ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. P. A., Υπόθεση αρ. 3477 / 2026, 7/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. P. A., Υπόθεση αρ. 3477 / 2026, 7/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 3477 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

P. A.

 

___________________

 

 

Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης και Α. Τιμοθέου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Γ. Νεάρχου με Γ. Πιριπίτση, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα σχετικά με εμπρησμούς και συναφή αδικήματα, που φέρονται να διαπράχθηκαν σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται.

 

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει την 21.5.2026.

 

Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.

 

Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α).

 

Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.

 

Δεν παραβλέπεται πως ο Κατηγορούμενος τέθηκε εξ αρχής υπό κράτηση με ένα ιστορικό, το οποίο αναφέρεται στην αγόρευση της πλευράς της Υπεράσπισης. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το αίτημα εξετάζεται, από το παρόν Δικαστήριο, εξ αρχής, χωρίς να υπάρχει δέσμευση από την απόφαση οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.

 

Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, προκύπτουν τα εξής, τα οποία αναφέρονται, εδώ, συνοπτικά:  Αρχίζοντας από τα γεγονότα της τελευταίας υπόθεσης, που φαίνεται να έδωσε πληροφορίες και για τις υπόλοιπες υποθέσεις, υπάρχουν καταθέσεις στη διάθεση της Αστυνομίας από τις οποίες προκύπτει πως την 25.1.2026 εξερράγη φωτιά στο κατονομαζόμενο υποστατικό, κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων. Υπήρξαν ζημιές, κατά τον εμπρησμό, στο υποστατικό, αλλά και σε πολυτελή οχήματα που βρίσκονταν μέσα στο υποστατικό, καθώς και σε έργα τέχνης. Από εξετάσεις που ακολούθησαν και επιθεωρήσεις πλάνων από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, διαφάνηκε πως ο δράστης, έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό του με κουκούλα, εισήλθε στο υποστατικό, αφού προηγουμένως είχε ρίξει πέτρα στη γυάλινη βιτρίνα, κρατώντας πλαστικό δοχείο, έθεσε τη φωτιά, και τράπηκε σε φυγή. Μέσα από πλάνα που εξασφαλίστηκαν από σειρά κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, από τα υποστατικά που αναφέρονται, που συντέθηκαν σε χρονολόγιο, προέκυψε η πορεία που φέρεται να ακολούθησε ο δράστης. Ο Κατηγορούμενος φέρεται να συνδέθηκε με το όχημα που, κατά τα στοιχεία που προέκυψαν, φέρεται να χρησιμοποίησε ο δράστης του εμπρησμού. Πρόσθετα, όπως αναφέρεται σε σχετική καταχώριση σε ημερολόγιο ενέργειας, κατόπιν ελέγχου και του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου, ο τηλεφωνικός αριθμός που ο Κατηγορούμενος δήλωσε στην ανακριτική του κατάθεση πως χρησιμοποιεί, φέρεται να ενεργοποιείται και να λαμβάνει σήμα ακολουθώντας πορεία που φέρεται να ταιριάζει με την πορεία που ακολούθησε και το όχημα του δράστη. Πρόσθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει η Αστυνομία, τα αθλητικά παπούτσια τα οποία ο Κατηγορούμενος φορούσε κατά τη σύλληψή του, ομοιάζουν με τα παπούτσια που φέρεται να φορούσε ο δράστης, έγινε σχετική διαδικασία αναπαράστασης, με τη χρήση των παπουτσιών και την καταγραφή τους από το ίδιο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, και η σύγκριση των πλάνων οδήγησε τις ανακριτικές αρχές στην πεποίθηση ότι ο δράστης φορούσε τα ίδια παπούτσια με τον Κατηγορούμενο. Σχετικά με τα γεγονότα της 8.12.2025, υπάρχουν καταθέσεις στη διάθεση της Αστυνομίας, σύμφωνα με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι την 8.12.2025 εξερράγη πυρκαγιά σε υπαίθριο χώρο κατονομαζόμενου πλυντηρίου αυτοκινήτων. Όταν εξερράγη η πυρκαγιά, αυτοκίνητα πολυτελείας ήταν σταθμευμένα στον περιφραγμένο χώρο του υποστατικού και καταστράφηκαν. Ακολούθησαν εξετάσεις πλάνων από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, τα οποία κατέγραψαν άτομο με καλυμμένο το πρόσωπό του με κουκούλα να προσεγγίζει πεζός τον χώρο, να έχει περιλούσει τα οχήματα με εύφλεκτη ύλη και να φεύγει πεζός. Υπάρχει, επίσης, το χρονολόγιο που περιλαμβάνει αναλυτικά τα στιγμιότυπα που φέρονται να καταγράφουν τη διαδρομή που ακολούθησε ο δράστης του εν λόγω εμπρησμού, με μία μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, τόσο πριν από τον εμπρησμό όσο και μετά τη διαφυγή του. Στη μοτοσικλέτα επέβαιναν δύο άτομα. Όταν η μοτοσικλέτα προσέγγισε τον χώρο, ο ένας από τους επιβαίνοντες κατέβηκε, πήδηξε τη μεταλλική περίφραξη του υποστατικού και έθεσε τη φωτιά. Επίσης, έγινε αναφορά πως, βάσει διατάγματος αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, την ίδια ημερομηνία, μετά από πλοήγηση στο διαδίκτυο, είχε αναζητήσει μοτοσικλέτα ίδιου τύπου με εκείνην που χρησιμοποιήθηκε στον εμπρησμό. Έπειτα, έκανε και αναζήτηση μέσω εφαρμογής για τη διαδρομή που ακολούθησε η μοτοσικλέτα. Το κινητό του, την 8.12.2025, λαμβάνει σήμα που φέρεται να ακολουθεί πορεία που συνάδει με την πορεία της μοτοσικλέτας που φέρεται να χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη του εμπρησμού. Σε σχέση με τα γεγονότα της 18.12.2025, υπάρχουν καταθέσεις στη διάθεση της Αστυνομίας, σύμφωνα με τις οποίες, εξερράγη φωτιά στην κατονομαζόμενη κάβα. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε πως άτομο με καλυμμένο το πρόσωπό του με κουκούλα προσέγγισε πεζός την κάβα, πήδηξε το περιτοίχισμά της, περιέλουσε με εύφλεκτη ύλη και απομακρύνθηκε. Από αξιολόγηση των πλάνων των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, διαπιστώθηκε η εμπλοκή μοτοσικλέτας με παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνην που είχε χρησιμοποιηθεί στον εμπρησμό του πλυντηρίου αυτοκινήτων, η πορεία της οποίας, επίσης, καταγράφηκε. Εντοπίζεται πριν από τη διάπραξη του εμπρησμού με δύο επιβαίνοντες, να αποβιβάζεται ο ένας, να επιστρέφει το δεύτερο πρόσωπο, σε χρόνο που συνάδει, και να απομακρύνονται με αυξημένη ταχύτητα. Υπάρχει το χρονολόγιο με τα πλάνα των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, Επίσης, φαίνεται, σε συγκεκριμένο πλάνο, εικόνα με τα παπούτσια του δράστη, να μοιάζουν με εκείνα του δράστη του εμπρησμού της 25.1.2026. Έγινε αναφορά από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο τύπος του προσώπου του δράστη, επίσης, φέρεται να είναι ο ίδιος με εκείνον του Κατηγορούμενου. Έγινε, επίσης, αναφορά σε έλεγχο τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, μέσα από τον οποίο διαπιστώθηκε ότι το κινητό του Κατηγορούμενου λαμβάνει σήμα με πορεία που φέρεται να συνάδει με την πορεία της μοτοσικλέτας που εμπλέκεται και στον εν λόγω εμπρησμό.

 

Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι, στο παρόν στάδιο, πλήρες. Ειδικότερα, δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί οποιαδήποτε γενετική μαρτυρία, παρά το γεγονός ότι, κατά τα αναφερόμενα, έχουν συλλεχθεί σχετικά τεκμήρια από τις σκηνές των αδικημάτων. Περαιτέρω, σε σχέση με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα ή αναλυτική τεχνική έκθεση, αλλά μόνον η κατάθεση και η καταχώριση στο ημερολόγιο ενεργειών του Αστ. 1000 Γ. Γιασουμή, αναφορικά με επιθεώρηση που διενεργήθηκε την 20.2.2026 και με περιορισμένη αναφορά σε σήμα κινητού τηλεφώνου για την 25.1.2026. Επιπλέον, ορισμένες αναφορές της Κατηγορούσας Αρχής σε επιπρόσθετη μαρτυρία ή στοιχεία δεν επιβεβαιώνονται από το υλικό που κατατέθηκε στους φακέλους ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός που εντείνει την εικόνα αποσπασματικότητας. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, όμως, δεν αξιολογείται με τα αυστηρά κριτήρια της κύριας δίκης. Στην όψη της, καταδεικνύει ότι τα επίδικα αδικήματα πράγματι τελέστηκαν και ότι η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στηρίζεται σε συνδυασμό περιστασιακών ενδείξεων, οι οποίες τείνουν να τον συνδέουν με αυτά, μέσω χρονολογίων κινήσεων, σύνδεσης με εμπλεκόμενα οχήματα και στοιχείων που αποδίδονται σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα ή ακόμα και ομοιοτήτων αναμεταξύ των αδικημάτων κατά τις διαφορετικές ημερομηνίες. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η πιθανότητα καταδίκης, η οποία συναρτάται κατ’ ουσίαν με την επιτυχή ταυτοποίηση του δράστη στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αμελητέα, αλλά εμφανίζεται ως υπαρκτή και, σε κάποιο βαθμό, ενισχυμένη, ακόμα κι αν δεν ανάγεται σε υψηλό επίπεδο, με τον τρόπο που προσεγγίστηκε από τη Υπεράσπιση. Δεν είναι αμελητέας βαρύτητας, ώστε να αγνοηθεί κατά την εκτίμηση του αιτήματος, ιδίως σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας. Νοείται, ασφαλώς, ότι ο Κατηγορούμενος, τεκμαιρόμενος ως αθώος, διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να προσδοκά την αθώωσή του.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι 29 ετών, αλλοδαπής καταγωγής. Μεγάλωσε στην Κύπρο και έχει ένα ανήλικο παιδί, αναφορικά με το οποίο καταβάλλει διατροφή και διατηρεί δεσμό με κοπέλα. Δεν έχει περιουσιακά στοιχεία ή δεσμούς της φύσης ή της έκτασης που να εμποδίζουν τη διαφυγή του. Έχει πρακτική ικανότητα διαφυγής. Ο ίδιος δεν έχει δώσει τέτοια στοιχεία και χαρακτηριστικά, που να αναιρούν αυτή την εικόνα. Συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την υπαρκτή και μη αμελητέα πιθανότητα καταδίκης και την απουσία ουσιαστικών δεσμών με τη χώρα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι υφίσταται πραγματικός και όχι θεωρητικός κίνδυνος φυγοδικίας. Ο ίδιος θα υφίστατο και εάν ο λόγος ήταν για άτομο Κυπριακής καταγωγής, συνεπώς δεν είναι η αλλοδαπότητα της καταγωγής η εστίαση της προσέγγισης.

 

Το ζήτημα που απομένει είναι κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί με την επιβολή όρων. Παρεμβάλλεται πως η αξιολόγηση άλλου δικαστηρίου, στην οποία έγινε αναφορά, δεν είναι δεσμευτική. Το Δικαστήριο εξετάζει εάν μέτρα όπως η εγγύηση, η παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων ή η υποχρέωση παρουσίας σε αστυνομικό σταθμό θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την εμφάνιση του Κατηγορουμένου. Ωστόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τα μέτρα αυτά δεν κρίνονται επαρκή. Η έλλειψη ισχυρών δεσμών στη χώρα αποδυναμώνει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα τέτοιων όρων, ενώ η ύπαρξη ικανότητας διαφυγής στο εξωτερικό καθιστά ρεαλιστική τη δυνατότητα αποφυγής τους. Επιπλέον, το κίνητρο διαφυγής, το οποίο δεν απαντά μόνο στη διαφυγή εκτός της χώρας αλλά και στην αποφυγή της απρόσκοπτης διεξαγωγής της δίκης, ενισχύεται από τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής, πολυετούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι οποιοσδήποτε συνδυασμός όρων θα μπορούσε να εξουδετερώσει επαρκώς τον κίνδυνο μη εμφάνισης του Κατηγορουμένου στη δίκη. Αντιθέτως, κρίνεται ότι ο κίνδυνος αυτός είναι ουσιώδης και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με λιγότερο επαχθή μέτρα. Ως εκ τούτου, η κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη συνιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο για τη διασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να θίγεται το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο παραμένει ακέραιο.

 

Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].

 

Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις, που δεν διαφοροποιούν τον τρόπο προσέγγισης.

 

Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15]

 

Δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου. Ωστόσο, το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει περιλαμβάνει τρεις διακριτές υποθέσεις εμπρησμών και συναφών αδικημάτων, οι οποίες φέρονται να τελέστηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Χωρίς να προδικάζεται οποιοδήποτε ζήτημα ενοχής, το Δικαστήριο δύναται, για σκοπούς εκτίμησης του κινδύνου, να συνεκτιμήσει τη φύση και τα χαρακτηριστικά των αποδιδόμενων πράξεων, όπως αυτά προκύπτουν από το κατηγορητήριο και το μαρτυρικό υλικό στην παρούσα φάση. Η απόδοση στον Κατηγορούμενο πολλαπλών πράξεων της ίδιας φύσης, με φερόμενη ομοιότητα ως προς τον τρόπο δράσης, καθώς και η χρονική εγγύτητα των περιστατικών, συνιστούν στοιχεία τα οποία, στην όψη των πραγμάτων και αποκλειστικά για σκοπούς προληπτικής αξιολόγησης, δύνανται να ληφθούν υπόψη ως ενδείξεις πιθανής επαναληπτικότητας. Τα ίδια στοιχεία, σε συνδυασμό με τα φερόμενα κοινά χαρακτηριστικά ως προς την προετοιμασία, την επιλογή στόχων και τη μεθοδολογία, επιτρέπουν την εξέταση της ύπαρξης, όχι βεβαίως αποδεδειγμένης, αλλά πιθανολογούμενης συνέχειας στη δράση. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται, πάντοτε στο ίδιο περιορισμένο πλαίσιο αξιολόγησης κινδύνου και χωρίς οποιαδήποτε κρίση επί της ουσίας των κατηγοριών, από τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορουμένου, και ειδικότερα από την απουσία ουσιαστικών κοινωνικών και οικονομικών δεσμών με τη Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο, κατά την κοινή πείρα, μπορεί να σχετίζεται με μειωμένους ανασταλτικούς παράγοντες έναντι παραβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, η φύση των αποδιδόμενων αδικημάτων, ως περιγράφονται στο κατηγορητήριο, τα οποία ενέχουν αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας και φέρονται να απαιτούν οργάνωση και προετοιμασία, αποτελεί παράγοντα που, στο πλαίσιο της παρούσας προληπτικής αξιολόγησης, δύναται να ληφθεί υπόψη ως προς την πιθανότητα επανάληψης. Υπό τα δεδομένα αυτά, και με ρητή επιφύλαξη ότι δεν διατυπώνεται οποιαδήποτε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας, το Δικαστήριο σχηματίζει την απαιτούμενη ισχυρή και εξατομικευμένη εντύπωση ότι υφίσταται πραγματικός και παρών κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων της ίδιας ή συναφούς φύσης μέχρι τη δίκη.

 

Ο χρόνος μέχρι την 21.5.2026, οπότε η υπόθεση είναι ορισμένη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, συνεκτιμάται στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν εμφανίζεται υπερβολικό ή δυσανάλογο, ούτε ικανό να ανατρέψει την αναγκαιότητα του μέτρου, ενόψει της φύσης των αδικημάτων και του διαπιστωθέντος κινδύνου.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου, λόγω ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας και κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του Κατηγορούμενου, ώστε να είναι εφικτή η προσαγωγή του ενώπιον του Κακουργιοδικείου.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.

[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.

[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.

[11] Clooth v. Belgium (1991).

[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.

[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.

[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.

[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο