χώρο. Ομοίως, δεν μπορεί να καθοριστεί αν το τσιγάρο καπνίστηκε στο σημείο όπου βρέθηκε ή αλλού. Αναφορικά με περιβαλλοντικούς παράγοντες, ανέφερε ότι η έκθεση σε βροχή, θερμότητα ή ηλιακή ακτινοβολία για παρατεταμένο χρόνο ενδέχεται να επηρεάσει ή και να εξαφανίσει το γενετικό υλικό, χωρίς όμως να υπάρχουν καθορισμένα πειραματικά δεδομένα που να επιτρέπουν ακριβή χρονολόγηση ή ασφαλή συμπεράσματα ως προς τον χρόνο έκθεσης. Τέλος, διευκρίνισε ότι η απουσία γενετικού υλικού στα άλλα τεκμήρια δεν αποκλείει ανθρώπινη επαφή με αυτά.

 

Η μαρτυρία της ΜΚ2 ήταν σαφής, επιστημονικά τεκμηριωμένη και προσεκτικά περιορισμένη εντός των ορίων της ειδικότητάς της. Δεν αμφισβητήθηκε ως προς την ορθότητα της μεθοδολογίας ή των συμπερασμάτων της. Παρέμεινε ουδέτερη και δεν επιχείρησε να επεκταθεί πέραν των επιστημονικά επιτρεπτών συμπερασμάτων, ιδίως ως προς ζητήματα χρονισμού, τρόπου εναπόθεσης ή ταυτότητας δράστη. Δεν εντοπίζονται στοιχεία που να θίγουν την αξιοπιστία της και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της.

 

Δηλώθηκε, περαιτέρω, και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια που εξετάστηκαν και αναφέρονται στην έκθεση Τ17 ταυτίζονται με τα τεκμήρια που είχαν τεθεί στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

Όσα προκύπτουν από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων και όσα γεγονότα προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, που συνθέτουν την πραγματική βάση, πάνω στην οποία το Δικαστήριο μπορεί να κινηθεί, για να εξετάσει την υπόθεση.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].

 

Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ:

 

«255.-(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

 

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

 

(i) με τέχνασμα

 

(ii) με εκφοβισμό

 

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

 

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

 

(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

 

(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

 

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.»

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 266(ζ) ΠΚ:

 

 

«Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή-

 

(α) …

 

(β) …

 

(γ) …

 

(δ) …

 

(ε) …

 

(στ) …

 

(ζ) αν ο υπαίτιος, με σκοπό διάπραξης του ποινικού αδικήματος ανοίξει με κλειδί ή άλλο όργανο, κλειδωμένο δωμάτιο, κιβώτιο ή άλλο δοχείο,

 

ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.»

 

 

Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κλοπής από κλειδωμένο εμπορευματοκιβώτιο, το Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, την κατοχή πράγματος που έχει αξία και ανήκει σε άλλον, προβαίνοντας και σε οποιαδήποτε έστω ελάχιστη μετακίνησή του, ενεργώντας δόλια και χωρίς καλή πίστη ή αξίωση δικαιώματος, με πρόθεση κατά τον χρόνο της πράξης να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό. Περαιτέρω, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 266(ζ) ΠΚ, απαιτείται όπως αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, με σκοπό τη διάπραξη της κλοπής, προέβη στο άνοιγμα κλειδωμένου χώρου, εν προκειμένω εμπορευματοκιβωτίου, με χρήση κλειδιού ή άλλου οργάνου. Εφόσον τα ανωτέρω στοιχεία αποδειχθούν σωρευτικά, θεμελιώνεται η ενοχή του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή θεμελιώνει την υπόθεση σε περιστατική μαρτυρία, με κεντρικό άξονα τη γενετική ένδειξη. Το επίδικο ζήτημα, όπως αναδείχθηκε και από την αμφισβήτηση της Υπεράσπισης, είναι κατά πόσον η εν λόγω μαρτυρία, στην ολότητά της, συγκροτεί συνεκτική αποδεικτική αλυσίδα ικανή να ικανοποιήσει το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει ότι το αποδεικτικό υλικό, εξεταζόμενο συνολικά, οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ενοχής. Επικεντρώνεται στον εντοπισμό αποτσίγαρου μάρκας Marlboro εντός του μπλε εμπορευματοκιβωτίου, από το οποίο απομονώθηκε πλήρες και μονό γενετικό προφίλ ταυτιζόμενο με εκείνο του Κατηγορούμενου. Η θέση και ο τρόπος εντοπισμού του τεκμηρίου, όπως έθεσε, κατά τη μαρτυρία του ΜΚ1, δεν συνάδουν με τυχαία μεταφορά, ενώ η επιστημονική μαρτυρία της ΜΚ2 αποδυναμώνει σενάρια έμμεσης εναπόθεσης. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η γενετική ένδειξη δεν απομονώνεται, αλλά εντάσσεται σε ευρύτερο πλέγμα περιστάσεων, που περιλαμβάνει τη διαπιστωμένη παραβίαση των εμπορευματοκιβωτίων, τον ενιαίο τρόπο δράσης, τη φύση και τον όγκο των αφαιρεθέντων αντικειμένων, καθώς και τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ως προς τη συνήθεια καπνίσματος και τη σχέση του με παλαιά μέταλλα. Η απουσία εξήγησης για την παρουσία του γενετικού του υλικού στον χώρο προβάλλεται ως στοιχείο που ενισχύει τη συνολική εικόνα.

 

Αντιθέτως, η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η υπόθεση, στην ουσία της, εδράζεται σε ένα και μόνο εύρημα και ότι η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να ανυψώσει το εύρημα αυτό σε πλήρη απόδειξη, καλύπτοντας ουσιώδη κενά με εικασίες. Τονίζεται ότι η σκηνή ήταν ανοικτή, μη απομονωμένη και προσβάσιμη, ότι ο χρόνος τέλεσης των αδικημάτων παραμένει απροσδιόριστος και ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς τον χρόνο ή τις συνθήκες εναπόθεσης του αποτσίγαρου. Επισημαίνεται ότι πρόκειται για αντικείμενο ευχερώς μετακινούμενο και ότι, κατά τη μαρτυρία της ΜΚ2, δεν αποκλείεται η μεταφορά του από τρίτο πρόσωπο χωρίς ανιχνεύσιμο γενετικό υλικό. Περαιτέρω, υπογραμμίζεται η απουσία οποιασδήποτε άλλης αντικειμενικής σύνδεσης του Κατηγορούμενου με τη σκηνή ή με την τέλεση της πράξης. Δεν υπάρχει μαρτυρία θέασης, κατοχής ή διάθεσης της κλοπιμαίας περιουσίας, ούτε ανεύρεση γενετικού υλικού ή άλλων ιχνών σε κρίσιμα σημεία. Το γεγονός ότι τρίτα πρόσωπα εισήλθαν στον χώρο πριν την αστυνομική διερεύνηση προβάλλεται ως πρόσθετος παράγοντας αβεβαιότητας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η αλυσίδα της περιστατικής μαρτυρίας δεν είναι πλήρης και ότι παραμένουν λογικές εναλλακτικές εκδοχές, οι οποίες δεν έχουν αποκλειστεί.

 

Αμφότερες οι πλευρές έχουν βασίσει τις τοποθετήσεις τους σε νομολογία, την οποία έχω υπόψη μου. Σε μέρος αυτής, θα γίνει αναφορά και στη συνέχεια, λέγοντας, αρχικά, πως η περιστατική μαρτυρία συνιστά μορφή έμμεσης απόδειξης. Είναι μαρτυρία σχετικών γεγονότων, από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία άλλων γεγονότων, σχετικών με τα θέματα που πρέπει να αποφασιστούν. Συχνά, είναι αδύνατον να υπάρξει άμεση μαρτυρία, εφόσον τα ποινικά αδικήματα δυνατόν ή είθισται να διαπράττονται κρυφά. Δεν είναι μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει και μόνη της σε καταδίκη[8]. Τα γεγονότα που αποδεικνύονται και τη συγκροτούν, και τη συνθέτουν ουσιαστικά, θα πρέπει να έχουν λογική συνοχή και συνέχεια στη ροή και τον ειρμό, ώστε αποδεικτικά να οδηγούν σε συμπέρασμα ενοχής, με τρόπο αναπόδραστο και κατ’ επέκταση πειστικό. Όπου τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι αρκούντως πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη, ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής[9]. Όταν ο Κατηγορούμενος προσφέρει εξήγηση που σχετίζεται με την αθωότητά του, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι είναι λογική και αληθής. Σχετικά με την περιστατική μαρτυρία και την αποδεικτική της αξίας αναφέρονται στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης (2016)[10], όπως και αναφορές σχετικές με τη μαρτυρία αναγνώρισης, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας γενετικού υλικού ως περιστατικής μαρτυρίας. Δεν υπάρχει κανόνας ότι όπου υπάρχει μόνον γενετική μαρτυρία, δεν επαρκεί για να στηρίξει καταδίκη. Εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, σε κάθε περίπτωση, πως και η δικανική επιστήμη και η τεχνολογία δυνατόν να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Επομένως, προσεγγίσεις ή αρχές που υπήρξαν σε ορισμένες υποθέσεις, δεν αποκλείεται να μην συνιστούν καλό δίκαιο σε άλλες.

 

Στη R v Lashley [2000] EWCA Crim 88, η καταδίκη του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων, για προσχεδιασμένη ληστεία είχε βασιστεί στο γεγονός ότι στην σκηνή του εγκλήματος βρέθηκε ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Εξ αυτής της αφορμής είχε λεχθεί πως εάν και η γενετική μαρτυρία συνιστά ένα «δυνατό όπλο», δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη η ενοχή του ατόμου του οποίου εντοπίζεται το γενετικό υλικό στην σκηνή, χωρίς οποιαδήποτε άλλη υποστηρικτική μαρτυρία. Ιδίως, όταν ο εντοπισμός του γενετικού υλικού είναι πάνω σε μεταφερόμενα αντικείμενα που βρίσκονται στην σκηνή του εγκλήματος. Στη λογική της R v Lashley (ανωτέρω), και της R v Doheny [1996] EWCA Crim 728, στην οποία βασίστηκε, υπήρξαν και άλλες υποθέσεις.

 

Στη R v Grant [2008] EWCA Crim 1890, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, ληστεία, βρέθηκε μπαλακλάβα (κουκούλα που καλύπτει σχεδόν όλο το πρόσωπο) σε κοντινό σημείο από την σκηνή του εγκλήματος. Σε κοντινό σημείο από τη σκηνή, είχαν βρεθεί και άλλα αντικείμενα και μέρος των κλοπιμαίων, καθώς και ένα πυροβόλο όπλο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ένας άνδρας μπήκε στις εγκαταστάσεις όπου έγινε η ληστεία, με ένα πυροβόλο όπλο, φορούσε ένα σκούρο σακάκι, ένα σκουφάκι και μια μπαλακλάβα. Τα μόνα προσδιοριστικά της ταυτότητας του δράστη ήταν ότι είχε τοπική προφορά και μπλε μάτια. Δεν υπήρχε υλικό από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Στη μπαλακλάβα που συλλέχθηκε, και κατά λογική προέκταση ήταν η κουκούλα που φορούσε ο δράστης, βρέθηκε πλήρες γενετικό προφίλ που ταυτίστηκε με τον κατηγορούμενο, κατά τρόπο ώστε να ήταν σπάνιο να μην ανήκε σε αυτόν. Βρέθηκε, επίσης, και μερικό γενετικό προφίλ άλλου ατόμου. Δεν μπορούσε να προσδιοριστεί χρονικά η εναπόθεση του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην κουκούλα, ποιο εναποτέθηκε πρώτα, και από πού προήλθε το γενετικό υλικό (π.χ. δέρμα, σάλιο κ.λπ.). Δεν εξετάστηκε όλη η επιφάνεια της κουκούλας. Με αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρήθηκε επαρκής η μαρτυρία, επειδή θεωρήθηκε πως δεν αποδείκνυε ότι ο κατηγορούμενος φορούσε την κουκούλα κατά τη διάπραξη της ληστείας, κατ’ επέκταση ότι ήταν εκείνος που διέπραξε τη ληστεία.

 

Στη R v Ogden [2013] EWCA Crim 1294, η οποία αφορούσε διάρρηξη κατοικίας στην οποία επιτεύχθηκε είσοδος από παράθυρο και από την οποία κλάπηκαν ηλεκτρικές συσκευές, είχε εντοπιστεί στην σκηνή του εγκλήματος, μπροστά από το σπασμένο παράθυρο, ένα κασκόλ με κηλίδες αίματος. Το κασκόλ δεν ανήκε σε οποιονδήποτε εκ των κατόχων της κατοικίας και η μόνη λογική εξήγηση που υπήρχε ήταν να ανήκε στον δράστη, που εισήλθε από το παράθυρο. Η μία εκ των κηλίδων αίματος στο κασκόλ, που εξετάστηκε, ταυτίστηκε με τον κατηγορούμενο, με πιθανότητες μία στο δισεκατομμύριο να ανήκε σε κάποιον άλλον. Δεν υπήρχε δυνατότητα να προσδιοριστεί χρονικά η εναπόθεση του γενετικού υλικού στο κασκόλ και ο τρόπος εναπόθεσής του. Υπήρχε ανοιχτό το ενδεχόμενο το κασκόλ να μεταφέρθηκε εκεί από οποιονδήποτε με το αίμα του κατηγορούμενου ήδη τοποθετημένο επάνω, ενώ δεν υπήρχε μαρτυρία πως ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε στην σκηνή ή οτιδήποτε άλλο που να δίδει συνοχή στους λογισμούς περί παρουσίας του κατηγορούμενου στην σκηνή του εγκλήματος. Το υπόλοιπο μέρος του κασκόλ δεν είχε ελεγχθεί, ούτε σε σχέση με δεύτερη κηλίδα αίματος που υπήρχε επίσης πάνω σε αυτό, όπως και εδώ δεν ελέγχθηκε το υπόλοιπο μέρος της εσωτερικής πλευράς της κολλητικής ταινίας, εάν φέρει γενετικό υλικό οποιουδήποτε άλλου ατόμου. Στο μεταξύ, ατυχηματικά, καταστράφηκε, με επιτρέποντας στην υπεράσπιση να ζητήσει περαιτέρω εξετάσεις του. Δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάρρηξη και δεν θεωρήθηκε επαρκής η γενετική μαρτυρία, για να αποδειχθεί η παρουσία του κατηγορούμενου στην οικία που διαρρήχθηκε και για να στηρίξει καταδίκη του, η οποία ακυρώθηκε. 

 

Οι προαναφερόμενες υποθέσεις αναφέρονται σε περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι συνδέονται γενετικά με συνήθους χρήσης μεταφερόμενα αντικείμενα που εντοπίζονται στην σκηνή ή κοντά στην σκηνή του εγκλήματος. Διαφορετική μπορεί να είναι η αντιμετώπιση σε περίπτωση που υπάρχει εναπόθεση γενετικού υλικού σε σταθερά σημεία στην σκηνή του εγκλήματος ή πάνω στο θύμα. Διαφορετική μπορεί να είναι η αντιμετώπιση και σε άλλες περιπτώσεις, που διακρίνονται.

 

Για παράδειγμα, στη R v FNC [2015] EWCA Crim 1732, λέχθηκε πως θα μπορούσε να ήταν αρκετό να απαντηθεί η υπόθεση, σε περίπτωση που βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου σε αντικείμενο στην σκηνή του εγκλήματος, εάν το να ανήκει σε άλλο πρόσωπο είναι σπάνιο. Τολμώντας να θίξει, ο Lord Thomas, πως οι προαναφερόμενες αποφάσεις μπορεί και να αποφασίστηκαν λανθασμένα. Ήταν ενδεχομένως αχρείαστο να λεχθεί κάτι τέτοιο, καθότι, η διαφοροποίηση και κατ’ επέκταση η διαφορετική κατάληξη δικαιολογείτο ούτως ή άλλως, λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της υπόθεσης. Η καταγγέλλουσα, που ταξίδευε με τρένο, σε γεμάτο βαγόνι, κάποια στιγμή, κοντά στο σταθμό Embankment, ένιωσε έναν άντρα να την «χτυπά» από πίσω. Προχώρησε μπροστά και, όπως έκανε πιο μπροστά, έκανε και ο άντρας πίσω της όμοια κίνηση, μπροστά. Μετατοπίστηκε ξανά, αλλά ο άντρας συνέχισε να κάνει επαφή με τη δεξιά πλευρά, από πίσω της. Στη συνέχεια, ένιωσε μια ζεστή αίσθηση μέσα από το παντελόνι της. Ενώ προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, το τρένο σταμάτησε και ο άντρας βγήκε έξω. Παρατήρησε ότι ήταν λευκός με καστανά μαλλιά. Κατέστη σαφές ότι το άτομο είχε αυνανιστεί, εκσπερματίζοντας πάνω της. Κατέβηκε και πήγε στη δουλειά. Οι συνάδελφοί της στη δουλειά της είπαν ότι έπρεπε να καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία, κάτι που έκανε αυθημερόν. Παρέδωσε το παντελόνι της στην αστυνομία. Οι εξετάσεις αποκάλυψαν δύο λεκέδες. Η μικροσκοπική εξέταση του τμήματος του υλικού που εξήχθη από έναν από τους λεκέδες επιβεβαίωσε την παρουσία σπέρματος. Πραγματοποιήθηκαν δοκιμές προφίλ DNA. Δεν υπήρχε σχετική καταχώριση στη βάση δεδομένων, αλλά το προφίλ διατηρήθηκε. Δέκα και πλέον χρόνια αργότερα, ο κατηγορούμενος, άνδρας από τη Μέση Ανατολή, συνελήφθη για άσχετο θέμα και λήφθηκε από αυτόν δείγμα DNA, του οποίου υπήρξε αντιστοιχία με τη βάση δεδομένων DNA, και ειδικότερα με το προφίλ που ελήφθη από το παντελόνι της καταγγέλλουσας, με σπανιότητα να ανήκει σε κάποιον άλλον. Τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία θα στηρίζονταν η κατηγορούσα αρχή θα ήταν η κατάθεση της καταγγέλλουσας, τα αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με την ταύτιση του DNA και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Δεν θα προσκομίζονταν οποιοδήποτε στοιχείο για το πότε ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποια ήταν η απασχόλησή του εκείνη την εποχή και αν είχε αδέρφια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αίτηση και εισήγηση που έγινε πως, υποβλήθηκε πως, στη βάση των προαναφερόμενων υποθέσεων, δεν υπήρχε υπόθεση για να απαντηθεί (κατ’ εξαίρεση, υπάρχει δυνατότητα τέτοιας εισήγησης πριν από την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, αντί μετά το κλείσιμο της υπόθεσής της). Κατ’ έφεση, λήφθηκε υπόψη η απόλυτη ταύτιση του γενετικού προφίλ, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απείχε από το να απαντήσει στις ερωτήσεις που του έγιναν, για να δώσει μια διαφορετική εξήγηση της ύπαρξης του γενετικού του υλικού στο παντελόνι της καταγγέλλουσας, κατ’ επίκληση της αγγλικής νομοθεσίας και της νομολογίας που είχε αναπτυχθεί επί της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας (S.34 of the Criminal Justice and Public Order Act 1994). Έπειτα, έγιναν παραπομπές σε νομολογία που είχε να κάνει με παρόμοιας φύσης αδικήματα, ή και στην R v Sampson & Kelly [2014] EWCA Crim 1968 που διέκρινε τις προαναφερόμενες υποθέσεις από τα γεγονότα της ιδίας χωρίς να τις καταργεί ως δίκαιο.

 

Η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, όπως σχολιάστηκε και στη R v Webber [2004] 1 WLR 404, είχε ως σκοπό να ευθυγραμμίσει το δίκαιο με την κοινή λογική, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, πως, όταν, σε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον προσώπου για κάποιο αδίκημα, δίδεται μαρτυρία ότι ο ύποπτος, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν να κατηγορηθεί, κατά την ανάκριση υπό επίστηση όπου γίνεται προσπάθεια να διερευνηθεί κατά πόσον και από ποιον έχει διαπραχθεί το αδίκημα, αποτύχει να αναφέρει γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την υπεράσπισή του, ή κατηγορείται ή ενημερώνεται για την πιθανότητα να κατηγορηθεί και αποτύχει να αναφέρει γεγονότα τα οποία, υπό τις περιστάσεις, εύλογα θα αναμένονταν να είχε αναφέρει, τότε, μεταξύ άλλων, μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του αυτήν την αποτυχία του, για να αποφασίσει κατά πόσον υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί ή και το Δικαστήριο ή οι ένορκοι να επικαλεστούν αυτή την αποτυχία ως σχετιζόμενη με ενοχή.

 

Είναι ασφαλώς ρητά κατοχυρωμένο το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του υπόπτου ή κατηγορούμενου, και η άσκηση αυτού του δικαιώματός του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Υπό αυτή την παράμετρο, χρειάζεται προσοχή η προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας, βάσει της αγγλικής νομοθετικής διάταξης, που θέτει ως ένα εκ των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη την αποτυχία του κατηγορούμενου να παράσχει εύλογα αναμενόμενες εξηγήσεις κατά την ανάκριση, για το πώς βρέθηκε το γενετικό του υλικό σε συγκεκριμένα αντικείμενα ή χώρους. Η εστίαση είναι εξ αρχής, αναπόφευκτα, στα στοιχεία που προσκομίζει η Κατηγορούσα Αρχή και στη δική τους λογική συνοχή, ώστε, αφού εκείνη στοιχειοθετηθεί και μπορεί να στηρίξει και καταδίκη, τότε, με δεδομένη αυτή την προϋπόθεση, να αναζητείται και εξήγηση από τον κατηγορούμενο, όχι για να ενδυναμώσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά για να του δοθεί η δυνατότητα να εκτρέψει τη λογική από την κατεύθυνση στην οποία δρομολογείται, βάσει της υφιστάμενης μαρτυρίας· δυνατότητα που είναι μέσα στο δικαίωμα υπεράσπισής του.

 

Στη R v Bryon [2015] EWCA Crim 997, ο κατηγορούμενος κατηγορείτο για κλοπή μετρητών από ένα σούπερ μάρκετ. Ειδικότερα, μέσα από αυτό που ονομαζόταν «κουκούλα πτήσης» (flight pods), δηλαδή πλαστικά εμπορευματοκιβώτια που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των μετρητών μέσω ενός κενού σωλήνα, από τα ταμεία προς το ασφαλές ταμείο. Βρέθηκε μικτό προφίλ γενετικό προφίλ σε μία ταινία που είχε χρησιμοποιήσει ο δράστης, για να σφραγίσει την τρύπα που είχε ανοίξει στον σωλήνα. Το μεγαλύτερο μέρος του μικτού γενετικού προφίλ ταίριαζε με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου, με αναλογία πιθανότητας ένα προς δισεκατομμύριο. Ο Κατηγορούμενος είχε προβάλει αθώα εξήγηση για την ύπαρξη του γενετικού του υλικού στο σημείο, αλλά δεν μπορούσε να υπερτερήσει έναντι στη μεγάλη πιθανότητα να εμπλέκεται στο αδίκημα, υπό τις περιστάσεις του, που ήταν ιδιαίτερες. Εκτός από αυτά τα στοιχεία, υπήρχαν στοιχεία που απεδείκνυαν ότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστική απόφαση για κλοπή που πραγματοποιήθηκε με τον ίδιον ακριβώς τρόπο, κατά τη λογική της R v Darnley [2012] EWCA Crim 1148, ότι η προηγούμενη καταδίκη ήταν επαρκές, πρόσθετο, υποστηρικτικό στοιχείο, για να στηριχθεί η καταδίκη. Συναφώς, σχετικά είναι τα άρθρα 101(1) και 103(1) της Criminal Justice Act 2003. Θεωρήθηκε, έτσι, επαρκές το σύνολο της μαρτυρίας, για να διατηρηθεί η καταδίκη.

 

Στη R v Tsekiri [2017] EWCA Crim 40, η παραπονούμενη κάθισε στο αυτοκίνητό της, έτοιμη να ξεκινήσει για τον προορισμό της. Πριν, όμως, προλάβει να το κάνει, ένας άντρας, που ήταν έξω από το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα του οδηγού, έβαλε το ένα χέρι πάνω στο στόμα της και το άλλο πίσω από το κεφάλι της. Μπόρεσε να δει ότι ήταν λευκός, χαμηλού ύψους και με περιττά κιλά, και ότι φορούσε μάλλινο καπέλο. Κατά την πάλη, ή επειδή την τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο, είχε δει και έναν δεύτερο άντρα που ενδεχομένως να συνδέονταν με τον δράστη. Κατάφερε να φωνάξει βοήθεια, οι δύο άντρες τράπηκαν σε φυγή. Κάποια στιγμή, πάνω στην πάλη της με τον δράστη, αφαιρέθηκε από τον λαιμό της και το χρυσό κολιέ που φορούσε. Αργότερα, ορισμένα τμήματά του βρέθηκαν στον δρόμο, κοντά. Λήφθηκαν επιχρίσματα από το εξωτερικό χερούλι της πόρτας του οδηγού (που η παραπονούμενη είδε τον δράστη να αγγίζει, κατά την ώρα του συμβάντος), τα οποία έδωσαν ένα μικτό γενετικό προφίλ, στο οποίο κύρια συνεισφορά είχε ένα και μικρότερη συνεισφορά είχε ένα άλλο. Το γενετικό προφίλ με την κύρια συνεισφορά είναι εκείνο που ταυτίζονταν με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου, με λόγο πιθανολόγησης ένα στο δισεκατομμύριο. Η μικρή ποσότητα του λιγότερο συνεισφέροντος δείγματος δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο εύρημα. Δεν μπορούσε να προσδιοριστεί χρονικά η εναπόθεση του γενετικού υλικού, ή από πού προήλθε (δέρμα, σάλιο, αίμα, κ.λπ.). Ο επιστήμονας, που κατέθεσε, είχε αναφέρει πως η εναπόθεση θα μπορούσε να οφείλεται στο ότι το άτομο άγγιξε το χερούλι της πόρτας ή λόγω δευτερογενούς μεταφοράς. Στη συνέχεια, ανέφερε πως, κατά την εκτίμησή του, η δευτερογενής μεταφορά ήταν απίθανη, δεδομένου ότι το άτομο με το εν λόγω γενετικό προφίλ ήταν ο κύριος συνεισφέρων. Η παραπονονούμενη δεν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον συλληφθέντα δράστη, ενώ εκείνος, στην κατάθεσή του, υπό επίστηση, δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τη βίαιη αφαίρεση του κολιέ. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, είχε υποβληθεί πως έπρεπε η υπόθεση να αποσυρθεί από τους ενόρκους, καθότι κανένα λογικό σώμα ενόρκων, ορθά καθοδηγούμενο, θα μπορούσε να καταδικάσει, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Το Δικαστήριο, πρωτόδικα, απέρριψε την εισήγηση, λέγοντας ότι, όπου η εύρεση γενετικού υλικού που αποδίδεται σε κατηγορούμενο στον τόπο του εγκλήματος είναι το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του, είναι απαραίτητο να εξεταστούν οι συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης από τους ενόρκους. Κατ’ έφεση, όπου απορρίφθηκε η έφεση, έγινε αναφορά σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις, οι οποίες ήταν στη βάση των δικών τους περιστατικών. Έγινε προσπάθεια να τεθούν και ορισμένα κριτήρια, μη εξαντλητικά, τα οποία θα μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη.

 

Στη βάση των «κριτηρίων Tsekiri», είναι χρήσιμο να εξετάζεται εάν υπάρχουν στοιχεία (όχι απλά θεωρητικά σενάρια) από τα οποία να προκύπτει κάποια άλλη εξήγηση για την παρουσία του γενετικού υλικού του κατηγορουμένου στο αντικείμενο και να εκτρέπουν τη λογική της εμπλοκής του στο έγκλημα. Σε αυτή την παράμετρο, εάν ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του έχει δώσει μια φαινομενικά εύλογη περιγραφή της παρουσίας του γενετικού του υλικού, εκεί μπορεί να υπάρχει έδαφος να ισχύει ότι δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Από την άλλη, η παντελής απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, θα άφηνε ανεξήγητα τα στοιχεία του γενετικού υλικού που ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου. Έπειτα, έχει σημασία εάν το αντικείμενο συνδέεται προφανώς με το ίδιο το αδίκημα (π.χ. το γενετικό προφίλ που βρέθηκε στο χερούλι της πόρτας που χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με δεδομένη τη μαρτυρία ότι ο δράστης άγγιξε το συγκεκριμένο αντικείμενο). Η θέση θα μπορούσε να είναι διαφορετική, λέχθηκε, αν το αντικείμενο δεν ήταν απαραίτητα τόσο συνδεδεμένο με το αδίκημα, όπως το γενετικό υλικό στο αποτσίγαρο που βρίσκεται στο σημείο της ληστείας. Σημασία έχει, περαιτέρω, πόσο εύκολα μετακινούμενο είναι το αντικείμενο πάνω στο οποίο εντοπίζεται το γενετικό υλικό. Το γενετικό υλικό σε ένα μικρό κομμάτι ρούχο ή σε μία γόπα στον τόπο του εγκλήματος μπορεί να έχει λιγότερη αποδεικτική ισχύ από (όπως συνέβαινε στην εν λόγω υπόθεση) το γενετικό υλικό σε ένα όχημα. Ακόμα, έχει σημασία το εάν υπάρχουν στοιχεία για κάποια γεωγραφική συσχέτιση μεταξύ του αδικήματος και του δράστη, όπως υπήρχε στα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης που ο δράστης θεάθηκε να αγγίζει το χερούλι του οχήματος. Στην περίπτωση μικτού γενετικού προφίλ, έχει σημασία εάν το γενετικό προφίλ που ταιριάζει με τον κατηγορούμενο έχει την κύρια συνεισφορά στο συνολικό γενετικό προφίλ. Επίσης, πόσο πιθανό είναι το γενετικό προφίλ που αποδίδεται στον κατηγορούμενο να εναποτέθηκε με πρωτογενή ή δευτερογενή μεταφορά. Στην εν λόγω υπόθεση, τα αποδεικτικά στοιχεία πραγματογνωμοσύνης ήταν ότι η δευτερογενής μεταφορά ήταν μια απίθανη εξήγηση για την παρουσία του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο χερούλι της πόρτας. Δεν μπορεί να εκτεθεί μια εκ προοιμίου εξαντλητική λίστα κριτηρίων και κάθε περίπτωση θα εξαρτηθεί από τα δικά της δεδομένα, ενώ είναι κρίσιμο το ότι δεν υπάρχει κάποια αρχή του δικαίου της απόδειξης ή άλλη νομική αρχή που να εμποδίζει μια υπόθεση, που εξαρτάται αποκλειστικά από την παρουσία του γενετικού προφίλ του κατηγορουμένου σε ένα αντικείμενο που έχει απομείνει στον τόπο ενός εγκλήματος, να εξετάζεται από ενόρκους ή (με τα εγχώρια δεδομένα) από το Δικαστήριο σε πλήρη ακρόαση.

 

Τα κριτήρια αυτά εφαρμόστηκαν και στην αρκετά πρόσφατη R v Ward [2025] EWCA Crim 150, όπου το DNA συνέδεσε τον κατηγορούμενο με ένα τζιν παντελόνι που βρέθηκε κοντά στον τόπο του εγκλήματος, πάνω στο οποίο βρέθηκαν και θραύσματα γυαλιού που ταίριαζαν με το γυαλί που έσπασε στο ακίνητο από το οποίο έγινε η κλοπή. Το DNA του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στη ζώνη του τζιν, είχε την κύρια συνεισφορά στο σύνολο του γενετικού προφίλ, υποδηλώνοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε φορέσει το παντελόνι. Ο πρωτόδικος δικαστής απέρριψε την εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί και επέτρεψε να συνεχίσει η ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον των ενόρκων. Το Court of Appeal απέρριψε την έφεση, δεχόμενο, επίσης, στη βάση των προαναφερόμενων κριτηρίων από την R v Tsekiri (ανωτέρω), πως το DNA στη ζώνη του παντελονιού, τα θραύσματα γυαλιού και η θέση όπου εντοπίστηκε το παντελόνι συνιστούσαν περιστατική μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, που ελλείψει και εναλλακτικής εξήγησης από τον κατηγορούμενο, καθιστούσε εύλογο και ανοιχτό το ενδεχόμενο για τους ενόρκους να καταδικάσουν, με βάση αυτά τα στοιχεία.

 

Η R v Tsekiri (ανωτέρω) αναφέρθηκε και σε εγχώρια νομολογία[11]. Εγχώρια, υπάρχουν και η Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 485 και η Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΑ 428, όπως όμως και η Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 746 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 571 και άλλες υποθέσεις. Έγινε αναφορά σε αυτές κατά την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), που ήταν μία εκ των υποθέσεων από τις οποίες διαφοροποιήθηκε η Γεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), το 2006, σημειώθηκε έκρηξη έξω από συγκεκριμένη οικία, οφειλόμενη στη ρίψη χειροβομβίδας. Με τον έναν εκ των παραπονούμενων, κατόχων της οικίας, ο πατέρας του κατηγορούμενου είχε οικονομική διαφορά, ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης επαγγελματικής συναλλαγής. Λίγες ημέρες πριν από τη έκρηξη, αυτοκίνητο μερσεντές, μαύρου χρώματος, όπως ήταν και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, θεάθηκε να περνά έξω από την κατοικία του εν λόγω παραπονούμενου με κατεύθυνση το εργαστήριό του και τον χώρο όπου αυτός στάθμευε το αυτοκίνητό του. Ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά το συμβάν, έδωσε θεληματική κατάθεση, αρνούμενος οποιαδήποτε σχέση με αυτό. Εντοπίστηκε και ταυτοποιήθηκε γενετικό υλικό που ανήκε στον ίδιο, στην εσωτερική επιφάνεια του δακτυλίου έλξης της περόνης ασφαλείας της χειροβομβίδας και στην εξωτερική επιφάνεια του μοχλού όπλισής της. Στην κατάθεσή του, που έδωσε στην Αστυνομία, ο κατηγορούμενος πρόβαλε άλλοθι για το προηγούμενο βράδυ. Είπε επίσης ότι δεν μπορούσε να αποδείξει πως βρέθηκε το γενετικό του υλικό του σε κάποια εξαρτήματα που η Αστυνομία παρέδωσε, όπως δεν μπορούσε να αποδείξει αν τα εξαρτήματα αυτά ανήκαν στη χειροβομβίδα που ρίχτηκε. Ήταν σίγουρος, όμως, και το είπε στην Αστυνομία ότι, όταν ήταν στο στρατό κατά την περίοδο 2001 - 2003, επεξεργάστηκε πολλές χειροβομβίδες. Η γενετική μαρτυρία ήταν η μόνη μαρτυρία που συνέδεε τον κατηγορούμενο με την σκηνή και εξηγούσε τη σπανιότητα του να μην ανήκε στον κατηγορούμενο το γενετικό υλικό καθώς και της έμμεσης μεταφοράς. Έπειτα, στη βάση αυτής, που έγινε αποδεκτή κατόπιν πλήρους ακρόασης, σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία, η κατάληξη, που διατηρήθηκε και κατ’ έφεση, ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης που κατείχε και έριξε τη χειροβομβίδα.

 

Στη Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 571, που ήταν η άλλη υπόθεση από την οποία διαφοροποιήθηκε η Γεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), ένας κουκουλοφόρος εισέβαλε σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Χλώρακα και, με την απειλή πιστολιού που κρατούσε, εξανάγκασε τους υπαλλήλους να του αδειάσουν σε πλαστική σακούλα τις £11.300 περίπου που περιείχαν τα ταμεία.  Απομακρύνθηκε, οδηγώντας μοτοσυκλέτα, ενώ ουδέποτε ανευρέθηκε το προϊόν του εγκλήματος. Όσοι είδαν τον δράστη, μόνο τα γενικά χαρακτηριστικά του ήταν σε θέση να δώσουν.  Δεν υπήρχε μαρτυρία κατ' ευθείαν αναγνωριστική του κατηγορούμενου. Το Κακουργιοδικείο έκρινε πως όσα γενικά λέχθηκαν, για το ύψος και γενικά τη σωματική του διάπλαση, ταίριαζαν στον κατηγορούμενο. Έπειτα, σε απόσταση 700 μέτρων από το υποκατάστημα της τράπεζας, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, βρέθηκε μαύρη κουκούλα, που θεωρήθηκε πως ήταν ακριβώς εκείνη που φορούσε ο δράστης.  Σε έξι σημεία της στο μπροστινό της μέρος, εντοπίστηκε γενετικό υλικό μόνον ενός ανθρώπου. Σε απόσταση 2-3 χλμ. περίπου από το υποκατάστημα της τράπεζας, βρέθηκε μοτοσυκλέτα που κρίθηκε πως ήταν ακριβώς εκείνη που χρησιμοποίησε ο δράστης. Στο τιμόνι της, εντοπίστηκε γενετικό υλικό περισσοτέρων του ενός ανθρώπου.  Δεν υπήρχε αμφιβολία πως το γενετικό υλικό στη κουκούλα ανήκε στον κατηγορούμενο. Επίσης, ότι αυτός ήταν ο κύριος δότης και του γενετικού υλικού στο τιμόνι. Στη βάση αυτής της περιστατικής μαρτυρίας, σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν ως γενικά χαρακτηριστικά του δράστη και τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου από την επομένη της ληστείας, το Κακουργιοδικείο κατέληξε πως αποδείχτηκε η κατηγορία, κρίση που διατηρήθηκε κατ’ έφεση.

 

Στη Δημοκρατία ν. Νικολάου, ΠΕ 59/2020, 27.05.2021, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες σχετικές με την κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Ανακόπηκε όχημα που οδηγείτο από τρίτο πρόσωπο με επιβάτη ακόμα ένα πρόσωπο, στο πλαίσιο επιχείρησης της ΥΚΑΝ. Μετά από έρευνα εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν ναρκωτικές ουσίες. Από τις έρευνες που ακολούθησαν, συνδέθηκε επιστημονικά ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, είχε εντοπιστεί πλήρες γενετικό υλικό του στην εξωτερική πλευρά της καφέ κολλητικής ταινίας, η οποία ήταν επικολλημένη περιφερειακά στο ένα από τα τέσσερα σακούλια στο οποίο υπήρχαν τα επίδικα ναρκωτικά. Ο δότης του δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος από τον Κατηγορούμενο, η δε μεταφορά ήταν άμεση. Αυτό οδήγησε σε περαιτέρω έρευνες, όπου διαπιστώθηκε ότι, κατά την ημερομηνία που έγινε η ανακοπή του οχήματος, υπήρξαν, πρόσθετα, πολλές τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ του οδηγού του οχήματος και του κατηγορούμενου. Ως αποτέλεσμα, καταχωρίστηκε υπόθεση αρχικά εναντίον και των τριών πιο πάνω ατόμων. Κατά την ημερομηνία που θα παραπεμπόταν η υπόθεση στο Κακουργιοδικείο, ο κατηγορούμενος φυγοδίκησε, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές, όπου και παρέμεινε για περίπου δύο μήνες. Ως εκ τούτου, τελικά καταχωρίστηκε εναντίον ξεχωριστή υπόθεση. Αυτή ήταν η περιστατική μαρτυρία που είχε ενώπιον του το Κακουργιοδικείο. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν ότι δεν είχε ανάμειξη στην υπόθεση, προβάλλοντας ένα διαφορετικό σενάριο, που δεν εξηγούσε την εναπόθεση του γενετικού του υλικού στο τεκμήριο. Κατ’ έφεση, ανατράπηκε η αθωωτική απόφαση και αντικαταστάθηκε με καταδικαστική απόφαση.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που αναμφίβολα αναδεικνύεται από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων και της αποδεκτής προφορικής μαρτυρίας είναι ότι, εντός του χρονικού πλαισίου που τοποθετείται μεταξύ του μηνός Ιουνίου 2023 και της 3ης Ιουλίου 2023, έλαβε χώρα πραγματική και ουσιώδης επέμβαση στα δύο επίδικα εμπορευματοκιβώτια, τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε ανοικτό περιφραγμένο χώρο στην Αγία Φύλα, επί της οδού Θέμιδος Σιαπκαρά Πιτσιλλίδου, και χρησιμοποιούνταν από τον παραπονούμενο για αποθήκευση περιουσίας σημαντικής αξίας, η οποία προοριζόταν για έργα της εταιρείας του. Τα εμπορευματοκιβώτια, με διακριτικούς αριθμούς ΒΒ2210, χρώματος μπλε, και 156069, χρώματος κόκκινου, είχαν τοποθετηθεί στον χώρο κλειδωμένα. Όταν ο παραπονούμενος ενημερώθηκε από τρίτο πρόσωπο για το συμβάν, το ένα βρισκόταν παραβιασμένο και το άλλο χωρίς την κλειδαριά του, ενώ από το εσωτερικό τους είχε αφαιρεθεί μεγάλος όγκος υλικών, και δη 7346 μέτρα καλωδίων, μαζί με οικοδομικά εργαλεία, σχάρες, σωλήνες και άλλα εξαρτήματα συνολικής αξίας, κατά τους ισχυρισμούς του, €148.382. Ο ίδιος είχε τελευταία καταμέτρηση της περιουσίας το 2020, ενώ στις αρχές Ιουνίου 2023 είχε μεταβεί στον χώρο υπάλληλός του, χωρίς, κατά τα όσα μεταφέρθηκαν, να αντιληφθεί ότι είχε επέλθει τέτοια κλοπή. Η φύση και η ποσότητα των αντικειμένων που έλειπαν, σε συνδυασμό με την περιγραφή ότι τα καλώδια είχαν κοπεί πρώτα για να καταστεί δυνατή η μεταφορά τους, καταδεικνύουν ότι η επέμβαση δεν ήταν τυχαία ή επιπόλαιη, αλλά συνιστούσε οργανωμένη αφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη και με πρόθεση μόνιμης αποστέρησης. Τα δεδομένα αυτά παρέχουν επαρκές πραγματικό υπόβαθρο για το συμπέρασμα ότι η κλοπή, ως γεγονός, τελέστηκε κατόπιν ανοίγματος κλειδωμένων δοχείων με χρήση μέσου ή οργάνου, ώστε κατ’ αρχήν να συντρέχει και η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 266(ζ) ΠΚ.

 

Το ουσιώδες ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά την ύπαρξη των αδικημάτων ως τέτοιων, η οποία αναδεικνύεται επαρκώς, αλλά κατά πόσον η διαθέσιμη μαρτυρία επιτρέπει τη βέβαιη και ασφαλή ταύτιση του Κατηγορούμενου με τον δράστη ή τους δράστες των πράξεων αυτών.

 

Η υπόθεση δεν στηρίζεται σε άμεση μαρτυρία. Δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας που να τοποθετεί τον Κατηγορούμενο στη σκηνή, ούτε μαρτυρία παρακολούθησης, αναγνώρισης, θέασης οχήματος συνδεόμενου με αυτόν ή ανεύρεσης κλοπιμαίας περιουσίας στην κατοχή του ή σε χώρο σχετιζόμενο με αυτόν. Το αποδεικτικό οικοδόμημα εδράζεται, στην ουσία του, σε ένα μοναδικό γενετικό εύρημα, ήτοι το αποτσίγαρο μάρκας Marlboro που παραλήφθηκε από το εσωτερικό του μπλε εμπορευματοκιβωτίου και από το φίλτρο του οποίου απομονώθηκε πλήρες γενετικό προφίλ ταυτιζόμενο με εκείνο του Κατηγορούμενου.

 

Το Δικαστήριο αποδέχθηκε πλήρως την επιστημονική μαρτυρία της ΜΚ2 και δεν υφίσταται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το συγκεκριμένο αποτσίγαρο είχε καπνιστεί από τον Κατηγορούμενο. Η ΜΚ2 εξήγησε με σαφήνεια ότι στο αποτσίγαρο εντοπίστηκε αμυλάση, ένδειξη παρουσίας σάλιου, και ότι από κομμάτι του φίλτρου απομονώθηκε γενετικό υλικό πολύ καλής ποιότητας, πλήρες και μονό, το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του Κατηγορούμενου. Η διαπίστωση αυτή απαντά με βεβαιότητα στο ζήτημα της βιολογικής σύνδεσης του Κατηγορούμενου με το εν λόγω αντικείμενο. Δεν επιλύει, όμως, αφ’ εαυτής τα περαιτέρω κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τον χρόνο, τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες το αποτσίγαρο περιήλθε στο συγκεκριμένο σημείο και τη σχέση της παρουσίας του με την τέλεση των αδικημάτων.

 

Στο πλαίσιο της συνολικής αποτίμησης, το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι ο Κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση, ανέφερε ότι ήταν καπνιστής Marlboro light, ότι πηγαίνει γενικά στην Αγία Φύλα, έστω κι αν δεν γνωρίζει τη συγκεκριμένη οδό, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν άνεργος και ότι είχε αγοράσει κατά τον ίδιο χρόνο δύο παλιά αυτοκίνητα αξίας €300 και €400, τα οποία, επειδή δεν βρίσκονταν σε καλή μηχανική κατάσταση, πώλησε ως παλιά μέταλλα. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την ανεύρεση μισοκαπνισμένου αποτσίγαρου της ίδιας μάρκας εντός της σκηνής, σε καλή κατάσταση, από το οποίο απομονώθηκε πλήρες γενετικό προφίλ του, συγκροτούν ασφαλώς ένα σύνολο ενδείξεων που εξ αρχής δημιούργησε την ενοχοποιητική εκδοχή. Η καλή κατάσταση του αποτσίγαρου και η διατήρηση του γενετικού υλικού, παρά το ότι πρόκειται για θερινή περίοδο και παρά τη θερμότητα που, κατά τη λογική των πραγμάτων, θα επικρατούσε σε μεταλλικό εμπορευματοκιβώτιο κατά μήνα Ιούνιο ή αρχές Ιουλίου, είναι συμβατές με μη παρατεταμένη έκθεση σε επιβαρυντικές συνθήκες. Πλην όμως, το στοιχείο αυτό δεν προσλαμβάνει αυτοτελή αποδεικτική βαρύτητα χρονολόγησης, διότι η ίδια η ΜΚ2 ήταν σαφής ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε καπνίστηκε το τσιγάρο, πότε εναποτέθηκε το αποτσίγαρο στον χώρο ή να θέσει με ακρίβεια χρονικό πλαίσιο βάσει έκθεσης σε ήλιο ή θερμότητα.

 

Εντούτοις, τα πιο πάνω δεδομένα, ακόμη και σωρευτικά, δεν αποκτούν την αναγκαία αποδεικτική ειδικότητα για να τοποθετήσουν τον Κατηγορούμενο στη συγκεκριμένη σκηνή κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η συνήθεια του καπνίσματος συγκεκριμένης μάρκας εξηγεί τη σύνδεση με το αποτσίγαρο, όχι όμως τον χρόνο και τις συνθήκες εναπόθεσής του. Η γενική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή της Αγίας Φύλας δεν συνιστά παρουσία στον συγκεκριμένο χώρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η στοιχειώδης ενασχόληση με πώληση παλαιών μετάλλων, όπως αυτή περιγράφηκε από τον ίδιο, δεν συνδέεται ειδικά με τη συγκεκριμένη κλοπιμαία περιουσία. Η δε οικονομική του κατάσταση δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο συμμετοχής σε συγκεκριμένη εγκληματική πράξη.

 

Η φύση του αντικειμένου επί του οποίου εντοπίστηκε το γενετικό υλικό είναι καθοριστική για την όλη αποτίμηση. Το αποτσίγαρο αποτελεί μικρό, ελαφρύ, κοινό και ευχερώς μετακινούμενο αντικείμενο, χωρίς εγγενή λειτουργική σύνδεση με τη μηχανική τέλεση της κλοπής. Δεν πρόκειται για την κλειδαριά, για τη θύρα στο σημείο παραβίασης, για εργαλείο που αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκε κατά την κοπή των καλωδίων, ή για άλλο σταθερό σημείο που αναγκαία θα χειριζόταν ο δράστης. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν εξουδετερώνει την αποδεικτική αξία του ευρήματος, περιορίζει όμως την εμβέλειά του και καθιστά αναγκαία την ύπαρξη πρόσθετης συνοχής στην περιστατική μαρτυρία, η οποία να γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της βιολογικής σύνδεσης και της εγκληματικής συμμετοχής.

 

Οι συνθήκες της σκηνής δεν προσδίδουν τέτοια συνοχή. Κατά τη μαρτυρία του ΜΚ1 και από τις φωτογραφίες Τ13, πρόκειται για ανοικτό χωράφι, πολύ κοντά σε δρόμο και πεζοδρόμιο, σε περιοχή όπου υπάρχουν και σπίτια. Υπήρχε μεταλλική περίφραξη, η οποία, όμως, δεν ήταν σταθερά προσδεδεμένη στο έδαφος, ενώ σε μία πλευρά του χώρου είχε ριφθεί ή έλειπε. Η πρόσβαση, κατά τον χρόνο της επίσκεψης της Αστυνομίας, ήταν εύκολη. Έξω από τα εμπορευματοκιβώτια, όπως και έξω από τις εισόδους τους, υπήρχαν ακατάστατα τοποθετημένα διάφορα μεταλλικά, πλαστικά, ξύλινα και άλλα αντικείμενα μεγάλου μήκους, σωλήνες, υλικά και εξαρτήματα. Μέσα στο μπλε εμπορευματοκιβώτιο, του οποίου η πόρτα ήταν ήδη ανοικτή, υπήρχαν διάφορα αντικείμενα, επίσης τοποθετημένα ακατάστατα, καθώς και ακαθαρσίες στο πάτωμα. Στο κόκκινο εμπορευματοκιβώτιο υπήρχαν επίσης στοιβαγμένα ή ακατάστατα τοποθετημένα διάφορα αντικείμενα, με περιορισμένο χώρο διακίνησης. Δεν επρόκειτο, επομένως, για έναν απομονωμένο, ελεγχόμενο και αδιατάρακτο χώρο, στον οποίο η θέση ενός μικρού αντικειμένου θα μπορούσε να ερμηνευθεί με ευχέρεια ως σταθερή και αναλλοίωτη.

 

Η αδυναμία ακριβούς χρονολόγησης της κλοπής εντείνει τα πιο πάνω. Το επίδικο χρονικό διάστημα είναι ευρύ και αόριστο, εκτεινόμενο από τον μήνα Ιούνιο 2023 μέχρι τις 3.7.2023. Ο παραπονούμενος βρισκόταν στην Ελλάδα. Η τελευταία πλήρης καταμέτρηση είχε γίνει το 2020. Η αναφορά ότι στις αρχές Ιουνίου είχε μεταβεί στον χώρο υπάλληλος χωρίς να προσέξει τέτοια κλοπή δεν καθορίζει με ακρίβεια ούτε την κατάσταση των εμπορευματοκιβωτίων ούτε το πότε ακριβώς επήλθε η παραβίαση. Δεν είναι γνωστό αν η κλοπή τελέστηκε σε μία ή περισσότερες φάσεις, ούτε πότε ακριβώς αφαιρέθηκε η κλειδαριά από το ένα εμπορευματοκιβώτιο ή πότε παρέμεινε ανοικτή η πόρτα του άλλου. Υπό τα δεδομένα αυτά, το αποτσίγαρο δεν μπορεί να ενταχθεί με ασφάλεια στον κρίσιμο χρόνο τέλεσης των αδικημάτων.

 

Περαιτέρω, η ίδια η πορεία των γεγονότων καταδεικνύει ότι ο χώρος δεν παρέμεινε αδιατάρακτος μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας. Ο παραπονούμενος ενημερώθηκε από τρίτο πρόσωπο για την κλοπή. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιοι είχαν εισέλθει στον χώρο πριν από την Αστυνομία και έκανε λόγο για ενδεχόμενη είσοδο υπαλλήλων του παραπονούμενου. Η θύρα του μπλε εμπορευματοκιβωτίου είχε παραμείνει ανοικτή και μετά την καταγγελία. Η απουσία καθαρής εικόνας ως προς το ποιοι εισήλθαν και πότε επηρεάζει ευθέως την ερμηνεία του μοναδικού τεκμηρίου που συνδέει τον Κατηγορούμενο με τη σκηνή.

 

Η ακριβής θέση στην οποία βρέθηκε το αποτσίγαρο έχει ασφαλώς σημασία, αλλά η σημασία της δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που θέτει η ίδια η μαρτυρία. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι το αποτσίγαρο βρέθηκε πάνω σε μέρος ξύλινης επίπεδης επιφάνειας, που ήταν υπερυψωμένη, και όχι στο πάτωμα. Πάνω στην ίδια επιφάνεια απεικονίζονται, στο Τ13, μικρές πέτρες, χόρτα και άλλα αντικείμενα. Το αποτσίγαρο, όπως απεικονίζεται, ήταν χωρίς λύγισμα και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπήρξε σημάδι ότι σβήστηκε στο σημείο ή ότι εναποτέθηκε ενώ ακόμα ήταν αναμμένο πάνω στη ξύλινη επιφάνεια ή ότι υπάρχει κάπου στάχτη, προερχόμενη από το αποτσίγαρο. Το στοιχείο ότι το αποτσίγαρο εντοπίστηκε σε υπερυψωμένη επιφάνεια, πράγματι, αποδυναμώνει, μέχρι ενός βαθμού, ένα καθαρά τυχαίο σενάριο μεταφοράς με τον αέρα ή με τρόπο που θα υποδήλωνε προηγούμενη αλλοίωση του αποτσίγαρου. Δεν αποκλείει, όμως, άλλες λογικές εκδοχές, όπως οποιοσδήποτε, γνωρίζοντας, ακριβώς, και την ενασχόληση του Κατηγορούμενου με παλαιά μέταλλα, και την όλη κατάστασή του, να πήρε ένα καπνισμένο τσιγάρο του, και να το τοποθέτησε έτσι ατόφιο στο συγκεκριμένο, ελεύθερα προσβάσιμο σημείο. Έπειτα, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η συγκεκριμένη επιφάνεια ήταν αμετακίνητη, σταθερή ή ειδικά συνδεδεμένη με τη λειτουργία του χώρου ή με τη διαδικασία τέλεσης της κλοπής. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι σε εκείνο το σημείο έπρεπε να μεταβεί ο δράστης για να κόψει, να ταξινομήσει ή να μεταφέρει τα καλώδια. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το αποτσίγαρο βρέθηκε σε τέτοια θέση που να υποδηλώνει με σαφήνεια ότι απορρίφθηκε ή αφέθηκε εκεί από τον δράστη κατά την εκτέλεση της κλοπής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καλύψει αυτά τα κενά με υποθετικές παραστάσεις ως προς την κίνηση ή τη συμπεριφορά του δράστη μέσα στον χώρο.

 

Εξίσου σημαντικό είναι ότι τα λοιπά τεκμήρια που συλλέχθηκαν δεν παρείχαν αντίστοιχη ή συμπληρωματική σύνδεση με τον Κατηγορούμενο. Από το επίχρισμα που λήφθηκε από το εσωτερικό μέρος της μεταλλικής εισόδου του μπλε εμπορευματοκιβωτίου και από το χειροψάλιδο με τη σπασμένη χειρολαβή δεν απομονώθηκε επαρκές ανθρώπινο πυρηνικό γενετικό υλικό. Αυτό, παρά το γεγονός ότι στα εμπορευματοκιβώτιο εισήλθαν, κατά πάσα πιθανότητα, και υπάλληλοι του καταγγέλλοντος. Ο δακτυλοσκοπικός έλεγχος, επίσης, ήταν αρνητικός. Το χειροψάλιδο, μολονότι κατά τον ΜΚ1 είναι εργαλείο που χρησιμοποιείται για κοπή τέτοιων καλωδίων και μολονότι βρέθηκε στη σκηνή, δεν συνδέθηκε επιστημονικά με τον Κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει γενετικό ή άλλο ίχνος του στην πόρτα, στην κλειδαριά, στη μεταλλική είσοδο ή σε άλλο τεκμήριο με άμεση λειτουργική σχέση προς τη μηχανική τέλεση της πράξης.

 

Ούτε η λοιπή περιστατική μαρτυρία προσδίδει την απαιτούμενη ενίσχυση. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να τοποθετεί τον Κατηγορούμενο στη συγκεκριμένη οδό ή εντός του επίδικου χώρου κατά τον κρίσιμο χρόνο. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεση με όχημα ικανό να μεταφέρει την κλοπιμαία περιουσία, έστω και μέσω διαδοχικών διαδρομών, όπως, κατά τη μαρτυρία του ΜΚ1, θα ήταν αναγκαίο λόγω του όγκου και της φύσης των αφαιρεθέντων υλικών. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε ένδειξη κατοχής, διάθεσης ή πώλησης των επίδικων καλωδίων, σχαρών, σωλήνων ή άλλων εξαρτημάτων. Η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι κινείται γενικά στην περιοχή της Αγίας Φύλας παραμένει γενική και δεν συνιστά ένδειξη παρουσίας του στη συγκεκριμένη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το ότι είναι καπνιστής Marlboro light εξηγεί απλώς τη συμβατότητα του γενετικού ευρήματος με το πρόσωπό του, χωρίς να προσδίδει περαιτέρω αποδεικτική βαρύτητα. Ομοίως, το γεγονός ότι είχε προβεί σε πώληση δύο παλαιών οχημάτων ως παλιά μέταλλα, λόγω της κακής μηχανικής τους κατάστασης, δεν επιτρέπει ασφαλή αναγωγή σε ενασχόλησή του με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση μεγάλου όγκου μεταλλικών υλικών, όπως τα επίδικα. Δεν προέκυψε ότι ασχολείται με έργα στα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τέτοια υλικά, ούτε ότι διαθέτει ειδική γνώση ως προς την αξία, τη χρησιμότητα ή τον τρόπο διαχείρισης καλωδίων, σχαρών ή συναφών εξαρτημάτων. Συνεπώς, τα πιο πάνω στοιχεία, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν προσδίδουν εκείνη τη συγκεκριμένη και ουσιώδη σύνδεση που θα ενίσχυε αποφασιστικά την ενοχοποιητική εκδοχή.

 

Δεν διαφεύγει από την προσοχή ότι το γενετικό προφίλ του Κατηγορούμενου υπήρχε καταχωρισμένο στη βάση δεδομένων λόγω προηγούμενης υπόθεσης του 2011, σχετικής με ληστεία και εκβίαση. Δεν δόθηκαν περαιτέρω πληροφορίες γι’ αυτή την παράμετρο, ωστόσο, ακόμα και με τις υφιστάμενες πληροφορίες, μέσα από το Τ17, το γεγονός αυτό εξηγεί μόνον τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε αρχικά η ταυτοποίηση. Δεν προσδίδει οποιαδήποτε αυτοτελή βαρύτητα σε σχέση με τα υπό κρίση αδικήματα, ελλείψει μαρτυρίας περί όμοιου τρόπου δράσης ή άλλης επιτρεπτής χρήσης του στοιχείου αυτού. Η κρίση του Δικαστηρίου οφείλει να παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στα ειδικά αποδεικτικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης.

 

Η προαναφερόμενη νομολογιακή προσέγγιση σε υποθέσεις περιστατικής μαρτυρίας με βάση γενετικά ευρήματα επιβεβαιώνει την ανάγκη αυτής της στάθμισης. Όταν το DNA ανευρίσκεται σε μετακινούμενο αντικείμενο, εντός ανοικτής ή μη απομονωμένης σκηνής, χωρίς επαρκή πρόσθετη μαρτυρία που να συνδέει την παρουσία του αντικειμένου εκεί με την εγκληματική πράξη, η ύπαρξή του, χωρίς άλλο, δεν αρκεί για ασφαλές συμπέρασμα ενοχής. Η αρχή αυτή αναδεικνύεται και στην προαναφερόμενη νομολογία, όπως, ενδεικτικά, στην υπόθεση R v Lashley (ανωτέρω), όπου, και εκεί, όπως και εδώ, το μοναδικό ενοχοποιητικό στοιχείο ήταν γενετικό υλικό σε μισοκαπνισμένο αποτσίγαρο που εντοπίστηκε στη σκηνή (εκεί της ληστείας), χωρίς, όμως, οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τον τόπο ή τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι η μαρτυρία αυτή δεν συγκροτούσε επαρκώς πειστική αποδεικτική βάση για καταδίκη. Αντίθετα, αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα μπορεί να αποκτήσει το γενετικό εύρημα όταν εδράζεται σε αντικείμενο ή σημείο με άμεση και λειτουργική σύνδεση προς την πράξη και όταν η συνολική αλυσίδα των περιστάσεων εμφανίζει εσωτερική συνοχή. Στην παρούσα περίπτωση, το αποτσίγαρο, ως μετακινούμενο αντικείμενο, εντός ανοικτής και μη απομονωμένης σκηνής, σε χρονικά αόριστο πλαίσιο, χωρίς πρόσθετη επιστημονική ή άλλη αντικειμενική σύνδεση του Κατηγορούμενου με τη μηχανική τέλεση της πράξης, δεν αποκτά εκείνο το αποδεικτικό βάρος που θα επέτρεπε τη μετάβαση από τη βιολογική σύνδεση στη βεβαιότητα.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία εκ μέρους του Κατηγορούμενου ειδικής εξήγησης για το πώς βρέθηκε το αποτσίγαρό του εντός του εμπορευματοκιβωτίου δεν μεταβάλλει το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης. Το κρίσιμο παραμένει αν η ίδια η διαθέσιμη μαρτυρία συγκροτεί πλήρη και αδιάσπαστη λογική ακολουθία προς την ενοχή. Η υπόθεση δεν μπορεί να οικοδομηθεί με την αντίστροφη λογική, δηλαδή ότι επειδή δεν εξηγήθηκε το αποτσίγαρο, θα πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένη και η τέλεση της κλοπής από τον Κατηγορούμενο. Η αποδεικτική αξία της σιωπής ή της μη παροχής εξήγησης προϋποθέτει ότι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μια εκ πρώτης όψεως ισχυρή και συνεκτική υπόθεση, η οποία καλεί, εύλογα, σε απάντηση. Μόνον τότε δύναται η απουσία εξήγησης να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο ενισχυτικό. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, το μοναδικό συνδετικό στοιχείο είναι η παρουσία γενετικού υλικού σε αντικείμενο ευχερώς μετακινούμενο, χωρίς επαρκή χρονική και λειτουργική αγκύρωση στην τέλεση της πράξης, και χωρίς πρόσθετη ανεξάρτητη μαρτυρία που να τοποθετεί τον Κατηγορούμενο στη σκηνή, κατά τον κρίσιμο χρόνο. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν υφίσταται εκείνη η απαιτούμενη αποδεικτική βάση που θα μπορούσε να μετατρέψει την απουσία εξήγησης σε στοιχείο με πραγματική αποδεικτική σημασία. Κατά συνέπεια, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μη εξήγηση της παρουσίας του αποτσίγαρου ενισχύει αποφασιστικά την ενοχοποιητική εκδοχή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η ανάλυση πρέπει να εκκινεί και να ολοκληρώνεται στη θετική αξιολόγηση της διαθέσιμης μαρτυρίας, η οποία, στην παρούσα υπόθεση, δεν συγκροτεί πλήρη και αδιάσπαστη αποδεικτική αλυσίδα, ικανή να στηρίξει εύρημα ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Σε σχέση δε με τη 2η κατηγορία, η αποδεικτική αδυναμία της διαθέσιμης μαρτυρίας καθίσταται ακόμη εντονότερη. Το μοναδικό γενετικό τεκμήριο αφορά αποκλειστικά το μπλε εμπορευματοκιβώτιο. Από το κόκκινο εμπορευματοκιβώτιο δεν λήφθηκε γενετικό υλικό, ούτε οποιοδήποτε άλλο τεκμήριο που να συνδέει ειδικά τον Κατηγορούμενο με την παραβίασή του ή με την αφαίρεση αντικειμένων από αυτό. Το ότι τα δύο εμπορευματοκιβώτια βρίσκονταν στον ίδιο περιφραγμένο χώρο και ότι οι διαπιστωθείσες ελλείψεις αφορούν περίπου την ίδια χρονική περίοδο δεν επιτρέπει, χωρίς ειδική πρόσθετη βάση, ασφαλή κατάληξη ότι οι δύο κλοπές τελέστηκαν από το ίδιο πρόσωπο και δη από τον Κατηγορούμενο.

 

Συνολικά θεωρούμενη, η διαθέσιμη μαρτυρία, αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος συνδέεται βιολογικά με το αποτσίγαρο που ανευρέθηκε στο μπλε εμπορευματοκιβώτιο. Δεν αποδεικνύει, όμως, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εισήλθε στον χώρο, άνοιξε τα κλειδωμένα εμπορευματοκιβώτια με κλειδί ή άλλο όργανο, απέκτησε κατοχή των κλοπιμαίων, τα αποκόμισε και ενήργησε με τον απαιτούμενο δόλο και σκοπό μόνιμης αποστέρησης. Η αποδεικτική αλυσίδα δεν παρουσιάζει την αναγκαία πληρότητα και συνοχή ώστε να αποκλείει λογικές εναλλακτικές εκδοχές ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και το πλαίσιο εναπόθεσης του αποτσίγαρου.

 

Διευκρινίζεται πως το ζήτημα δεν είναι ακριβώς κατά πόσον η διερεύνηση υπήρξε η πλέον εξαντλητική δυνατή, αλλά κατά πόσον η διαθέσιμη μαρτυρία που τελικά τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαθέτει εκείνη την πληρότητα και συνοχή που απαιτείται για την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απουσία περαιτέρω διερεύνησης δεν λειτουργεί, αφ’ εαυτής, υπέρ του Κατηγορούμενου. Καθίσταται, όμως, συναφής στον βαθμό που αναδεικνύει τα όρια της διαθέσιμης μαρτυρίας και την αδυναμία συμπλήρωσης των υφιστάμενων αποδεικτικών κενών, ιδίως ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και το πλαίσιο εναπόθεσης του αποτσίγαρου στη σκηνή.

 

Υπό το σύνολο των δεδομένων, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρότι σοβαρή και ουσιώδης, δεν ανέρχεται και στο επίπεδο της απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η αμφιβολία, που παραμένει, και εξηγήθηκε γιατί, είναι ουσιώδης, πραγματική και ερειδόμενη στα ίδια τα δεδομένα της υπόθεσης και, αναπόφευκτα, εκείνη πρέπει να λειτουργεί και λειτουργεί υπέρ του Κατηγορούμενου.

 

 

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δηλαδή λόγω αμφιβολιών, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία και από τη 2η Κατηγορία.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο                                     

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..

[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.

[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[7] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.

[8] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, ΠΕ 137/2015, 02.06.2016, Χρίστου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 85/2014, 27.05.2015, Καλογήρου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 61.

[9] Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 687.

[10] Ηλιάδης, Τ. & Σάντης, Ν. (2016). Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (σελ.551επ.). Λευκωσία: Hippasus Publishing.

[11] Καμπίσιο ν. Αστυνομίας, κ.α., ΠΕ 89/2023, κ.α., 13.06.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, ΠΕ 214/2021, 20.12.2023, Chasvili v. Δημοκρατίας, ΠΕ 94/2020, 04.07.2022, ECLI:CY:AD:2022:B289.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο