ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2321 / 2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
R. B.
__________________________
Ημερομηνία: 2 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης (κα) για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Ιωάννου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(δοθείσα αυθημερόν)
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων:
1η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συμβίας του L.H. από τη Τσεχία [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 24η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συμβίας του L.H. από τη Τσεχία [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη συμβία του L.H. από τη Τσεχία [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
4η Κατηγορία: ότι την 24η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη συμβία του L.H. από τη Τσεχία [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
5η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή του Αστ.4720 Φ. Μιχαήλ, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του [επίθεση κατά οργάνου της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, άρθρο 244(β) ΠΚ.]
6η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, προκάλεσε στην L.H. από τη Τσεχία τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «έννα την σφράξω, έννα την σκοτώσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
7η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, επιτέθηκε εναντίον του Αστ.4720 Φώτιου Μιχαήλ από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου σύλληψής του, για ποινικό αδίκημα [αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, άρθρο 244(α) ΠΚ]
Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρουσιάστηκε μαρτυρία από τους Αστ.4593 Ιωάννη Γεωργίου (ΜΚ1), ο Α/Αστ.2244 Δημήτρης Καρακώστας (ΜΚ2), ο Αστ.4820 Φώτιο Μιχαήλ (ΜΚ3) και L.H., καταγγέλλουσα (ΜΚ4). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ενώ δεν προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία. Ακούστηκε επιχειρηματολογία.
Μαρτυρία
Έχω υπόψη μου τις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
ΜΚ1: Αστ.4593 Ιωάννης Γεωργίου
Ο ΜΚ1, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 25.12.2025 (Τ1). Σε αυτήν, είχε καταγράψει τα εξής γεγονότα: Την 25.12.2015, ενώ ήταν σε καθήκον, ώρα 13:00, ήρθε πληροφορία ότι ένας άνδρας κτυπά τη γυναίκα του. Μετέβη μαζί με τον Αστ.4720 στην οδό που αναφέρεται. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, εντόπισαν την L.H., καταγγέλλουσα, η οποία ήταν σε κατάσταση σοκ και έκλαιγε. Ανέφερε στα μέλη της Αστυνομίας πως ο εν διαστάσει συμβίος της, έσπασε την πόρτα του διαμερίσματός της, μπήκε μέσα και άρχισε να της φωνάζει και την κτυπά. Προχώρησαν προς το διαμέρισμα και διαπίστωσαν ότι η πόρτα ήταν ανοικτή και υπήρχε ζημιά στον παραστατό από βίαιη παραβίαση της πόρτας. Εντός του διαμερίσματος, υπήρχε ακαταστασία, πολλά ρούχα και πράγματα πεταγμένα στο πάτωμα. Ο ΜΚ1 είδε τον Κατηγορούμενο να κάθεται στον καναπέ του διαμερίσματος και να κρατά ένα μωρό στα γόνατά του. Ο Αστ.4720 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να προχωρήσει εκτός του διαμερίσματος. Εκείνος αρνήθηκε. Τον ρώτησε τι συνέβη και άρχισε να λέει κάτι στη μητρική του γλώσσα και στα Ελληνικά ανέφερε «εγώ είπα της ότι ένα τα σπάσω ούλλα». Ο Αστ.4720 του ζήτησε κατ’ επανάληψη να αφήσει το μωρό και να περάσει έξω από το διαμέρισμα, μέχρι που το έπραξε. Όταν κατέβηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας, τους είπε ότι δεν θα πήγαινε μαζί τους και άρχισε να φωνάζει και να προκαλεί ανησυχία, λέγοντας «πάρτε με μέσα και ένα τη σφάξω». Ο Αστ.4720 του είπε πως είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή στον νόμο. Δεν απάντησε οτιδήποτε. Αφού μπήκε στο αστυνομικό όχημα, για να μεταφερθεί στον σταθμό, οδηγούσε ο ΜΚ1 και ο Αστ.4720 κάθισε στο πίσω κάθισμα μαζί με τον Κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μιλούσε στη γλώσσα του και μετά φώναζε στα Ελληνικά «γ***** εν πάω πούποτε, αφήστε με δαμέ» και επιτέθηκε στον Αστ.4720, κτυπώντας τον και σπρώχνοντάς τον για να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου. Ο Αστ.4720 προσπάθησε να χρησιμοποιήσει χειροπέδες, ενώ ο Κατηγορούμενος να αντιστέκεται, συνεχίζοντας να σπρώχνει. Ο ΜΚ1 σταμάτησε το όχημα. Έγινε χρήση ανάλογης βίας, αλλά δεν κατέστη κατορθωτό να τοποθετηθούν χειροπέδες. Ο Αστ.4720 τον ακινητοποίησε με το σώμα του μέχρι που έφτασαν στον σταθμό. Κατά τη μεταφορά, φώναζε και κτυπούσε το κεφάλι του σε διάφορα σημεία πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προκαλέσει εκδορές στο κεφάλι του και στο αριστερό του αυτί. Στον σταθμό, τοποθετήθηκαν χειροπέδες, καθότι εξακολουθούσε η αντίδραση. Διαπιστώθηκαν τα στοιχεία του. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο που είχε αναφέρει στην κατάθεσή του.
Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, έγινε προσπάθεια να υποβληθεί στον μάρτυρα ότι τα ελληνικά του Κατηγορούμενου δεν ήταν καλά, επομένως δεν είχε αντιληφθεί ότι ήθελαν να τον πάρουν μαζί τους. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε αυτήν την εκδοχή, εξηγώντας ότι ο ίδιος δεν μιλά Αραβικά, αλλά και ότι είχε γίνει κατανοητό από τον ΜΚ1 ότι ήθελαν να τον πάρουν μαζί τους, και αναφέρθηκαν όσα εξιστόρησε στην κατάθεσή του και με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Στην υποβολή ότι η βία που ασκήθηκε δεν ήταν ανάλογη, ο ΜΚ1 απάντησε με σαφήνεια και σταθερότητα πως τα τραύματα προκλήθηκαν στον Κατηγορούμενο από τον τρόπο που ο ίδιος, αντιστεκόμενος, κτυπούσε, κατά τη διαδρομή, το κεφάλι του στην πόρτα του οχήματος.
Η περιγραφή των γεγονότων από τον ΜΚ1 έγινε με σαφήνεια και χρονική ακρίβεια, αρχίζοντας από τη λήψη της πληροφορίας για επεισόδιο βίας και καταλήγοντας στη μεταφορά και κράτηση του Κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό. Η αφήγησή του παρουσιάζει φυσική ροή και συνάδει με την κοινή πείρα και τη λογική. Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η καταγγέλλουσα κατά την άφιξη της Αστυνομίας, όπως περιγράφηκε από τον ΜΚ1, ενισχύει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, καθότι πρόκειται για άμεσες προσωπικές του παρατηρήσεις και όχι για έμμεσες πληροφορίες. Συνάδει, επίσης, με τη μαρτυρία του ΜΚ3. Τα αντικειμενικά ευρήματα στο διαμέρισμα, η ανοικτή και παραβιασμένη πόρτα, η ακαταστασία και οι ζημιές, που δεν αμφισβητήθηκαν, συνάδουν με την εκδοχή της καταγγέλλουσας και υποστηρίζουν την αλήθεια των όσων ανέφερε ο μάρτυρας. Η περιγραφή της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, τόσο εντός του διαμερίσματος όσο και κατά τη σύλληψη και μεταφορά του, έγινε με λεπτομέρεια και χωρίς υπερβολή. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ΜΚ1 κατέγραψε και στοιχεία που δεν παρουσιάζουν τον Κατηγορούμενο ως συνεχώς βίαιο από την πρώτη στιγμή (όπως το ότι κρατούσε το μωρό και αρχικά καθόταν στον καναπέ), γεγονός που ενισχύει την αντικειμενικότητα της μαρτυρίας του. Οι απειλές που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο αποδόθηκαν με σαφήνεια και συγκεκριμένο περιεχόμενο, χωρίς ασάφειες. Ο ΜΚ1 απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις με σταθερότητα και πειστικότητα. Η άρνησή του στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε την πρόθεση της Αστυνομίας λόγω γλωσσικού φραγμού στηρίχθηκε σε λογική εξήγηση και στα πραγματικά περιστατικά, ιδίως στη χρήση της ελληνικής γλώσσας από τον Κατηγορούμενο με τρόπο που καθιστούσε σαφές το περιεχόμενο των δηλώσεών του. Ομοίως, η θέση του αναφορικά με την άσκηση ανάλογης βίας και την προέλευση των τραυμάτων του Κατηγορούμενου εξηγήθηκε με συνέπεια και χωρίς αντιφάσεις, αποδίδοντάς τα στη δική του συμπεριφορά κατά τη μεταφορά. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αξιοπιστία του ΜΚ1 δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Δεν προκύπτει οποιοδήποτε κίνητρο ψευδομαρτυρίας ή αλλοίωσης της αλήθειας, ούτε εντοπίζονται ασυμβατότητες ή λογικά κενά στην εκδοχή του. Η μαρτυρία του είναι συνεπής με τη μαρτυρία του ΜΚ3 και εναρμονίζεται με τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη και πειστική και την αποδέχεται στο σύνολό της, αποδίδοντάς της ουσιαστικό αποδεικτικό βάρος.
ΜΚ2: Α/Αστ.2244 Δημήτρης Καρακώστας
Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 25.12.2015 (Τ2), στην οποία αναφέρει πως την 25.12.2015, μεταξύ των ωρών 21:40-22:15, κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο, με τη βοήθεια διερμηνέως, για τα αδικήματα που αναφέρει και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον νόμο, εκείνος απάντησε «Όχι, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα» (Τ3). Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η μετάφραση του Τ3 από τα αραβικά στα ελληνικά είναι η πιστή μετάφραση. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το άτομο που είχε αναφέρει στην κατάθεσή του.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε πως, όταν είχε δει τον Κατηγορούμενο, στα κρατητήρια, δεν θυμάται να είχε κτυπήματα στο πρόσωπό του ούτε αναφέρθηκε οποτεδήποτε στον ίδιο ότι τον κτύπησαν αστυνομικοί. Ήταν περιορισμένη η αντεξέταση του ΜΚ2 και δεν κλονίστηκε κατ’ αυτήν η αξιοπιστία του, ενώ τα λεγόμενά του, στο Τ2, συνάδουν με το Τ3 και δεν αμφισβητήθηκαν οι δικές του ανακριτικές πράξεις. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του, στο σύνολό της.
ΜΚ3: Αστ.4720 Φώτιος Μιχαήλ
Ο ΜΚ3, Αστ.4720 Φώτιος Μιχαήλ, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 25.12.2015 (Τ4), στην οποία ανέφερε τα ίδια γεγονότα τα οποία ανέφερε και ο ΜΚ1, με την ίδια σειρά. Αναγνώρισε και ο ίδιος τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, ως το άτομο που αναφέρει στην κατάθεσή του. Ο ΜΚ3 κατέθεσε και την κατάθεση της καταγγέλλουσας ημερομηνίας 25.12.2015 (Τ5), την οποία έλαβε ο ίδιος. Στο Τ5 η καταγγέλλουσα είχε αναφέρει πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε στην Κύπρο για 5 χρόνια, είχε ένα παιδί 3 ετών από προηγούμενο γάμο, ενώ απέκτησε και ένα παιδί 15 μηνών με τον Κατηγορούμενο, με τον οποίον δεν έχουν συνάψει γάμο, αλλά συζούσαν. Την 24.12.2015, γύρω στις 16:00, στο διαμέρισμά τους, ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε και την κτύπησε με γροθιές και χαστούκια σε διάφορα σημεία του σώματός της και την έσπρωξε και έπεσε κάτω, στη συνέχεια την πάτησε στο κεφάλι. Την ίδια ημέρα, επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη και ζήτησε βοήθεια, χωρίς να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο. Με τη βοήθεια της Αστυνομίας, ο Κατηγορούμενος έφυγε το σπίτι και υποσχέθηκε πως δεν θα επέστρεφε για να ενοχλήσει ξανά. Την 25.12.2015 περί ώρα 13:00, επέστρεψε στο σπίτι, έσπασε την πόρτα του διαμερίσματος και μπήκε μέσα και έσπαζε πράγματα. Άρχισε να της φωνάζει πως θα την σκοτώσει και την χαστούκισε πάλι. Εκείνη έτρεξε έξω από το διαμέρισμα και ζήτησε βοήθεια από τους γείτονες οι οποίοι ειδοποίησαν την Αστυνομία, που μετέβη στο μέρος και τον συνέλαβε. Επειδή δεν είχε σημάδια από τα κτυπήματα, δεν ήθελε να πάει στον ιατρό.
Κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, του υποδείχθηκε πως έπρεπε να ψάξει να βρει κάμερες από γειτνιάζον υποστατικό, ωστόσο δεν συμφώνησε με τέτοια αναγκαιότητα,για τους σκοπούς της υπόθεσης. Δεν αναφέρθηκε η διαθεσιμότητα κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, που να αγνοήθηκαν. Ο μάρτυρας απάντησε πειστικά και με σταθερότητα σε όλες τις ερωτήσεις που έγιναν, χωρίς να αποκλίνει από την εκδοχή που κατέγραψε στην κατάθεσή του, και χωρίς αυτή η εκδοχή να κρούει σε άλλη ή να εκφεύγει από το πλαίσιο της λογικής. Διευκρίνισε πως ο Κατηγορούμενος κρατούσε αρχικά το μωρό, αλλά προσήλθε και μία κοπέλα ονόματι Σ, ο ίδιος πήρε το μωρό από τον Κατηγορούμενο και της το έδωσε. Δεν κρίθηκε απαραίτητο να ληφθεί κατάθεση και από το πρόσωπο αυτό, εφόσον δεν ήταν παρούσα κατά τις πράξεις που κατήγγειλε η καταγγέλλουσα, απλώς ήταν εκεί την ώρα που μετέβη η Αστυνομία, και η μόνη της εμπλοκή ήταν να πάρει το μωρό που της έδωσαν και να φύγει από το μέρος. Επίσης, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος ακολουθούσε μεν την Αστυνομία χωρίς βίαιες κινήσεις, δηλαδή με «απαλό τρόπο», αλλά φώναζε, όπως και στη διαδρομή, συνέχεια. Ήταν ηθελημένα που εισήλθε στο όχημα της Αστυνομίας. Η απειλή ότι θα σκοτώσει την κοπέλα ήταν στην παρουσία του. Δεν χρειάστηκε να του φορέσουν χειροπέδες. Μέσα στο όχημα, ωστόσο, άρχισε να σπρώχνει και να κάνει χειρονομίες, με αποτέλεσμα, επειδή δεν είχε γίνει προηγουμένως χρήση χειροπέδων, για να ακινητοποιηθεί ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ3 να προσπαθεί να το πράξει με το σώμα του. Λόγω της ακινητοποίησής του, επειδή ο ίδιος ήταν προς την πόρτα του οδηγού, κτυπούσε το κεφάλι του στην πόρτα και στο τζάμι, δείχνοντας, ο μάρτυρας, πώς ακριβώς κτυπούσε. Ο ΜΚ3 αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν κτύπησε οποτεδήποτε μέλος της Αστυνομίας και ότι τα κτυπήματά του προήλθαν από τα μέλη της Αστυνομίας μέσα στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη, ως προς την οποία, εξάλλου, δεν βασίστηκε σε οποιαδήποτε μαρτυρία.
Η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν σαφής, συνεκτική και απαλλαγμένη από ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις, ως ήταν η προσπάθεια να καταδειχθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Τα γεγονότα που περιέγραψε ταυτίζονται, ως προς τον πυρήνα τους και τη χρονική ακολουθία, με εκείνα που κατατέθηκαν από τον ΜΚ1. Οι αναφορές του ήταν χωρίς δισταγμό ή αμφισημία. Εξήγησε τα γεγονότα με τρόπο αντικειμενικό και χωρίς να επιχειρεί να τα εμπλουτίσει με προσωπικές εκτιμήσεις ή συμπεράσματα. Η αναφορά του στα γεγονότα ήταν περιγραφική, όπως αρμόζει σε αστυνομικό μάρτυρα. Παρά τις προκλήσεις, με την προσπάθεια να του αποδοθεί δυσανάλογη αστυνομική βία, απάντησε με ψυχραιμία, σαφήνεια και σταθερότητα. Δεν φάνηκε να αιφνιδιάζεται ούτε να οδηγείται σε αντιφατικές απαντήσεις. Η θέση του ότι δεν κρίθηκε αναγκαία η αναζήτηση υλικού από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης εξηγήθηκε επαρκώς, ενώ δεν προέκυψε άλλη μαρτυρία, αντικρουστική της εκδοχής του, ότι υπήρχε συγκεκριμένη διαθεσιμότητα τέτοιου υλικού η οποία αγνοήθηκε ή παραλείφθηκε αδικαιολόγητα. Ο λόγος για τέτοιο κύκλωμα παρακολούθησης και τέτοια πλάνα που να σχετίζονται με τα υπό εκδίκαση αδικήματα και όχι προς απόδειξη άλλων ισχυρισμών του Κατηγορούμενου, για βία εναντίον του, από μέλη της Αστυνομίας, σε διαφορετικό χωρόχρονοˑ δεν εξετάζονται οι εν λόγω ισχυρισμοί. Η στάση του μαρτυρεί επαγγελματική κρίση και όχι προσπάθεια συγκάλυψης ή ελλιπούς διερεύνησης. Οι διευκρινίσεις του αναφορικά με την παρουσία του βρέφους, το ρόλο του τρίτου προσώπου (της κοπέλας Σ) και τη μη λήψη κατάθεσης από αυτήν κρίνονται λογικές και πειστικές, καθότι το πρόσωπο αυτό δεν είχε άμεση αντίληψη των καταγγελλόμενων πράξεων βίας. Η εξήγησή του συνάδει με την κοινή πείρα και την αστυνομική πρακτική. Ως προς τα γεγονότα της σύλληψης και της μεταφοράς του Κατηγορούμενου, η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν λεπτομερής και ειλικρινής, ακόμη και σε σημεία που δεν λειτουργούν απαραίτητα υπέρ της κατηγορούσας αρχής. Η παραδοχή ότι αρχικά δεν έγινε χρήση χειροπέδων και ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε ηθελημένα στο όχημα της Αστυνομίας προσδίδει αξιοπιστία στον μάρτυρα, καθώς δείχνει ότι δεν επιχειρεί να παρουσιάσει τα γεγονότα ωραιοποιημένα. Η περιγραφή της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου εντός του οχήματος, καθώς και του τρόπου με τον οποίο τραυματίστηκε χτυπώντας το κεφάλι του στην πόρτα και το τζάμι, ήταν συγκεκριμένη και συνοδεύτηκε από επίδειξη, γεγονός που ενισχύει τη ζωντάνια και την αληθοφάνειά της. Το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο να αμφισβητήσει τη διάψευση του ΜΚ3 ως προς τον ισχυρισμό ότι τα τραύματα του Κατηγορούμενου προήλθαν από αστυνομική βία εντός του Σταθμού. Η άρνηση αυτή δεν στηρίζεται απλώς σε θέση άμυνας, αλλά εντάσσεται σε μια συνολικά συνεπή και λογική αφήγηση, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Συνολικά, η μαρτυρία του ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη, πειστική και εναρμονισμένη με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Δεν εντοπίζονται στοιχεία υπερβολής, μεροληψίας ή σκοπιμότητας. Το Δικαστήριο την αποδέχεται στο σύνολό της και της αποδίδει ουσιαστικό αποδεικτικό βάρος.
ΜΚ4: καταγγέλλουσα
Η ΜΚ4 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τ5), το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε προηγουμένως. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο του δράστη, που αναφέρει στο Τ5. Ανέφερε, κατά την αντεξέτασή της, πως το παιδί της, το οποίο σήμερα δέχθηκε πως είναι 11 ετών, μεγαλώνει με τον πατέρα του, καθώς η ίδια, λόγω των προβλημάτων που υπήρχαν, δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει. Εξέφρασε ευγνωμοσύνη που ο πατέρας δίνει στο παιδί ό,τι χρειάζεται. Δέχθηκε την ευθύνη για την απώλεια επικοινωνίας με το παιδί της. Δεν δέχθηκε, όμως, και πως η ίδια ήταν επιθετική εναντίον του Κατηγορούμενου. Χώρισαν και ο Κατηγορούμενος ήθελε συνέχεια να επιστρέφει. Ερχόταν τα βράδια. Δεν είχε κλειδί, κτυπούσε την πόρτα ή το κουδούνι, μπορεί και ώρα 24:00. Γίνονταν κατ’ επανάληψη αυτό. Δεν θυμάται τη συγκεκριμένη ημερομηνία, λόγω της παρόδου του χρόνου, ωστόσο, όσα βίωσε τα μαρτύρησε και η ίδια η Αστυνομία. Ερωτήθηκε γιατί δεν είπε, την πρώτη φορά, στην Αστυνομία, ότι την κτύπησε. Εξήγησε ότι το ανέφερε, αλλά δεν είχε σημάδια επάνω της, και γι’ αυτό δεν ήθελε να επισκεφθεί ιατρό. Επίσης, είχε αναφέρει πως δεν χρειαζόταν κάπου να κρυφθεί καθότι είχε δουλειά, ενόψει του ότι της προτάθηκε από την Αστυνομία αυτού του είδους η προστασία. Αρνήθηκε την εκδοχή πως είχε βρει άλλον άνδρα, λόγος για τον οποίο δεν ήθελε να πηγαίνει στο σπίτι ο Κατηγορούμενος, η ίδια η Αστυνομία, επισήμανε, πως όταν μετέβη στο σπίτι, δεν είχε δει να βρίσκεται στο μέρος άλλος άνδρας, την περασμένη ώρα που είχε γίνει η επίσκεψη. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα πως δεν της επιτέθηκε ο Κατηγορούμενος, είτε την 24.12.2015 είτε την 25.12.2015, και η μάρτυρας ανέφερε πως δεν θα πήγαινε στην Αστυνομία χωρίς λόγο. Υποβλήθηκε πως δεν ήταν τέτοια η συμπεριφορά ώστε να προκληθεί ψυχολογική βλάβη, ωστόσο η μάρτυρας ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της επιτίθετο, όχι ψυχολογικά, ακριβώς, αλλά της επιτίθετο. Υποβλήθηκε πως δεν της προκάλεσε τρόμο, ωστόσο η μάρτυρας υπέδειξε πως ο Κατηγορούμενος ερχόταν πίσω της, μία φορά της έριξε ένα τενεκεδάκι του καφέ στην πλάτη. Δεν δέχθηκε πως επινόησε τα γεγονότα, για να κρατήσει μακριά τον Κατηγορούμενο, λόγω του ότι βρήκε άλλο σύντροφο, ουσία στην οποία εστίασε η αντεξέταση της πλευράς της Υπεράσπισης.
Η ΜΚ4 δεν απέκλινε από το περιεχόμενο του Τ5. Όσα ανέφερε ήταν με σαφήνεια και χωρίς δισταγμό. Παρά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, η μάρτυρας κατέστησε σαφές ότι η αδυναμία της να θυμηθεί με ακρίβεια συγκεκριμένες ημερομηνίες δεν αφορά τον πυρήνα των βιωμάτων της, αλλά λεπτομέρειες που εύλογα φθείρονται με την πάροδο του χρόνου. Τα ουσιώδη περιστατικά που περιέγραψε παραμένουν σταθερά και συνεπή. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη στάση ειλικρίνειας που επέδειξε η ΜΚ4 κατά την αντεξέταση. Η αποδοχή προσωπικών ευθυνών, ιδίως ως προς την απώλεια επικοινωνίας με το παιδί της και η αναγνώριση της θετικής συμβολής του πατέρα στη φροντίδα του, δεν συνάδουν με πρόθεση υπερβολής ή εκδικητικότητας έναντι του Κατηγορούμενου. Αντιθέτως, ενισχύουν την αξιοπιστία της, καθώς η μάρτυρας δεν δίστασε να προβεί σε δηλώσεις που δεν εξυπηρετούν κατ’ ανάγκη τη θέση της κατηγορούσας πλευράς. Οι εξηγήσεις της αναφορικά με τη μη άμεση καταγγελία της σωματικής επίθεσης και τη μη επίσκεψή της σε ιατρό κρίνονται λογικές και σύμφωνες με την ανθρώπινη εμπειρία, ιδίως υπό το πρίσμα της απουσίας εμφανών τραυμάτων. Ομοίως, η στάση της απέναντι στις προτάσεις προστασίας από την Αστυνομία, τις οποίες δεν αποδέχθηκε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, δεν υποδηλώνει αδιαφορία για την ασφάλειά της αλλά πρακτική εκτίμηση των συνθηκών της ζωής της. Αρνήθηκε σταθερά και χωρίς αντιφάσεις τους ισχυρισμούς περί επιθετικής συμπεριφοράς εκ μέρους της, περί ύπαρξης άλλου συντρόφου ή περί επινόησης των γεγονότων με σκοπό την απομάκρυνση του Κατηγορούμενου. Οι αρνήσεις αυτές δεν έμειναν μετέωρες, αλλά στηρίχθηκαν τόσο στη δική της εκδοχή όσο και σε αντικειμενικά στοιχεία που προέκυψαν από τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, όπως και στην απουσία τρίτου προσώπου κατά τις αστυνομικές επισκέψεις. Η περιγραφή της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, ιδίως των επαναλαμβανόμενων νυχτερινών εμφανίσεων, των φωνών και των πράξεων παρενόχλησης, παρουσιάζει συνοχή και δεν κλονίστηκε από τις υποβολές της Υπεράσπισης. Ακόμη και όταν η μάρτυρας δυσκολεύτηκε να εντάξει τις εμπειρίες της σε αυστηρά νομικούς όρους (όπως «ψυχολογική βλάβη»), παρέμεινε συνεπής ως προς τα πραγματικά περιστατικά που βίωσε, τα οποία περιέγραψε με απλότητα και αμεσότητα. Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία της ΜΚ4 είναι ειλικρινής, απαλλαγμένη από σκοπιμότητα και εναρμονισμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή στοιχεία που να υπονομεύουν την αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και της αποδίδεται ουσιαστικό αποδεικτικό βάρος.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέτασή του, περιορίστηκε σε γενική και ατεκμηρίωτη άρνηση των κατηγοριών, χωρίς να προβάλλει σαφή, σταθερή και λογικώς συνεκτική εκδοχή των πραγματικών περιστατικών, ούτε να αντικρούσει συγκεκριμένα και ουσιωδώς τα επιμέρους στοιχεία της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Η επιλογή αυτή, αν και θεμιτή στο πλαίσιο των δικαιωμάτων του, δεν συνέβαλε στη διαμόρφωση εναλλακτικού πραγματικού πλαισίου ικανού να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο.
Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος προέβη σε παραδοχές επί ουσιωδών και κρίσιμων γεγονότων, τα οποία συγκροτούν βασικά στοιχεία και της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και συγκεκριμένα ως προς τη συμβίωσή του με την καταγγέλλουσα και τον χωρισμό τους, την παρουσία των αστυνομικών στο διαμέρισμα, την ανεύρεσή του να κάθεται στον καναπέ κρατώντας το βρέφος, καθώς και την κατάσταση ακαταστασίας στον χώρο. Οι παραδοχές αυτές συνάδουν πλήρως με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3 και ενισχύουν την αξιοπιστία τους. Αντιθέτως, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες, εσωτερικές αντιφάσεις και μεταβαλλόμενες εκδοχές επί καίριων ζητημάτων. Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο εισόδου του στο διαμέρισμα την 25.12.2015, αρχικώς αποδέχθηκε ότι έσπρωξε την πόρτα για να εισέλθει, εν συνεχεία αρνήθηκε ότι προκάλεσε ζημιά χωρίς να αντικρούει ευθέως τα ευρήματα των αστυνομικών, και ακολούθως μετέβαλε την εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι του άνοιξε η καταγγέλλουσα. Η μεταγενέστερη προσπάθειά του να συγκεράσει τις αντιφάσεις αυτές, επικαλούμενος αναχώρηση και εκ νέου επιστροφή στον χώρο, παρέμεινε αόριστη και ατεκμηρίωτη. Οι αντιφάσεις αυτές δεν δύνανται να εκληφθούν ως επουσιώδεις. Η αδυναμία παροχής σταθερής και συνεκτικής εξήγησης πλήττει καίρια την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Περαιτέρω, οι αναφορές του αναφορικά με τη φιλονικία της 24ης Δεκεμβρίου περιορίζονται σε γενικόλογες διατυπώσεις περί αμοιβαίων φωνών, χωρίς πειστική εξήγηση για την προσφυγή της καταγγέλλουσας στην Αστυνομία ή για την ανάγκη απομάκρυνσής του από την κατοικία. Η εκδοχή αυτή δεν συμβιβάζεται με τη συνολική αποδεικτική εικόνα. Ιδιαίτερη επιφύλαξη προκαλεί ο ισχυρισμός του ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας του, θα μπορούσε να τον κτυπήσει ακόμη και πεντάχρονο παιδί, ο οποίος προβάλλεται άνευ οποιασδήποτε αποδεικτικής τεκμηρίωσης και φέρει εμφανώς ρητορικό και υπερβολικό χαρακτήρα, στερούμενος αποδεικτικής αξίας. Ως προς τα γεγονότα της 25ης Δεκεμβρίου, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η καταγγέλλουσα αποχώρησε αυτοβούλως χωρίς να προηγηθεί εκ μέρους του οποιαδήποτε επιθετική ή απειλητική συμπεριφορά. Η εκδοχή αυτή δεν ενισχύεται από συγκεκριμένα περιστατικά και παραμένει ατεκμηρίωτη. Περαιτέρω, η επίκληση εκ μέρους του παρουσίας «βρεφοκόμου», διατυπωμένη με βεβαιότητα, δεν συνάδει με προηγούμενες αναφορές του περί παραμέλησης του παιδιού και ακαταστασίας στον χώρο, ενώ καταδεικνύει και ασάφεια ως προς την ταυτότητα του τρίτου παριστάμενου προσώπου. Ως προς τη συμπεριφορά του έναντι των αστυνομικών, αρνήθηκε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια ή αντίσταση και επιχείρησε να αποδώσει στα μέλη της Αστυνομίας ψευδή κίνητρα και αυθαίρετη εμπλοκή. Η εκδοχή αυτή δεν συνάδει ούτε με την προγενέστερη ένταση που ο ίδιος αποδέχθηκε ούτε με την κατάσταση που επικρατούσε στον χώρο, ενώ παραμένει ανεξήγητο για ποιο λόγο ακολούθησε την Αστυνομία εφόσον, κατά τον ίδιο, δεν υπήρχε λόγος σύλληψης. Οι περαιτέρω ισχυρισμοί του περί κακοποίησής του από αστυνομικούς, τόσο κατά τη μεταφορά όσο και εντός των αστυνομικών σταθμών, δεν συνοδεύονται από επαρκή ή αντικειμενική τεκμηρίωση, ούτε εξηγείται πειστικά η μη άμεση και σαφής προβολή τους σε χρόνο κατά τον οποίο είχε σχετική δυνατότητα. Ιδίως, η αναγνώριση της υπογραφής του στο έγγραφο Τ3, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό άγνοιας του περιεχομένου του και των συνθηκών λήψης του, παραμένει ανεξήγητη, ενόψει και της ύπαρξης διερμηνέα κατά την υπογραφή του. Συνολικώς εκτιμώμενη, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν κρίνεται αξιόπιστη ούτε πειστική. Χαρακτηρίζεται από γενικόλογη άρνηση, ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και μεταβαλλόμενες εκδοχές επί κρίσιμων ζητημάτων, ενώ σε καίρια σημεία εναρμονίζεται με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ενισχύοντας αυτήν. Οι δε ισχυρισμοί του που αποσκοπούν στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των αστυνομικών μαρτύρων δεν στηρίζονται σε επαρκή πραγματική βάση και δεν αντέχουν στη δοκιμασία της λογικής και της κοινής πείρας. Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τη μαρτυρία του με επιφύλαξη και δεν δύναται να στηριχθεί επ’ αυτής για την εξαγωγή ασφαλών πραγματικών ευρημάτων.
Ευρήματα
Τα ευρήματα που αναδύονται από την αποδεκτή μαρτυρία είναι τα εξής: Η ΜΚ4 και ο Κατηγορούμενος συζούσαν στο παρελθόν και απέκτησαν ένα κοινό τέκνο. Δεν είχαν τελέσει γάμο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν χωρίσει. Ο Κατηγορούμενος, μετά τον χωρισμό, εμφανιζόταν επανειλημμένα στην κατοικία της ΜΚ4 χωρίς να διαθέτει κλειδί, κτυπώντας την πόρτα ή το κουδούνι, ακόμη και αργά τη νύχτα. Την 24.12.2015 και περί ώρα 16:00, στο διαμέρισμα της ΜΚ4, ο Κατηγορούμενος την κτύπησε και την έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει. Την ίδια ημέρα, η ΜΚ4 μετέβη σε Αστυνομικό Σταθμό και ζήτησε βοήθεια, χωρίς να προβεί σε πλήρη καταγγελία ούτε να επισκεφθεί ιατρό, λόγω απουσίας εμφανών τραυμάτων. Με τη συνδρομή της Αστυνομίας, ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την κατοικία και δήλωσε ότι δεν θα επέστρεφε. Την 25.12.2015 και περί ώρα 13:00, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην κατοικία της ΜΚ4, παραβίασε βίαια την είσοδο, προκαλώντας ζημιά στον παραστατό της πόρτας, και εισήλθε στο διαμέρισμα. Εντός του διαμερίσματος επικρατούσε ακαταστασία, με αντικείμενα και ρούχα πεταγμένα στο πάτωμα. Κατά τον χρόνο αυτό, ο Κατηγορούμενος φώναζε στη ΜΚ4 και την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει. Την κτύπησε εκ νέου με χαστούκι. Η ΜΚ4 εξήλθε του διαμερίσματος και ζήτησε βοήθεια από γείτονες, οι οποίοι ειδοποίησαν την Αστυνομία. Οι ΜΚ1 και ΜΚ3 μετέβησαν άμεσα στο μέρος και εντόπισαν τη ΜΚ4 στην είσοδο της πολυκατοικίας σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, κλαίουσα. Οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ανοικτή και παραβιασμένη πόρτα και εμφανή σημάδια ακαταστασίας εντός του διαμερίσματος. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του διαμερίσματος, καθήμενος στον καναπέ και κρατώντας το βρέφος. Αρχικά αρνήθηκε να εξέλθει του διαμερίσματος και φώναζε. Μετά από επανειλημμένες οδηγίες, άφησε το παιδί και εξήλθε. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, ο Κατηγορούμενος φώναζε και προέβη σε απειλή κατά της ζωής της ΜΚ4, παρουσία των αστυνομικών. Του γνωστοποιήθηκε ότι τελεί υπό σύλληψη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό όχημα. Κατά τη μεταφορά του στον Αστυνομικό Σταθμό, φώναζε, αντιστεκόταν, επιτέθηκε σωματικά στον ΜΚ3 και προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του οχήματος. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, κτυπούσε το κεφάλι του στην πόρτα και στο τζάμι του οχήματος, προκαλώντας εκδορές στο κεφάλι και στο αριστερό αυτί. Στον Αστυνομικό Σταθμό τοποθετήθηκαν χειροπέδες, λόγω της συνεχιζόμενης αντίδρασής του. Την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς με τη συνδρομή διερμηνέα και αρνήθηκε τα αδικήματα.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία, 2η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης, κατά το άρθρο 242 ΠΚ (1η Κατηγορία, 2η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[6], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[7]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[8].
Από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι την 24.12.2015, ο Κατηγορούμενος άσκησε πραγματική σωματική βία εναντίον της ΜΚ4 (χαστούκια, ρίψη στο έδαφος κ.λπ.). Η πράξη αυτή υπερβαίνει το στάδιο της απλής αντίληψης κινδύνου και συνιστά ολοκληρωμένη επίθεση, τελεσθείσα χωρίς οποιαδήποτε συγκατάθεση. Την 25.12.2015, ο Κατηγορούμενος παραβίασε βίαια την είσοδο της κατοικίας, εισήλθε παρά τη θέληση της ΜΚ4, φώναζε και διατύπωσε ρητή απειλή θανάτου («θα τη σκοτώσει»), την κτύπησε εκ νέου με χαστούκι. Η συμπεριφορά αυτή, ακόμη και αν εξεταστεί αυτοτελώς, είναι τέτοια που δημιουργεί εύλογα και άμεσα στην παθούσα την αντίληψη επικείμενης παράνομης βίας, ιδίως υπό το φως της προηγηθείσας πραγματικής επίθεσης, της βίαιης εισόδου, της χρονικής εγγύτητας των γεγονότων, της ρητής απειλής κατά της ζωής της. Η ΜΚ4 ουδέποτε συγκατατέθηκε σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω ενέργειες. Αντιθέτως, αποχώρησε από την κατοικία και ζήτησε άμεση βοήθεια. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είτε τελέστηκε με άμεση πρόθεση, όπως προκύπτει από τις λεκτικές απειλές και τη σωματική βία, είτε, τουλάχιστον, απερίσκεπτα, καθότι ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η βίαιη είσοδος, οι φωνές και οι απειλές δημιουργούν άμεσο κίνδυνο και φόβο παράνομης βίας, και παρ’ όλα αυτά προχώρησε στις ενέργειες αυτές. Κατά συνέπεια, τα αποδεδειγμένα γεγονότα εμπίπτουν πλήρως στην έννοια της «επίθεσης» όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 242 ΠΚ. Υφίσταται συμπεριφορά του Κατηγορούμενου που δημιούργησε (και σε σημεία πραγματοποίησε) παράνομη βία, χωρίς συγκατάθεση της παθούσας, με πρόθεση ή, κατ’ ελάχιστον, με απερίσκεπτη ενέργεια. Επομένως, σε επίπεδο νομικής υπαγωγής, πληρούνται τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που απαιτούνται για την εξέταση της στοιχειοθέτησης του αδικήματος του άρθρου 242 ΠΚ (1η Κατηγορία και 2η Κατηγορία).
3η Κατηγορία, 4η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά το άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000 (3η Κατηγορία, 4η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί η άσκηση βίας. «Βία», για τους σκοπούς του εν λόγω ειδικού νόμου, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Ανεξαρτήτως αυτής της ερμηνείας, «βία» συνιστά και η κοινή επίθεση, κατά το άρθρο 4 § 2, όταν ασκείται μεταξύ μελών της οικογένειας. Μέλος της οικογένειας, κατά την ερμηνευτική διάταξη, περιλαμβάνει άνδρα και γυναίκα που συζούσαν ή συζούν ως ανδρόγυνο.
Αποδεδειγμένα, η ΜΚ4 και ο Κατηγορούμενος συζούσαν ως ανδρόγυνο και απέκτησαν κοινό τέκνο. Κατά τον κρίσιμο χρόνο είχαν χωρίσει, πλην όμως η προηγηθείσα συμβίωση τους υπάγει ρητά στην έννοια του «μέλους της οικογένειας» κατά την ερμηνευτική διάταξη του νόμου. Την 24.12.2015, ο Κατηγορούμενος κτύπησε τη ΜΚ4 με γροθιές και χαστούκια, την έριξε στο έδαφος και πάτησε το κεφάλι της. Την 25.12.2015, τη χαστούκισε εκ νέου μετά από βίαιη είσοδο στην κατοικία της. Οι πιο πάνω πράξεις συνιστούν άμεση σωματική βία, προκαλούσα σωματική βλάβη ή, κατ’ ελάχιστον, κίνδυνο τέτοιας βλάβης. Ο Κατηγορούμενος επέστρεφε κατ’ επανάληψη στην κατοικία της ΜΚ4 χωρίς τη συναίνεσή της, ακόμη και μεταμεσονύκτιες ώρες. Την 25.12.2015 παραβίασε βίαια την πόρτα του διαμερίσματος. Φώναζε και διατύπωσε ρητή απειλή κατά της ζωής της. Η ΜΚ4 εξήλθε έντρομη από την κατοικία και ζήτησε βοήθεια από γείτονες. Η συμπεριφορά αυτή, εξεταζόμενη σωρευτικά και στο πλαίσιο της προηγηθείσας σωματικής βίας, είναι ικανή να προκαλέσει ψυχική βλάβη, φόβο και αίσθημα ανασφάλειας. Η βίαιη είσοδος στην κατοικία και η επιθετική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχαν ως αποτέλεσμα η ΜΚ4 να εγκαταλείψει τον χώρο για να προστατευθεί. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου επηρέασε άμεσα την ελευθερία της ΜΚ4 να παραμείνει με ασφάλεια στην κατοικία της, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Οι πράξεις σωματικής βίας που τελέστηκαν από τον Κατηγορούμενο συνιστούν κοινή επίθεση, τελέστηκαν μεταξύ μελών της οικογένειας και αυτοτελώς, στοιχειοθετούν «βία» για τους σκοπούς του ειδικού νόμου. Ο Κατηγορούμενος άσκησε σωματική και ψυχική βία, εις βάρος προσώπου που εμπίπτει στην έννοια του «μέλους της οικογένειας», με συμπεριφορά που περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενη επιθετικότητα, απειλές και βίαιες πράξεις. Κατά συνέπεια, σε επίπεδο νομικής υπαγωγής, πληρούνται τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που απαιτούνται για τον έλεγχο της στοιχειοθέτησης του αδικήματος του άρθρου 3 §§ 1 και 4 του ν. 119(Ι)/2000 (3η Κατηγορία, 4η Κατηγορία).
5η Κατηγορία, 7η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της επίθεσης ή της αντίστασης κατά νόμιμης σύλληψης κατά το άρθρο 244(α)(β) ΠΚ (5η Κατηγορία, 7η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά συμπεριφορά που συνιστά επίθεση με σκοπό την αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη ή αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη· που στρέφεται εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης ή σε πρόσωπο που τον συνδράμει· κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Η έννοια της επίθεσης εξηγήθηκε προηγουμένως. Θα πρέπει να υπάρχει δέουσα εκτέλεση καθήκοντος από το μέλος της αστυνομίας, δηλαδή να μην υφίσταται παρανομία. Ο παράνομος περιορισμός της ελευθερίας ενός πολίτη δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψή του, πλαίσιο μέσα στο οποίο το απλό σπρώξιμο μπορεί να μην θεωρηθεί επίθεση[9]. Το δικαίωμα για αντίσταση δεν είναι απόλυτο αλλά τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία από τον δράστη, ο δράστης, και πάλι, μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης, παρά το παράνομο της σύλληψης[10].
Οι ΜΚ1 και ΜΚ3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εν ενεργεία αστυνομικοί. Τελούσαν σε διατεταγμένη υπηρεσία και ανταποκρίνονταν σε κλήση για σοβαρό επεισόδιο βίας. Οι αστυνομικοί μετέβησαν κατόπιν πληροφορίας για εν εξελίξει βίαιο επεισόδιο. Διαπίστωσαν παραβιασμένη πόρτα, ακαταστασία, ταραγμένη παθούσα και ρητή απειλή θανάτου εκ μέρους του Κατηγορούμενου, εκτοξευθείσα στην παρουσία τους. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε αρχικά να συμμορφωθεί με οδηγίες, φώναζε και προκαλούσε ανησυχία. Του γνωστοποιήθηκε ότι τελεί υπό σύλληψη. Τα πιο πάνω συνιστούν επαρκή και νόμιμη βάση σύλληψης, στο πλαίσιο πρόληψης περαιτέρω αδικημάτων και διασφάλισης της δημόσιας τάξης. Η σύλληψη τελέστηκε κατά κανονική εκτέλεση καθήκοντος. Δεν προκύπτει παρανομία που να θεμελιώνει δικαίωμα αντίστασης. Κατά τη μεταφορά στο αστυνομικό όχημα, ο Κατηγορούμενος φώναζε, επιτέθηκε σωματικά στον ΜΚ3, τον κτυπούσε και τον έσπρωχνε, προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του οχήματος εν κινήσει, αντιστάθηκε ενεργά. Η συμπεριφορά αυτή υπερβαίνει το «απλό σπρώξιμο» και συνιστά ενεργή αντίσταση και επίθεση, ικανή να προκαλέσει κίνδυνο σωματικής βλάβης. Το στοιχείο της επίθεσης ή αντίστασης, αντίστοιχα, πληρούται. Δεν ασκήθηκε προηγουμένως υπέρμετρη αστυνομική βία. Αρχικά δεν χρησιμοποιήθηκαν χειροπέδες. Η ακινητοποίηση έγινε σταδιακά και αναλογικά, λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Τα τραύματα που υπέστη ο ίδιος προκλήθηκαν από δική του αυτοτραυματική συμπεριφορά (κτύπημα κεφαλής στο όχημα). Δεν υφίσταται δικαίωμα νόμιμης αντίστασης, ούτε ανατροπή της αναλογικότητας υπέρ του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος άσκησε επίθεση και ενεργή αντίσταση, κατά εν ενεργεία αστυνομικού, κατά τη νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να υφίσταται παράνομη σύλληψη ή υπέρμετρη αστυνομική βία που να θεμελιώνει δικαίωμα αντίστασης. Κατά συνέπεια, σε επίπεδο νομικής υπαγωγής, πληρούνται σωρευτικά τα απαιτούμενα στοιχεία για τον έλεγχο της στοιχειοθέτησης του αδικήματος της επίθεσης και του αδικήματος αντίστασης κατά νόμιμης σύλληψης κατά το άρθρο 244(α) ΠΚ (5η Κατηγορία, 7η Κατηγορία).
6η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ (6η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά απειλή άλλου προσώπου με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· με τρόπο ώστε να προκαλείται στο πρόσωπο αυτό τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[11].
Την 25.12.2015, ο Κατηγορούμενος διατύπωσε ρητή απειλή θανάτου κατά της ΜΚ4 («θα τη σκοτώσει»). Η απειλή διατυπώθηκε προφορικά, με σαφή και κατανοητό περιεχόμενο. Το στοιχείο της απειλής με βία πληρούται. Οι συνθήκες υπό τις οποίες διατυπώθηκε η απειλή περιλαμβάνουν σωρευτικά προηγηθείσα πραγματική σωματική βία την 24.12.2015, βίαιη παραβίαση της εισόδου της κατοικίας την 25.12.2015, επιθετική συμπεριφορά, φωνές και ακαταστασία εντός του διαμερίσματος, και χρονική εγγύτητα της απειλής με τα επεισόδια βίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απειλή δεν είναι αφηρημένη ή κενή περιεχομένου, αλλά εξ αντικειμένου ικανή να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία σε εύλογο αποδέκτη στη θέση της ΜΚ4. Η ΜΚ4 εγκατέλειψε άμεσα την κατοικία της. Ζήτησε βοήθεια από γείτονες, οι οποίοι ειδοποίησαν την Αστυνομία. Κατά την άφιξη των αστυνομικών, βρισκόταν σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, κλαίουσα. Η συμπεριφορά αυτή συνάδει με πραγματική εμπειρία φόβου και ανησυχίας, ανεξαρτήτως της νομικής ορολογίας που η ίδια χρησιμοποιεί για να την περιγράψει. Το στοιχείο της πραγματικής πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας πληρούται. Η πρόθεση εκφοβισμού συνάγεται από τη φύση της απειλής (απειλή κατά της ζωής), το ιστορικό βίας που είχε προηγηθεί, τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου πριν και κατά τη διατύπωση της απειλής (βίαιη είσοδος, φωνές, επιθετικότητα), την έλλειψη οποιουδήποτε πλαισίου που να αποδυναμώνει την απειλή (π.χ. αστεϊσμός, συναισθηματική υπερβολή χωρίς προηγούμενο). Δεν απαιτείται απόδειξη πρόθεσης υλοποίησης της απειλούμενης πράξης, αλλά μόνο πρόθεση πρόκλησης φόβου, η οποία εδώ προκύπτει λογικά και αβίαστα. Το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης εκφοβισμού πληρούται. Ο Κατηγορούμενος απείλησε τη ΜΚ4 με σοβαρή παράνομη πράξη (βία κατά της ζωής), υπό συνθήκες που καθιστούσαν την απειλή αντικειμενικά σοβαρή και αξιόπιστη, η απειλή προκάλεσε πράγματι τρόμο ή ανησυχία στη ΜΚ4, και τελέστηκε με πρόθεση εκφοβισμού. Κατά συνέπεια, σε επίπεδο νομικής υπαγωγής, πληρούνται σωρευτικά τα απαιτούμενα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία για τον έλεγχο της στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απειλής κατά το άρθρο 91Α ΠΚ (6η Κατηγορία).
Κατάληξη
Η Κατηγορούσα Αρχή, με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, έχει επιτύχει να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, όλες τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
[7] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.
[8] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
[10] Φωτίου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 611.
[11] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο