ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 14785 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Μ. Π.
__________________________
Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης και Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Ε. Μαρκουλλή (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν της ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, ότι την 13.10.2025, στη Λεμεσό, υπήρχε κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, τύπου πιστόλι, άγνωστης κατηγορίας, χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής από τον Αρχηγό Αστυνομίας (1η Κατηγορία), καθώς και εκρηκτικών υλών, δηλαδή τεσσάρων φυσιγγίων, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (2η Κατηγορία).
Για το αδίκημα της 1ης Κατηγορίας, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 15 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €42,715[1]. Για το αδίκημα της 2ης Κατηγορίας, η προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή, είναι η φυλάκιση μέχρι τα 15 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €5.000[2].
Οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος περιπτώσεων. Αυτό συμβαίνει επειδή πρόκειται για αδικήματα διακινδύνευσης. Το αξιόποινο δικαιολογείται μόνο με το να κατέχει και να μεταφέρει οποιοσδήποτε τα όπλα ή αντίστοιχα τις εκρηκτικές ύλες κατά παράβαση των προνοιών του νόμου. Δεν είναι ανάγκη να έχει διαπραχθεί άλλο αδίκημα, με τη χρήση των όπλων ή των εκρηκτικών υλών. Τα όπλα και οι εκρηκτικές ύλες είναι φύσει επικίνδυνα αντικείμενα. Η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους δυνατόν να θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, τη σωματική ακεραιότητα ή και την ανθρώπινη ζωή, ενώ προκαλείται δυνητικά φόβος και ανησυχία στο κοινωνικό σύνολο.
Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης λαμβάνεται υπόψη και η υπόθεση αρ.10362/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά απείθεια κατά νόμιμων διαταγών και μαχαιροφορία, που διαπράχθηκαν την 7.5.2024.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος[4]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή πρέπει να επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 13.10.2025 αναφέρθηκαν εκτενέστερα από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α. Την 13.10.2025 εντοπίστηκαν τέσσερις κάλυκες από πυροβόλο όπλο. Από τις εξετάσεις που έγιναν στη σκηνή, διαπιστώθηκε πως οι κάλυκες ήταν προϊόν πυροβολισμών που ρίχθηκαν την 13.10.2025, νωρίτερα, από πρόσωπο που επέβαινε μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού, σκούρου χρώματος. Δεν διαπιστώθηκε ζημιά σε όχημα ή υποστατικό. Μέσα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, προέκυψε πως την 13.10.2025 δύο γυναίκες και ένας άνδρας εισήλθαν πεζοί στην αναφερόμενη οδό, τους ακολούθησε μία μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού στην οποία επέβαινε ένας άνδρας με σκούρα ρούχα, νεαρός. Η μοτοσικλέτα προσέγγισε τη μία από τις δύο γυναίκες, υπήρχε μεταξύ τους συνομιλία, επιμονή του δράστη να ανέβει η κοπέλα στη μοτοσικλέτα και δική της άρνηση. Ακολούθως, ανέσυρε πιστόλι και πυροβόλησε στον αέρα, αναχωρώντας από το μέρος. Ο δράστης ταυτοποιήθηκε με τον Κατηγορούμενο. Προς αυτή την κατεύθυνση, ήταν η κατάθεση της γυναίκας που φέρεται να δέχθηκε την προσέγγιση του δράστη, που κατονόμασε τον Κατηγορούμενο και ανέφερε το πλαίσιο των γεγονότων που έλαβαν χώρα τα ξημερώματα της 13ης Οκτωβρίου του 2025. Ο Κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε την εμπλοκή του και επί των γεγονότων της υπόθεσης και ανέφερε πως ό,τι έχει να πει, θα το πει στο Δικαστήριο.
Εκ των γεγονότων, προκύπτουν τα εξής: Το πιστόλι, το οποίο αποκτήθηκε με άγνωστο τρόπο, ανασύρθηκε και πυροδοτήθηκε, έστω και στον αέρα. Αυτή η συνθήκη ανεβάζει την ένταση του κινδύνου. Τα γεγονότα έλαβαν χώρα τα ξημερώματα, σε δημόσιο δρόμο, σε χώρο όπου κινούνταν και πεζοί. Αυτό αντικειμενικά αυξάνει τη διακινδύνευση της δημόσιας ασφάλειας, ανεξάρτητα από το αν τελικά τραυματίστηκε κάποιος ή όχι. Μέρος των φυσιγγίων χρησιμοποιήθηκε, όπως αποδεικνύεται από τους κάλυκες. Η κατοχή εκρηκτικών υλών συνδέεται άμεσα με τη χρήση του πυροβόλου όπλου. Η επιμονή προς τη γυναίκα, η άρνησή της και η ακολουθία πυροβολισμού στον αέρα δημιουργούν αντικειμενικά μια εικόνα εκφοβισμού. Υπήρχε πρόθεση εκφοβισμού γυναίκας με τη χρήση του πιστολιού και τους πυροβολισμούς στον αέρα. Η χρήση μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού διευκόλυνε την άμεση αποχώρηση. Ενισχύει και το στοιχείο αυτό την αντικειμενική επικινδυνότητα, διότι μειώνει τον κοινωνικό έλεγχο και αυξάνει τη δυσχέρεια αποτροπής ή σύλληψης. Προκύπτουν, όμως, και τα εξής, από τα γεγονότα: δεν υπήρξε πραγματική υλική ζημιά ή σωματική βλάβη. Δεν υπήρξε τραυματισμός προσώπου, ούτε ζημιά σε όχημα ή υποστατικό. Η διακινδύνευση παρέμεινε στο επίπεδο του κινδύνου και δεν υλοποιήθηκε σε απτό αποτέλεσμα. Οι πυροβολισμοί δεν κατευθύνθηκαν προς πρόσωπα ή αντικείμενα. Ο πυροβολισμός στον αέρα δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, αλλά τον περιορίζει, σε σύγκριση με βολή προς συγκεκριμένο στόχο. Παρόλο που η χρήση ήταν σαφώς εκφοβιστική, δεν εκδηλώθηκε με άμεση στόχευση κατά προσώπου ή αντικειμένου. Η κατοχή των εκρηκτικών υλών αφορούσε μόνον τέσσερα φυσίγγια, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι δεν αρκούσε έστω και ένα εξ αυτών, για να προκαλέσει σοβαρή ζημιά. Τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν σε σύντομο χρονικό πλαίσιο και δεν προκύπτει κλιμάκωση, επανάληψη ή παρατεταμένη δράση εντός της ίδιας νύχτας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις ως προς τον τρόπο τέλεσης δεν αξιολογούνται αυτοτελώς ούτε αποσπασματικά, αλλά αποκλειστικά στο πλαίσιο της συνολικής στάθμισης της σοβαρότητας των αδικημάτων. Η προβλεπόμενη ανώτατη ποινή δεν λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης με γραμμική αναλογία, αλλά ως ανώτατο όριο για τις βαρύτερες μορφές του αδικήματος (οργανωμένη εγκληματική δράση, οπλοστάσια, πρόθεση χρήσης σε σοβαρό έγκλημα, επαναλαμβανόμενη ή κλιμακούμενη βία). Η παρούσα υπόθεση, αν και δεν εντάσσεται σε αυτές, υπερβαίνει σαφώς τις περιπτώσεις απλής παθητικής κατοχής ή μεταφοράς, λόγω της ενεργού χρήσης του όπλου σε δημόσιο χώρο, στοιχείο που δικαιολογεί την τοποθέτηση της ποινής σε ανώτερο τμήμα συγκριτικά με εκείνο το εύρος.
Τα γεγονότα της υπόθεσης αρ.10362/2024 Ε.Δ. Λεμεσού αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή με λεπτομέρεια, στη βάση όσων αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Η απείθεια αφορούσε διαταγή μέλους της Αστυνομίας να ακολουθήσει ο Κατηγορούμενος για να μεταβούν στο τμήμα, άρχισε να τρέχει, ενώ η μαχαιροφορία αφορά τρία μικρά κλειστά μαχαίρια που καταλήγουν σε μυτερή άκρη.
Έγινε αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες. Μεταξύ άλλων, έγινε αναφορά στην υπόθεση αρ.104/2021 του Δικαστηρίου των Βρετανικών Βάσεων στην Επισκοπή, για αδικήματα σχετικά με τη λοιμοκάθαρση, επίθεση σε αστυνομικό και κακόβουλη ζημιά, που διαπράχθηκαν την 1.4.2021. Η ποινική επιβάρυνση που σχετίζεται με την περίοδο της πανδημίας του Covid-19, δεν επιδρά ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου, επρόκειτο για μία εξαιρετική συνθήκη, σε μία περίοδο που οι αντοχές των ανθρώπων, γενικά, δοκιμάστηκαν. Έγινε αναφορά, όμως, και στην υπόθεση αρ. 12922/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου υπήρξε καταδίκη για τα αδικήματα της απειλής, της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, της ανησυχίας, της εισόδου σε περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και της μεταφοράς επιθετικού όπλου, τα οποία διαπράχθηκαν στις 25.8.2020. Στις 3.8.2021 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ευρύτερη εκείνη των έξι μηνών, των οποίων η εκτέλεση ανεστάλη. Περαιτέρω, στην υπόθεση αρ. 10087/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, υπήρξε καταδίκη για αδικήματα διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας και κλοπής, εισόδου σε περιουσία με σκοπό τη ζημιά και κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, τα οποία διαπράχθηκαν στις 7.6.2020. Στο πλαίσιο της ειρημένης υπόθεσης λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση αρ.1111/2021 Ε.Δ. Λεμεσού για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και δημόσια εξύβριση, αδικήματα που διαπράχθηκαν την 29.10.2020. Στις 24.5.2022, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ευρύτερη εκείνη των οκτώ μηνών, με αναστολή εκτέλεσης. Όλες οι προηγούμενες καταδίκες που αναφέρθηκαν, και αφορούν παραβατική συμπεριφορά τα έτη 2020-2021, αποτελούν παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει κατά την επιμέτρηση της ποινής, καθότι καταδεικνύουν, σε συνδυασμό με την υπό εξέταση υπόθεση και μη παραγνωρίζοντας την περίοδο αποκατάστασης, υποτροπή, περιορίζοντας, συνακόλουθα, το περιθώριο άσκησης επιείκειας που διαφορετικά θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Ασφαλώς η επιφυλακτικότητα αυτή, ως προς την επιείκεια, συναρτάται με την επίγνωση ότι υπήρξε ήδη τιμωρία για τα συγκεκριμένα αδικήματα, από τη διάπραξη των οποίων έχει παρέλθει και αρκετό χρονικό διάστημα, ώστε, τουλάχιστον, να προσεγγίζεται η ημερομηνία αποκατάστασης.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία, όπως εκφράστηκε στο Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο.
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο Γ), από το οποίο προκύπτει η ηλικία (35 ετών), οι οικογενειακές συνθήκες (μη νυμφευμένος πατέρας τεσσάρων παιδιών από διαφορετικές σχέσεις, με δύο ενήλικες εργαζόμενες αδελφές και γονείς που εργάζονται σε αγρόκτημα σε κοινότητα), το ιστορικό εκπαίδευσης και εργασίας (πρόωρη εγκατάλειψη φοίτησης στο σχολείο, εκδίωξη από την Εθνική Φρουρά, πολυετής εργασία στις οικοδομές και εν τέλει λήψη ΕΕΕ λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας), και τα προβλήματα υγείας, αναφορικά με τα οποία προσκομίστηκαν σχετικά πιστοποιητικά (Τεκμήριο Β). Από τα εν λόγω στοιχεία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διαχρονικές δυσκολίες στη ρύθμιση και διαχείριση των συναισθημάτων του, με αυξημένη παρορμητικότητα και τάση αντιδραστικών συμπεριφορών υπό συνθήκες έντονης συναισθηματικής φόρτισης, χωρίς να διαπιστώνεται παγιωμένη αντικοινωνική ή εγκληματική προσωπικότητα. Παράλληλα, καταγράφεται επίγνωση του σφάλματος και στοιχεία μεταμέλειας. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι πίσω από εγκληματικές συμπεριφορές συχνά υποβόσκουν παράγοντες αναγόμενοι στον ψυχικό κόσμο του δράστη. Η ύπαρξη, όμως, τέτοιων παραγόντων δεν αίρει αφ’ εαυτής την ποινική ευθύνη ούτε μεταθέτει την έννομη αντίδραση αποκλειστικά στο επίπεδο της θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η έννομη τάξη δεν επιφυλάσσει συνέπειες μόνο για παγιωμένες εγκληματικές προσωπικότητες, αλλά και για μεμονωμένες, πλην σοβαρές, εκδηλώσεις παράνομης και επικίνδυνης συμπεριφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, οι προσωπικές περιστάσεις και τα προβλήματα ψυχικής υγείας του Κατηγορουμένου συνεκτιμώνται, ως μέρος της συνολικής αξιολόγησης, πλην όμως δεν εξουδετερώνουν τη βαρύτητα της συμπεριφοράς, ιδίως ενόψει του ότι δεν λειτούργησαν αποτρεπτικά ως προς την απόκτηση και ενεργή χρήση πυροβόλου όπλου σε δημόσιο χώρο, έστω και με πυροβολισμό στον αέρα, με σκοπό τον εκφοβισμό.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[8]. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[9] και εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Λαμβανομένης υπόψη και της υπόθεσης αρ.10362/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, υπάρχει η δυνατότητα επιβολής αυξημένης ποινής, πάντοτε μένοντας σε πλαίσιο αναλογικότητας.
Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων ένοπλης βίας, αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκτασή της. Ουδεμία άλλη ποινή, όπως χρηματική ποινή ή εναλλακτική ποινή, θα μπορούσε να συνάδει με τη σοβαρότητα του περιστατικού που έλαβε χώρα την 13.10.2025.
Ως προς την έκταση της ποινής φυλάκισης, θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία και με την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για κάθε αδίκημα. Έχει βεβαίως αναφερθεί πως οι νομοθετικές διατάξεις καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος περιπτώσεων. Υπενθυμίζεται ότι η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, σε αμφότερους τους νόμους, είναι η φυλάκιση μέχρι τα 15 έτη/180 μήνες. Η επιμέτρηση, βάσει των προαναφερόμενων επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων, οδηγεί σε συγκεκριμένο σημείο· προς έλεγχο της αναλογικότητάς της γίνεται, όμως, αναδρομή και στη νομολογία.
Από τη διαθέσιμη νομολογία, δεν μπορεί να λεχθεί πως προκύπτει ένα σαφές πλαίσιο, που να αρμόζει επακριβώς στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, επομένως η αναφορά είναι ενδεικτική.
Στην παρούσα υπόθεση, η παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου και φυσιγγίων συνοδεύτηκε από στιγμιαία χρήση του όπλου, με πυροβολισμό στον αέρα, σε δημόσιο χώρο. Η πράξη δημιούργησε πραγματικό κίνδυνο και φόβο, πλην όμως δεν υπήρξε προσχεδιασμός για τέλεση άλλου σοβαρού εγκλήματος, ούτε ένδειξη οργανωμένης εγκληματικής δράσης. Αντίθετα, στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βασιλείου (2007) 2 ΑΑΔ 84, όπου είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης για παρόμοια αδικήματα, με εύρος τα 3,5 έτη, που επικυρώθηκε, η κατοχή όπλων και πυρομαχικών εντασσόταν σε σαφές πλαίσιο προσχεδιασμένης εγκληματικής ενέργειας. Υπήρχε πληροφορία για αναμονή θύματος, μετακίνηση από το εξωτερικό, χρήση ενοικιαζόμενου οχήματος, απόκρυψη οπλισμού και ύπαρξη σιγαστήρα. Η αντικειμενική βαρύτητά της ήταν ποιοτικά και ποσοτικά ανώτερη. Οι εφεσίβλητοι εκεί ήταν οικογενειάρχες με λευκό ποινικό μητρώο, είχαν παραδεχθεί άμεσα στην Αστυνομία, συνεργάστηκαν προς διαλεύκανση της υπόθεσης, και παραδέχθηκαν άμεσα και στο Δικαστήριο. Πέρασαν αρκετά χρόνια από την εν λόγω υπόθεση.
Σε σύγκριση με την Κίτας ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 433, όπου επίσης είχε επικυρωθεί ποινή φυλάκισης με εύρος τα 3,5 έτη, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής, η παρούσα υπόθεση εμφανίζει μεν σοβαρά στοιχεία παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, τα οποία μάλιστα συνοδεύτηκαν από πραγματική χρήση του όπλου με πυροβολισμό στον αέρα σε δημόσιο χώρο, πλην όμως στερείται της συσσώρευσης επιβαρυντικών περιστάσεων που χαρακτήριζαν την εκεί υπόθεση. Στην Κίτας ν. Αστυνομία (ανωτέρω), η κατοχή και μεταφορά του όπλου συνδυάστηκαν με ενεργό αντίσταση κατά της Αστυνομίας, πρόκληση σωματικής βλάβης σε αστυνομικό, απόπειρα διαφυγής και απόδραση από νόμιμη κράτηση, στοιχεία που κατέδειξαν ευθεία σύγκρουση με τη νόμιμη εξουσία και ενίσχυσαν καταλυτικά την αντικειμενική απαξία των πράξεων. Ενόψει τούτων, παρότι η χρήση του όπλου στην προκειμένη περίπτωση ενισχύει την επικινδυνότητα και διαφοροποιεί την υπόθεση από περιπτώσεις απλής παθητικής κατοχής, η συνολική της βαρύτητα παραμένει κάπως κατώτερη από εκείνην της Κίτας ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου η συρροή πράξεων και η αντιθεσμική συμπεριφορά δικαιολόγησαν την επιβολή ποινών της τάξης των 3,5 ετών φυλάκισης. Πέρασαν και από τότε αρκετά χρόνια.
Βεβαίως, και στην παρούσα υπόθεση, υπήρχε το στοιχείο της ανεξέλεγκτης βίαιης εκτροπής, το οποίο δεν αναιρείται με την επίκληση των προβλημάτων ψυχικής υγείας του Τεκμηρίου Β. Οι προαναφερόμενες αποφάσεις, από τις οποίες επαναλαμβάνεται πως παρήλθε και μεγάλο χρονικό διάστημα, προσανατολίζουν ένα ανώτατο όριο του πλαισίου.
Σε σύγκριση με την Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 646, όπου ο εφεσιβάλλων είχε στην κατοχή και μετέφερε απαγορευμένο πιστόλι τύπου «tapiq» σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, έμφορτο με 8 φυσίγγια και επιπλέον 44 φυσίγγια εντός του οχήματος (σύνολο 52), ενώ επιχείρησε να διαφύγει από άνδρες της ΥΚΑΝ και απέρριψε το όπλο σε σκυβαλοδοχείο πριν να συλληφθεί, αλλά δεν προέκυψε οποιαδήποτε χρήση του όπλου για εγκληματική πράξη και ο ίδιος είχε λευκό ποινικό μητρώο, η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει διαφορετικό μείγμα σοβαρότητας. Αφενός, η ποσότητα πυρομαχικών είναι σαφώς μικρότερη (τέσσερα φυσίγγια) και δεν αναφέρονται στοιχεία καταδίωξης ή αντίστασης κατά της Αστυνομίας κατά τον χρόνο εντοπισμού. Αφετέρου, όμως, υπάρχει κρίσιμη επιβαρυντική διαφοροποίηση, ότι το όπλο δεν περιορίστηκε σε απλή κατοχή/μεταφορά, αλλά ανασύρθηκε και πυροδοτήθηκε στον αέρα σε δημόσιο χώρο, σε πλαίσιο έντασης και εκφοβισμού, στοιχείο που αυξάνει αντικειμενικά τη διακινδύνευση σε σχέση με την Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου η επικινδυνότητα προέκυπτε κυρίως από το ότι το όπλο ήταν έτοιμο προς χρήση λόγω του ότι ήταν έμφορτο και από την προσπάθεια αποφυγής ελέγχου. Επίσης, ενώ στην Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) τα ουσιώδη μετριαστικά ήταν η παραδοχή, το λευκό μητρώο και η πιθανότητα πρόθεσης παράδοσης του όπλου, στην παρούσα υπόθεση τέτοια αντικειμενική ένδειξη «παράδοσης» δεν αναδύεται από τα γεγονότα, ενώ, αντίθετα, η εκδήλωση πυροβολισμού λειτουργεί ως σαφής ένδειξη ενεργού επικίνδυνης συμπεριφοράς. Συνεπώς, η Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) είναι χρήσιμη ως μέτρο αναλογίας για ποινές της τάξεως των 3 ετών, σε περιπτώσεις κατοχής/μεταφοράς με σημαντικό αριθμό φυσιγγίων και απόπειρα διαφυγής χωρίς χρήση του όπλου, αλλά η παρούσα υπόθεση, παρότι μικρότερης «υλικής κλίμακας» ως προς τα πυρομαχικά, διαφοροποιείται δυσμενώς λόγω της πραγματικής χρήσης, γεγονός που δικαιολογεί να αντιμετωπιστεί ως ποιοτικά βαρύτερη από μια καθαρά παθητική κατοχή, χωρίς, όμως, να εξομοιώνεται με υποθέσεις οπλοστασίου ή οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου.
Σε σύγκριση με την Προδρόμου ν. Αστυνομίας (2001) ΑΑΔ 2 169, όπου το εύρος της ποινής ήταν μικρότερο, μέχρι τους 18 μήνες, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς τόσο ως προς το είδος της συμπεριφοράς όσο και ως προς την κλίμακα της επικινδυνότητας. Στην Προδρόμου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), ο εφεσιβάλλων προέβη σε επανειλημμένη και στοχευμένη χρήση πυροβόλου όπλου, που όμως ήταν κυνηγετικό όπλο, πυροβολώντας, όχι στον αέρα, αλλά προς την κατεύθυνση προσώπων και οχημάτων, προκαλώντας υλικές ζημιές και πραγματικό τραυματισμό προσώπου, σε πλαίσιο κλιμακούμενης έντασης που είχε προηγηθεί, αλλά αφού είχε ήδη μεσολαβήσει χρόνος ικανός να επιτρέψει την ανάκτηση της ψυχραιμίας του. Παρά το γεγονός ότι το όπλο ήταν κυνηγετικό και κατεχόταν νόμιμα, η αντικειμενική επικινδυνότητα της πράξης κρίθηκε εξαιρετικά υψηλή λόγω της κατεύθυνσης των πυροβολισμών και των συνεπειών τους. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, αν και το όπλο ήταν πιστόλι και ήταν παράνομα κατεχόμενο και μεταφερόμενο, η χρήση του περιορίστηκε σε πυροβολισμό στον αέρα, χωρίς στόχευση προσώπων ή αντικειμένων και χωρίς πρόκληση σωματικής βλάβης ή υλικής ζημιάς. Η επικινδυνότητα εδράζεται εδώ στη διακινδύνευση και στον εκφοβισμό που απορρέουν από τη δημόσια εκδήλωση ένοπλης συμπεριφοράς και όχι σε πραγματική επίθεση κατά προσώπων. Η Προδρόμου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) αποτελεί παράδειγμα βαρύτερης μορφής χρήσης διαφορετικού είδους όπλου, όπου η ποινική απαξία αντλείται από τη στοχευμένη βία και το αποτέλεσμα, ενώ η παρούσα, παρότι σοβαρή, κινείται σε χαμηλότερο επίπεδο έντασης, καθώς στερείται τραυματισμού, επαναλαμβανόμενων πυροβολισμών και άμεσης προσβολής της σωματικής ακεραιότητας τρίτων. Ωστόσο, στην Προδρόμου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), πέραν των προαναφερόμενων, υπήρχε λευκό ποινικό μητρώο, άμεση παραδοχή, και ο εφεσιβάλλων ήταν άτομο εργατικό, ευσυνείδητο, φιλήσυχο και χωρίς οποιαδήποτε αντικοινωνική συμπεριφορά. Επίσης, πέρασαν αρκετά χρόνια και από την εν λόγω υπόθεση.
Υπάρχουν ασφαλώς υποθέσεις που κινούνται στα 4 έτη φυλάκισης ή και άλλες που κινούνται σε χαμηλότερες ποινές, η κάθε μία υπό τα δικά της χαρακτηριστικά. Στη σχετικά πρόσφατη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Muhittin Ates, ΠΕ 234/24, 25.2.25, υιοθετήθηκε ένα πλαίσιο μεταξύ 3 ετών και 4 ετών, που συνοψίζει μεγαλύτερο νομολογιακό εύρος, βάσει του συγγράμματος Sentencing in Cyprus του κ. Γ.Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 206, αλλά και αντικατοπτρίζοντας την ανάγκη επιβολής ποινών που να εκφράζουν τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων. Βεβαίως, σε εκείνη η υπόθεση, όπου είχε προηγηθεί ακροαματική διαδικασία, η κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου εντοπίζονται σε πλαίσιο διασυνοριακής διακίνησης από και προς τις κατεχόμενες περιοχές, κατόπιν συγκεκριμένης πληροφόρησης περί εμπορίας όπλων, στοιχείο που προσδίδει στην πράξη χαρακτήρα οργανωμένο και δυνητικά επαγγελματικό. Το όπλο ήταν τροποποιημένο, χωρίς αριθμό κατασκευής και πιστοποιήσεις, αρχικά αθλητικό πιστόλι κρότου που μετατράπηκε σε κανονικό πυροβόλο όπλο 9×19 χιλ., γεγονός που αυξάνει αντικειμενικά την επικινδυνότητά του και δυσχεραίνει τον έλεγχο και την ιχνηλάτησή του, ενώ ταυτοχρόνως συνιστά ένδειξη πρόθεσης παράκαμψης του νομίμου πλαισίου. Παρά ταύτα, το όπλο δεν ήταν έμφορτο, δεν συνοδευόταν από φυσίγγια και δεν υπήρξε οποιαδήποτε χρήση ή απειλή χρήσης, με τη διακινδύνευση να παραμένει στο επίπεδο της κατοχής και μεταφοράς. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, παρότι το οπλικό υλικό είναι ποσοτικά σαφώς περιορισμένο και δεν εντάσσεται σε πλαίσιο διακίνησης ή εμπορίας, υπάρχει το κρίσιμο επιβαρυντικό στοιχείο της πραγματικής χρήσης του όπλου με πυροβολισμό στον αέρα σε δημόσιο χώρο, σε συνθήκες που προκάλεσαν φόβο και άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Συνεπώς, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Muhittin Ates (ανωτέρω) εμφανίζεται αντικειμενικά βαρύτερη ως προς τον δομικό και οργανωτικό κίνδυνο (τροποποιημένο όπλο, διακίνηση, διασυνοριακή διάσταση), ενώ η παρούσα υπόθεση υπερέχει σε σοβαρότητα ως προς την άμεση και εκδηλωμένη διακινδύνευση, λόγω της ενεργού χρήσης του όπλου. Οι δύο υποθέσεις κινούνται, έτσι, σε διαφορετικούς άξονες επικινδυνότητας και δεν προσφέρονται για ευθεία εξομοίωση, αλλά για αναλογική στάθμιση.
Συναφώς, σε ένα ειδικότερα διαμορφωμένο πλαίσιο, αναδυόμενο από τη νομολογία, μεταξύ 18 μηνών/1,5 έτους και 4 ετών/42 μηνών, στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη και την επίμονη ανάγκη για αποτροπή συμπεριφορών του είδους που αναπτύχθηκε στην υπό εξέταση περίπτωση, στην οποία υπάρχει και επιβάρυνση του ποινικού μητρώου, κρίνεται ότι η ποινή στην οποία καταλήγει και η επιμέτρηση, των 3 ετών/36 μηνών, αφενός, είναι αναγκαία, για τους σκοπούς των ποινών, αφετέρου, επαρκεί.
Η ποινή στη 2η Κατηγορία καθορίζεται στο ίδιο ύψος με την ποινή στην 1η Κατηγορία, όχι λόγω της αυτοτελούς βαρύτητάς της, αλλά λόγω της άμεσης και αδιάσπαστης σύνδεσής της με την 1η κατηγορία και τη χρήση του όπλου, στο πλαίσιο ενιαίου πραγματικού. Με δεδομένη τη συσχέτιση των γεγονότων των δύο κατηγοριών, οι ποινές φυλάκισης που θα επιβληθούν θα αφεθούν να συντρέξουν.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 ετών.
2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 ετών, συντρέχουσα.
Ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, από την 24.10.2025, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.
Έγινε εισήγηση για αναστολή της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[10]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[11]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[12].
Η ποινή που έχει επιβληθεί είναι στο ανώτατο όριο που προβλέπει ο προαναφερόμενος νόμος, για να μπορεί να τύχει εξέτασης η εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης, και επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή σε μία τέτοια προοπτική. Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο διάπραξης των αδικημάτων, που είναι αρκετά σοβαρά, την έκταση της διακινδύνευσης και το βεβαρημένο ποινικό μητρώο, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες που έχουν εκτεθεί, που σαφώς περιλαμβάνουν και τα προβλήματα ψυχικής υγείας στα οποία δόθηκε έμφαση από την Υπεράσπιση, όπως και τις υπόλοιπες προσωπικές περιστάσεις, δεν κρίνεται πως υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να οδηγούν φυσιολογικά το Δικαστήριο στο να επιτρέψει την αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης στην προκειμένη περίπτωση. Ο κίνδυνος υποτροπής υφίσταται και δεν είναι περιορισμένος σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε συγκεκριμένη δράση, ώστε να μπορεί να περιοριστεί επαρκώς μέσω καθεστώτος αναστολής, αλλά εκτείνεται, κοινωνικά, κατά τρόπο που να προκύπτει πως είναι αναγκαίος, σε αυτό το στάδιο, αλλά και εφικτός, ο επαρκής σωφρονισμός, με την άμεση εκτέλεση των ποινών φυλάκισης. Τα προβλήματα υγείας δεν αναδεικνύονται ως τέτοια που να μην μπορούν να αντιμετωπιστούν σε συνθήκες κράτησης. Έπειτα, τυχόν αναστολή δεν θα αντικατόπτριζε και την αντικειμενική σοβαρότητα της δημόσιας και ένοπλης εκδήλωσης βίας, στην υπόθεση αυτή, ούτε θα εξυπηρετούσε επαρκώς τον αποτρεπτικό σκοπό της ποινής, ιδίως ενόψει της προηγούμενης παραχώρησης επανειλημμένων αναστολών. Είναι ενεργός ο κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν είναι άμεσα εκτελεστές.
Συνακόλουθα, επισημαίνεται ότι τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στην υπόθεση αρ. 10362/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, την 7.5.2024, τελέστηκαν εντός της τριετούς περιόδου αναστολής εκτέλεσης ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στην υπόθεση αρ. 10087/2021 Ε.Δ. Πάφου, την 24.5.2022, στοιχείο που καταδεικνύει υποτροπή και μειωμένη αποτρεπτική επίδραση προηγούμενων ποινικών χειρισμών, έστω και αν τούτο έλαβε χώρα προς το τέλος της περιόδου αναστολής. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να οδηγήσει στην ενεργοποίηση των ποινών που είχαν ανασταλεί. Πλην όμως, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένου του ύψους της άμεσης συνολικής ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, ήτοι 3 ετών, της φύσης των αδικημάτων και της αρχής της αναλογικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται ότι η ενεργοποίηση των ποινών που είχαν ανασταλεί, εν όλω ή εν μέρει, θα οδηγούσε σε δυσανάλογη συνολική ποινική επιβάρυνση, υπερβαίνουσα το αναγκαίο μέτρο για την εξυπηρέτηση των σκοπών της ποινής. Η ήδη επιβληθείσα άμεση ποινή φυλάκισης κρίνεται επαρκής για σκοπούς τιμώρησης, αποτροπής και σωφρονισμού. Κατ’ ακολουθίαν, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται ώστε να μην ενεργοποιηθούν, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, οι ανασταλείσες ποινές ή οποιοδήποτε μέρος αυτών.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων προς την Κατηγορούσα Αρχή: Το πιστόλι και οι εκρηκτικές ύλες να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
[λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση αρ.10362/2024 Ε.Δ. Λεμεσού]
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Άρθρο 51(1) ν. 113(Ι)/2004.
[2] Άρθρα 4(1)(ε)(4(δ)(5) Κεφ.54, περί Αυξήσεως των Ποινών (Πυροβόλα Όπλα και Εκρηκτικαί Ύλαι) Νόμου 27/1978, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Shuraani, ΠΕ 166/2024 κ.α., 19.12.2024.
[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[9] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021, M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.
[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[11] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο