ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2960/2025
Μεταξύ:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
v.
1. ΝΙΚΟΛΑΣ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ
2. Γ.Ι.
3. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΛΟΥΡΗΣ
4. Γ.Ι.
5. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
6. Ι.Γ.
7. Ρ.Α.
Κατηγορούμενοι
-------------------------
Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα A. Τιμοθέου
Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Λ. Νεοφύτου με κ. Α. Σαουρή
Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Ν. Καλλής
Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Δ. Τσολακίδης
Κατηγορούμενοι 1, 3, 5 παρόντες
-------------------------
Π Ο Ι Ν Η
(αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 5)
Ο Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής του παραδοχής στις ακόλουθες κατηγορίες:
Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τέσσερεις κατηγορίες για παράνομη κατοχή και αντίστοιχες τέσσερεις κατηγορίες για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5(1)(β), 6(1)(2)(3), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών και Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Οι ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες αφορούν κοκαΐνη βάρους 150,26 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ’ αρ. 4 και 11 αντίστοιχα), δισκία, συμπαγή ουσία και κρυσταλλική ουσία που περιείχαν MDMA συνολικού βάρους 223,57 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ’ αρ. 5 και 12 αντίστοιχα), αποξηραμένα μανιτάρια βάρους 153,8 γραμμαρίων που περιείχαν ψιλοκυβίνη (κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 13 αντίστοιχα) και 27 συσκευασίες ηλεκτρονικών τσιγάρων που περιείχαν ελαιώδες υγρό (THC) τετραϋδροκανναβινόλης συνολικού βάρους 27 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ’ αρ. 7 και 14 αντίστοιχα).
Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε, επίσης, αντίστοιχες κατηγορίες σε σχέση με ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 10 κιλών και 454,08 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορίες υπ’ αρ. 8 και 15 αντίστοιχα), 672,39 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης (κατηγορίες υπ’ αρ. 9 και 16 αντίστοιχα) καθώς και μπισκότα συνολικού βάρους 20 κιλών και 2,54 γραμμαρίων καθώς και ζελεδάκια συνολικού βάρους 9 κιλών και 285,77 γραμμαρίων που περιείχαν την ουσία εξαϋδροκανναβινόλη (HHC) (κατηγορίες υπ’ αρ. 10 και 17 αντίστοιχα).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες όλων των πιο πάνω κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του, ως αναφέρεται ανωτέρω, όλα τα πιο πάνω στις 21/8/2024.
Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε δέκα κατηγορίες για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ σε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5(1)(β), 6(1)(3), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Ν. 29/77 (κατηγορίες υπ’ αρ. 24 έως και 33), ήτοι ότι μεταξύ του μηνός Ιουνίου 2024 και της 21/8/2024 προμήθευσε στον Κατηγορούμενο 3 σε 10 διαφορετικές περιπτώσεις ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Β’ συνολικού βάρους 800 γραμμαρίων, ήτοι 80 γραμμάρια φυτού κάνναβης κάθε φορά.
Τέλος, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(ιιι)(2), 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορία υπ’ αρ. 48), ήτοι ότι μεταξύ του μηνός Ιουνίου 2024 και της 21/8/2024 απέκτησε και κατείχε το ποσό των 1,890 ευρώ ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ως διευκρίνισε η κα Τιμοθέου, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στο ότι ο Κατηγορούμενος 1 όφειλε να γνωρίζει τα πιο πάνω.
Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορίες για παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ (κατηγορίες υπ’ αρ. 42 και 43 αντίστοιχα), ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 800 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη μεταξύ του Ιουνίου 2024 και 21/8/2024.
Ο Κατηγορούμενος 5 παραδέχθηκε κατηγορίες για παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ (κατηγορίες υπ’ αρ. 47 και 46 αντίστοιχα), ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 128,53 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη μεταξύ Ιουνίου 2024 και 21/8/2024.
Οι Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 αντιμετώπιζαν και άλλες συναφείς κατηγορίες, οι οποίες διακόπηκαν ενόψει της παραδοχής τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 αντιμετώπιζαν τρεις κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες υπ’ αρ. 1 έως 3) και μια κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων (κατηγορία υπ’ αρ. 18), οι Κατηγορούμενοι 3 και 5 αντιμετώπιζαν τέσσερεις κατηγορίες για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ (κατηγορίες υπ’ αρ. 4 έως 7), τρεις κατηγορίες για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ (κατηγορίες υπ’ αρ. 8 έως 10) και αντίστοιχες επτά κατηγορίες για παράνομη κατοχή των εν λόγω φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια (κατηγορίες υπ’ αρ. 11 έως και 17) και ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε τέσσερεις κατηγορίες για προμήθεια ελεγχόμενου τάξεως Α’ (κατηγορίες υπ’ αρ. 19 έως 22), μια κατηγορία για προμήθεια ελεγχόμενου τάξεως Β’ (κατηγορία υπ’ αρ. 23) και μια κατηγορία για κάπνισμα φυτού κάνναβης (κατηγορία υπ’ αρ. 34).
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5, και με τα οποία συμφώνησαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2, 4, 6 και 7, συνοψίζονται ως ακολούθως:
Στις 21/8/2024, κατόπιν λήψης πληροφορίας ότι όχημα με αριθμό εγγραφής NNP 470 βρισκόταν σταθμευμένο σε ανοικτό οικόπεδο στην περιοχή Μονοβολικός της επαρχίας Λεμεσού, μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού μετέβησαν στο μέρος όπου εντόπισαν το εν λόγω όχημα (εφεξής «το Όχημα»). Κατόπιν αυτοψίας, διαπιστώθηκε ότι το Όχημα ήταν κλειστό, κλειδωμένο, σκονισμένο και στο μπροστινό κάθισμα υπήρχαν 2 σακούλια σκουπιδιών, εντός των οποίων υπήρχε αριθμός νάιλον διαφανών συσκευασιών, με πράσινη ξηρή φυτική ύλη που ομοίαζε με κάνναβη. Από το Όχημα αναδυόταν μυρωδιά κάνναβης ενώ μέσα σε αυτό υπήρχαν και άλλα σακούλια σκουπιδιών με περιεχόμενο καθώς και ταξιδιωτικές βαλίτσες. Από εξετάσεις που έγιναν, προέκυψε ότι το Όχημα βρισκόταν σταθμευμένο εκεί για αρκετές μέρες και δημιουργήθηκαν υποψίες ότι χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη φύλαξης ναρκωτικών ουσιών.
Κατόπιν φρούρησης του Οχήματος και σύλληψης του ιδιοκτήτη του στις 22/8/2024, ο τελευταίος ανέφερε πως «τούτο το αυτοκίνητο έδωκα το κάποιου φίλου μου». Κατά την έρευνα στην οικία του ιδιοκτήτη του Οχήματος εντοπίστηκε το ποσό των 2,800 ευρώ καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο σε σχέση με το οποίο ανέφερε ότι «εν το τηλέφωνο μου, έχω αποθηκευμένο τον αριθμό του Νικόλα Γερολέμου [Κατηγορούμενου 1] που έδωκα το αυτοκίνητό μου» και, στη συνέχεια, ανέφερε σε μέλος της ΥΚΑΝ τον αριθμό τηλεφώνου του Κατηγορουμένου 1. Το Όχημα σφραγίστηκε και μεταφέρθηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας για έρευνα. Την ίδια μέρα, κατόπιν δικαστικού εντάλματος διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου 1, στην παρουσία του πατέρα του, όπου σε τσαντάκι στο ερμάρι του υπνοδωματίου του εντοπίστηκε το χρηματικό ποσό των 1,890 ευρώ σε διάφορα χαρτονομίσματα. Κατόπιν συγκατάθεσης των γονέων του, διενεργήθηκε έρευνα στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΜΜΚ 413, όπου εντοπίστηκε στη θήκη στην πόρτα του οδηγού μια συσκευασία τύπου zip-lock με την επιγραφή «nutelhash» από την οποία αναδυόταν μυρωδιά κάνναβης.
Στη συνέχεια, το Όχημα αποσφραγίστηκε και διενεργήθηκε έρευνα, αφού ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε σχετικά «Εντάξει». Κατά την έρευνα εντοπίστηκε αριθμός σακουλιών και βαλιτσών εντός των οποίων υπήρχαν πολυάριθμες συσκευασίες με διάφορες επιγραφές στις οποίες περιέχονταν διάφορες ναρκωτικές ουσίες, ως αναλυτικά περιγράφονται πιο κάτω. Τα εν λόγω αντικείμενα βρίσκονταν στο κάθισμα της θέσης του συνοδηγού, στο πάτωμα μπροστά από τη θέση του συνοδηγού, στο κάθισμα πίσω από τη θέση του συνοδηγού, στο πάτωμα πίσω από τη θέση του συνοδηγού, στο πάτωμα πίσω από το κάθισμα της θέσης του οδηγού, στο κάθισμα πίσω από τη θέση του οδηγού, στο χώρο αποσκευών και στη θήκη μεταξύ των θέσεων του οδηγού και του συνοδηγού. Πέραν των συσκευασιών, εντοπίστηκαν τρεις ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας, δύο σε μαύρη υφασμάτινη βαλίτσα στο κάθισμα πίσω από τη θέση του οδηγού και μια στη θήκη μεταξύ των θέσεων οδηγού και συνοδηγού.
Στις 22/8/2024 ο Κατηγορούμενος 1 μετέβη στα γραφεία της ΥΚΑΝ συνοδεία του δικηγόρου του, όπου συνελήφθη αναφέροντας «ότι [sic] έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.». Κατά την ίδια μέρα παραλήφθηκε το κινητό του τηλέφωνο μάρκας Samsung για περαιτέρω εξετάσεις αναφέροντας «εντάξει», ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του και του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση. Στις 28/8/2024 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, λήφθηκαν από τον ίδιο παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα. Κατά την ίδια μέρα του λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε την κατοχή όλων των ανευρεθέντων ναρκωτικών ουσιών λέγοντας ότι ενεργούσε κατόπιν εντολής τρίτου προσώπου και ότι με οδηγίες που λάμβανε προμήθευε διάφορα πρόσωπα με ναρκωτικές ουσίες έναντι ανάλογου χρηματικού αντιτίμου. Κατονόμασε τον Κατηγορούμενο 3 ως ένα από τα πρόσωπα που προμήθευσε με 80 γραμμάρια κάνναβης σε 10 διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι συνολικά 800 γραμμάρια.
Στις 29/8/2024, μέλη της ΥΚΑΝ με τον υπεύθυνο του κλιμακίου της ΥΚΑΝ Λεμεσού μετέβηκαν στην οικία του Κατηγορουμένου 3 προς αναζήτηση του. Μετά από γραπτή συγκατάθεση του πατέρα του Κατηγορούμενου 3, στις 9:20 ξεκίνησαν έρευνα στην πιο πάνω οικία για εντοπισμό τεκμηρίων που πιθανόν να σχετίζονταν με την υπόθεση. Στις 9:30 εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος 3 στο υπνοδωμάτιο του και συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα. Αφού του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «δεν ηξέρω τίποτε». Κατά την έρευνα, εντοπίστηκε στο υπνοδωμάτιο του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung σε σχέση με το οποίο ανέφερε «εν το τηλέφωνο μου τούτο.». Στη σοφίτα της εν λόγω οικίας εντοπίστηκε ένα πλαστικό διαφανές δοχείο με μπλε πώμα εντός του οποίου υπήρχαν ίχνη ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε «εν δικό μου έχω το που παλιά». Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, λήφθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα του. Την ίδια μέρα, αφού ο Κατηγορούμενος 3 ανακρίθηκε προφορικά σε σχέση με το πιο πάνω αναφερόμενο πλαστικό δοχείο, παραδέχθηκε ότι είχε βάλει κάνναβη μέσα όταν το αγόρασε από κάποιο κατάστημα πριν ένα χρόνο.
Την ίδια μέρα (29/8/2024), ο Κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την επιθυμία να υποδείξει πού βρισκόταν το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών και στο οποίο λάμβανε οδηγίες από το τρίτο πρόσωπο λέγοντας κατόπιν επίστησης της προσοχής του «να πάμε να το πιάσουμε». Στη συνέχεια, κατόπιν σχετικών συγκαταθέσεων του ίδιου και του πατέρα του, διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου 1 και ο τελευταίος παρέδωσε σε μέλος της ΥΚΑΝ ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung Galaxy A25, το οποίο βρισκόταν κάτω από το κάθισμα μοτοσικλέτας. Αφού ενημερώθηκε για την παραλαβή του και επιστήθηκε η προσοχή του ανέφερε ότι «εν τούτο που έκαμνα τις δουλειές που σας είπα».
Ακολούθως, τα παραληφθέντα κινητά τηλέφωνα παραδόθηκαν στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων για τις απαραίτητες εξετάσεις.
Από εξετάσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους διαπιστώθηκε ότι οι ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που εντοπίστηκαν στο Όχημα ήταν οι ακόλουθες:
i. Μπισκότα συνολικού βάρους 20 κιλών και 2,54 γραμμαρίων και ζελεδάκια συνολικού βάρους 9 κιλών και 285,77 γραμμαρίων, τα οποία περιέχουν την ουσία HHC (εξαϋδροκανναβινόλη)
ii. Κάνναβη συνολικού βάρους 10 κιλών και 454,08 γραμμαρίων
iii. Ρητίνη κάνναβης συνολικού βάρους 672,39 γραμμαρίων
iv. Κοκαΐνη συνολικού βάρους 150,26 γραμμαρίων
v. MDMA συνολικού βάρους 223,57 γραμμαρίων
vi. Αποξηραμένα μανιτάρια με ψιλοκυβίνη συνολικού βάρους 153,8 γραμμαρίων
vii. Ελαιώδες υγρό το οποίο περιέχει THC συνολικού βάρους 27 γραμμαρίων.
Η ανευρεθείσα ουσία HHC (εξαϋδροκανναβινόλη) που εμπεριέχεται τόσο στα μπισκότα όσο και στα ζελεδάκια δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Ως ανέφερε προφορικά η κα Τιμοθέου, το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ψιλοκυβίνη στα αποξηραμένα μανιτάρια.
Στις 12/11/2024 παραλήφθηκε η έκθεση του Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας Κύπρου σύμφωνα με την οποία το γενετικό υλικό των Κατηγορουμένων 1 και 5 εντοπίστηκε σε διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης, όπως και τρίτων προσώπων.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 5, το γενετικό υλικό του εντοπίστηκε σε δύο πλαστικά σακούλια που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 26,20 και 74,73 γραμμαρίων αντίστοιχα. Περαιτέρω, από την ανάλυση του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου 1 εντοπίστηκε συνομιλία μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου 5 σε σχέση με κάνναβη ποσότητας 27,60 γραμμαρίων. Η συνολική ποσότητα κάνναβης που αφορά τον Κατηγορούμενο 5 ανέρχεται σε 128,53 γραμμάρια. Κατά τη σύλληψη του στις 16/1/2025 ο Κατηγορούμενος 5 ανέφερε «εν ηξέρω τίποτε». Στη συνέχεια κατόπιν δικαστικού εντάλματος ερευνήθηκε η κατοικία του και παραλήφθηκε το κινητό του τηλέφωνο μάρκας iphone λέγοντας «εντάξει». Κατόπιν συγκατάθεσης του, ερευνήθηκε και το όχημα του χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Ανακρινόμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Λήφθηκαν τα δακτυλικά και παλαμικά του αποτυπώματα και κατόπιν συγκατάθεσης του τα παρειακά επιχρίσματα του. Σε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 5 στις 17/1/2025 αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
Οι Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες.
Ο Κατηγορούμενος 1 τελεί υπό κράτηση από τις 22/8/2024 και ο Κατηγορούμενος 3 από τις 29/8/2024. Ο Κατηγορούμενος 5 διετέλεσε υπό κράτηση από τις 16/1/2025 μέχρι τις 17/4/2025.
Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 5 έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημ. 8/12/2025. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στις σχετικές εκθέσεις και έγιναν αποδεκτά από τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 5, σημειώνονται τα εξής:
Ο Κατηγορούμενος 1 είναι σήμερα σχεδόν 23 ετών, άγαμος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, 2 ετών και 4 μηνών περίπου, και έχει τρία μεγαλύτερα αδέλφια. Πριν την σύλληψη του, εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως ποδοσφαιριστής. Η μητέρα του παρουσιάζει ιστορικό καρκίνου και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης όγκου. Σε ηλικία 18 ετών, διέκοψε τη φοίτηση του στην Α’ τάξη λυκείου, αφού είχε μείνει τρεις φορές στάσιμος λόγω απουσιών. Από την ηλικία των 6 ετών, ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο και έπαιξε επαγγελματικά σε διάφορες ομάδες της Λεμεσού ενώ παράλληλα, σε ηλικία 15 περίπου ετών, άρχισε να εργάζεται. Πριν τη σύλληψη του, ήταν μέλος της «Ανόρθωσις Μουταγιάκκας». Σύντομα μετά τη σύλληψή του, χώρισε με τη μητέρα του παιδιού του και, ως εκ τούτου, οι επαφές του με το γιό του είναι σήμερα περιορισμένες ενώ έχει υποβάλει αίτημα για δικαστική ρύθμιση του δικαιώματος του για επικοινωνία μαζί του. Η πρώην συμβία του δεν εργάζεται και διαμένει με τους γονείς και το παιδί της. Δεν υφίσταται διάταγμα διατροφής, πλην, όμως, οι γονείς του Κατηγορουμένου 1 συνεισφέρουν οικονομικά στην ανατροφή του παιδιού του. Ο Κατηγορούμενος 1 διατηρεί πλέον δεσμό με 24χρονη, η οποία εργάζεται και έχει ένα παιδί από προηγούμενη σχέση, ηλικίας 3,5 ετών. Ήταν χρήστης κάνναβης από την ηλικία των 16 ετών περίπου ενώ από τον Σεπτέμβριο 2024 παραμένει καθαρός από απαγορευμένες ουσίες. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισης του έχει ολοκληρώσει το πρόγραμμα των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας «Δανάη».
Ο Κατηγορούμενος 3 είναι σήμερα 24 ετών περίπου. Έχει δύο μεγαλύτερες αδελφές ενώ οι γονείς του χώρισαν το 2012. Διαμένει έκτοτε με τον πατέρα του ενώ δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα του. Ο πατέρας του παρουσιάζει προβλήματα υγείας και έχει υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας ενώ δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα του. Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο, εργάστηκε στον «Απόλλωνα Λεμεσού» και στη συνέχεια εργάστηκε για 2 χρόνια σε κατάστημα.
Ο Κατηγορούμενος 5 είναι σήμερα 21,5 ετών περίπου, άγαμος και άτεκνος. Οι γονείς του χώρισαν πρόσφατα και ο ίδιος με τον ανήλικο αδελφό του διαμένουν με τη μητέρα τους ενώ διατηρεί πολύ καλή επικοινωνία με τον πατέρα του. Φοίτησε μέχρι την Α’ τάξη λυκείου, πλην, όμως, έμεινε στάσιμος λόγω απουσιών. Στη συνέχεια εγγράφηκε στο Σύστημα Μαθητείας αλλά έμεινε ξανά στάσιμος με αποτέλεσμα να διακόψει τη φοίτηση του. Μετέπειτα έλαβε δίπλωμα από σχολή κομμωτικής. Δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά. Εργάστηκε για ένα χρόνο ως ψυκτικός και για ένα χρόνο ως κουρέας. Τα τελευταία δύο χρόνια είναι συνιδιοκτήτης περιπτέρου με την μητέρα του, στο οποίο εργάζεται, ενώ λαμβάνει μέρος σε αγώνες ράλλυ. Ήταν χρήστης κάνναβης από την ηλικία των 18 ετών και μετά την κράτηση του εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης ενηλίκων για περίπου ενάμιση μήνα.
Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 1 και αναφερόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης, ο κ. Νεοφύτου υπέδειξε ότι δύο περίπου μήνες πριν τη σύλληψη του έλαβε πρόταση από τρίτο πρόσωπο για να βρει ένα αυτοκίνητο με σκοπό να φυλάει μέσα ναρκωτικά, να ενεργεί ως αποθηκάριος και να τα προμηθεύει σε άλλο πρόσωπο κατόπιν οδηγιών του τρίτου προσώπου, έναντι αμοιβής περίπου 1,000 ευρώ κάθε 15 μέρες. Με αυτόν τον τρόπο, ο Κατηγορούμενος 1 θα εξασφάλιζε και την προσωπική του δόση κάνναβης, αφού ήταν καθημερινός χρήστης. Όντας σε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού αντιμετώπιζε διάφορα προσωπικά προβλήματα και ήταν πατέρας ενός βρέφους ηλικίας 10 μηνών με την μητέρα του οποίου χώρισε, αποδέχτηκε. Κατόπιν της πιο πάνω συμφωνίας, εξασφάλισε το Όχημα, το στάθμευσε σε συγκεκριμένη τοποθεσία και εντός αυτού τοποθέτησε σε δύο περιπτώσεις τα ναρκωτικά, κατόπιν οδηγιών του τρίτου προσώπου. Στο πλαίσιο αυτό, κατ’ εντολή του τρίτου προσώπου προμήθευε άλλο πρόσωπο, το οποίο τις περισσότερες φορές πλήρωνε στον Κατηγορούμενου 1 την αξία των ναρκωτικών, ο οποίος με τη σειρά του έδινε τα χρήματα στο τρίτο πρόσωπο. Πέραν της αμοιβής που λάμβανε, ως άνω, ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε άμεσο όφελος από την πώληση των ναρκωτικών. Πρόσβαση στο όχημα είχε και ο εντολέας του, αφού έτυχε σε αρκετές περιπτώσεις να του ζητήσει το κλειδί και να πάει εκεί μόνος του ενώ ο Κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε την ακριβή ποσότητα που βρισκόταν αποθηκευμένη εντός του Οχήματος. Η γνώση του περιοριζόταν στο είδος των ναρκωτικών και στην ποσότητα με την οποία κατόπιν οδηγιών προμήθευε το άλλο πρόσωπο.
Ο κ. Νεοφύτου προέβαλε ως μετριαστικούς παράγοντες καταρχάς τον μειωμένο ρόλο του Κατηγορούμενου 1, θεωρώντας ότι εμπίπτει στις περιπτώσεις που αποδίδεται «lesser role» σύμφωνα με τα Sentencing Guidelines που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Νεοφύτου τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε συγκεκριμένο και περιορισμένο ρόλο στη διακίνηση των ναρκωτικών και ενεργούσε πάντοτε κατόπιν οδηγιών τρίτου προσώπου, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει εάν εκείνο το πρόσωπο λάμβανε με τη σειρά του οδηγίες από κάποιον τέταρτο.
Περαιτέρω, ο κ. Νεοφύτου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών και δεν είχε κάποιο άμεσο όφελος από την πώληση τους αφού η αμοιβή του ήταν σταθερή, ήτοι 1,000 ευρώ ανά 15 μέρες, πλέον η καθημερινή του δόση κάνναβης, και δεν επηρεαζόταν από την ποσότητα ναρκωτικών που πωλούνταν. Σημειώνεται προς τούτο ότι μέχρι τη σύλληψη του έλαβε το ποσό των 4,000 ευρώ.
Σε σχέση με το είδος των ναρκωτικών, αν και ο κ. Νεοφύτου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των κατηγοριών ενόψει και των διαφόρων ειδών ναρκωτικών που εντοπίστηκαν, αναφερόμενος στα μπισκότα και στα ζελεδάκια, υπέδειξε πως παραμένει άγνωστη η ποσότητα της παράνομης ουσίας σε αυτά. Ωσαύτως, υποβλήθηκε εισήγηση όπως ληφθεί υπόψη ότι η δραστικότητα της απαγορευμένης ουσίας (HHC) θεωρηθεί χαμηλή, θέση που η κα Τιμοθέου, ως ανέφερε, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει.
Ο συνήγορος αναφέρθηκε, επίσης, στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου 1 τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και στην συνεργασία του με την Αστυνομία αφού, ως υποστήριξε, όταν ο Κατηγορούμενος 1 έμαθε ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, παραδόθηκε οικειοθελώς, προέβη σε θεληματική κατάθεση και υπόδειξη σκηνών και χάρη στη συνεργασία του άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης. Τονίζεται ιδιαίτερα η συμβολή του σε σχέση με τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 3 και τα όσα αφορούν στην προμήθεια του με κάνναβη. Περαιτέρω, ο κ. Νεοφύτου αναφέρθηκε στην συναισθηματική φόρτιση του Κατηγορούμενου 1 η οποία τον οδήγησε στη διάπραξη των αδικημάτων και, ως αναφέρθηκε, συναρτάται με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, τον εθισμό του και το νεαρό της ηλικίας του, στοιχεία που επίσης αναδείχθηκαν ως μετριαστικοί παράγοντες σε συνάρτηση με την ένταξη του Κατηγορούμενου 1 στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Δανάη». Τέλος, ο κ. Νεοφύτου αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 1, τις προσωπικές του περιστάσεις και τον καλό του χαρακτήρα προσκομίζοντας προς τούτο σχετικά έγγραφα.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, ο κ. Καλλής τόνισε πως η συνολική ποσότητα των 800 γραμμαρίων κάνναβης περιήλθε στην κατοχή του Κατηγορούμενου 3 σταδιακά, λαμβάνοντας 80 γραμμάρια σε 10 περιπτώσεις εντός της περιόδου Ιουνίου 2024 με 21/8/2024. Πρόσθεσε πως ο Κατηγορούμενος 3 θα έπρεπε να αντιμετωπίζει 20 ξεχωριστές κατηγορίες, δηλαδή 10 κατηγορίες για κατοχή 80 γραμμαρίων κάνναβης η κάθε μία και 10 κατηγορίες για κατοχή με σκοπό την προμήθεια της ίδιας ποσότητας, και πως σε τέτοια περίπτωση η ποινή που θα επιβαλλόταν σε κάθε κατηγορία δεν θα υπερέβαινε τους 6 μήνες φυλάκισης και δεν θα εκδιδόταν διαταγή για διαδοχική εκτέλεση τους ενόψει του ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αναφορά γίνεται, επίσης, στην παραδοχή του Κατηγορουμένου 3 ως δεικνύουσα την έμπρακτη μεταμέλεια του, η οποία αναφέρεται ότι ήταν άμεση και αυθόρμητη, στο νεαρό της ηλικίας του, στο λευκό ποινικό του μητρώο, στο είδος των ναρκωτικών, στην απουσία οποιουδήποτε επιβαρυντικού παράγοντα, στο σύντομο χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 3 και στις προσωπικές του περιστάσεις. Τέλος, ο κ. Καλλής εισηγήθηκε πως υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η κράτηση του Κατηγορούμενου 3 από τις 29/8/2024 μέχρι σήμερα αποτελεί επαρκή τιμωρία.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 5, ο κ. Τσολακίδης προέβαλε ως μετριαστικούς παράγοντες την άμεση παραδοχή του υποστηρίζοντας ότι καταδεικνύει την έμπρακτη και ειλικρινή μεταμέλεια του, το λευκό ποινικό μητρώο του, τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες κατά τον συνήγορο έχουν μεταβληθεί άρδην από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, και τις επιπτώσεις της ποινής στην οικογένεια του. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι ο Κατηγορούμενος 5 έχει απεξαρτητοποιηθεί πλήρως από τις ναρκωτικές ουσίες και έχει αποστασιοποιηθεί από τους παλιούς του «φίλους», εργάζεται σε περίπτερο που διατηρεί με τη μητέρα του και πολύ πρόσφατα οι γονείς του χώρισαν με αποτέλεσμα να καταστεί προστάτης της μητέρας και του ανήλικου αδελφού του. Περαιτέρω, ο κ. Τσολακίδης αναφέρθηκε στην οικειοθελή ένταξη και ολοκλήρωση προγράμματος απεξάρτησης από μέρους του Κατηγορούμενου 5, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τον ρόλο του. Υποστηρίζεται ότι κατ’ εκείνο το χρόνο ο Κατηγορούμενος 5 ήταν εθισμένος στις ναρκωτικές ουσίες, συχνά συνομιλούσε με χρήστες φίλους του με σκοπό να εξασφαλίσει τη δόση του και ότι είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται η συνομιλία του με τον Κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τα 27,60 γραμμάρια κάνναβης. Σε σχέση με την υπόλοιπη ποσότητα κάνναβης την οποία παραδέχθηκε, υποστηρίζεται ότι απέκτησε κατοχή των δύο πλαστικών σακουλιών που την περιείχαν στο πλαίσιο της από κοινού αγοράς της με άλλους φίλους του, οι οποίοι έβαζαν από κοινού χρήματα, αγόραζαν μεγαλύτερη ποσότητα κάνναβης για να εξασφαλίσουν καλύτερη τιμή και ακολούθως την μοιράζονταν μεταξύ τους χωρίς οποιοδήποτε χρηματικό όφελος. Εισηγείται ο συνήγορος ότι ο Κατηγορούμενος 5 εμπίπτει στην κατηγορία προσώπων σε σχέση με τα οποία σκοπός της κατοχής των ναρκωτικών ήταν η προμήθεια της σε φίλους, επίσης χρήστες, χωρίς κανένα χρηματικό αντάλλαγμα με τρόπο ώστε να δικαιούται ευνοϊκότερης μεταχείρισης. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στην συνεργασία του Κατηγορούμενου 5 με την Αστυνομία ως προκύπτει από την συγκατάθεση του για την λήψη των παρειακών και δακτυλικών αποτυπωμάτων του, τον χρόνο των 17 μηνών που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων και το νεαρό της ηλικίας του. Τέλος, ο κ. Τσολακίδης εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του α. 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (95/1972) ώστε η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 5 να ανασταλεί με την ταυτόχρονη έκδοση διατάγματος επιτήρησης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 είναι εξαιρετικά σοβαρά. Έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727). Ως έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110.
Εν προκειμένω, ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (29/1977) προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης για την προμήθεια και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλους, ενώ για την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου προβλέπει για ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α’ ποινή φυλάκισης 12 ετών και για τάξεως Β’ ποινή φυλάκισης 8 ετών.
Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, η επιλογή του Νομοθέτη για ποινή δια βίου φυλάκισης στην περίπτωση κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθιστά αυταπόδεικτη τη σοβαρότητα του αδικήματος. Ως λέχθηκε, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για τα συγκεκριμένα αδικήματα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και την με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών.
Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο είχαν την ευκαιρία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, να τονίσουν την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στο πλαίσιο των προσπαθειών για την πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, η οποία πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί στην εξαθλίωση και το θάνατο, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη του είδους, της ποσότητας και του σκοπού για τον οποίο τα ναρκωτικά κατέχονται (βλ. Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59).
Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική».
Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».
(Βλ. επίσης Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287).
Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα (βλ. επίσης Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 808).
Τέτοια αναγκαιότητα υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά επιτακτική την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους: την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και, δεύτερον, την αποτροπή ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).
Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:
«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια…, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει, θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»
Αναφορά στην εν λόγω υπόθεση γίνεται και στην υπόθεση Παττίχης ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B221,στην οποία υποδεικνύονται τα εξής:
«Τα εγκλήματα αυτής της φύσεως βρίσκονται σε ασυγκράτητη έξαρση. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται, η αυξητική τάση δεν έγινε κατορθωτό να αποτραπεί επειδή, όπως διαπιστώθηκε στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 124, «αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών». Η θλιβερή αυτή διαπίστωση δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εγκαταλείψουν το καθήκον τους για επιβολή των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που αρμόζουν. Το αντίθετο είναι που επιβάλλεται.»
Μελέτη της νομολογίας ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της μορφής καταδεικνύει την τιμωρία των παραβατών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, με πολυετείς ποινές φυλάκισης. Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200 και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019).
Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, ηλικίας 20 ετών κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, κατόπιν παραδοχής του για παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια και προμήθεια 4 κιλών και 963,8 γραμμαρίων κάνναβης.
Στην Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 74/2021, ημ. 31/10/2023, ο εφεσείων καταδικάστηκε μετά από ακρόαση για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαΐνης, 10 κιλών και 938,1 και γραμμαρίων κάνναβης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών στην τρίτη. Λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και η κατάσταση της υγείας του, καθώς επίσης και η απεξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες, η οποία όμως, ως λέχθηκε, δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, ένεκα των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάστηκε, μέρος των οποίων αφορούσαν σκληρά ναρκωτικά Τάξης Α’. Κρίθηκε κατ’ έφεση ότι η ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική αλλά καθόλα αρμόζουσα εφόσον επρόκειτο για υπόθεση εμπορίας μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών στην οποία ο εφεσείων διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο.
Στην Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221, επικυρώθηκε 12ετής ποινή φυλάκισης επιβληθείσα κατόπιν ακρόασης, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11 κιλών και 538,61 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης βάσει οργανωμένου σχεδίου. Ο εφεσείων ήταν άτομο νεαρής ηλικίας (22 ετών), λευκού ποινικού μητρώου το οποίο είχε τελέσει αρραβώνα. Η ποινή κρίθηκε ως απόλυτα ισορροπημένη.
Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 165/2015, ημερ. 22.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:B37, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 15 κιλών και 923 γραμμαρίων (3η κατηγορία) και κατοχή του φαρμάκου αυτού με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία). Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 13 ετών στην τέταρτη κατηγορία. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, άγνωστα πρόσωπα είχαν καταρτίσει σχέδιο εισαγωγής των ναρκωτικών συσκευασμένων σε δύο χαρτοκιβώτια από την Ολλανδία στην Κύπρο, μέσω Γερμανίας και ο εφεσείων είχε στρατολογηθεί για να τα παραλάβει στην Κύπρο μέσω εταιρείας μεταφορών. Έγινε δεκτό ότι ο ρόλος του εφεσείοντα ήταν αυτός του μεταφορέα και δεν ήταν ο ιθύνων νους, τον οποίον, όμως, παρά τη συνεργασία του με τις Αρχές, δεν αποκάλυψε. Λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και τις προσωπικές του περιστάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε ήταν, υπό τις περιστάσεις, αυστηρή, πλην όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική. Παρατηρήθηκε συναφώς ότι η μείωση της ποινής στην οποία δικαιούτο ο εφεσείων λόγω της παραδοχής του, πρωτοδίκως, δεν έχει πλήρη εφαρμογή, υπό τις περιστάσεις, εφόσον ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτησε την ενοχή του και κάλεσε το Εφετείο να τον αθωώσει, παρά τα περιστατικά της υπόθεσης. Υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θεωρήθηκε ότι η ποινή που του επιβλήθηκε δεν θα έπρεπε να μειωθεί ως έκδηλα υπερβολική.
Στην Μαυρουδής ν. Δημοκρατίας, Ποιν Έφ. 112/2021, ημερ. 19.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B485 ο εφεσείων, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’, ήτοι 24 κιλών και 939 γραμμαρίων κάνναβης, και της παράνομης κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο παιδιών, ηλικίας 9 και 7 ετών.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωκράτους, Ποιν. Έφ. 67/2021, ημερ. 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α’ και Β’, δηλαδή 476,34 γραμμάρια κοκαΐνης και 10 κιλά και 159.7 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και παράνομη κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 7 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 10 κιλών και 159,7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα άτομα. Ο εφεσίβλητος δεν αντιμετωπίστηκε ως έμπορος αλλά ως μεταφορέας - διακινητής ναρκωτικών ουσιών, όντας ο ίδιος χρήστης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εφεσίβλητος, 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, ενήργησε εν γνώσει του, με σχέδιο και οργάνωση, αφού είχε ενοικιάσει διαμέρισμα στο οποίο επιμελώς αποθήκευε και απέκρυπτε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών με προορισμό την διάθεση τους σε τρίτους, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 10 έτη.
Στην Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 184/20, ημερομηνίας 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D80, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών για παράνομη κατοχή 5 κιλών και 950,3 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Η υπόθεση αφορούσε και άλλα αδικήματα, με τον κατηγορούμενο να είναι ηλικίας 34 ετών, συστηματικός χρήστης ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ από την ηλικία των 15 ετών, με πολλαπλές αναποτελεσματικές προσπάθειες για απεξάρτηση και με βεβαρημένο ποινικό μητρώο.
Στην υπόθεση Παύλου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016 ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 11 κιλών και 454,9473 γραμμαρίων κάνναβης, σε κατηγορούμενο ηλικίας 23 ετών, λευκού ποινικού μητρώου μετά από άμεση παραδοχή. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί κατά την παραλαβή των ναρκωτικών, αφού τράπηκε σε φυγή και ανακόπηκε. Είχε συμφωνήσει με τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν κατονόμασε, να μεταφέρει τα ναρκωτικά σε χώρο που θα υποδεικνυόταν. Σε σχέση με τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.
Στην υπόθεση Κυριάκου v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 96, όπου ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Επρόκειτο για 189,20 γρ. κοκαΐνης και 4 κιλά και 96,1575 γραμμάρια κάνναβης. Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 8 και 12 ετών αντίστοιχα οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην Παπανικόλα (πιο πάνω), ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος κατ' έφεσιν στα αδικήματα της κατοχής 96,41 γραμμαρίων κάνναβης και της κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα χωρίς άδεια. Ως σημειώνεται από το Εφετείο, άλλο πρόσωπο, ήτοι ο κατηγορούμενος 2, είχε παραδεχθεί πριν την ακρόαση τόσο τις δύο πιο πάνω κατηγορίες όσο και μια για νομιμοποίηση παράνομων εσόδων (κατηγορία 3) και τού είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης εννέα μηνών στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως επιεικής, και επτά μηνών στη νομιμοποίηση, ενώ δεν επεβλήθη ποινή στην απλή κατοχή. Ως υποβοηθητικές στην ανάδειξη του ακολουθούμενου μέτρου, το Εφετείο αναφέρθηκε σε δύο αποφάσεις. Αφενός την υπόθεση Βασιλείου κ.ά v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 583, στην οποία αν και χαρακτηρίστηκε ως επιεικής, επικυρώθηκε 12μηνη φυλάκιση για κατοχή 82,35γρ. κάνναβης σε πρόσωπο λευκού μητρώου το οποίο είχε παραδεχθεί αργοπορημένα μετά από μερική ακρόαση, ευρίσκετο σε διάσταση, χωρίς παιδιά και για το οποίο λαμβάνονταν υπ' όψιν ακόμα δύο υποθέσεις για μικροποσότητες για προσωπική χρήση (0.03γρ. και 0.13γρ.). Αφετέρου, στην υπόθεση Ναζίπ v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 808 στην οποίαν κατ' έφεσιν κρίθηκε αρμόζουσα η 18μηνη φυλάκιση σε 25χρονο ο οποίος παραδέχθηκε ότι κατείχε 42,17γρ. φυτού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, ότι είχε ήδη προμηθεύσει τρία γραμμάρια σε άλλον, προβαίνοντας και ο ίδιος σε χρήση, ενώ λαμβανόταν υπ' όψιν και άλλη υπόθεση για κατοχή που έλαβε χώραν επτά μήνες μετά, ποσότητα 19,77γρ. φυτού κάνναβης, επίσης με σκοπό προμήθειας. Ήταν 25 ετών, λευκού μητρώου, άγαμος, είχε απεξαρτηθεί μέχρι την έφεση και υπήρχε διετής καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Το Εφετείο επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 μηνών στην κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια με ειδική αναφορά στο ότι η επίδικη ποσότητα των 96,41γρ. ήταν επιμελώς διαμοιρασμένη σε 27 επιμέρους συσκευασίες, οι οποίες (εκτός μιας) είχαν ήδη ετοιμαστεί και ευρίσκοντο σε πλαστική τσάντα, ενώ δίπλα υπήρχε ηλεκτρονική ζυγαριά και 75 χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών. Σημειώθηκε, περαιτέρω, ότι δεν συνέτρεχε στην περίπτωση του εφεσίβλητου κάποιο από τα αναφερόμενα στον Ν. 29/77 περιστατικά τα οποία θα καθιστούσαν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά (α. 30(4)(α)(i) έως (vi)) και λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του όπως και οι προσωπικές του περιστάσεις, μεταξύ άλλων ότι ήταν 36 ετών, άγαμος, διέμενε με τη συμβία του με την οποία επρόκειτο να τελέσει γάμο, εργαζόταν σε συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων και είχε μια κόρη ηλικίας 8 ετών, η οποία διέμενε με την μητέρα της.
Πολύ πρόσφατα, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ποϊρατζίδη, Ποιν. Εφ. Αρ. 60/2023, ημ. 28/1/2026, η οποία αφορούσε κατοχή και κατοχή μεσκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 994,1 γραμμαρίων κάνναβης, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 27 μηνών, η οποία αναστάληκε. Κατ’ εφεση, αν και ως σημειώθηκε παρήλθαν 4 χρόνια από την τέλεση των αδικημάτων, στοιχείο που λήφθηκε υπόψη, επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης για περίοδο 3,5 ετών.
Ενδεικτική της τάσης για επιβολή άμεσων αποτρεπτικών ποινών είναι και η Γενικός Εισαγγελάς της Δημοκρατίας ν. Sutton, Ποιν. Εφ. Αρ. 199/24, ημ. 8/12/2025. Κατόπιν ακρόασης ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 52,73 γραμμαρίων. Η πρωτόδικως επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών με αναστολή αυξήθηκε κατ’ έφεσιν στα 3 έτη ενώ παρέμεινε υπό αναστολή ενόψει, μεταξύ άλλων, των ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα.
Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τιμωρείται στις περιπτώσεις όπου, όπως η περίπτωση του Κατηγορουμένου 1, όφειλε να γνωρίζει και όχι ότι γνώριζε πως η περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι 50,000 ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «…όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα ………, και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016).
Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά και την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, συχνά σε συνδυασμό με αδικήματα σχετιζόμενα με κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μας. Θα ήταν, επομένως, αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στη πάταξη αυτής της φύσης των αδικημάτων με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200. Η συχνότητα διάπραξης του αδικήματος καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο κατά την επιβολή ποινής.
Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5, θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Ως εναργώς προκύπτει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μας, η παρούσα περίπτωση αφορά ένα οργανωμένο σύστημα εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών, μέσω του οποίου όχι μόνο διακινούνταν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών αλλά και μεγάλη ποικιλία ναρκωτικών ουσιών.
Ως προς τον ρόλο του Κατηγορούμενου 1 στο σύστημα αυτό, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Νεοφύτου ότι ήταν μειωμένος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους, ο ρόλος του ούτε επουσιώδης ήταν, ούτε μειωμένος. Αν και γίνεται δεκτό από την Κατηγορούσα Αρχή ότι οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή του δεν ήταν δικής του ιδιοκτησίας και ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών τρίτου προσώπου, εντούτοις, ως επεξηγούμε, ο ρόλος του ήταν ουσιώδης και εξαιρετικά σημαντικός στο όλο σύστημα διακίνησης των ναρκωτικών. Πρώτα και κύρια, ανέλαβε την εξεύρεση του Οχήματος, στο οποίο φυλάγονταν τα ναρκωτικά και, ως προκύπτει από τα γεγονότα, είναι ο ίδιος που το εξασφάλισε συμφωνώντας με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη για την απόκτηση του. Ακολούθως, ως αναφέρει ο συνήγορος του, στάθμευσε το Όχημα σε συγκεκριμένη τοποθεσία. Το γεγονός ότι το Όχημα ανευρέθηκε σε ανοικτό χώρο, κλειδωμένο και σκονισμένο ενέχει τη δική του ιδιαίτερη σημασία εφόσον καταδεικνύει ότι, προφανώς, επιλέγηκε αυτός ο τρόπος και τόπος φύλαξης των ναρκωτικών για να μην δημιουργούνται υποψίες. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει τη σκέψη και την οργάνωση πίσω από το σύστημα διακίνησης ναρκωτικών που ο Κατηγορούμενος 1 διαχειριζόταν. Κατά δεύτερον, είναι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 που μετέφερε εκεί τα ναρκωτικά και μάλιστα σε δύο περιπτώσεις. Τρίτον, κρατούσε το κλειδί του Οχήματος και όποτε επιθυμούσε ο εντολέας του να πάρει ναρκωτικά, του το έδινε ο Κατηγορούμενος 1. Το γεγονός ότι το μόνο άλλο πρόσωπο που είχε πρόσβαση στα ναρκωτικά ήταν ο εντολέας του, αυτός δηλαδή που του ανέθεσε την εξεύρεση του Οχήματος και του έδινε οδηγίες σε σχέση με τις προμήθειες που διενεργούσε, δεν μπορεί παρά να καταδεικνύει τον σημαντικό ρόλο του Κατηγορούμενου 1. Το βαρυσήμαντο του ρόλου του ουδόλως αλλοιώνεται από το ότι, ως ο κ. Νεοφύτου αναφέρει, «δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει επ’ ακριβώς τι ποσότητα ναρκωτικών έλαβε το τρίτο πρόσωπο [ήτοι ο εντολέας του] από το συγκεκριμένο όχημα, σε μια από τις περιπτώσεις που το επισκέφθηκε», ούτε από το ότι, ως στη συνέχεια αναφέρει, «δεν γνώριζε την ακριβή ποσότητα των ναρκωτικών που βρισκόταν αποθηκευμένη εντός του οχήματος». Το σημαντικό είναι αυτό που και πάλι ο κ. Νεοφύτου αναφέρει, ότι γνώριζε το είδος των ναρκωτικών και την ποσότητα που προμήθευε σε άλλο πρόσωπο. Ενεργούσε μεν κατόπιν οδηγιών του εντολέα του, πλην, όμως, όχι μόνο είχε στην κατοχή του τα ναρκωτικά που περιγράφονται πιο πάνω αλλά συμμετείχε ουσιαστικά και στην διοχέτευση τους στην αγορά. Προς τούτο, ιδιαίτερα σημαντικό προβάλλει το ότι οι ανευρεθείσες ποσότητες ναρκωτικών βρέθηκαν συσκευασμένες σε πλειάδα συσκευασιών και, επιπλέον, εντός του Οχήματος εντοπίστηκαν τρεις ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του κινητό τηλέφωνο, διαφορετικό από αυτό που χρησιμοποιούσε για τις συνήθεις επικοινωνίες του, μέσω του οποίου διευθετούσε τη διακίνηση των ναρκωτικών, και το οποίο φύλασσε σε ιδιαίτερο χώρο, προφανώς για να καθίσταται δύσκολη η ανεύρεση του, ως προκύπτει από το γεγονός ότι εντοπίστηκε κάτω από το κάθισμα μοτοσικλέτας. Το τρίτο πρόσωπο στο οποίο κατόπιν οδηγιών προμήθευε ναρκωτικά, πλήρωνε την αξία τους στον Κατηγορούμενο 1 και αυτός παρέδιδε με τη σειρά του τα εισπραχθέντα στον εντολέα του. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος 1 ενεργούσε και ως εισπράκτορας της όλης επιχείρησης.
Οι πράξεις, όμως, του Κατηγορούμενου 1 δεν περιορίστηκαν στην φύλαξη του Οχήματος, την αποθήκευση των ναρκωτικών και την είσπραξη χρημάτων στο πλαίσιο αυτό. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 1 είχε ενεργή εμπλοκή στην προμήθεια των ναρκωτικών. Ως προκύπτει από την παραδοχή του στις κατηγορίες υπ’ αρ. 24 έως και 33 προμήθευσε κατ’ επανάληψη, σε 10 περιπτώσεις, τον Κατηγορούμενο 3 με 80 γραμμάρια κάνναβης κάθε φορά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα γεγονότα που προκύπτουν από την ανακριτική του κατάθεση, ημ. 28/8/224 (βλ. Έγγραφο Α’), ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι «με οδηγίες που ελάμβανε προμήθευε διάφορα πρόσωπα με ναρκωτικές ουσίες με ανάλογο χρηματικό αντίτιμο, κατονομάζοντας επίσης τον κατηγορούμενο 3 ως ένα από τα πρόσωπα που προμήθευσε με κάνναβη σε δέκα διαφορετικές περιπτώσεις, 80 γραμμαρίων κάθε φορά, ήτοι συνολικού βάρους 800 γραμμαρίων.» Επομένως, η θέση του κ. Νεοφύτου στη γραπτή του αγόρευση περί προμήθειας μόνο ενός άλλου προσώπου, το οποίο δεν κατονομάζεται, δεν συμβαδίζει με τα πιο πάνω. Συναφώς, οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 δεν περιορίζονταν σε κάνναβη, αλλά αφορούσαν, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες από τα 800 γραμμάρια κάνναβης που συνολικά προμήθευσε τον Κατηγορούμενο 3 και σε ποικιλία διαφορετικών ειδών. Πέραν τούτου, από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος 1 είχε και με τον Κατηγορούμενο 5 συνομιλία σε σχέση με την ποσότητα των 27,60 γραμμαρίων κάνναβης που ο Κατηγορούμενος 5 παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή του. Ακόμα και να ίσχυε η θέση του κ. Νεοφύτου περί προμήθειας μόνο ενός προσώπου, ουδόλως αναιρείται ή υποβαθμίζεται η εγκληματικότητα των όσων ο Κατηγορούμενος 1 έπραξε.
Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ως ο κ. Νεοφύτου ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 1 συμφώνησε να τα πράττει έναντι ουδόλως ευκαταφρόνητου οφέλους. Συγκεκριμένα, συμφώνησε ότι θα λάμβανε 1,000 ευρώ ανά 15 μέρες καθώς και ποσότητα κάνναβης καθημερινώς για δική του χρήση. Μέχρι τη σύλληψη του, έλαβε το ποσό των 4,000 ευρώ, όφελος ουδόλως ασήμαντο για περίοδο 3 σχεδόν μηνών. Δεν παραγνωρίζουμε τη θέση του κ. Νεοφύτου ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε επιπλέον άμεσο όφελος από την πώληση των ναρκωτικών, αφού η αμοιβή του ήταν σταθερή, πλην, όμως, το στοιχείο αυτό ουδόλως μεταβάλλει τον υπεύθυνο και ενεργό ρόλο του ως διαγράφεται πιο πάνω.
Πέραν των πιο πάνω, στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 εντοπίστηκε το ποσό των €1,890, το οποίο, αν και δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, όφειλε να γνωρίζει, ως η κατηγορία που αντιμετωπίζει, ότι αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Λαμβάνουμε, συνεπώς, υπόψη το ύψος του εν λόγω ποσού σε σχέση με την κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων.
Από το σύνολο των όσων τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ουσιαστικά ο υπεύθυνος για την μεταφορά των ναρκωτικών στον τόπο φύλαξης τους, τη φύλαξη τους, τη διάθεση τους καθώς και για την είσπραξη και την παράδοση των εσόδων στον εντολέα του. Όλα τα πιο πάνω κατατείνουν στο ότι είχε σημαντικό ρόλο σε ένα οργανωμένο σύστημα φύλαξης και διακίνησης πολλών και διαφορετικών ειδών ναρκωτικών. Έκδηλα είναι που προκύπτει ότι ο ρόλος του δεν περιορίζεται στο ρόλο του «αποθηκάριου», ως ο κ. Νεοφύτου εισηγήθηκε, αφού καταδεικνύεται σαφώς πιο ενεργός ρόλος από την απλή φύλαξη των ναρκωτικών.
Υπό το φως των ως άνω, η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 πως η εμπλοκή του υπαγορεύθηκε από την ούτω καλούμενη «συναισθηματική φόρτιση» του, τα προσωπικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε καθώς και τον εθισμό του στην κάνναβη δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημειώνεται, καταρχάς, ότι οι θέσεις του κ. Νεοφύτου περί δυσκολιών και προσωπικών και οικονομικών προβλημάτων του Κατηγορούμενου 1 τέθηκαν με τόση γενικότητα και αοριστία ώστε να μην μπορούν να αποτιμηθούν στην ορθή τους διάσταση. Ανεξαρτήτως αυτού, τα όποια προβλήματα και αδυναμίες του Κατηγορούμενου 1 δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκή, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογία για την έκνομη συμπεριφορά του, αν και σε γενικότερο πλαίσιο συνυπολογίζονται ως μέρος των προσωπικών του περιστάσεων. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400 «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.». Κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα (βλ. Kiev ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 218/2016, ημερ. 18.1.2018, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 154 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).
Καθοριστικό στοιχείο στο πλαίσιο για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 1 στην παρούσα υπόθεση αποτελεί η ποσότητα των διαφόρων ναρκωτικών ουσιών, ποικίλων ειδών, τα οποία ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του με σκοπό να διοχετευτούν στην αγορά. Επαναλαμβάνεται ότι είχε στην κατοχή του ναρκωτικά τάξεως Α’, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 150,26 γραμμαρίων, δισκία με συμπαγή και κρυσταλλική ουσία που περιείχαν MDMA συνολικού βάρους 223,57 γραμμαρίων και ελαιώδες υγρό το οποίο περιέχει τετραϋδροκανναβινόλη (THC) συνολικού βάρους 27 γραμμαρίων, καθώς και ναρκωτικά τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 10 κιλών και 454,08 γραμμαρίων και ρητίνη κάνναβης συνολικού βάρους 672,39 γραμμαρίων.
Οι ναρκωτικές ουσίες τάξεως Α’, ιδιαίτερα η κοκαΐνη, κατατάσσονται στα «σκληρά ναρκωτικά», στοιχείο που δεν ισχύει σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες τάξεως Β’, το οποίο λαμβάνουμε υπόψη τόσο σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 όσο και με τους Κατηγορούμενους 3 και 5 αναφορικά με τις ποσότητες ναρκωτικών τάξεως Β’ που σε έκαστο αφορούν (βλ. Chokami ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 189).
Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του για τον ίδιο σκοπό αποξηραμένα μανιτάρια βάρους 153,8 γραμμαρίων, τα οποία εμπεριείχαν άγνωστη ποσότητα ψιλοκυβίνης (τάξεως Α’), καθώς και μπισκότα βάρους 20 κιλών και 2,54 γραμμαρίων και ζελεδάκια βάρους 9 κιλών και 285,77 γραμμαρίων, τα οποία περιείχαν άγνωστη ποσότητα εξαϋδροκανναβινόλης (HHC) (τάξεως Β’).
Σε σχέση με τα σκευάσματα αυτά και τις συναφείς θέσεις του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1, παραπέμπουμε στην υπόθεση Shail v. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 657 στην οποία κρίθηκε ότι το ελεγχόμενο φάρμακο για τους σκοπούς του Ν. 29/77 συνίστατο σε ολόκληρη την ποσότητα του σκευάσματος, το οποίο περιείχε την παράνομη ουσία. Τούτο διότι τόσο το Μέρος Ι όσο και το Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Ν. 29/77 καθορίζουν ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Α’ και τάξης Β’ αντίστοιχα κάθε σκεύασμα ή άλλο προϊόν που περιέχει παράνομη ουσία ή προϊόν. Αναγνωρίστηκε, συναφώς, ότι οποιαδήποτε από τις παράνομες ουσίες είναι δυνατό να εμπεριέχεται σε σκεύασμα ή παρασκεύασμα κατά τρόπο που να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός της. Ως τέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και έγινε δεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο με επιδοκιμασία, «[ο]υσιαστικά η περίπτωση σκευάσματος διακρίνεται εκ των πραγμάτων από την ίδια την ουσία και η απαξία έγκειται στο ότι ολόκληρο το σκεύασμα είναι μολυσμένο με απαγορευμένη ουσία, χωρίς να αναζητείται η ακριβής ποσότητα της εν λόγω ουσίας. Αυτό που ενδιαφέρει βασικά είναι οι δραστικές συνέπειες του ίδιου του σκευάσματος.». Προκύπτει, συναφώς, ότι αυτό που ενδιαφέρει είναι η συνολική ποσότητα του σκευάσματος και η δραστικότητα του.
Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του με σκοπό την προμήθεια μια τεράστια ποσότητα τέτοιων σκευασμάτων, ήτοι μπισκότα συνολικού βάρους 20 κιλών και 2,54 γραμμαρίων καθώς και ζελεδάκια συνολικού βάρους 9 κιλών και 285,77 γραμμαρίων, τα οποία περιείχαν την ουσία εξαϋδροκανναβινόλη (HHC) (τάξεως Β’), όπως, επίσης, και 153,8 γραμμάρια μανιτάρια, τα οποία εμπεριείχαν ψυλοκυβίνη (τάξεως Α’). Από μέρους της Κατηγορούσας αρχής δεν αμφισβητήθηκε ότι η δραστικότητα της εξαϋδροκανναβινόλης (HHC) ήταν χαμηλή ενώ σε σχέση με την ψυλοκιβίνη δεν τέθηκε οτιδήποτε, πέραν της κατάταξης της ως τάξεως Α’, στοιχεία τα οποία συνυπολογίζουμε στο πλαίσιο αυτό σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που παραθέτουμε πιο πάνω (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).
Όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 3 και 5, όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω, ο ρόλος τους είναι καταφανώς διαφορετικός και λιγότερο σοβαρός από αυτόν του Κατηγορούμενου 1. Πρόκειται στην ουσία για πρόσωπα που ενεργούσαν ως προμηθευτές ναρκωτικών σε χρήστες. Τούτο δεν σημαίνει, όμως, ότι ο ρόλος τους ήταν επουσιώδης. Ως αμφότεροι παραδέχτηκαν, σκοπός της κατοχής των πιο πάνω ποσοτήτων κάνναβης ήταν η προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Ως τέτοιοι, συνιστούσαν αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα της διακίνησης των ναρκωτικών αφού χωρίς τη συμβολή τους τα ναρκωτικά δεν θα έφταναν στους χρήστες ή θα καθίστατο πιο δύσκολη η διοχέτευση τους σε αυτούς (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466, Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.144/2016 και 145/2016, ημερ. 21.2.2017).
Λέχθηκε σχετικά στην Παπανικόλα (πιο πάνω) ότι μπορεί μεν οι προμηθευτές να μην εμπίπτουν στην κατηγορία των εμπόρων ή διακινητών μεγάλων ποσοτήτων πλην όμως εμπίπτουν σε μίαν άλλη ομάδα εμπόρων ή διακινητών ή προμηθευτών ή πωλητών, οι οποίοι προμηθεύουν τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας και δη τον χρήστη. Προστέθηκε συναφώς ότι από το 2001 είχε λεχθεί πως αν και για τους χρήστες υπήρχε κάποιο περιθώριο (επιείκειας) το οποίο στένευε προϊόντος του χρόνου, εντούτοις για τους εμπόρους είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού (βλ. Afroughi v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 174). Η προειδοποίηση αυτή επαναλήφθηκε και το 2008 με την προσθήκη ότι όσο αυτοί επιμένουν να σπέρνουν τον όλεθρο τόσο περισσότερο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια αφού οι αυστηρές ποινές, όπου αρμόζει, είναι ένα από τα διαθέσιμα μέσα καταπολέμησης του φαινομένου (βλ. Ηροδότου v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 175). Επισημάνθηκε, δε, ότι είναι θέμα κοινής λογικής πως οι προαναφερθείσες μεγάλες ποσότητες κάποια στιγμή διαμοιράζονται σε άλλους εμπόρους οι οποίοι εν είδει λιανικού πλέον εμπορίου θα προωθήσουν τις μικρότερες ποσότητες (δόσεις) στους τελικούς πελάτες‑ χρήστες, οι οποίοι, ως έχει ήδη λεχθεί, είναι κυρίως νεαρά, ακόμα και ανήλικα άτομα (βλ. Κλεομένης (πιο πάνω), Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, (πιο πάνω)). Είναι, λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται η εγκληματική δράση των Κατηγορουμένων 3 και 5.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, λαμβάνουμε καταρχάς υπόψη την ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ που βρέθηκε στην κατοχή του καθώς και τις περιστάσεις που περιεγράφηκαν πιο πάνω, ότι δηλαδή σε 10 διαφορετικές περιπτώσεις προμηθεύτηκε κάνναβη βάρους 80 γραμμαρίων κάθε φορά από την Κατηγορούμενο 1, με σκοπό την προμήθεια της.
Επί τούτου, ο κ. Καλλής υπέβαλε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή ποινής το ότι ο Κατηγορούμενος 3 βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο κατηγορίες σε σχέση με τη συνολική ποσότητα των 800 γραμμαρίων κάνναβης ενώ θα μπορούσε να είχε κατηγορηθεί για έκαστη εκ των 10 περιπτώσεων που έλαβε στην κατοχή του 80 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλους.
Χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι η ποσότητα των 800 γραμμαρίων περιήλθε στην κατοχή του Κατηγορούμενου 3 σταδιακά, το κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο επί του οποίου θα επιβληθεί ποινή στον Κατηγορούμενο 3 συνίσταται στο ότι συστηματικά, σε 10 διακριτές και διαφορετικές περιπτώσεις προμηθεύτηκε και είχε στην κατοχή του κάνναβη 80 γραμμαρίων κάθε φορά με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, οι οποίες, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, καλύπτουν περίοδο σχεδόν 3 μηνών. Οι δέκα αυτές διαφορετικές και διακριτές περιπτώσεις καταδεικνύουν την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του και δεν συνιστούν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σημειώνουμε, δε, ότι η ποσότητα των 80 γραμμαρίων αγγίζει σχεδόν το τριπλάσιο του ορίου που έθεσε ο νομοθέτης για το νομοθετικό τεκμήριο σε σχέση με τον σκοπό της προμήθειας. Επομένως, αν και τα όσα προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση λαμβάνονται υπόψη, σημειώνουμε πως η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 3 θα πρέπει να αντανακλά την εγκληματικότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του και σε αυτό το πλαίσιο στοιχείο ουσιώδους σημασίας συνιστούν οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και ο βαθμός εμπλοκής του Κατηγορουμένου 3, ως περιγράφηκαν πιο πάνω.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 5, ο συνήγορος του, προκειμένου να καταδείξει τον μειωμένο βαθμό της εγκληματικής του δράσης, εισηγήθηκε ότι κατείχε την ποσότητα κάνναβης που τον αφορά με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλους χρήστες, φίλους του, με τους οποίους συντονιζόταν για να αγοράζουν από κοινού μεγαλύτερη ποσότητα κάνναβης, σε σύγκριση με αυτή που θα αγόραζε ο καθένας ξεχωριστά, προκειμένου να εξασφαλίζουν χαμηλότερη τιμή. Ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, η ουσία της εγκληματικής δράσης του Κατηγορούμενου 5 έγκειται στο ότι έλαβε στην κατοχή του κάνναβη συνολικού βάρους 128,53 γραμμαρίων σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, πράγμα που έπραξε, όχι μόνο μια φορά, συμβάλλοντας στην διάδοση τους. Η απαξία της εν λόγω δράσης του Κατηγορουμένου 5 ουδόλως αναιρείται στη βάση των όσων ο κ. Τσολακίδης προβάλλει.
Ως επισημάνθηκε στην Παπανικόλα (πιο πάνω), η απαξία της πράξης έγκειται στη συμμετοχή στην αλυσίδα διακίνησης και διάδοσης των ναρκωτικών, η οποία είναι άκρως απαραίτητη στους μεγαλεμπόρους αφού χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή η διάθεση του παράνομου προϊόντος τους, ήτοι της μάστιγας των ναρκωτικών. Προς την ίδια κατεύθυνση θεωρήθηκαν και τα λεχθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βαρδάκη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 186/21, ημ. 14/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B302:
«Δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί μέσα από τη νομολογία αριθμητική αντιστοιχία των παραμέτρων αυτών με το εύρος των ποινών φυλάκισης που επιβάλλονται. Η δε εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες. Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση».
Η διαφοροποίηση του ρόλου και της εμπλοκής, αφενός, του Κατηγορούμενου 1, και, αφετέρου, των Κατηγορούμενων 3 και 5, σαφώς και επιτάσσει τη διαφορετική ποινολογική μεταχείριση τους. Ως υποδείχθηκε στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 207/21, ημ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, η νομολογία αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Τούτο δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η συνδρομή που παρέχει ένας ενδιάμεσος προμηθευτής στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών είναι ήσσονος σημασίας. Εν τέλει, είναι δια μέσω αυτών των ενδιάμεσων διακινητών που επιτυγχάνεται ο τελικός εγκληματικός στόχος, ήτοι η μόλυνση της κοινωνίας και το παράνομο κέρδος. Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Salaryand v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541):
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του».
Προβάλλει, συνεπώς, επιτακτική η ανάγκη για αυστηρή τιμωρία των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5, με σκοπό την πάταξη της διακίνησης και εμπορίας των ναρκωτικών και την αντιμετώπιση των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από αυτή (βλ. Λαζάρου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633 και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).
Από την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1 και 5 υποστηρίχθηκε ότι διέπραξαν τα υπό κρίση αδικήματα εξαιτίας του εθισμού τους στα ναρκωτικά προκειμένου να εξασφαλίζουν την δόση τους. Τούτη η θέση προωθήθηκε και στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), στην οποία κρίθηκε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία, αφού, ως λέχθηκε, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, ήτοι η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αναγνωρίζεται, συνεπώς, νομολογιακά ότι ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών δεν μπορεί να αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Xhaferi ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Σημειώθηκε, εντούτοις, στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ότι η πιο πάνω προσέγγιση δεν συνεπάγεται ότι σε οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών δεν πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, αν και αναγνωρίστηκε ότι η διαφορά δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτη.
Προς όφελος των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5 λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, ως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας από τους συνηγόρους τους. Έχουμε, βέβαια, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας ότι σε σχέση με αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 5, σημειώνουμε πως δεν συμφωνούμε με τη θέση του συνηγόρου του ότι οι προσωπικές του περιστάσεις έχουν μεταβληθεί και μάλιστα άρδην από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ενόψει του ότι πλέον εργάζεται σε περίπτερο με τη μητέρα του και οι γονείς του χώρισαν, ενώ για το ζήτημα της απεξάρτησης που θίγεται σε αυτό το πλαίσιο αναφερόμαστε πιο κάτω. Ούτε και θεωρούμε ότι οι επιπτώσεις στην οικογένεια του και δη στην μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του, είναι τέτοιες που μπορούν να έχουν υπό τις περιστάσεις βαρύνουσα σημασία. Ως λέχθηκε στην Παπανικόλα (πιο πάνω), οι επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών αλλά κατά κανόνα και εκτός σε εξαιρετικές ή ιδιάζουσες περιστάσεις, αυτές δεν είναι αποφασιστικής σημασίας.
Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5, σε συνδυασμό με την απολογία τους, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω των συνηγόρων τους, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων τους καθώς και τη μεταμέλεια τους (σχετικό και το άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν. 29/77). Ως υπογραμμίστηκε στην Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Παράλληλα, με την παραδοχή των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5 περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας μέχρι και ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε, θεωρούμε, ιδιαίτερα σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 5, σημαντική ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον τους, γεγονός που κατατείνει στην απόδοση της ανάλογης σημασίας στην παραδοχή τους (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130). Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι Κατηγορούμενοι 1 και 5, όπως και ο Κατηγορούμενος 3, με την παραδοχή τους καταδεικνύουν έμπρακτα την μεταμέλεια τους και περισώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που συνυπολογίζεται (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).
Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 5, προβλήθηκε, περαιτέρω, ότι θα πρέπει να προσμετρηθεί υπέρ τους η συνεργασία τους με την Αστυνομία. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, λαμβάνουμε υπόψη μας την ομολογία του στην Αστυνομία καθώς και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά, πέραν της δικής του εμπλοκής, την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 και την παράδοση του κινητού τηλεφώνου που χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Σημειώνουμε, όμως, ως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μας, ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν απεκάλυψε τον εντολέα του, στοιχείο που θα ενείχε ιδιαίτερη σημασία. Ούτε τέτοια θέση προβλήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Ως σημειώθηκε στην Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2020, ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B356, η συνεργασία έχει επαυξημένη αξία στις περιπτώσεις του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, όπου αυτός που συνεργάζεται με την Αστυνομία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του ιδίου και ενδεχομένως και της οικογένειας του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η έκπτωση στην ποινή πρέπει να είναι ουσιαστική. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας να το έπραξε. Έχοντας υπόψη ότι αυτό που ο Κατηγορούμενος 1 έπραξε ήταν να ομολογήσει τη δική του ενοχή καθώς και του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος ως αναδεικνύεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας είχε λιγότερο σημαντικό ρόλο, προσδίδουμε στο στοιχείο αυτό ανάλογη βαρύτητα (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 746). Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 5, λαμβάνοντας υπόψη, ως ο συνήγορος του ανέφερε, ότι η συνεργασία του περιορίστηκε στην λήψη παρειακών και δακτυλικών αποτυπωμάτων, και προσθέτοντας ακόμα ότι συγκατατέθηκε σε έρευνα του οχήματος του, ενώ κατά τη σύλληψη του αρνήθηκε την οποιαδήποτε εμπλοκή του και κατά την ανάκριση του αρνήθηκε να απαντήσει στις οποιεσδήποτε ερωτήσεις, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του, δεν θεωρούμε ότι μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο στοιχείο αυτό.
Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5 αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του Κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1). Επισημαίνεται, ωστόσο, ως λέχθηκε από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R v. Aramah 4 Cr App Rep (S) 407, ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσεως και για σκοπούς γενικής αποτροπής, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, θα πρέπει να προσμετράται και το ότι οι οργανωμένοι έμποροι συνήθως αναζητούν για την παράνομη δράση τους πρόσωπα καλού χαρακτήρα που είναι πιθανό να περάσουν απαρατήρητοι και να κερδίσουν την συμπάθεια του Δικαστηρίου εάν συλληφθούν. Πρόσωπα νεαρά, φοιτητές, πρόσωπα άρρωστα ή και με άλλες δυσκολίες, και ηλικιωμένοι λευκού ποινικού μητρώου, επιλέγονται και χρησιμοποιούνται από τους οργανωμένους εμπόρους, αφενός, επειδή είναι ευάλωτοι στην προσφορά τους για εύκολο και γρήγορο κέρδος και, αφετέρου, επειδή αισθάνονται ότι σε περίπτωση σύλληψης τους, το Δικαστήριο θα δει με συμπάθεια την περίπτωση τους (βλ. επίσης, Attorney General’s Reference (No 17 of 2011) R v. Mandale (2011) EWCA Crim 1319). Σ’ αυτό το πλαίσιο αποτιμούνται και οι βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από μέρους του Κατηγορούμενου 1 σε σχέση με τον καλό του χαρακτήρα.
Εξετάζοντας τις πρόνοιες του εδαφίου (4) του άρθρου 30 του Ν. 29/77 όπου καθορίζονται περιστατικά που καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό, θεωρούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρείται το στοιχείο (ι) του α. 30(4)(α) αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 μόνο, καθιστώντας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σοβαρά.
Η ηλικία των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5, σήμερα 23, 24 και 21,5 ετών αντίστοιχα, αν και αναγνωρίζεται από το α. 30(4)(β)(i) ως παράγοντας που καθιστά το αδίκημα λιγότερο σοβαρό, λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που η νομολογία επιτάσσει. Στην Γεωργίου (πιο πάνω), το Εφετείο επεσήμανε πως το νεαρό της ηλικίας δεν θα πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα από τις υπόλοιπες περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του άρθρου 30(4), ήτοι «(iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ και (vi) το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του». Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στην Γεωργίου (πιο πάνω), ο Κατηγορούμενος 1 ενεπλάκη στην εμπορία και διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ποικίλων ναρκωτικών ενώ οι Κατηγορούμενοι 3 και 5 ενεπλάκησαν στην διακίνηση κάνναβης.
Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 5, τέθηκε, επίσης, το ζήτημα της απεξάρτησης τους, το οποίο επίσης καθορίζεται στο α. 30(4)(β)(v) ως παράγοντας που καθιστά το αδίκημα λιγότερο σοβαρό. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, ο κ. Νεοφύτου ανέφερε πως εντάχθηκε στο πρόγραμμα απεξάρτησης «ΔΑΝΑΗ» και παρουσιάζεται συνεργάσιμος προσκομίζοντας προς τούτο σχετική βεβαίωση, ημ. 11/7/2025. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 5, ο κ. Τσολακίδης ανέφερε ότι εντάχθηκε οικειοθελώς και ολοκλήρωσε πρόγραμμα απεξάρτησης πραγματοποιώντας, σύμφωνα με βεβαίωση που προσκομίστηκε, πέντε συναντήσεις σε πρόγραμμα ατομικής συμβουλευτικής.
Η απεξάρτηση ή η προσπάθεια απεξάρτησης αξιολογείται ως μετριαστικός παράγοντας, αφού δεικνύει αλλαγή στάσης ζωής, αλλά και ως στοιχείο που ενισχύει την μεταμέλεια. Η σημασία του παράγοντα αυτού, όμως, περιορίζεται σε περιπτώσεις μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών (βλ. Γεωργίου (πιο πάνω)). Ως έχει νομολογηθεί, το στοιχείο της απεξάρτησης δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής εκεί όπου οι ποσότητες ναρκωτικών είναι μεγάλες, όπως η περίπτωση του Κατηγορουμένου 1, και τούτο γιατί σε τέτοιες υποθέσεις προέχει η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).
Οι υποθέσεις στις οποίες η απεξάρτηση αποκτά καταλυτική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής αφορούν πολύ μικρές ποσότητες ναρκωτικών, ως προκύπτει από τα γεγονότα των σχετικών υποθέσεων. Η Καρακάννας ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 463, αφορούσε κατοχή 6 χαπιών έκσταση και 5 τεμαχίων από το ίδιο είδος χαπιών, συνολικού βάρους 2,5 γραμμαρίων, η Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513, κατοχή ηρωίνης βάρους 3,6422 γραμμαρίων, η Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 282, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια ηρωϊνης βάρους 48.0943 γραμμαρίων, η Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 333, κατοχή κάνναβης βάρους 59,3521 γραμμαρίων, και η Γιαννάκης ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 364, εισαγωγή και κατοχή με σκοπό τη προμήθεια κοκαΐνης συνολικού βάρους 51,8558 γραμμαρίων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην Ναζίπ ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), η νομολογία έχει σταθερά αναδείξει όχι μόνο την ίδια την προσπάθεια απεξάρτησης από τις ναρκωτικές ουσίες, αλλά ιδιαίτερα την επιτυχία της προσπάθειας αυτής, ως ένα ιδιαίτερο μετριαστικό παράγοντα που βοηθά στην ομαλή επανένταξη του αδικοπραγούντος στην κοινωνία και την απελευθέρωση του ιδίου του ατόμου από την ενασχόληση του με ουσίες θανάτου.
Αν και η ποσότητα κάνναβης σε σχέση με την οποία ο Κατηγορούμενος 5 παραδέχθηκε (128,53 γραμμάρια) είναι μεγαλύτερη από τις ανωτέρω αναφερόμενες, θεωρούμε ότι, υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων που περιβάλλουν την περίπτωση του και δεδομένης της δεδηλωμένης επιτυχούς ολοκλήρωσης του προγράμματος απεξάρτησης, την οποία η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβήτησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, κρίνουμε ότι η παρούσα συνιστά κατάλληλη περίπτωση για να προσμετρηθεί ως μετριαστικός παράγοντας υπέρ του Κατηγορούμενου 5 η απεξάρτηση του.
Σε σχέση με το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων και την συναφή εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 5, σημειώνουμε ότι συνιστά πάγια θέση της νομολογίας ότι ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής συνεκτιμάται ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας ως μέτρου αποτροπής και αναμόρφωσης του παραβάτη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 794). Δεν πρέπει να παραβλέπεται, συναφώς, και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Memic (πιο πάνω)). Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (πιο πάνω), o λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στο ίδιο πλαίσιο, στην πρόσφατη Ποϊρατζίδη (πιο πάνω), έγινε αναφορά στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Τάκκα, Ποιν. Εφ. 160/2022, ημ. 26/6/2025, όπου λέχθηκε ότι η καθυστέρηση αποτιμάται κατά το πέρας της διαδικασίας ως ελαφρυντικός παράγων στη βάση των σταθερών νομολογιακών αρχών και συνεκτιμάται με την αλλαγή των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του παραβάτη.
Εν προκειμένω, τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1, 3 και 5 διαπράχθηκαν από τον Ιούνιο μέχρι τις 21/8/2024 και συνελήφθηκαν στις 22/8/2024, 29/9/2024 και στις 16/1/2025 αντίστοιχα. Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης, τη φύση και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της, δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώριση και προώθηση της, ούτε θεωρούμε ότι ο χρόνος που παρήλθε είναι τέτοιος ώστε να εξουδετερώνεται το στοιχείο της αποτροπής και της αναμόρφωσης δια της επιβληθησόμενης ποινής. Σε σχέση, δε, με τους Κατηγορούμενους 1 και 3 ουδεμία εισήγηση υπήρξε περί μεταβολής των προσωπικών τους περιστάσεων.
Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 5, ο χρόνος που παρήλθε λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την απεξάρτηση του και τη μικρή ποσότητα κάνναβης που παραδέχτηκε ότι είχε στην κατοχή του με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα, ενώ δεν παραβλέπεται ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές του περιστάσεις, πέραν της απεξάρτησης του, ως έχουμε επεξηγήσει πιο πάνω. Επί τούτου, σημειώνουμε πως ουδόλως προέκυψε από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας ότι η όποια καθυστέρηση επηρέασε τα συνταγματικά δικαιώματα του αλλά ούτε συνδέεται ή επέφερε τέτοια μεταβολή των συνθηκών του ώστε να επηρεάζει το είδος της ποινής (Παπαεπιφανείου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 16/21, ημ. 19/10/2021).
Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη μας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 1, την καλή διαγωγή που επιδεικνύει στις Κεντρικές Φυλακές, ως προκύπτει από σχετική βεβαίωση που προσκομίστηκε, ημ. 31/12/2025, και δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας (2015) 2Α.Α.Δ. 277).
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 5 η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα τους επιβληθεί, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.
Επιβάλλουμε, λοιπόν, τις ακόλουθες ποινές:
Στον Κατηγορούμενο 1:
- Στην 4η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 11η κατηγορία.
- Στην 5η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 12η κατηγορία
- Στην 6η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 13η κατηγορία.
- Στην 7η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 14η κατηγορία.
- Στην 8η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 15η κατηγορία.
- Στην 9η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 16η κατηγορία.
- Στην 10η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 17η κατηγορία.
- Στην 11η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ετών.
- Στην 12η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 ετών.
- Στην 13η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ετών.
- Στην 14η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
- Στην 15η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 14 ετών.
- Στην 16η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 ετών.
- Στην 17η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 10 ετών.
- Στις κατηγορίες 24 έως και 33 συμπεριλαμβανομένων, ποινή φυλάκισης 3 ετών σε έκαστη κατηγορία.
- Στην 48η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Στον Κατηγορούμενο 3:
- Στην 42η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 43η κατηγορία.
- Στην 43η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ετών.
Στον Κατηγορούμενο 5:
- Στην 46η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
- Στην 47η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 46η κατηγορία.
Σε σχέση με την εισήγηση του κ. Τσολακίδη για αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 5, σημειώνουμε πως σύμφωνα με το α. 3, Ν. 95/1972, νοουμένου ότι η ποινή που του επιβλήθηκε δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η αναστολή εκτέλεσης της δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου 5. Ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του Ν. 95/1972 και τις αρχές της νομολογίας που διέπουν το εν λόγω ζήτημα (βλ. Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (πιο πάνω)), κρίνουμε ότι υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 5. Λαμβάνουμε προς τούτο υπόψη μας εκ νέου όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και δη την παραδοχή του Κατηγορούμενου 5, το λευκό ποινικό μητρώο του, την ποσότητα των ναρκωτικών που είχε στην κατοχή του και την κατάταξη στην τάξη Β’ καθώς και την απεξάρτηση του. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή στις προσωπικές του περιστάσεις, πέραν της απεξάρτησης του, η οποία δεν μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 5 και την ανησυχητική αύξηση της διάδοσης των ναρκωτικών, στην οποία ο Κατηγορούμενος 5 συνέβαλε με τις πράξεις του, κρίνουμε ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής. Διαφορετική κατάληξη δεν θα αντικατόπτριζε την σοβαρότητα και την απαξία των συναφών κατηγοριών και δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της επί του προκειμένου τιμωρίας.
Αν και συναφής εισήγηση δεν υποβλήθηκε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, ούτε και για αυτόν θεωρούμε ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Παρά την παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του, την ποσότητα και την τάξη των ναρκωτικών που περιήλθαν στην κατοχή του καθώς και τις σχετικές περιστάσεις, και πάλι θεωρούμε ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών και της συμμετοχής του στην διάδοση των ναρκωτικών.
Ζήτημα αναστολής τέθηκε και στην Παπανικόλα (πιο πάνω), στην οποία ως εκεί σημειώνεται, η ποινή επιβλήθηκε επτά έτη μετά τη διάπραξη των αδικημάτων ενώ λήφθηκε υπόψη ότι η πάροδος 18 μηνών για την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοδίκως και την έκδοση απόφασης συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Το Εφετείο διέκρινε την υπόθεση από τις Γενικός Εισαγγελέας v. Κανάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 327, Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσάνθου (Αρ.2) (2016) 2 Α.Α.Δ. 584 και Γρηγορίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 281/22, ημ. 27/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:B111 και διέταξε την άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Κατά την εξέταση της αναστολής, λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου και η κατάταξη των ναρκωτικών στην τάξη Β. Σε σχέση με την πάροδο των επτά ετών από τα αδικήματα, στοιχείο που ως επισημάνθηκε δεν οδηγεί απαρέγκλιτα σε αναστολή (ακόμα και σε ελαφρύτερα αδικήματα), κρίθηκε ότι στην περίπτωση του εφεσίβλητου δεν παρουσιάστηκε μεταβολή τέτοια η οποία θα έκλινε την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής. Επαναξιολογήθηκε το ότι ο εφεσίβλητος ήταν πατέρας μιας θυγατέρας ηλικίας οκτώ ετών, η οποία διέμενε σε άλλο χωριό με τη μητέρα της και ο ίδιος ασκούσε γονεϊκά καθήκοντα που περιλάμβαναν επικοινωνία και διατροφή. Το μόνο στοιχείο που κρίθηκε ότι έχει πραγματικά μεταβληθεί ήταν η πρόθεσή του να νυμφευθεί την κοπέλα με την οποία συζούσε τα τελευταία επτά έτη. Ως λέχθηκε, όλες οι προαναφερθείσες προσωπικές περιστάσεις δεν εκφεύγουν του συνήθους μέτρου και οι συνθήκες της υπόθεσης υποδείκνυαν προς την απόρριψη της εισήγησης αναστολής ακριβώς για λόγους αποτροπής και αποτελεσματικότητας της ποινής. Παρατέθηκε σχετικά το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νεοφύτου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 9/21, ημ. 29/7/21:
«Σε πλήρη συμφωνία με την Αριστοδήμου προσθέτουμε ότι ποινή φυλάκισης, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του εύρους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής γεννάται από την αντίδραση του κοινού, μέσα στο οποίο είναι και ο επίδοξος παραβάτης, στο άκουσμα της ποινής που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς, με τη δραματική όμως διαφορά ότι η εκτέλεση της αναστέλλεται υπό όρους. Την αποτροπή δημιουργεί η επίπτωση που είχε η συναφής καταδίκη, με έμφαση στο άμεσο αποτέλεσμα και εφόσον η ποινή φυλάκισης ανασταλεί, το στοιχείο της αποτροπής εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό.».
Συνακόλουθα, η ποινή φυλάκισης σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 5 να εκτελεστεί άμεσα και σε αυτήν να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του Κατηγορουμένου 1 από τις 22/8/2024, του Κατηγορούμενου 3 από τις 29/8/2024 και του Κατηγορούμενου 5 κατά την περίοδο 16/1/2025 - 17/4/2025.
Το χρηματικό ποσό των 2,800 ευρώ και το όχημα με αρ. εγγραφής NNP 470 να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους.
Εκδίδεται διάταγμα δήμευσης του ποσού των 1,890 ευρώ.
Τα υπόλοιπα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.) …………………………….………
Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………………….…………………
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.) ………………..………………....
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο