ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2093 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
S. B. N.
___________________
Ημερομηνία: 17 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
K. Κατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Ν. Χριστοδουλίδου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 15.2.2026, στη Λεμεσό, έκλεψε από τον R.Q. από τη Συρία ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας REDMI και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής, χρησιμοποίησε πραγματική βία κατά του πιο πάνω, με σκοπό να αποκτήσει ή να κατακρατήσει το κλαπέν τηλέφωνο [ληστεία, άρθρα 282, 283 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 15.2.2026, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον R.Q. από τη Συρία τρόμο, απειλώντας τον με βία, δηλαδή λέγοντάς του «I will kill you» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 15.2.2026, στη Λεμεσό, μετέφερε ένα πτυσσόμενο μαχαίρι χρώματος χρυσού με λεπίδα 9cm, που καταλήγει σε μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας και της αυλής [μεταφορά κλειστού μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός κατοικίας ή αυλής, άρθρα 82(2), 84(β), 85, 86 ΠΚ.]
4η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 15.2.2026, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή κατά του Αστ.744 Μ. Μέρτα, κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του [επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, άρθρο 244(β) ΠΚ.]
6η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 15.2.2026, στη Λεμεσό, άνευ ευλόγου αιτίας, προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Αμπελακίων, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης [ανησυχία, άρθρο 95 ΠΚ.]
Κατά το άρθρο 283 ΠΚ, όποιος διαπράττει το ποινικό αδίκημα της ληστείας, υπόκειται σε φυλάκιση 14 χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η επαπειλούμενη, με βάση τον νόμο, ποινή είναι εκείνη της δια βίου φυλάκισης, το δε αδίκημα της 1ης Κατηγορίας το σοβαρότερο έναντι όλων των υπολοίπων που περιέχονται στο κατηγορητήριο, που ανάγουν σε νομικές βάσεις το σύνολο του επεισοδίου που έλαβε χώρα την 15.2.2026. Συναφώς, για το αδίκημα της απειλής, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 3 έτη[1] (2η Κατηγορία), για τη μαχαιροφορία μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη, ο νομοθέτης δίνει πλαίσιο που περιλαμβάνει τόσο την ανώτατη ποινή φυλάκισης, του 1 έτους, όσο και την κατώτατη ποινή φυλάκισης, των 6 μηνών, εκτός εάν δικαιολογείται απόκλιση από την κατώτατη ποινή[2] (3η Κατηγορία), για την επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων του, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα 2 έτη[3] (4η Κατηγορία), ενώ για την ανησυχία, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τους 3 μήνες[4] (6η Κατηγορία).
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[5], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[6]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[7], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[8], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[9]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Ως προς τα γεγονότα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, συνοπτικά: Την 15.2.2026, μέλη της Αστυνομίας ειδοποιήθηκαν να μεταβούν στο περίπτερο 24hours, στην οδό Αμπελακίων, στη Λεμεσό, σχετικά με ληστεία. Αφίχθηκαν στον χώρο τα μέλη της Αστυνομίας όπου εντόπισαν έναν αλλοδαπό άνδρα, περίπου 40 ετών, στην παρουσία τους, να κτυπά ένα νεαρό παιδί ηλικίας 16 ετών. Αμέσως, ο Αστ.744 Μ. Μέρτας, μπήκε στη μέση, να τους χωρίσει, και ο 40χρονος του επιτέθηκε με τα χέρια στο στήθος, σπάζοντάς του και τα γυαλιά που είχε τοποθετημένα επάνω του. Συνελήφθη και κατά την επίστηση, απάντησε «he steal my motorbike». Κατά τη σωματική έρευνα, εντοπίστηκε το μαχαίρι, συνελήφθη, κατά την επίστηση, απάντησε «it’s not mine». Στο μέρος, ο 40χρονος φώναζε μεγαλοφώνως, προκαλώντας ανησυχία. Σε μετέπειτα έλεγχο, εντοπίστηκε στην κατοχή του 40χρονου το κινητό τηλέφωνο, αναφορικά με το οποίο ο ίδιος απάντησε πως δεν είναι δικό του, αλλά του 16χρονου παιδιού. Το 16χρονο παιδί, στην κατάθεσή του, ανέφερε πως την 15.2.2026, γύρω στις 14:00, ήταν μόνος του δίπλα από την Αστυνομία Γερμασόγειας και πήγε έναν περίπατο. Σε κάποια στιγμή, ενώ περπατούσε, απέναντι από τα Starbucks, τον προσέγγισε ένας άγνωστος άνδρας, ηλικίας περίπου 40 ετών, έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό του και του καταλόγισε πως έκλεψε τη μοτοσικλέτα του, απαιτώντας να πάει να του την φέρει. Ο νεαρός του απάντησε ότι κάνει λάθος, έτρεξε και μπήκε μέσα σε ένα περίπτερο, ο 40χρονος τον ακολούθησε, ο νεαρός ζήτησε να περιμένει να ειδοποιήσει τον αδελφό του, αλλά ο δράστης τον εξύβριζε, τότε αρπάζοντας και το κινητό του. Έπειτα, κάθισε δίπλα του και τον απειλούσε με το μαχαίρι, ότι εάν δεν του επιστρέψει τη μοτοσικλέτα, να τον σκοτώσει. Του είπε ξανά ο 16χρονος ότι δεν έχει σχέση με την αναφερόμενη κλοπή κάποιας μοτοσικλέτας και ο δράστης είπε στον νεαρό ότι θα τον σφάξει, δίδοντάς του δύο γροθιές στο κεφάλι. Στη συνέχεια, μετέβη η Αστυνομία στο περίπτερο. Κατά την εκδοχή του Κατηγορούμενου, διαμένει με την οικογένειά του σε περιοχή όπου μετανάστες διαπράττουν αδικήματα, είχε κλαπεί η μοτοσικλέτα του την 11.2.2026, γεγονός που κατήγγειλε στην Αστυνομία την 12.2.2026, μόλις έγινε αντιληπτό. Εντωμεταξύ, αναζητούσε και ο ίδιος τη μοτοσικλέτα στη γειτονιά, καθότι, λόγω ανεπαρκούς μπαταρίας, δεν θα μπορούσε να είχε πάει μακριά. Ο Κατηγορούμενος θεωρεί ότι ο παραπονούμενος ήταν ο δράστης και ότι η Αστυνομία δεν έκανε κάτι, παρά τις δικές του προηγούμενες ενέργειες για τον εντοπισμό του, με αποτέλεσμα να συνεχιστεί ο κίνδυνος για την περιουσία του, εφόσον περιφερόταν ξανά στο σημείο. Τον καταδίωξε, από εκείνον είχε αποσπάσει το μαχαίρι, που εκείνος ανέσυρε πρώτος, ενώ το κινητό του το απέσπασε για να τον αποτρέψει από το να καλέσει τους νεαρούς φίλους του, και να υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση. Ήταν σε έξαλλη κατάσταση.
Ως προς τον τρόπο δράσης του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δίδει βαρύτητα στα αντικειμενικά επιβαρυντικά στοιχεία που προκύπτουν από τα περιστατικά. Η χρήση μαχαιριού για τον εκφοβισμό ανηλίκου ατόμου, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο έγινε η κτήση της κατοχής του μαχαιριού, συνιστούν επικίνδυνη συμπεριφορά. Η ταυτόχρονη διατύπωση σοβαρών απειλών κατά της ζωής, η άσκηση σωματικής βίας, καθώς και η καταδίωξη του θύματος και η αφαίρεση του κινητού του τηλεφώνου, συνθέτουν μία εικόνα κλιμακούμενης και επίμονης επιθετικής συμπεριφοράς. Εφόσον είχε καταγγελθεί η αναφερόμενη κλοπή και οι υποψίες ή τα στοιχεία για τον δράση, θα έπρεπε να υπάρχει εμπιστοσύνη στις Αρχές, και αναμονή μέχρι να γίνει η ανάλογη διερεύνηση. Η αυτοδικία δεν επιτρέπεται. Περαιτέρω, η συνέχιση της βίαιης δράσης ακόμα και ενώπιον των αστυνομικών οργάνων, με επίθεση εναντίον και μέλους της Αστυνομίας, εξωτερίκευσε πλήρη απαξίωση της ύπαρξης και του ρόλου των Αρχών. Η έξαλλη κατάσταση δεν μπορεί να προβάλλεται ως δικαιολογία για τέτοια βία, που είναι στα όρια της ακρότητας. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, ως στοιχεία που συγκρατούν τη βαρύτητα, ότι δεν επρόκειτο για κάποια προσχεδιασμένη ή οργανωμένη ή ομαδική ενέργεια και δράση, αλλά για στιγμιαία αντίδραση, για την απόσπαση του κινητού τηλεφώνου. Επίσης, τη θέση του Κατηγορουμένου περί προηγούμενης κλοπής της μοτοσικλέτας του, παράγοντας ο οποίος ενδεχομένως λειτούργησε ως αφορμή για την εκδήλωση της συμπεριφοράς του, ως σοβαρή πρόκληση, καθώς και το γεγονός ότι, παρά τη χρήση του μαχαιριού ως μέσου εκφοβισμού, δεν προκύπτει να το χρησιμοποίησε για την πρόκληση σωματικής βλάβης. Δεν είχε αποσπαστεί με τη βία περιουσία αξίας για να αντληθεί οικονομικό όφελος, όπως αναφέρθηκε κατά τον μετριασμό, αλλά η αξία της περιουσίας δεν έχει σημασία ή ο τρόπος που θα χρησιμοποιείτο. Εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση διακρίνεται από τις σοβαρότερες υποθέσεις ένοπλων ληστειών που απασχόλησαν τη νομολογία.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία, όπως εκφράστηκε στο Δικαστήριο, που σε συνάρτηση με την εκφρασθείσα πρόθεση αποζημίωσης του μέλους της Αστυνομίας, για τη ζημιά που υπέστη, δείχνει σημεία έμπρακτης μεταμέλειας, η οποία, όμως, από την άλλη, περιορίζεται σε μέρος του επεισοδίου. Ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί να καταφέρεται κάπως αρνητικά εναντίον του παραπονούμενου. Η στάση αυτή του Κατηγορούμενου έναντι στον ανήλικο προκαλεί κάποιαν ανησυχία, σε συνάρτηση με την πεποίθησή του ότι η Αστυνομία δεν πράττει ορθά το έργο της εναντίον του.
Λαμβάνεται υπόψη η συνεργασία του με τις Αρχές, στον βαθμό που υπήρξε, στο πλαίσιο διερεύνησης της εναντίον του υπόθεσης, σε συνδυασμό με την όλη στάση του και στο Δικαστήριο. Ήταν, σε κάθε χρονική στιγμή, μία σιωπηλή, ήρεμη παρουσία.
Δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί. Ο Κατηγορούμενος είναι 40 ετών, με καταγωγή από την Τυνησία. Έφυγε από τη χώρα καταγωγής του όταν ενηλικιώθηκε, οπότε και πήγε για σπουδές, και στη συνέχεια για δουλειά στη Γαλλία. Εκεί γνώρισε και τη σύζυγό του, η οποία είναι Κύπρια. Στο παρελθόν, εργάστηκε σε εταιρεία forex στην Κύπρο, με καλό μηνιαίο μισθό, ωστόσο η εταιρεία είχε κλείσει και πριν από τη σύλληψή του ήταν στη διαδικασία εύρεσης νέας εργασίας. Η σχέση του με τη σύζυγό του είναι αρμονική και προσπαθούν να αποκτήσουν παιδιά. Εξακολουθεί να βρίσκεται σε πένθος, λόγω της πρόσφατης απώλειας της μητέρας του, συνθήκη που ενδεχομένως να συμβάλλει στο να είναι, ορισμένες φορές, πιο νευρικός και αντιδραστικός. Εξέφρασε την επιθυμία να ακολουθήσει θεραπεία, για να ελέγξει αυτό το πρόβλημα. Ο πατέρας του ζει στην Τυνησία, πάσχει από άνοια, ο Κατηγορούμενος είναι εκείνος που τον βοηθά οικονομικά. Αναφέρθηκαν περαιτέρω και άλλα προβλήματα υγείας του πατέρα του, απειλητικά για τη ζωή του. Η προσωρινή κράτησή του, λόγω του επεισοδίου, προκάλεσε δυσβάστακτο βάρος στη σύζυγό του. Ο ίδιος πάσχει από σοβαρές ημικρανίες, για τις οποίες χρειάζεται συχνά ιατρική παρέμβαση, ενώ και η σύζυγός του έχει σοβαρής μορφής νευροπάθεια που της προκαλεί ιλίγγους, με τον Κατηγορούμενο να είναι ο μόνος φροντιστής της, όταν συμβαίνει αυτό. Προσκομίστηκαν σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις (Τεκμήριο Α).
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[10], που ήταν άμεση και έχει γι’ αυτό, συναρτώμενη πάντοτε με τη φύση των αδικημάτων και τους υπόλοιπους ελαφρυντικούς παράγοντες, τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση.
Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των πράξεων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό τους χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων, τον τρόπο δράσης, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή, αλλά και όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες.
Θα επιβληθεί ποινή στην 1η Κατηγορία, αναφορικά με την οποία προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες κατηγορίες.
Η επιμέτρηση, με βάση την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για τη ληστεία, που όμως αρχίζει από τα 20 έτη/240 μήνες, την ταξινόμηση του αδικήματος στο χαμηλότερο επίπεδο σοβαρότητας (μέχρι 5 έτη/60 μήνες), και με βάση τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες και τη βαρύτητα που δίδεται σε κάθε έναν από αυτούς και συνολικά, καταλήγει σε συγκεκριμένο σημείο, ωστόσο γίνεται και στάθμιση με την υφιστάμενη νομολογία, στον βαθμό που μπορεί να λειτουργήσει καθοδηγητικά.
Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη νομολογία της υπόθεσης Θεολόγου ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 800, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς τη βαρύτητα των πραγματικών περιστατικών. Στην υπόθεση Θεολόγου (ανωτέρω), η ληστεία διαπράχθηκε στο πλαίσιο συναυτουργίας, με σαφή καταμερισμό ρόλων και με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, ενώ η βία που ασκήθηκε, αν και οδήγησε σε πραγματική σωματική βλάβη, εντάσσεται στο πλαίσιο τυπικών περιστατικών ληστείας δρόμου. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται από κλιμακούμενη και επίμονη επιθετικότητα, με χρήση μαχαιριού για εκφοβισμό ανηλίκου, διατύπωση απειλών κατά της ζωής, άσκηση σωματικής βίας και περαιτέρω επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου, στοιχεία που προσδίδουν αυξημένη επικινδυνότητα και απαξία. Παράλληλα, ενώ στην υπόθεση Θεολόγου (ανωτέρω) η επιβληθείσα ποινή των 12 μηνών κρίθηκε επιεικής, υπό τα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης, στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν μεν σημαντικοί μετριαστικοί παράγοντες, όπως η άμεση παραδοχή ενοχής, το λευκό ποινικό μητρώο και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν εμφανίζονται με την ίδια ένταση στην εν λόγω νομολογία, πλην όμως δεν αρκούν για να εξουδετερώσουν τη σαφώς αυξημένη σοβαρότητα των πράξεων. Ως εκ τούτου, η υπόθεση Θεολόγου (ανωτέρω) παρέχει περιορισμένη καθοδήγηση και δεν μπορεί να αποτελέσει άμεσο συγκριτικό προηγούμενο για επιβολή ανάλογα επιεικέστερης ποινής, καθότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παρούσας υπόθεσης την τοποθετούν σε αισθητά υψηλότερη κλίμακα σοβαρότητας. Χρησιμοποιείται ως κατώτατο όριο.
Στη Σέλλας ν. Δημοκρατία (2005) 2 ΑΑΔ 215, η ληστεία ήταν εκδήλωση αντίδρασης των εφεσειόντων στην εξέλιξη πορείας που τροχιοδρομήθηκε με συμμετοχή και της αστυνομίας για εξιχνίαση υπόθεσης προμήθειας ναρκωτικών και είχε ως αντικείμενο το τσαντάκι του αστυνομικού υπό κάλυψη που συνάντησε τους δράστες. Οι ποινές, κατ’ έφεση, μειώθηκαν, στα 2 έως 2,5 έτη. Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες, καθότι και στις δύο περιπτώσεις η ληστεία δεν εντάσσεται στο πλαίσιο προσχεδιασμένης ή οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας με σκοπό τον οικονομικό πλουτισμό, αλλά συνιστά εκδήλωση στιγμιαίας αντίδρασης υπό συνθήκες έντασης. Εντούτοις, η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς τη σοβαρότητα των πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι εδώ παρατηρείται χρήση μαχαιριού για τον εκφοβισμό ανηλίκου, διατύπωση ρητών απειλών κατά της ζωής, άσκηση σωματικής βίας και συνέχιση της επιθετικής συμπεριφοράς ακόμη και παρουσία αστυνομικού οργάνου. Από την άλλη, σε αντίθεση με τη Σέλλας (ανωτέρω), στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν πρόσθετοι ουσιώδεις μετριαστικοί παράγοντες, όπως η άμεση παραδοχή ενοχής, το λευκό ποινικό μητρώο και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίοι λειτουργούν υπέρ του στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής. Δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης εξομοίωση, όμως η εν λόγω νομολογία δύναται να λειτουργήσει επικουρικά, τόσο προς συγκράτηση της ποινής από τα ανώτατα όρια όσο και σε συνδυασμό με τους υφιστάμενους μετριαστικούς παράγοντες, χωρίς όμως να δικαιολογεί και περαιτέρω ουσιώδη μείωσή της πέραν του σημείου που ανταποκρίνεται στην πραγματική βαρύτητα των συγκεκριμένων περιστατικών.
Για σκοπούς στάθμισης, έχω ακόμα υπόψη μου, μεταξύ άλλων, την Cotorceanu v. Αστυνομίας, ΠΕ84/20 κ.α., 17.2.2021, και την εκεί μνημονευόμενη νομολογία, μεταξύ της οποίας την Ποράς ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 452. Δεν εξαντλείται, προφανώς, η αναφορά στο σύνολο της νομολογίας, από μέρος της οποίας παρήλθαν και αρκετά χρόνια, με τα αδικήματα της φύσης αυτής να εξακολουθούν να βρίσκονται σε έξαρση, ωθώντας την εστίαση και στο στοιχείο της αποτροπής. Η νομολογία υποδεικνύει, υπό τα δικά της εκάστοτε πραγματικά δεδομένα, εύρος ποινικής αντιμετώπισης (12 μήνες – 4 έτη/48 μήνες) που εκτείνεται από σαφώς ηπιότερες περιπτώσεις μέχρι σαφώς βαρύτερες μορφές ληστείας, εντός του οποίου η παρούσα υπόθεση καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση.
Επιβάλλεται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
2η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
3η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
4η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
6η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, από την 19.2.2026, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.
Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[11]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[12]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[13].
Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, και κατόπιν νέας και αυτοτελούς στάθμισης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της εκτέλεσης του εναπομείναντος μέρους της ποινής φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη και έχει ήδη αποτυπωθεί τόσο στην επιλογή στερητικής της ελευθερίας ποινής όσο και στην έκτασή της. Πλην όμως, για τους σκοπούς του ειδικότερου αυτού ζητήματος, λαμβάνεται εκ νέου υπόψη ότι η επίδικη συμπεριφορά, παρότι ιδιαίτερα επικίνδυνη, δεν έλαβε τη μορφή οργανωμένης, προσχεδιασμένης ή επαναλαμβανόμενης εγκληματικής δράσης, αλλά εκδηλώθηκε ως στιγμιαία, παρορμητική και κλιμακούμενη αντίδραση, σε συνθήκες έντασης, με αφορμή την πεποίθηση του Κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος συνδεόταν με προηγηθείσα κλοπή της μοτοσικλέτας του. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο ώριμης ηλικίας, λευκού ποινικού μητρώου, με πραγματικούς οικογενειακούς δεσμούς και υποστηρικτικό πλαίσιο επανένταξης, και ότι η μέχρι τούδε παρουσία και στάση του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύουν πρόσωπο με παγιωμένη εγκληματική ροπή. Παρά την ανησυχία που εύλογα προκαλεί η στάση του έναντι του παραπονουμένου, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι προκύπτει, με τα παρόντα δεδομένα, ενεργός και διαρκής κίνδυνος για το εν γένει κοινωνικό σύνολο, ο οποίος να καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της έκτισης της ποινής για σκοπούς ειδικής πρόληψης. Η ήδη εκτιθείσα κράτηση, σε συνδυασμό με την επιβληθείσα ποινή, έχουν ήδη επιτελέσει σε ουσιώδη βαθμό τον ειδικοπροληπτικό τους σκοπό. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναστολή του εναπομείναντος μέρους της ποινής, υπό τη σαφή και υπαρκτή απειλή ενεργοποίησής της σε περίπτωση νέας παράβασης ή μη συμμόρφωσης προς τον νόμο, συνιστά επαρκή μηχανισμό συγκράτησης της μελλοντικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, χωρίς να αποδυναμώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε να υπονομεύει τη γενική αποτροπή. Συνεπώς, παρέχεται στον Κατηγορούμενο η δυνατότητα μίας δεύτερης ευκαιρίας. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
[εξηγείται η σημασία της αναστολής]
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: το κινητό να επιστραφεί στον παραπονούμενο, τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Άρθρο 91Α ΠΚ.
[2] Άρθρο 82 § 2 ΠΚ.
[3] Άρθρο 244(β) ΠΚ.
[4] Άρθρο 95 ΠΚ.
[5] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[6] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[7] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[8] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[9] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[10] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[11] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[12] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο