ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 6219/25
Δημοκρατία
ν.
1. Αντρέας Ττούσιος
2. Άντρη Θεοδότου
Κατηγορούμενοι
- - - - - - - - - - - - - -
Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2026
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης
Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος
Κατηγορούμενη 2 παρούσα
Π Ο Ι Ν Η
(δοθείσα μετά από σύντομο διάλειμμα)
(Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2)
Η κατηγορούμενη 2, ηλικίας 48 ετών, κρίθηκε ένοχη, μετά από δική της παραδοχή, σε κατηγορίες που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Α’. Ειδικότερα, παραδέχθηκε ότι:
- Κατείχε παράνομα κοκαΐνη, 1 γρ. (4η κατηγορία),
- Έκανε παράνομη χρήση κοκαΐνης, άγνωστης ποσότητας (7η κατηγορία), και
- Προμηθεύτηκε από άλλο πρόσωπο 1 γρ. κοκαΐνης (8η κατηγορία).
Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 4.5.25.
Η 2η κατηγορία, η οποία την αφορούσε, διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή.
Τα γεγονότα ως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:
«1. Στις 04.05.2025 και περί ώρα 03:30, η 2η κατηγορούμενη μετέβη στο διαμέρισμα, όπου διέμενε ο θανών Γιάννης Αργυρού, στην περιοχή της Μέσας Γειτονιάς στη Λεμεσό. Τόσο εντός του διαμερίσματος, όσο και στο χώρο του γκαράζ της πολυκατοικίας, η 2η κατηγορούμενη έκανε χρήση άγνωστης, προς την κατηγορούσα αρχή, ποσότητας κοκαΐνης (6η κατηγορία).
2. Περί ώρα 06:10 της ίδιας μέρας, η 2η κατηγορούμενη αναχώρησε από το προαναφερθέν μέρος και οδηγώντας αυτοκίνητο μετέβη στην περιοχή της Αγίας Φύλας, στη Λεμεσό, όπου συναντήθηκε με άλλο πρόσωπο από το οποίο αγόρασε κοκαΐνη βάρους 1 γραμμαρίου, έναντι του ποσού των €40- (7η κατηγορία). Ακολούθως, η 2η κατηγορούμενη, έχοντας στην κατοχή της την προαναφερθείσα ποσότητα κοκαΐνης (4η κατηγορία), επέστρεψε, οδηγώντας, στην αναφερόμενη στην 1η παράγραφο πολυκατοικία.
3. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:46, η 2η κατηγορούμενη συνελήφθη δυνάμει εντάλματος και τέθηκε υπό κράτηση για περίοδο 17 ημερών. Σε γραπτή κατάθεσή της, ημερ. 07.05.2025, η κατηγορούμενη 2 παραδέχθηκε τη διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων.
4. Η 2η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.»
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης 2, ζήτησε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ότι τα αδικήματα που παραδέχθηκε ότι διέπραξε η Κατηγορούμενη 2 σχετίζονται αποκλειστικά με τον εθισμό της σε ναρκωτικές ουσίες. Ζήτησε να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές της περιστάσεις ως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Ένδειξη Β), το γεγονός ότι σήμερα απέχει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, η παραδοχή της, το λευκό ποινικό μητρώο της, ως επίσης και η προθυμία της να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση εναντίον του συγκατηγορούμενού της.
Με βάση τις προβλεπόμενες ποινές τα αδικήματα που διέπραξε η κατηγορούμενη 2 είναι σοβαρά. Για το αδίκημα της κατοχής και το αδίκημα της προμήθειας από άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ (4η και 7η κατηγορία αντίστοιχα), προνοείται ποινή φυλάκισης 12 χρόνων ή πρόστιμο (άρθρο 6(2) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77)), ενώ για το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ (6η κατηγορία), προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου ή πρόστιμο (άρθρο 10(α), Ν.29/77).
Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, καθώς και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, αφού η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541).
Αρχικά λαμβάνουμε υπόψη μας την άμεση παραδοχή της κατηγορούμενης 2. Η παραδοχή της συνοδεύτηκε από έκφραση μεταμέλειας, η οποία, μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της, ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458, 463). Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, η οποία επαναλήφθηκε πολύ πρόσφατα στην Κεσίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, ημερ. 8.10.2025, ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου». Στη Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/19, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B88, λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενός κατηγορούμενου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως στοιχείο μεταμέλειας…».
Βαρύτητα αποδίδουμε και στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης 2, το οποίο αποτελεί ένδειξη για την πρότερη στάση της προς τους νόμους και δικαιούται να προσβλέπει στην επιείκεια του Δικαστηρίου (Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211).
Ακόμα, στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής, θα λάβουμε υπόψη μας τις προσωπικές και άλλες συνθήκες της κατηγορούμενης 2 όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Ένδειξη Β), καθώς και στην έκθεση ψυχιάτρου, την οποία παρουσίασε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 2 (Ένδειξη Γ).
Θα πρέπει εδώ να επαναλάβουμε ότι, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο και, σε τέτοιες περιπτώσεις, το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Στη Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 109 και 110 για τη μάστιγα των ναρκωτικών:
«Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας. Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359».
Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551).
Πληθώρα αποφάσεων του Εφετείου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικέ ουσίες.
Η νομολογία αναγνωρίζει ότι οι περιπτώσεις που αφορούν κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προσωπική χρήση θα πρέπει να διαχωρίζονται από αυτές που αφορούν κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα οι οποίες ενέχουν το στοιχείο της εμπορίας, του κέρδους και της εκμετάλλευσης.
Όπως λέχθηκε στην Beyki v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60:
«Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.»
Λέχθηκαν, επίσης, στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240:
«Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι, και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Εφετείου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο διότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαίτερες συνθήκες του παραβάτη (Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1). Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217).»
Όπως, επίσης, έχει νομολογηθεί, κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευσή της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Επίσης, διατηρούμε κατά νου ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητά της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου.
Προκύπτει από τα πιο πάνω, η σοβαρή φύση των αδικημάτων, καθώς και η συχνότητα διάπραξή τους και αυτό λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.
Πέραν των πιο πάνω, υπάρχουν ελαφρυντικά και στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος της κατηγορουμένης 2. Τούτα είναι τα ακόλουθα:
Α) H παραδοχή της στην αστυνομία, συμπεριλαμβανομένης και της παραδοχής της ότι έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου.
Β) Η άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου.
Γ) Το λευκό ποινικό μητρώο της.
Δ) Η μετά τη διάπραξη των αδικημάτων διαγωγή και συμπεριφορά της και το γεγονός ότι σήμερα φαίνεται να απέχει από την χρήση ουσιών.
Ε) Την απουσία επιβαρυντικών στοιχείων, ως καθορίζονται στο άρθρο 30(α) του Νόμου 29/77.
Στ) Ότι το παράπτωμά της σχετίζεται αποκλειστικά με την κατοχή ναρκωτικών ουσιών για προσωπική χρήση.
Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη την επιθυμία και ετοιμότητα της, στο βαθμό που αυτό έχει τεθεί ενώπιόν μας από τον συνήγορό της, να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 746, Μαυρουδής v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 112/2021, ημερ. 19/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:B485, και Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 202/2020, ημερ. 20/09/2022), ECLI:CY:AD:2022:B356.
Σίγουρα διαπιστώνονται ελαφρυντικά προς όφελος της κατηγορούμενης 2, όμως η σοβαρότητα και η συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων που έχει διαπράξει, καθώς και η ανάγκη αποτροπής, δεν αφήνει άλλη επιλογή από αυτή της φυλάκισης. Ειδικότερα εφόσον η παρούσα υπόθεση αφορά σε ναρκωτική ουσία κατηγορίας Α, κοκαΐνη, που είναι σκληρό ναρκωτικό και οι συναλλαγές που γίνονται αναφορικά με αυτού του είδους ναρκωτικά ενθαρρύνουν τους επίδοξους εμπόρους.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλουμε στην κατηγορούμενη 2 τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης:
1) Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών (κατοχή).
2) Στην 6η κατηγορία ποινής φυλάκισης 4 μηνών (χρήση)
Στην 7η κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στην 4η κατηγορία, στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 34).
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Έχοντας καταλήξει στην επιβολή ποινής φυλάκισης στην κατηγορούμενη 2, θα εξετάσουμε κατά πόσον η ποινή φυλάκισης θα είναι άμεση ή εάν δύναται να ανασταλεί, ως ήταν και η εισήγηση του δικηγόρου της.
Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση ποινής φυλάκισης διέπεται από τις πρόνοιες του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, έως έχει τροποποιηθεί αρχικά με το Ν.41(Ι)/97 και το Ν.186(Ι)/03. Με την τροποποίηση που έχει γίνει με το Ν.41(Ι)/97, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής είχε περιοριστεί σημαντικά αφού με το εδάφιο (2) του άρθρου 3 διαλαμβάνετο ότι: «Το Δικαστήριο δε διατάσσει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης εκτός αν έχει την γνώμη ότι η έκδοση διατάγματος αναστολής δικαιολογείται από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου». Με βάση το λεκτικό αυτό, αποφασίστηκαν, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Παγιαβλάς (ανωτέρω), Βασιλείου κ.ά ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 304 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 Α.Α.Δ. 464.
Με την τροποποίηση που έγινε με το Ν.186(Ι)/03, το άρθρο 3(2) προνοεί:
«(2) Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου».
Καθίσταται φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3(2) του Νόμου, ότι ο νομοθέτης διεύρυνε περαιτέρω τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό (βλ. Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 39), καθότι αφαιρεί την αναγκαιότητα ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων για να δοθεί αναστολή (βλ. Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323).
Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με τον Ν.41(Ι)/97, τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αναστείλει τυχόν ποινή φυλάκισης ήταν τα ακόλουθα:
(α) Η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,
(β) Το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει ανάγκη αποτροπής, και
(γ) Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας.
Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. SENTENCING IN CYPRUS του κ. Γ.Μ. Πική, σελ 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά (1996) 2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303). Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Ποινική Έφεση 92/2019, ημερ. 22.5.2020, τονίστηκε πως, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής, είναι και το μητρώο ενός κατηγορούμενου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής, και η διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε καταλήξει ότι οι συνθήκες της υπόθεσης και οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης 2, μας επιτρέπουν να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια και να αναστείλουμε την ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί.
Ιδιαίτερα λάβαμε υπόψη μας ότι η κατηγορούμενη 2 διέπραξε τα αδικήματα υπό την αδυναμία και τον εθισμό που είχε από την χρήση ναρκωτικών κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ σε αυτό το στάδιο απέχει τέτοια χρήση.
Συνεπακόλουθα, είναι η κατάληξή μας ότι η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 δύναται να ανασταλεί και αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
(Επεξηγείται στην κατηγορούμενη 2 η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης)
(Υπ.) ……..….………………….
Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο