ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2710 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Α. Μ.
________
Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Κληρίδης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της μητέρας του, Ε.Μ., δηλαδή την άρπαξε με δύναμη από τον αυχένα και την έριξε [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ, άρθρα 2, 3(1)(4) και 4(1)(2)(ιβ), 23 ν.119(Ι)/2000, άρθρα 2, 3, 5(α) ν. 115(Ι)/2021.]
2η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, προκάλεσε στη μητέρα του, Ε.Μ., τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε, λέγοντάς της «έννα σε σκοτώσω», «έννα βάλω δύο μαύρους να σε σκοτώσουν» «έννα πάθεις τυχαίο accident τζιαι να πεθάνεις» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ, άρθρα 2, 3, 5(α), 11, 33 ν. 115(Ι)/2021.]
5η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, προκάλεσε στη μητέρα του, Ε.Μ., τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε, λέγοντάς της «έννα σας σκοτώσω τζιαι τους θκυό» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ, άρθρα 2, 3, 5(α), 11, 33 ν. 115(Ι)/2021.]
6η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά του πατέρα του, Π.Μ., δηλαδή τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ, άρθρα 2, 3(1)(4) και 4(1)(2)(ιβ), 23 ν.119(Ι)/2000, άρθρα 2, 3, 5(α) ν. 115(Ι)/2021.]
7η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον πατέρα του, Π.Μ., τρόμο, απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε, λέγοντάς του «εννα σας σκοτώσω τζιαι τους θκυό» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ, άρθρα 2, 3, 5(α), 11, 33 ν. 115(Ι)/2021.]
9η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά σε διάφορα αντικείμενα και σε δύο ψυγεία άγνωστης αξίας, περιουσία των γονιών του, Ε.Μ. και Π.Μ. [κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ.]
10η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, εισήλθε στην οικία των γονιών του, Ε.Μ. και Π.Μ. με σκοπό να ενοχλήσει [είσοδος σε περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, άρθρο 280 ΠΚ.]
11η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 22.2.2026, στη Λεμεσό, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 17316/23, δηλαδή πλησίασε τον πατέρα του Π.Μ. σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, παρά την ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος που του απαγόρευε να το πράξει [παραβίαση δικαστικού διατάγματος, άρθρο 137 ΠΚ.]
Για την κοινή επίθεση σε μέλος της οικογένειας, η ποινή που προβλέπεται στον νόμο είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι και τα 2 χρόνια ή και χρηματική ποινή. Υπάρχει και η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 23 §§ 5,6 ν.119(Ι)/2000. Για την απειλή κατά μέλους της οικογένειας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τα 3 χρόνια. Υπάρχει, επίσης, η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 33 §§ 4,5 ν.115(Ι)/2021. Για όλα τα υπόλοιπα αδικήματα επί του κατηγορητηρίου, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι και τα 2 χρόνια.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων πληρέστερα καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας. Οι καταγγέλλοντες είναι οι γονείς του Κατηγορούμενου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν διέμενε μόνιμα στην πατρική οικία. Την 22.2.2026, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία και κατευθύνθηκε προς τον χώρο όπου βρισκόταν το ψυγείο, από το οποίο άρχισε να αφαιρεί τρόφιμα, με σκοπό να τα πάρει μαζί του. Όταν η μητέρα του υπέδειξε σε αυτόν ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί και του ζήτησε να αποχωρήσει, ο Κατηγορούμενος αντέδρασε επιθετικά. Άρχισε να ρίχνει αντικείμενα και τρόφιμα, προκαλώντας ακαταστασία και ζημιές εντός της οικίας, ενώ ταυτόχρονα απηύθυνε προς τη μητέρα του υβριστικές εκφράσεις. Στη συνέχεια, και ενώ ο πατέρας του παρενέβη, ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σωματικά στη μητέρα του, με τον τρόπο που περιγράφεται, και απειλώντας τη με τη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της σχετικής κατηγορίας. Παράλληλα, απηύθυνε απειλές σε αμφότερους τους γονείς του, με τη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε και στον πατέρα του, τον οποίο προσέγγισε σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, κατά παράβαση διατάγματος, τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος. Είχε εκδοθεί διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ημερομηνίας 1.9.2023, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 17316/2023, το οποίο απαγόρευε στον Κατηγορούμενο να προσεγγίζει τον πατέρα του σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων. Το διάταγμα αυτό εκδόθηκε στην παρουσία του Κατηγορούμενου και είχε άμεση ισχύ. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, ο Κατηγορούμενος προκάλεσε περαιτέρω ζημιές εντός της οικίας, ρίχνοντας αντικείμενα, αναποδογυρίζοντας έπιπλα και κτυπώντας εξοπλισμό, με αποτέλεσμα να προκληθεί υλική ζημιά, άγνωστης αξίας. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προκάλεσε φόβο στη μητέρα του, η οποία άρχισε να κλαίει, καθώς στον πατέρα του. Μετά την αποχώρηση του Κατηγορούμενου από την οικία, η μητέρα του επικοινώνησε με την Αστυνομία. Εντοπίστηκε και συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, ακολούθησε το ανακριτικό έργο και η προσαγωγή του στο Δικαστήριο.
Ως προς τα αντικειμενικά στοιχεία, που άπτονται του τρόπου δράσης του Κατηγορουμένου, ο Κατηγορούμενος προέβη σε άσκηση άμεσης και αναλογικά έντονης σωματικής βίας κατά των γονέων του, αρπάζοντας τη μητέρα του από τον αυχένα και ρίχνοντάς την στο έδαφος, καθώς και σπρώχνοντας τον πατέρα του με δύναμη ώστε να πέσει, ενώ παράλληλα διατύπωσε επανειλημμένες, συγκεκριμένες και ιδιαίτερα σοβαρές απειλές προς αμφότερους. Η δράση του εκδηλώθηκε εντός της οικογενειακής οικίας, δηλαδή σε χώρο όπου τα θύματα δικαιούνται να αισθάνονται ασφάλεια, και συνοδεύτηκε από εκτεταμένη αναστάτωση και καταστροφική συμπεριφορά, με ρίψη αντικειμένων, ανατροπή επίπλων και πρόκληση υλικών ζημιών. Μέρος της επίδικης συμπεριφοράς έλαβε χώρα κατά παράβαση ισχύοντος δικαστικού διατάγματος. Η ταυτόχρονη τέλεση πολλαπλών αδικημάτων στο πλαίσιο ενός ενιαίου επεισοδίου καταδεικνύει κλιμακούμενη και ανεξέλεγκτη επιθετικότητα, η οποία προκάλεσε πραγματικό φόβο στα θύματα. Ως προς τα ελαφρυντικά στοιχεία του τρόπου δράσης, λαμβάνεται υπόψη ότι ήταν η πατρική οικία, στην οποία ο Κατηγορούμενος αισθάνονταν να έχει δικαίωμα πρόσβασης οποτεδήποτε επιθυμούσε, δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη ούτε χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε όπλο ή επικίνδυνο αντικείμενο, ενώ η βίαιη συμπεριφορά φαίνεται να εκδηλώθηκε στο πλαίσιο αιφνίδιας έντασης και όχι κατόπιν προσχεδιασμού, περιοριζόμενη χρονικά σε ένα επεισόδιο, με τις προκληθείσες υλικές ζημιές να μην προσδιορίζονται ως ιδιαίτερα εκτεταμένες. Ο Κατηγορούμενος προέβαλε, προς μετριασμό της ευθύνης του, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τελούσε υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι το εκδοθέν δικαστικό διάταγμα δεν βρισκόταν πλέον σε ισχύ, επικαλούμενος ότι μόλις είχε αποφυλακιστεί και ότι η μεταφορά του από τον πατέρα του, σε συνδυασμό με την υπογραφή ένορκων δηλώσεων στις εκκρεμείς υποθέσεις περί μη ύπαρξης παραπόνων, του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι οι μεταξύ τους νομικοί περιορισμοί είχαν αρθεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η μετάβασή του στην πατρική οικία δεν είχε οποιοδήποτε επιλήψιμο σκοπό, αλλά υπαγορεύθηκε από την ανάγκη του για φαγητό, και ότι η μετέπειτα συμπεριφορά του επηρεάστηκε και από την αντίδραση της μητέρας του, την οποία ο ίδιος δεν ανέμενε και η οποία, κατά τη δική του οπτική, λειτούργησε ως παράγοντας για την κλιμάκωση του επεισοδίου. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αξιολογούνται με επιφύλαξη, στο μέτρο που δεν αναιρούν την αντικειμενική εικόνα των γεγονότων ούτε δύνανται να δικαιολογήσουν τη δυσανάλογα βίαιη και απειλητική συμπεριφορά που ακολούθησε.
Πέραν των ανωτέρω, προκύπτουν και άλλες καταδίκες για συναφή αδικήματα αρπαγής, επιθέσεων με πρόκληση σωματικής βλάβης και απλών επιθέσεων, απειλών, βίας στην οικογένεια, απείθειας σε διατάγματα και κακόβουλης ζημιάς και για άλλα αδικήματα. Το σύνολο του ποινικού μητρώου, που είναι εκτεταμένο, καταδεικνύει ένα μοτίβο βίαιης και παραβατικής συμπεριφοράς εστιασμένο κυρίως στις σχέσεις που ο Κατηγορούμενος διατηρεί με την ευρύτερη οικογένειά του. Η ύπαρξη βεβαρημένου ποινικού μητρώου περιορίζει το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο θα μπορούσε, υπό άλλες περιστάσεις, να επιδείξει, ως προς το είδος και την έκταση της ποινής.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, που περιλαμβάνουν την ηλικία, των 34 ετών, την ύπαρξη μίας ανήλικης θυγατέρας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το ευρύτερο οικογενειακό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Από τα γεγονότα που εκτέθηκαν, προκύπτει μία διαταραγμένη οικογενειακή σχέση, με αποξένωση και αδυναμία διαχείρισης της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, του προβλήματος που αντιμετωπίζει, αποτελεσματικά, μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο, με αποτέλεσμα αυτός να μην έχει την απαραίτητη κοινωνική στήριξη, και να συμβαίνει ένας φαύλος κύκλος, όπου η μία αιτία τροφοδοτεί την άλλη.
Λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, στο στάδιο που έγινε. Ήταν προχωρημένο στάδιο, μετά την κλήση του σε απολογία και τη δική του ένορκη μαρτυρία. Συνεπώς, δεν μπορεί να έχει την ελαφρυντική επίδραση που θα μπορούσε να έχει η άμεση παραδοχή.
Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, αρμόζουσα είναι ποινή φυλάκισης. Όσα προαναφέρθηκαν ως ελαφρυντικά, επιδρούν στην έκτασή της. Έχοντας υπόψη ότι όλες οι κατηγορίες απορρέουν από το ίδιο επεισόδιο και ότι οι σοβαρότερες εξ αυτών, από άποψη προβλεπόμενης ποινής, είναι οι κατηγορίες που σχετίζονται με αδικήματα απειλής, θα επιβληθούν ποινές φυλάκισης στην 5η Κατηγορία και στην 7η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη και όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Οι ποινές φυλάκισης, ιδωμένες σε ενιαίο πλαίσιο έκνομης συμπεριφοράς, θα αφεθούν να συντρέξουν.
Επιβάλλονται:
5η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
7η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 18 μηνών, συντρέχουσα.
Ενόψει της επιβολής ποινής στην 5η Κατηγορία και στην 7η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή στις Κατηγορίες 1, 2, 6, 9, 10 και 11.
Ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση, από την 9.3.2026, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.
Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(Ι)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].
Υπήρξε ιδιαίτερος προβληματισμός γι’ αυτή την προοπτική. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και η επαναληπτικότητα της βίαιης συμπεριφοράς του θα μπορούσαν να συνηγορούν, κατ’ αρχήν, υπέρ της άμεσης εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Εντούτοις, κρίνεται ότι, στην παρούσα ειδική περίπτωση, οι σκοποί της ποινής δύνανται, οριακά, να εξυπηρετηθούν επαρκώς και με αναστολή της εκτέλεσής της. Τα αδικήματα, μολονότι σοβαρά, εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ενιαίου επεισοδίου, κατά το οποίο δεν έγινε χρήση όπλου ούτε προκλήθηκε σοβαρή σωματική βλάβη. Διαπράχθηκαν λίγο μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορουμένου, σε χρονική συγκυρία κατά την οποία ο ίδιος φαίνεται να είχε επενδύσει στην προσδοκία οικογενειακής στήριξης για σκοπούς κοινωνικής επανένταξης. Παράλληλα, προκύπτει ότι σημαντικό μέρος της προηγούμενης ποινικής του επιβάρυνσης αναπτύχθηκε εντός πλαισίου δυσλειτουργικών οικογενειακών σχέσεων και προσωπικής απορρύθμισης, συνδεόμενης και με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος παρουσίασε ενώπιόν του στοιχεία, δια της παρουσίας του, που υποδηλώνουν δυνατότητα συμμόρφωσης και λειτουργικής ανταπόκρισης, όπως αυτά κατέστησαν εμφανή και από τον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκε στην παρούσα διαδικασία, ενώ εκφράστηκε και πρόθεση ένταξής του σε θεραπευτική πορεία, έστω και αν δεν είναι δυνατή, στο παρόν στάδιο, η έκδοση σχετικού διατάγματος. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος, έκδηλα, παρουσιάζει ανάγκη κοινωνικής στήριξης και δομημένης εποπτείας, ώστε να καταστεί εφικτή η επανένταξή του. Αυτή η ανάγκη είναι επιτακτικότερη από ότι η απομάκρυνσή του από το κοινωνικό σύνολο για την επανάληψη ενός σωφρονισμού με εγκλεισμό σε σωφρονιστικό ίδρυμα, που έχει ήδη λάβει χώρα. Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, και δεδομένου ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης εμπίπτει εντός του νομοθετικού πλαισίου που επιτρέπει την αναστολή της εκτέλεσής της, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναστολή της εναπομείνασας ποινής δύναται, στην παρούσα περίπτωση, να εξυπηρετήσει επαρκώς τους σκοπούς της ποινής, περιλαμβανομένων της αποτροπής, της ειδικής και γενικής πρόληψης, καθώς και της συμμόρφωσης του Κατηγορουμένου προς τον νόμο. Κυρίως, η απειλή ενεργοποίησης της ποινής, σε περίπτωση νέας παραβατικής συμπεριφοράς, λειτουργεί ως ουσιώδες κίνητρο συμμόρφωσης, ενώ η παράλληλη επιτήρηση και ο αποκλεισμός παρέχουν άμεση και πρακτική προστασία στους παραπονούμενους. Το Δικαστήριο ικανοποιείται, συνεπώς, ότι η παρούσα είναι περίπτωση στην οποία η αναστολή της ποινής δικαιολογείται, χωρίς να αποδυναμώνει την αναλογικότητα της επιβληθείσας κύρωσης, αλλά, αντιθέτως, υπηρετώντας αποτελεσματικά τους επιδιωκόμενους σκοπούς της.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για χρονική περίοδο 3 ετών από σήμερα.
Δεδομένης της ανάγκης παροχής δομημένης στήριξης προς τον Κατηγορούμενο, για σκοπούς κοινωνικής επανένταξης, το Δικαστήριο εξετάζει τη χρησιμότητα έκδοσης διατάγματος επιτήρησης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, δυνάμει του άρθρου 5 του ν.95/1972, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης υπερβαίνει τους 6 μήνες. Η επιτήρηση λειτουργεί συμπληρωματικά προς την αναστολή, παρέχοντας μηχανισμό ελέγχου και καθοδήγησης της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται σταθερό μοτίβο παραβατικής συμπεριφοράς, περιλαμβανομένων αδικημάτων βίας ή κατά της περιουσίας, το οποίο, αν και δεν αναιρεί πλήρως τον κίνδυνο υποτροπής, δύναται να αντιμετωπιστεί μέσω κατάλληλης εποπτείας και υποστήριξης. Παράλληλα, η επιτήρηση εξυπηρετεί και τον σκοπό της ενθάρρυνσης συμμόρφωσης και προσωπικής αναμόρφωσης του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε τέτοια κατηγορία περιπτώσεων, όπου η έκδοση διατάγματος επιτήρησης είναι πρόσφορη και αναγκαία.
Εκδίδεται διάταγμα, με βάση το άρθρο 5 ν.95/1972, για επιτήρηση της περιόδου αναστολής, με το οποίο ο Κατηγορούμενος τίθεται υπό την επιτήρηση επιτηρούντος λειτουργού για όση περίοδο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης.
(1) Ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο του διατάγματος, να διαμένει στην Επαρχία Λεμεσού και ως επιτηρών λειτουργός διορίζεται ο Κηδεμονικός Λειτουργός για την περιοχή αυτή.
(2) Ο Κατηγορούμενος οφείλει να επικοινωνεί με τον επιτηρούντα Κηδεμονικό Λειτουργό, σύμφωνα με τις οδηγίες του, και να γνωστοποιεί σε αυτόν οποιαδήποτε αλλαγή του τόπου διαμονής του. Οφείλει επίσης να συμμορφώνεται και συνεργάζεται καθ' όλη την διάρκεια της περιόδου επιτήρησης με τις υποδείξεις και απαιτήσεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, τις οποίες θεωρεί αναγκαίες, για τη διασφάλιση της καλής διαγωγής του Κατηγορούμενου και της αποτροπής επανάληψης ή διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος.
(3) Δίνονται οδηγίες όπως ο επιτηρών Κηδεμονικός Λειτουργός ενημερώνει το Δικαστήριο για τη συμπεριφορά και συμμόρφωση του Κατηγορούμενου με το εν λόγω διάταγμα με την υποβολή σχετικής έκθεσης κάθε έξι μήνες. Σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος ή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκτακτη έκθεση του Κηδεμονικού Λειτουργού.
(4) Αντίγραφο του Διατάγματος Επιτήρησης να αποσταλεί άμεσα από τον Πρωτοκολλητή στο επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας.
Επιπλέον, με βάση το άρθρο 33 § 4 ν. 115(Ι)/2021, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο να εισέρχεται και να παραμένει στην οικία στην οποία διαμένουν μαζί η Ε. Μ. με τον Π. Μ. ή να πλησιάζει την κατοικία αυτή ή τους ίδιους σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, για περίοδο 24 μηνών από σήμερα.
Εξηγείται ότι: η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς της. Η αναστολή εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης δόθηκε γιατί κρίθηκε πως θα πρέπει να σου δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η αναστολή αυτή έχει χρονική διάρκεια 3 ετών από σήμερα. Σε περίπτωση που, εντός αυτών των 3 ετών, διαπράξεις κάποιο άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, τότε, σε περίπτωση καταδίκης, το Δικαστήριο είναι δυνατόν να ενεργοποιήσει και την εναπομείνασα ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην υπόθεση αυτή, ή μέρος της. Εννοείται πως, εάν απέχεις από τη διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος, εντός της ίδιας περιόδου, δεν θα χρειαστεί τότε να εκτίσεις την ποινή φυλάκισης που σου έχει επιβληθεί σήμερα. Αναμένεται να γίνει χρήση της ευκαιρίας αυτής που σου έχει δοθεί, να επιτύχεις όλους τους υγιείς σκοπούς σου, γιατί εξαντλεί την επιείκεια που θα μπορούσε να επιδειχθεί.
Εξηγείται, επίσης, ότι: το διάταγμα επιτήρησης επιβάλλει την παρακολούθηση της διαγωγής σου στο εξής, για όσο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, από τις υπηρεσίες του Κράτους. Εάν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης προς το διάταγμα επιτήρησης, ειδικότερα εάν δεν συμμορφώνεσαι προς τις υποδείξεις του λειτουργού που θα σε επιτηρεί, δυνατόν να κληθείς να παρουσιαστείς ενώπιον του Δικαστηρίου, και χωρίς βλάβη ή επηρεασμό της ισχύος του διατάγματος αυτού, δυνατόν να σου επιβληθεί χρηματική ποινή.
Εξηγείται, επίσης, ότι: το διάταγμα αποκλεισμού εκδόθηκε για την προστασία των θυμάτων. Σε περίπτωση παραβίασής του, ενώ βρίσκεται σε ισχύ, διαπράττεται περαιτέρω ποινικό αδίκημα. Η ακύρωση του Διατάγματος μπορεί να γίνει μόνο από το Δικαστήριο.
Έξοδα: €80 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο, εντός 3 μηνών από σήμερα.
Διαχείριση τεκμηρίων: Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (καταθέσεις) να επιστραφούν στην Αστυνομία, μέσω της Κατηγορούσας Αρχής, για να τύχουν χειρισμού σύμφωνα με τους κανονισμούς ή την πρακτική της.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο