ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 4326 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
T. S.
___________________
Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Κυπρίζογλου, για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία πως την 10.2.2026, στη Λεμεσό, αποπειράθηκε παράνομα να επιφέρει τον θάνατο στο ανήλικο τέκνο της, M.S., με τη χορήγηση φαρμάκων (χάπια).
Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει την 27.5.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση της Κατηγορούμενης μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας, σκοπός για τον οποίο τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α). Το αίτημα αυτό προσέκρουσε σε ένσταση, από πλευράς Υπεράσπισης. Ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση. Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα:
Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη είναι αδιαμφισβήτητα πολύ σοβαρό. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, σε περίπτωση καταδίκης, είναι η δια βίου φυλάκιση.
Η μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, στην όψη της, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατάθεση του συζύγου της Κατηγορούμενης, την οπτικογραφημένη κατάθεση του ανηλίκου, και μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, πέρα από τη μαρτυρία που σχετίζεται με τις ανακριτικές πράξεις. Από το σύνολο της μαρτυρίας, προκύπτουν τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Η Κατηγορούμενη και ο σύζυγός της, ζεύγος με καταγωγή από τη Ρωσία, διαμένουν στην Κύπρο τα τελευταία τρία χρόνια, με το ανήλικο παιδί τους, που γεννήθηκε το 2018. Σε προγενέστερο χρόνο, διέμεναν στο Σικάγο. Πηγαινοέρχονταν στην Κύπρο και σε προγενέστερο χρόνο, λόγω της εργασίας του συζύγου της Κατηγορούμενης. Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας από το 2018. Είχαν αρχίσει με την απώλεια του ενός εκ των δύο παιδιών που περίμεναν και επιδεινώθηκαν με τον θάνατο της αδελφής της, έξι μήνες αργότερα. Ακολούθησε η πανδημία, ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας – Ουκρανίας. Όλα αυτά επιδείνωσαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση της υγείας της Κατηγορούμενης. Επισκέφθηκε για πρώτη φορά ψυχίατρο τον Φεβρουάριο του 2022, στο Σικάγο. Η διάγνωση ήταν ότι έπασχε από σχιζοφρένεια. Δεν ήταν επιθετική και δεν νοσηλεύτηκε, συνταγογραφήθηκαν φάρμακα, τα οποία λάμβανε στο σπίτι. Ήταν καλύτερα. Δεν είχε παρουσιάσει προβλήματα στη συμπεριφορά της απέναντι στο παιδί ούτε έπραξε οτιδήποτε προς βλάβη της ίδιας ή του παιδιού. Κατά τη μετάβαση του ζεύγους στην Κύπρο, έγινε επίσκεψη σε ψυχίατρο, για τη συνέχιση της θεραπείας της. Η Κατηγορούμενη ξεκίνησε να πίνει Olanzapine και Lorans, με σχετική συνταγή. Όταν είχε δυσκολία με τον ύπνο, έπαιρνε ένα Lorans 1mg. Το Olanzapine το έπαιρνε όταν είχε ανησυχία ή παράνοια. Κάποτε μισό και άλλοτε ένα χάπι των 5mg. Η συμπεριφορά της εξακολουθούσε να είναι φυσιολογική απέναντι στο παιδί. Την 6.2.2026 πήγε στη Σερβία με μία φίλη της, να παρακολουθήσουν παράσταση, και επέστρεψαν την 8.2.2026. Όταν έμπαινε στο αεροπλάνο, του έστειλε γραπτό μήνυμα ότι ένιωθε πανικό και είχε πάρει ένα χάπι Olanzapine. Έπειτα, ενώ βρισκόταν στη Σερβία, του είχε αναφέρει πως είχε παραισθήσεις, ότι δήθεν κάποιος της έδωσε οδηγίες να πάει πίσω στη Ρωσία. Το αίσθημα ότι κάποιος την παρακολουθεί συνεχίστηκε και όταν επέστρεψε στην Κύπρο, οπότε συμφώνησαν να πάνε στον γιατρό, διευθέτησαν ραντεβού για τη Δευτέρα 9.2.2026 και πήγαν. Ανέφερε στον γιατρό ότι τα χάπια Olanzapine της προκαλούν υπνηλία και απώλεια ενέργειας, ώστε να κάθεται όλη μέρα στον καναπέ και να κοιτάζει το Instagram. Αναφέρθηκε στον γιατρό και το αίσθημα παρακολούθησης που είχε αναπτύξει και συνταγραφήθηκε γι’ αυτό νέα αγωγή, δεν υπήρχε διαθέσιμη στο φαρμακείο που ήταν σε λειτουργία διανυκτέρευσης, όπου πήγαν μετά το ιατρικό ραντεβού. Στις 10.2.2026, ο σύζυγος της Κατηγορούμενης έφυγε από το σπίτι ώρα 20:00, για πρόβα κιθάρας, και επέστρεψε στις 22:45. Πριν φύγει, η Κατηγορούμενη και το παιδί ήταν στο σπίτι, ξύπνιοι. Όταν επέστρεψε, έβαλε την κιθάρα στο υπνοδωμάτιο και είδε ότι η σύζυγός του έλειπε από το δικό της ξεχωριστό υπνοδωμάτιο. Το πάπλωμα ήταν στο πάτωμα και έλειπε το μαξιλάρι. Πήγε στο υπνοδωμάτιο του παιδιού και είδε ότι το παιδί κοιμόταν πάνω στο κρεβάτι του ανάσκελα και η Κατηγορούμενη ήταν ξαπλωμένη με το μισό της σώμα πάνω στο παιδί, μπρούμυτα, ενώ στο πρόσωπο του παιδιού ήταν ένα μαξιλάρι και πάπλωμα, που κάλυπταν το πρόσωπό του. Η Κατηγορούμενη είχε τα μάτια της ανοικτά, δεν κοιμόταν. Την ρώτησε τι κάνει. Του είπε ότι κοιμάται με το παιδί. Της ζήτησε να φύγει, πράγμα που έκανε. Ο ίδιος μετακίνησε το μαξιλάρι και το πάπλωμα από το πρόσωπο του παιδιού και είδε ότι ανέπνεε. Η Κατηγορούμενη πήγε στο υπνοδωμάτιο της. Ο σύζυγός της την ακολούθησε. Θύμωσε μαζί της, βλέποντας, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν φυσιολογική. Της πήρε να πιει Olanzapine, και ξεκίνησε να ψάχνει τα Lorans. Τότε, η Κατηγορούμενη του είπε ότι τα ήπιε όλα. Βρήκε μέσα στο καλαθάκι, στο υπνοδωμάτιο της, τρία μπλίστερς Lorans, άδεια, ενώ κανονικά το καθένα έχει μέσα 10 χάπια. Βλέποντας τα τρία άδεια μπλίστερς, και την ίδια να φαίνεται ζαλισμένη, με αργή ανταπόκριση, άρχισε να πιστεύει ότι πράγματι τα ήπιε. Της ζήτησε να πάνε στον γιατρό, αρνήθηκε, την έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο επειδή έκρινε πως χρειαζόταν ιατρική βοήθεια, και την πήρε απευθείας στο νοσοκομείο, εξηγώντας εκεί τι συνέβη, και παραδίδοντάς τους και τα τρία άδεια μπλίστερς Lorans. Το παιδί είχε μείνει μόνο του στο σπίτι, λόγω του επείγοντος. Ο σύζυγος της Κατηγορούμενης επέστρεψε στο σπίτι, έλεγξε το παιδί, προσπάθησε να το ξυπνήσει, ξύπνησε αλλά και το παιδί φαινόταν ζαλισμένο, με καθόλου φυσιολογική αντίδραση. Ρώτησε το παιδί εάν η μητέρα του, του έδωσε χάπια, και απάντησε θετικά. Τότε, έβαλε το παιδί στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε ξανά αμέσως για το ίδιο νοσοκομείο. Όταν το παιδί συνήλθε, στο νοσοκομείο, είχε πει στον πατέρα του πως η Κατηγορούμενη του έδωσε μία χούφτα χάπια και ήπιε, υπέθεσε ότι ήταν τα ίδια που έπαιρνε και εκείνη. Το παιδί γενικά δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, είχε πάρει μόνο σιρόπι για τον βήχα, που είχε γράψει ο ωτορινολαρυγγολόγος. Ο σύζυγος της Κατηγορούμενης θεωρεί ότι η ίδια έδωσε τα χάπια στο παιδί ενόσω εκείνη δεν ήταν καλά και είχε παραισθήσεις, κάνοντας και η ίδια απόπειρα αυτοκτονίας, χωρίς να θέλει πράγματι να το βλάψει, εκφράζοντας τη θέση πως χρειάζεται θεραπεία και όχι εγκλεισμό, ενώ και το παιδί χρειάζεται τη μητέρα του. Η Κατηγορούμενη, μετά από το εν λόγω συμβάν, είχε μεταφερθεί και νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, ενώ το παιδί ανέκτησε την υγεία του. Δεν έχουν άλλους συγγενείς στην Κύπρο. Το παιδί, στην οπτικογραφημένη κατάθεσή του, ανέφερε ότι μένει με τον πατέρα του τώρα, παλαιότερα έμενε και η μητέρα του, αλλά αρρώστησε. Το παιδί περιέγραψε μία κανονική ημέρα του, όταν έμεναν όλοι μαζί, από το πρωϊνό ξύπνημα, στο σχολείο, κατά την επιστροφή, την ενασχόλησή του στο σπίτι με το play station, τις δραστηριότητες των γονιών του. Για την ημέρα που είχε πάει στο νοσοκομείο, ανέφερε πως παραλίγο να δηλητηριαστεί, με ληγμένα χάπια, που δεν ήξερε η μητέρα του ότι είχαν λήξει και νόμιζε πως θα τον βοηθούσαν. Δεν ήταν άρρωστος, ο ίδιος δεν ήθελε να τα πιει, αλλά η μητέρα του ήθελε να τα πάρει, και απλώς εκείνος τα ήπιε, με νερό, στην αρχή ένα και μετά μία χούφτα, αλλά δεν ξέρει πόσα ήταν στη χούφτα, μιλώντας για το μέγεθος της δικής του χούφτας. Δεν θυμάται τι του είπε η μητέρα του, όταν του έδωσε τα χάπια, ο ίδιος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και προσπαθούσε να κοιμηθεί και πήγε η μητέρα του και του έδωσε τα χάπια, ήπιε και εκείνη, γιατί είχε πονοκέφαλο, δεν ξέρει πόσα, τα πήρε πριν από τον ίδιο, μπροστά του. Ο ίδιος είχε βήχα, η μητέρα του σκέφτηκε ότι μπορεί να βοηθήσουν. Συνήθως του δίνει ζελεδάκια και βιταμίνες και σιρόπι. Ο πατέρας του ανέφερε στον ίδιο ότι εκείνη την ημέρα ήταν ληγμένα τα χάπια και ότι δηλητηριάστηκε, όπως και η μητέρα του, ο ίδιος είχε ξυπνήσει στο νοσοκομείο μετά που κοιμήθηκε στο σπίτι. Η σχέση του με τον πατέρα του είναι όπως και η σχέση του με τη μητέρα του. Η μητέρα του, όπως ανέφερε, πρέπει να μείνει για ακόμα λίγες ημέρες στο νοσοκομείο να γίνει καλά, αλλά ο ίδιος της μιλά στο τηλέφωνο. Ο ίδιος είναι πολύ καλά και δεν έχει κάποιο πρόβλημα. Σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία, η Κατηγορούμενη, την 10.2.2026 ώρα 23:15, είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, με την πληροφόρηση από τον σύζυγό της να είναι ότι κατανάλωσε 30 ταμπλέτες Lorans των 1mg. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, οι κόρες των ματιών της ήταν σε μύση, όπως συμβαίνει σε περίπτωση υπερδοσολογίας φαρμάκων αυτής της κατηγορίας. Το Lorans έχει δραστική ουσία τη λοραζεπάμη, που ανήκει στα παράγωγα βενζοδιαζεπίνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, μεταξύ άλλων, για βραχυπρόθεσμη θεραπεία μη αποδεκτών αγχωδών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του άγχους, και καταστάσεων που δημιουργούν ανικανότητα ή δυσφορία, άγχους που σχετίζεται με ψυχοσωματικές, οργανικές και ψυχωσικές ασθένειες, και για βραχυπρόθεσμη θεραπεία της αϋπνίας που σχετίζεται με το άγχος. Για ενήλικες, η ενδεδειγμένη δοσολογία είναι, για μέτριο έως σοβαρό άγχος 1-5mg ημερησίως, σε διαιρεμένες δόσεις, ενώ για την αϋπνία, 1-2mg πριν από τον ύπνο. Χρησιμοποιείται και ως προαναισθητική αγωγή πριν από ιατρικές επεμβάσεις. Για ηλικιωμένους ή εξασθενημένους ασθενείς, η δόση μειώνεται κατά το ήμισυ, ενώ δεν συνίσταται η λήψη από παιδιά ηλικιών 5-13. Είναι αδειοδοτημένο φάρμακο. Σε περίπτωση λήψης του από ανήλικο, αναφέρονται ψυχιατρικές και παράδοξες αντιδράσεις. Στους ενήλικες μπορεί να προκαλέσει κώμα. Κυκλοφορεί σε συσκευασία 50 δισκίων, χορηγείται κατόπιν ιατρικής συνταγής. Έγινε στην Κατηγορούμενη πλύση στομάχου, χορηγήθηκε αντίδοτο Flumazeline σε ενδοφλέβια μορφή, σε επαναλαμβανόμενες δόσεις, οπότε ξεκίνησε σταδιακά να αφυπνίζεται και να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Λήφθηκε δείγμα ούρων, έγιναν εξετάσεις και επιβεβαιώθηκε η ουσία στον οργανισμό της, το χημείο δεν είχε τη δυνατότητα ποσοτικού προσδιορισμού, δείγμα αίματος παραδόθηκε στην Αστυνομία. Όταν συνήλθε η Κατηγορούμενη, είχε αναφέρει στην ιατρό που την παρακολουθούσε ότι κατανάλωσε 30 χάπια, χωρίς να της αναφέρει τον λόγο. Είχε αναφερθεί στον σύζυγο της Κατηγορούμενης ότι θα ήταν καλό να έμενε μαζί της, όταν θα συνερχόταν, αλλά ανέφερε πως είχε στο σπίτι μόνο του ανήλικο παιδί, γι’ αυτό είχε φύγει από το νοσοκομείο, όμως την 11.2.2026 περί ώρα 00:30 επέστρεψε με το ανήλικο παιδί, επίσης σε κωματώδη κατάσταση. Ο σύζυγος της Κατηγορούμενης βρισκόταν γονατιστός έξω από την πόρτα του τμήματος, φώναζε και έκλαιγε αναστατωμένος, λέγοντας «she gave him pills». Το παιδί είχε κλειστά τα μάτια του και αντιδρούσε μόνο σε επώδυνα ερεθίσματα. Υπήρξε παρόμοια ιατρική αντιμετώπιση, επιβεβαιώθηκε η λήψη των ιδίων φαρμάκων στον οργανισμό του παιδιού. Ειδοποιήθηκε από το νοσοκομείο η Αστυνομία. Κατά την έρευνα που έγινε στο σπίτι του ζεύγους, παραλήφθηκε και ένα χειρόγραφο σημείωμα στη ρωσική γλώσσα, όπου, στην μπροστινή πλευρά του γράφει ως τίτλο «draw the monster», ο σύζυγος της Κατηγορούμενης αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα. Στην ανακριτική της κατάθεση, η Κατηγορούμενη ανέφερε πως μετέβησαν μόνιμα στην Κύπρο το 2022, λόγω της εργασίας του συζύγου της. Η ίδια έχει, όπως αρχικά της ανέφεραν, ψύχωση, ενώ μετέπειτα της ανέφεραν πως έχει σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή. Αυτή ήταν και η διάγνωση στο νοσοκομείο Αθαλάσσας. Για το περιστατικό που έγινε την 10.2.2026, ανέφερε «δεν μπορώ να επιβεβαιώσω ούτε να διαψεύσω τι έγινε λόγω της κατάστασης της ψυχικής μου υγείας». Απάντησε πως δεν θυμάται σε διάφορες ερωτήσεις που αφορούν το περιστατικό, ενώ επανέλαβε αρκετές φορές, σε διάφορες ερωτήσεις, την προαναφερόμενη φράση. Σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση που εκδόθηκε από το Κέντρο Ψυχικής Υγείας του Νοσοκομείου Λεμεσού, πριν από την εισαγωγή της για νοσηλεία στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, είναι υπό αμφισβήτηση εάν η Κατηγορούμενη πήρε η ίδια και έδωσε τα χάπια στο παιδί παρακινούμενη από φωνές. Κατά την εξέτασή της, έκλαιγε συνεχώς, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τον λόγο, μιλούσε λίγο στα Αγγλικά και λίγο στα Ρωσικά, κάνοντας ακατανόητες κινήσεις στον χώρο, χωρίς δυνατότητα συνεργασίας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό της ψυχιάτρου του νοσοκομείου Αθαλάσσας (Τεκμήριο Β), κατά την εισαγωγή της, η Κατηγορούμενη παρουσίαζε συμπτώματα, με οξεία, ενεργό, μείζονα ψυχοπαθολογία, συμβατά με ψυχωσικό επεισόδιο σε υποτροπή. Έλαβε φαρμακευτική αγωγή με καλή ανταπόκριση και ύφεση της συμπτωματολογίας. Κατά την τελευταία εξέταση, 14.4.2026, παρουσιαζόταν σταθερή στην ψυχική της κατάσταση, προσανατολισμένη στον χώρο, τον χρόνο, τα πρόσωπα, χωρίς διαταραχές στον λόγο και στη σκέψη, με ευαισθησία στη διάγνωση και στο επεισόδιό της. Δεν παρουσίαζε συμπτώματα ενεργούς, μείζονος ψυχοπαθολογίας που να την αποτρέπουν από το να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία.
Στο σύνολό της, η ως άνω μαρτυρία παρέχει στοιχεία ικανά να συνδέσουν την Κατηγορουμένη με το αποδιδόμενο αδίκημα και, συνακόλουθα, να στηρίξουν πιθανολόγηση καταδίκης για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η αναφορά του συνηγόρου της Κατηγορουμένης ότι προτίθεται, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, να αποδεχθεί το σύνολο της μαρτυρίας ως έχει, προβάλλοντας υπεράσπιση στηριζόμενη στο ζήτημα της έλλειψης ποινικής ευθύνης λόγω ψυχικής διαταραχής (φρενοπάθεια / insanity), δεν αναιρεί την πιο πάνω εκτίμηση. Η εν λόγω τοποθέτηση συνιστά δικονομική επιλογή της Υπεράσπισης, η οποία άπτεται της ουσίας της υπόθεσης και του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας και δεν δύναται να προδικαστεί στο παρόν στάδιο. Η ενδεχόμενη αποδοχή της μαρτυρίας και η νομική της αξιολόγηση, είτε υπό το φως του απαιτούμενου βάρους απόδειξης ως προς τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας, περιλαμβανομένου του σύνθετου ζητήματος της απόδειξης της απαιτούμενης πρόθεσης, είτε υπό το πρίσμα της προβαλλόμενης υπεράσπισης, η οποία τελεί υπό το υφιστάμενο τεκμήριο εχεφροσύνης και χρήζει απόδειξης, αποτελούν αντικείμενο της κρίσης του αρμοδίου Δικαστηρίου κατά τη δίκη, κατόπιν πλήρους παρουσίασης και εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων. Ομοίως, το ζήτημα της ενδεχόμενης καταλληλότητας του χρησιμοποιηθέντος μέσου, δηλαδή των συγκεκριμένων χαπιών, προς πρόκληση θανάτου, καθώς και η επίδρασή του στην στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης πρόθεσης, συνιστούν ζητήματα ουσίας που θα εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Στο αδίκημα της απόπειρας φόνου, το κρίσιμο στοιχείο έγκειται πρωτίστως στην ύπαρξη πρόθεσης θανάτωσης και στην εκδήλωση πράξης που συνιστά αρχή εκτέλεσης του σκοπού αυτού, και όχι κατ’ ανάγκην στην αντικειμενική ικανότητα του χρησιμοποιηθέντος μέσου να επιφέρει θάνατο με βεβαιότητα ή υψηλή πιθανότητα. Η ενδεχόμενη μη καταλληλότητα του μέσου, εφόσον ήθελε διαπιστωθεί, δεν αποκλείει αφ’ εαυτής τη στοιχειοθέτηση απόπειρας, εάν αποδειχθεί ότι η Κατηγορουμένη ενήργησε υπό την αντίληψη ότι το μέσο ήταν πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού της. Η δε απουσία τέτοιας πρόθεσης ή αντίληψης, περιλαμβανομένων και εκδοχών κατά τις οποίες η Κατηγορουμένη ενήργησε υπό την επίδραση της ψυχικής της κατάστασης ή στο πλαίσιο άλλης συμπεριφοράς που δεν αποσκοπούσε στην πρόκληση θανάτου, αποτελεί ζήτημα που άπτεται της ουσίας και της αξιολόγησης της μαρτυρίας κατά τη δίκη. Τα ψυχικά προβλήματα που αναφέρθηκαν, καθώς και η ενδεχόμενη συνύπαρξη πράξεων στραμμένων και κατά της ίδιας της Κατηγορουμένης, δεν αποκλείουν, αφ’ εαυτών, την ύπαρξη της απαιτούμενης πρόθεσης ως προς το αποδιδόμενο αδίκημα, αλλά συνιστούν παράγοντες που θα συνεκτιμηθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στο παρόν στάδιο, τα ζητήματα αυτά δεν αναιρούν την ύπαρξη επαρκούς μαρτυρίας προς στήριξη πιθανολόγησης καταδίκης για το αδίκημα της απόπειρας φόνου.
Αναφορικά με τους δεσμούς της Κατηγορουμένης με τη Δημοκρατία, το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό δεν καταδεικνύει την ύπαρξη τέτοιων σταθερών και ισχυρών προσωπικών, οικογενειακών, κοινωνικών ή άλλων δεσμών που, στην παρούσα περίπτωση, να λειτουργούν επαρκώς ως ουσιαστικό ανάχωμα έναντι του κινδύνου φυγοδικίας. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Κατηγορουμένη και η οικογένειά της διαμένουν στην Κύπρο μόλις κατά τα τελευταία τρία έτη, ενώ προηγουμένως διέμεναν στο Σικάγο και, όπως αναφέρεται, πηγαινοέρχονταν στην Κύπρο και σε προγενέστερο χρόνο λόγω της εργασίας του συζύγου της, γεγονός που δεν προσδίδει χαρακτήρα μακράς και βαθιάς εγκατάστασης στον τόπο. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ύπαρξη ευρύτερου συγγενικού ή υποστηρικτικού δικτύου εντός της Δημοκρατίας, καθόσον ρητώς αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν άλλοι συγγενείς στην Κύπρο, ούτε τέθηκαν στοιχεία που να καταδεικνύουν προσωπική επαγγελματική δραστηριοποίηση της Κατηγορουμένης, ιδιόκτητη περιουσία ή άλλες σταθερές βιοτικές αναφορές που να την προσδένουν με ιδιαίτερη ένταση στον τόπο. Αντιθέτως, το υλικό αναδεικνύει υπαρκτή δυνατότητα μετακίνησης και σύνδεσης με το εξωτερικό, δεδομένης της ρωσικής καταγωγής της, της προηγούμενης διαμονής της στις Ηνωμένες Πολιτείες και του πρόσφατου ταξιδιού της στη Σερβία, λίγες μόλις ημέρες πριν από το επίδικο συμβάν. Βεβαίως, η παρουσία του συζύγου και του ανήλικου τέκνου της στην Κύπρο, καθώς και το ότι το τέκνο γεννήθηκε και φοιτά στις πρώτες τάξεις σχολείου στη Δημοκρατία, συνιστούν στοιχεία που δεν αγνοούνται και τα οποία, κατ’ αρχήν, λειτουργούν ανασχετικά. Πλην όμως, ο δεσμός αυτός δεν δύναται να αποτιμηθεί απομονωμένα ούτε να θεωρηθεί αποφασιστικός, εφόσον η ίδια η υπόθεση αφορά, κατά την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία, πράξεις στραμμένες κατά του ανήλικου τέκνου της Κατηγορουμένης, γεγονός που αποδυναμώνει την ασφάλεια του συμπεράσματος ότι η οικογενειακή σχέση αρκεί, αφ’ εαυτής, να εξουδετερώσει τον κίνδυνο μη εμφάνισής της στη δίκη. Περαιτέρω, η εκπεφρασμένη επιθυμία του συζύγου της Κατηγορουμένης, στην κατάθεσή του, όπως αυτή να μην τεθεί υπό κράτηση λόγω της ανάγκης θεραπείας της, δεν λειτουργεί, υπό τις περιστάσεις, ως παράγοντας ενίσχυσης των δεσμών της με τη Δημοκρατία, αλλά, αντιθέτως, δεν αποκλείει, αλλά αντιθέτως καθιστά ρεαλιστικό, το ενδεχόμενο κοινής αποχώρησης. Και τούτο, διότι, ελλείψει άλλων σταθερών και αντικειμενικών παραγόντων πρόσδεσης στον τόπο, δεν προκύπτει οποιοδήποτε ουσιαστικό εμπόδιο που να αποτρέπει την οικογένεια από το να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία, εφόσον, κατά την κρίση της, μία τέτοια ενέργεια θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της, περιλαμβανομένης της αποφυγής των συνεπειών της ποινικής διαδικασίας και της διατήρησης της οικογενειακής συνοχής. Περαιτέρω, ούτε η φύση της επαγγελματικής ή άλλης δραστηριότητας της Κατηγορουμένης ή του συζύγου της, όπως αυτή προκύπτει από τη μαρτυρία, συνιστά παράγοντα ικανό να περιορίσει ουσιωδώς τη δυνατότητα μετακίνησής τους σε άλλη χώρα, στην οποία θα μπορούσαν να εγκατασταθούν, εφόσον το επέλεγαν. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δεσμοί της Κατηγορουμένης με τη Δημοκρατία είναι μεν υπαρκτοί, σε κάποιο βαθμό, όχι όμως τέτοιας ποιότητας, διάρκειας και έντασης ώστε να αποτρέπουν, με επαρκή ασφάλεια, τον κίνδυνο φυγοδικίας.
Με δεδομένη τη διαπίστωση ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, το ζήτημα που απομένει προς εξέταση είναι κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός δύναται να αντιμετωπιστεί επαρκώς με την επιβολή κατάλληλων όρων, ως εισηγείται η πλευρά της Υπεράσπισης. Η εξέταση αυτή εντάσσεται στην αρχή ότι η προσωρινή κράτηση αποτελεί έσχατο μέτρο και ότι προηγείται, κατ’ αρχήν, η αναζήτηση ηπιότερων μέσων διασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορουμένου στη δίκη. Το Δικαστήριο οφείλει, συναφώς, να αξιολογήσει κατά πόσον οι προτεινόμενοι ή δυνητικοί όροι είναι τέτοιας φύσεως, έντασης και αποτελεσματικότητας ώστε να εξουδετερώνουν, με επαρκή ασφάλεια, τον διαπιστωθέντα κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις συνθήκες τέλεσής του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Κατηγορουμένης, όπως αυτά προκύπτουν από το ενώπιόν του υλικό. Μόνον εφόσον κριθεί ότι οι όροι αυτοί δεν επαρκούν για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δύναται να δικαιολογηθεί η επιβολή του αυστηρότερου μέτρου της κράτησης.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επισημάνει αρχικά ότι το αποδιδόμενο αδίκημα δεν αφορά αποκλειστικά την ιδιωτική ή οικογενειακή σφαίρα της Κατηγορουμένης, ώστε να δύναται να προσεγγιστεί ως ζήτημα που περιορίζεται εντός του πλαισίου των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Αντιθέτως, πρόκειται για αδίκημα ιδιαιτέρως σοβαρής φύσεως, το οποίο, εκ της φύσεώς του, προσβάλλει θεμελιώδη έννομα αγαθά και εγείρει ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την απονομή της Δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, η διαχείρισή του δεν δύναται να εξαρτάται ή να καθορίζεται αποκλειστικά από τη στάση ή τις επιθυμίες των μελών της οικογένειας, ούτε να περιορίζεται σε εκτιμήσεις περί της οικογενειακής συνοχής ή ευημερίας. Η ανάγκη διασφάλισης της παρουσίας της Κατηγορουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου και της ομαλής διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας διατηρεί, υπό τις περιστάσεις, αυτοτελή και υπέρτερη βαρύτητα, ακόμη και αν τούτο ενδέχεται να είναι δυσχερές να γίνει πλήρως αντιληπτό από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού, ήτοι της διασφάλισης της παρουσίας της Κατηγορουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη οι συνήθεις όροι που δύνανται να επιβληθούν, όπως η παροχή εγγύησης, η παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, η υποχρέωση τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό ή άλλοι συναφείς περιοριστικοί όροι, οι οποίοι, κατά τη φύση και τη λειτουργία τους, αποσκοπούν στη διασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορουμένου στη δίκη. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται, ούτε δύναται, να επινοεί νέες μορφές περιοριστικών μέτρων πέραν εκείνων που αναγνωρίζονται στο ισχύον δικονομικό πλαίσιο ή στηρίζονται σε επαρκή νομοθετική εξουσιοδότηση. Η σχετική αξιολόγηση περιορίζεται, συνεπώς, στο κατά πόσον οι διαθέσιμοι και νομικά επιτρεπτοί όροι είναι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, επαρκείς για να αντιμετωπίσουν με ασφάλεια τον διαπιστωθέντα κίνδυνο φυγοδικίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του αποδιδόμενου αδικήματος και της ιδιαίτερα αυστηρής ποινής που αυτό επισύρει σε περίπτωση καταδίκης, ο κίνδυνος αποφυγής της δίκης ενισχύεται ουσιωδώς. Περαιτέρω, όπως ήδη έχει αναλυθεί, οι δεσμοί της Κατηγορουμένης με τη Δημοκρατία δεν εμφανίζονται τέτοιας έντασης και σταθερότητας ώστε να λειτουργούν ως αξιόπιστο αντίβαρο στον εν λόγω κίνδυνο. Αντιθέτως, το σύνολο των περιστάσεων καταδεικνύει ότι υφίσταται πρακτική δυνατότητα μετακίνησης της Κατηγορουμένης και της οικογένειάς της εκτός της Δημοκρατίας, χωρίς να διαπιστώνονται ουσιαστικά εμπόδια προς τούτο. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι όροι όπως η παράδοση διαβατηρίου ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων δεν επαρκούν, καθόσον δεν αποκλείουν την πιθανότητα παράνομης εξόδου από τη χώρα ή μετάβασης σε άλλη χώρα με εναλλακτικά μέσα. Ομοίως, η επιβολή χρηματικής εγγύησης, ανεξαρτήτως ύψους, δεν διασφαλίζει επαρκώς την παρουσία της Κατηγορουμένης, εφόσον, ενόψει της σοβαρότητας των συνεπειών που αντιμετωπίζει, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το ενδεχόμενο απώλειας του σχετικού ποσού θα θεωρηθεί αποδεκτό. Η δε υποχρέωση εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό, ή άλλοι συμπεριφορικοί περιορισμοί, ως εκ της φύσεώς τους, λειτουργούν εκ των υστέρων και δεν δύνανται να αποτρέψουν αποτελεσματικά μια ενδεχόμενη αιφνίδια αποχώρηση από τη Δημοκρατία. Δεν υφίστανται συγκεκριμένες, εξατομικευμένες εγγυήσεις ή συνδυασμός όρων τέτοιας αυξημένης έντασης που να δύνανται να αντισταθμίσουν τον διαπιστωθέντα κίνδυνο. Ειδικότερα, θα ήταν δυσχερές να γίνει αποδεκτό ότι οι προτεινόμενοι ή άλλοι επιτρεπτοί όροι δύνανται να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, καθόσον το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό καταδεικνύει όχι μόνο πρακτική δυνατότητα αποχώρησης από τη Δημοκρατία, αλλά και απουσία επαρκών αντικειμενικών παραγόντων που να λειτουργούν αποτρεπτικά έναντι μιας τέτοιας επιλογής. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι η επιβολή ηπιότερων μέτρων δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού της διασφάλισης της παρουσίας της Κατηγορουμένης στη δίκη και ότι, υπό τις περιστάσεις, η κράτησή της μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης καθίσταται αναγκαία.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η προσωρινή κράτηση της Κατηγορουμένης ενδέχεται να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες, τόσο για την ίδια όσο και για την οικογένειά της, περιλαμβανομένου του ανήλικου τέκνου, ούτε και το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη χρήζει ιατρικής και ψυχιατρικής παρακολούθησης. Ομοίως, λαμβάνεται υπόψη η θέση της Υπεράσπισης ότι η αποφυλάκιση υπό όρους θα μπορούσε να επιτρέψει τη συνέχιση της θεραπείας της και την προετοιμασία της υπεράσπισής της ενόψει της δίκης. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν παράγοντες που συνεκτιμώνται στο πλαίσιο της συνολικής στάθμισης. Πλην όμως, τα ανωτέρω δεν δύνανται να υπερισχύσουν της ανάγκης διασφάλισης της παρουσίας της Κατηγορουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία αποτελεί πρωταρχικό σκοπό της ποινικής διαδικασίας στο παρόν στάδιο. Η ενδεχόμενη ωφέλεια από τη μη κράτηση, είτε υπό τη μορφή της συνέχισης της θεραπείας είτε υπό το πρίσμα της οικογενειακής συνοχής, δεν αίρει ούτε εξουδετερώνει τον διαπιστωθέντα κίνδυνο φυγοδικίας, ιδίως όταν, όπως ήδη έχει κριθεί, δεν υφίστανται επαρκή εχέγγυα ότι η Κατηγορουμένη θα παρουσιαστεί στη δίκη εάν αφεθεί ελεύθερη. Περαιτέρω, το ζήτημα της ψυχικής κατάστασης της Κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο και της ενδεχόμενης επίδρασής της στην ποινική της ευθύνη αποτελεί αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προδικαστεί στο παρόν στάδιο. Το Δικαστήριο δεν δύναται, στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης, να αποδεχθεί ως δεδομένη την εκδοχή ότι η Κατηγορουμένη ενήργησε υπό καθεστώς που αποκλείει την ποινική της ευθύνη, ούτε να βασίσει σε αυτήν την κρίση του ως προς την αναγκαιότητα της κράτησης. Εξάλλου, η παροχή ιατρικής και ψυχιατρικής φροντίδας δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την αποφυλάκιση, εφόσον δύναται να εξασφαλιστεί και εντός του πλαισίου κράτησης, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Υπό το πρίσμα αυτό, η ανάγκη θεραπείας της Κατηγορουμένης, αν και σημαντική, δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, λόγο που να καθιστά δυνατή την αποδοχή της εισήγησης για απόλυση υπό όρους. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι, αν και κατανοητοί και ανθρώπινα σημαντικοί, δεν επαρκούν για να ανατρέψουν το συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η κράτηση της Κατηγορουμένης παραμένει αναγκαία για την εξυπηρέτηση των σκοπών της Δικαιοσύνης.
Ως προς τη διάρκεια της αιτούμενης κράτησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η υπόθεση έχει ήδη οριστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι την 27.5.2026. Ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρος ή δυσανάλογος, ώστε να καθιστά την κράτηση της Κατηγορουμένης αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας. Αντιθέτως, πρόκειται για περιορισμένης διάρκειας επέμβαση στην προσωπική της ελευθερία, η οποία τελεί σε εύλογη σχέση με τη σοβαρότητα του αποδιδόμενου αδικήματος και την ανάγκη διασφάλισης της παρουσίας της στη δίκη. Κατά συνέπεια, η χρονική έκταση της κράτησης, ως προτείνεται, δεν ανατρέπει το συμπέρασμα περί αναγκαιότητάς της.
Αναφορικά με την επίκληση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), από πλευράς της Υπεράσπισης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει την επιβολή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Η εφαρμογή της, ωστόσο, δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, την επιβολή μέτρου κράτησης σε πρόσωπο που αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, νοουμένου ότι οι συνθήκες κράτησης και η παρεχόμενη φροντίδα είναι συμβατές με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις ιδιαίτερες ανάγκες της κατάστασής του. Ειδικότερα, η κράτηση προσώπου με ψυχική νόσο ενδέχεται να εγείρει ζητήματα υπό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, όχι όμως εκ του γεγονότος της κράτησης καθαυτό, αλλά εφόσον αποδεικνύεται ότι οι συνθήκες κράτησης ή η έλλειψη κατάλληλης ιατρικής και ψυχιατρικής φροντίδας επιφέρουν επίπεδο ταλαιπωρίας που υπερβαίνει το αναπόφευκτο όριο που συνεπάγεται κάθε νόμιμη στέρηση της ελευθερίας. Στην παρούσα περίπτωση, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι η κράτηση της Κατηγορουμένης, ως τέτοια, θα συνεπάγεται μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Αντιθέτως, λαμβάνεται υπόψη ότι η Κατηγορουμένη ήδη έτυχε ιατρικής και ψυχιατρικής φροντίδας, με βελτίωση της κατάστασής της, και δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι δεν δύναται να της παρασχεθεί η αναγκαία θεραπευτική αγωγή και παρακολούθηση εντός του πλαισίου κράτησης ή υπό την ευθύνη των αρμόδιων υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η επίκληση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, αν και σοβαρή και επιβαλλόμενη να εξετάζεται με προσοχή, δεν θεμελιώνει, επί των παρόντων δεδομένων, αυτοτελή λόγο που να αποκλείει την επιβολή του μέτρου της κράτησης, εφόσον αυτή κρίνεται κατά τα λοιπά αναγκαία και πληρούνται οι προϋποθέσεις νομιμότητας και αναλογικότητας.
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα για την προσωρινή κράτηση της Κατηγορούμενης εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής.
Κατά τη διάρκεια της κράτησης της Κατηγορουμένης, να διασφαλιστεί η παροχή της αναγκαίας ιατρικής και ψυχιατρικής φροντίδας, σύμφωνα με τις ανάγκες της κατάστασής της.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο