ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2321 / 2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
R. B.
__________________________
Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Ιωάννου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος:
1η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συμβίας του L.H. από τη Τσεχία [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 24η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συμβίας του L.H. από τη Τσεχία [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη συμβία του L.H. από τη Τσεχία [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
4η Κατηγορία: ότι την 24η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη συμβία του L.H. από τη Τσεχία [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
5η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή του Αστ.4720 Φ. Μιχαήλ, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του [επίθεση κατά οργάνου της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, άρθρο 244(β) ΠΚ.]
6η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, προκάλεσε στην L.H. από τη Τσεχία τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «έννα την σφράξω, έννα την σκοτώσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
7η Κατηγορία: ότι την 25η Δεκεμβρίου του 2015, στη Λεμεσό, επιτέθηκε εναντίον του Αστ.4720 Φώτιου Μιχαήλ από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου σύλληψής του, για ποινικό αδίκημα [αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, άρθρο 244(α) ΠΚ.]
Όλες οι κατηγορίες αφορούν την ένταση που υπήρξε τις ημέρες 24.12.2015 – 25.12.2015 μεταξύ του Κατηγορούμενου και της πρώην συμβίας του, στην οποία είχε χρειαστεί η παρέμβαση της Αστυνομίας. Η 3η Κατηγορία και η 4η Κατηγορία, που αφορούν βία στην οικογένεια με βάση τον ν.119(Ι)/2000, ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρονται στα ίδια γεγονότα που συνιστούν και την κοινή επίθεση, στην 1η Κατηγορία και στη 2η Κατηγορία, αντίστοιχα, ενώ ίδια είναι και τα γεγονότα που ανάγονται στην 5η Κατηγορία και στην 7η Κατηγορία. Το αδίκημα της 6ης Κατηγορία είναι στο πλαίσιο του ιδίου επεισοδίου, της 25.12.2015. Από άποψη προβλεπόμενης ποινής, σοβαρότερο είναι το αδίκημα της 6ης Κατηγορίας, αναφορικά με το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και 3 έτη. Θα επιβληθούν ποινές μόνον στην 5η Κατηγορία και στην 6η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα είναι όπως έχουν διαπιστωθεί και εκτεθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.4.2026. Η καταγγέλλουσα και ο Κατηγορούμενος συζούσαν στο παρελθόν και απέκτησαν ένα κοινό τέκνο. Δεν είχαν τελέσει γάμο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν χωρίσει. Ο Κατηγορούμενος, μετά τον χωρισμό, εμφανιζόταν επανειλημμένα στην κατοικία της χωρίς να διαθέτει κλειδί, κτυπώντας την πόρτα ή το κουδούνι, ακόμη και αργά τη νύχτα. Την 24.12.2015 και περί ώρα 16:00, στο διαμέρισμά της, ο Κατηγορούμενος την κτύπησε και την έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει. Την ίδια ημέρα, εκείνη μετέβη σε Αστυνομικό Σταθμό και ζήτησε βοήθεια, χωρίς να προβεί σε πλήρη καταγγελία ούτε να επισκεφθεί ιατρό, λόγω απουσίας εμφανών τραυμάτων. Με τη συνδρομή της Αστυνομίας, ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την κατοικία και δήλωσε ότι δεν θα επέστρεφε. Την 25.12.2015 και περί ώρα 13:00, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην κατοικία της παραπονούμενης, παραβίασε βίαια την είσοδο, προκαλώντας ζημιά στον παραστατό της πόρτας, και εισήλθε στο διαμέρισμα. Εντός του διαμερίσματος επικρατούσε ακαταστασία, με αντικείμενα και ρούχα πεταγμένα στο πάτωμα. Κατά τον χρόνο αυτό, ο Κατηγορούμενος φώναζε στην παραπονούμενη και την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει. Την κτύπησε εκ νέου με χαστούκι. Εκείνη εξήλθε του διαμερίσματος και ζήτησε βοήθεια από γείτονες, οι οποίοι ειδοποίησαν την Αστυνομία. Μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν άμεσα στο μέρος και εντόπισαν την παραπονούμενη στην είσοδο της πολυκατοικίας σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, κλαίουσα. Διαπίστωσαν ανοικτή και παραβιασμένη πόρτα και εμφανή σημάδια ακαταστασίας εντός του διαμερίσματος. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του διαμερίσματος, καθήμενος στον καναπέ και κρατώντας το βρέφος. Αρχικά αρνήθηκε να εξέλθει του διαμερίσματος και φώναζε. Μετά από επανειλημμένες οδηγίες, άφησε το παιδί και εξήλθε. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, ο Κατηγορούμενος φώναζε και προέβη σε απειλή κατά της ζωής της παραπονούμενης, παρουσία των αστυνομικών. Του γνωστοποιήθηκε ότι τελεί υπό σύλληψη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό όχημα. Κατά τη μεταφορά του στον Αστυνομικό Σταθμό, φώναζε, αντιστεκόταν, επιτέθηκε σωματικά στον Αστ.4720 και προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του οχήματος. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, κτυπούσε το κεφάλι του στην πόρτα και στο τζάμι του οχήματος, προκαλώντας εκδορές στο κεφάλι και στο αριστερό αυτί. Στον Αστυνομικό Σταθμό τοποθετήθηκαν χειροπέδες, λόγω της συνεχιζόμενης αντίδρασής του. Την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς με τη συνδρομή διερμηνέα και αρνήθηκε τα αδικήματα.
Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει κλιμάκωση της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, η οποία εκδηλώθηκε σε δύο διαδοχικά επεισόδια εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, ήτοι σε διάστημα δύο ημερών. Η εν τέλει βίαιη παραβίαση της εισόδου και η είσοδος στον ιδιωτικό χώρο της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με την άσκηση σωματικής βίας, την εκτόξευση απειλής κατά της ζωής της και την πρόκληση υλικών ζημιών, συνθέτουν τρόπο δράσης που υπερβαίνει τα όρια μιας στιγμιαίας έντασης και καταδεικνύει αυξημένο βαθμό επιθετικότητας και επιμονής. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην κατοικία παρά την προηγηθείσα αστυνομική παρέμβαση και τη ρητή δήλωσή του ότι δεν θα το πράξει, καθώς και στο ότι επανέλαβε απειλές παρουσία αστυνομικών, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση περί αδιαφορίας προς τις υποδείξεις των αρχών και την έννομη τάξη. Περαιτέρω, η αντίστασή του κατά τη σύλληψη και η επιθετική του συμπεριφορά έναντι μέλους της Αστυνομίας επιβαρύνουν τη συνολική αποτίμηση του τρόπου δράσης του. Από την άλλη, ως ελαφρυντικά στοιχεία, περιοριζόμενα στον τρόπο δράσης και στην έκταση της βλάβης, δύνανται να συνεκτιμηθούν ότι η επίδικη κατοικία αποτελούσε μέχρι πρότινος τη συζυγική οικία και ότι τα προσωπικά αντικείμενα του Κατηγορουμένου εξακολουθούσαν να βρίσκονται εντός αυτής, γεγονός που δύναται να εξηγεί, σε κάποιο βαθμό, την επιδίωξή του να μεταβεί στον χώρο. Περαιτέρω, τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν σε πλαίσιο έντονης συναισθηματικής φόρτισης, συνδεόμενης με τον πρόσφατο χωρισμό και την επιδίωξη επικοινωνίας με το κοινό τέκνο. Επιπροσθέτως, δεν προκύπτει χρήση όπλου ή άλλου επικίνδυνου μέσου ούτε πρόκληση σωματικών κακώσεων στην παραπονούμενη. Η συμπεριφορά έναντι του μέλους της Αστυνομίας εκδηλώθηκε στο πλαίσιο της ίδιας έντονης συναισθηματικής φόρτισης που χαρακτήριζε το προηγηθέν επεισόδιο και δεν προκύπτει ότι αποτέλεσε προϊόν ψύχραιμης και ενσυνείδητης απαξίωσης του ρόλου ή της ιδιότητας των αστυνομικών. Ως εκ τούτου, η βαρύτητα της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, αν και δεν αναιρείται, αξιολογείται εντός του ευρύτερου πλαισίου των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκε. Τα στοιχεία αυτά λειτουργούν μετριαστικά, χωρίς ωστόσο να αναιρούν ότι είχε ήδη ρυθμιστεί η απομάκρυνση του Κατηγορούμενου από την κατοικία και ότι η είσοδός του πραγματοποιήθηκε βίαια και κατά παράβαση της βούλησης της παραπονούμενης, με αποτέλεσμα να διατηρείται σε υψηλό βαθμό η απαξία της συμπεριφοράς του. Τα αντικειμενικά επιβαρυντικά και ελαφρυντικά στοιχεία, αναφορικά τόσο με τον τρόπο δράσης όσο και με την έκταση της προκληθείσας βλάβης, δεν εκτίθενται προς αποσπασματική αξιολόγηση, αλλά συνεκτιμώνται στο σύνολό τους στο πλαίσιο της συνολικής στάθμισης της σοβαρότητας των αδικημάτων.
Παρήλθε ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα από τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, το έτος 2015, μέχρι την καταχώριση της υπόθεσης και την εκδίκασή της. Η πάροδος του χρόνου αποτελεί παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, ιδίως όταν συνδυάζεται με ουσιώδεις μεταβολές στις προσωπικές συνθήκες των εμπλεκομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ανέλαβε εν τέλει την ανατροφή του κοινού τέκνου, μετά την αποχώρηση της παραπονούμενης, η οποία, όπως η ίδια ανέφερε, προτεραιοποίησε τις προσωπικές της ανάγκες και επιλογές. Η δε παραπονούμενη εξέφρασε, κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, ευγνωμοσύνη προς τον Κατηγορούμενο για τη στάση του ως πατέρα.
Συναφώς, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο χωρίς προηγούμενες καταδίκες κατά τον ουσιώδη χρόνο, με λευκό ποινικό μητρώο, και τα υπό κρίση αδικήματα εντάσσονται σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο έντασης που σχετιζόταν με τον τότε πρόσφατο χωρισμό και τις μεταξύ τους εκκρεμότητες.
Κατά τον χρόνο τέλεσης ήταν νεότερης ηλικίας, ενώ σήμερα είναι περί τα 41 έτη, έχοντας αναλάβει σταθερό αλλά και τον μοναδικό γονεϊκό ρόλο. Το παιδί σήμερα είναι σε ηλικία περίπου 11 ετών. Οι προσωπικές περιστάσεις που εκτέθηκαν αναφορικά με τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο Α) περιλαμβάνουν, επίσης, τις εργασιακές και οικονομικές συνθήκες.
Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ιδίως της απειλής και της άσκησης βίας στο πλαίσιο οικογενειακής σχέσης, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι έχει παρέλθει ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεσή τους. Η πάροδος του χρόνου, σε συνδυασμό με τη μετέπειτα συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εκτός του πλαισίου της οικογενειακής διαφοράς, το λευκό ποινικό του μητρώο και τον ρόλο που ανέλαβε ως γονέας, καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος υποτροπής είναι περιορισμένος και ότι οι σκοποί της ειδικής πρόληψης μπορούν να εξυπηρετηθούν χωρίς την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής. Περαιτέρω, υπό τις παρούσες συνθήκες, η επιβολή ποινής φυλάκισης θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα και θα αποσυνδεόταν από τον πραγματικό βαθμό επικινδυνότητας που εμφανίζει πλέον ο Κατηγορούμενος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή χρηματικής ποινής είναι επαρκής για την επίτευξη των σκοπών της γενικής και ειδικής πρόληψης, αποδίδοντας ταυτόχρονα την απαιτούμενη απαξία στα τελεσθέντα αδικήματα, χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.
Ως προς το ύψος της χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ιδίως το γεγονός ότι η απειλή κατά της ζωής της παραπονούμενης συνιστά το σοβαρότερο εκ των εξεταζομένων, καθώς και όσα άλλα έχουν προαναφερθεί. Υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, τα ποσά των €400 για την 5η Κατηγορία και €1.000 για την 6η Κατηγορία αντανακλούν επαρκώς τη διαφοροποίηση στη σοβαρότητα των επιμέρους αδικημάτων και αποδίδουν, συνολικά, την απαιτούμενη απαξία στη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Ειδικότερα, η συνολική χρηματική επιβάρυνση ύψους €1.400 αποτυπώνει τη συνολική απαξία της επίδικης συμπεριφοράς, η οποία, αν και εκδηλώθηκε στο πλαίσιο του ιδίου επεισοδίου και σε στενή χρονική συνάφεια, περιλαμβάνει διακριτές προσβολές έννομων αγαθών, ήτοι αφενός της προσωπικής ασφάλειας της παραπονούμενης και αφετέρου της δημόσιας τάξης και της απρόσκοπτης άσκησης των καθηκόντων της Αστυνομίας.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
5η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €400.
6η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €1.000.
Ενόψει της επιβολής ποινών στις Κατηγορίες 5 και 6 και της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις λοιπές κατηγορίες, δεν επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή στις Κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 7, οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης.
Έξοδα: €140 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυσκολίες που υφίστανται αλλά και την ικανότητα για εργασία, η χρηματική ποινή και τα δικαστικά έξοδα να καταβληθούν εντός 12 μηνών από σήμερα, χρονικό διάστημα το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και επαρκές για τη συμμόρφωση του Κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό ύψος της επιβληθείσας χρηματικής επιβάρυνσης και την ανάγκη εξασφάλισης της αποτελεσματικής εκτέλεσης της ποινής χωρίς να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής, για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο αλλά και το ανήλικο τέκνο του.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο για σκοπούς ακρόασης (καταθέσεις) να επιστραφούν στην Αστυνομία, για να τύχουν χειρισμού με βάση τη δική της πρακτική.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο