ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 10769/25
Δημοκρατία
ν.
A. T.
Κατηγορούμενος
- - - - - - - - - - - - - -
Ημερομηνία: 23.3 2026
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Ζένιου
Κατηγορούμενος παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 31 ετών, κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, σε κατηγορίες που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Β. Ειδικότερα, παραδέχθηκε ότι την 7.8.2025 κατείχε παράνομα ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 973,06 γραμμαρίων (4η κατηγορία) και ότι κατείχε την πιο πάνω ουσία και ποσότητα με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο (5η κατηγορία).
Οι λοιπές κατηγορίες, (1η - 3η, 6η και 7η κατηγορία), έχουν διακοπεί από την Κατηγορούσα Αρχή.
Τα γεγονότα ως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:
«1. Στις 29.07.2025, μέσω ταχυδρομικής αποστολής, αφίχθηκε στη Δημοκρατία ένα χάρτινο πακέτο με αριθμό αποστολής CP044519355TH. Το συγκεκριμένο πακέτο, που στάλθηκε στην Κύπρο από την Ταϊλάνδη, περιείχε, συμφώνα με τη σχετική «Δήλωση Αποστολής», φαγώσιμα.
2. Ακολούθως, την 01.08.2025, στο γραφείο των Κυπριακών Ταχυδρομείων, που βρίσκεται στον χώρο του παλαιού Αεροδρομίου Λάρνακας, τελωνιακός λειτουργός προέβη σε φυσικό έλεγχο του εν λόγω πακέτου. Κατά τον έλεγχο, εντοπίστηκε εντός του πακέτου, ποσότητα κάνναβης, χωρισμένη σε τέσσερις επιμέρους συσκευασίες. Στη συνέχεια, το πιο πάνω πακέτο παραλήφθηκε από μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας.
3. Στις 03.08.2025, αφού λήφθηκε άδεια για διενέργεια ελεγχόμενης παράδοσης σύμφωνα με το Νόμο, το περιεχόμενο του προαναφερθέντος πακέτου, δηλαδή οι συσκευασίες που περιείχαν την κάνναβη, αφαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα.
4. Στις 07.08.2025 το ως άνω πακέτο, που πλέον περιείχε τα ομοιώματα της κάνναβης, μεταφέρθηκε στο κεντρικό Ταχυδρομείο Λεμεσού, ώστε να παραδοθεί στο πρόσωπο, το οποίο, στα έγγραφα της φορτωτικής, κατονομαζόταν ως ο παραλήπτης αυτού. Περί ώρα 0915 της ίδιας ημέρας, ο κατηγορούμενος μετέβη στο πιο πάνω ταχυδρομικό γραφείο, όπου ζήτησε να παραλάβει το συγκεκριμένο πακέτο. Ο κατηγορούμενος κατέβαλε τα σχετικά τέλη, υπέγραψε το σχετικό έντυπο παραλαβής και παρέλαβε το πακέτο. Ακολούθως και κατά την αναχώρησή του από το ταμείο του ταχυδρομείου, ανακόπηκε από μέλη της ΥΚΑΝ και συνελήφθη.
5. Οι συσκευασίες, που περιείχαν την κάνναβη, μεταφέρθηκαν στο Κρατικό Χημείο, όπου κατόπιν επιστημονικής εξέτασης διαπιστώθηκε ότι το συνολικό βάρος αυτής ανερχόταν στα 973,6 γραμμάρια.
6. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτός κατείχε την πιο πάνω ποσότητα ναρκωτικών με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο.»
Αναφέρεται επίσης στο γραπτό κείμενο των γεγονότων, ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ότι από την σύλληψη του, ήτοι από τις 07.08.2025, τελεί υπό κράτηση.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, γραπτή και προφορική, ορθά αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, ιδίως της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια, αφού ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου. Αφού αναφέρθηκε στη σημασία της παραδοχής του κατηγορούμενου και της συνεργασίας του με την αστυνομία, στο λευκό του ποινικό μητρώο, στις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, στον ρόλο του στη διάπραξη των αδικημάτων και εξέθεσε όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, τέλος μετέφερε την απολογία και την μεταμέλεια του για τα αδικήματα που διέπραξε.
Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε αυτούσια τα όσα ανέφερε στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του:
«[…] ο Αλεξέι δεν αποτελεί τον ιθύνοντα νου της ‘επιχείρησης’, η οποία δεν του ανήκει και δεν την ‘τρέχει’ (βλ. Attorney General v. Peck [2020] EWCA Crim 147), ενώ, ταυτόχρονα, δεν οργανώνει και δεν προΐσταται της οποιασδήποτε εμπορίας. Επιπρόσθετα, οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες δεν του ανήκουν, ούτε και σχεδίασε, ούτε και κατηύθυνε την όλη ‘επιχείρηση’, ούτε και θα τις εμπορευόταν ή θα τις διέθετε για ίδιον όφελος. Ούτε και είχε την οποιαδήποτε ανάμειξη στην εναπόθεση -και στον τρόπο εναπόθεσης - των ναρκωτικών ουσιών στο επίδικο πακέτο εντός του οποίου εντοπίστηκαν. Ως εκ των ως άνω, δεν αποτελεί στυγνό έμπορο/προμηθευτή που με τις αποφάσεις κι ενέργειές του οργανώνει εγκληματικές επιχειρήσεις, διοχετεύοντας ναρκωτικά στις τάξεις της κοινωνίας.
Αντιθέτως, ο ρόλος του περιορίστηκε σε αυτόν του διανομέα, για μία και αποκλειστική φορά, για χάριν του ιθύνοντος νου, εντελώς ευκαιριακά (βλ. σχετικά με τη διαφοροποίηση του ρόλου Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 242/18, ημ. 31/05/19, ECLI:CY:AD:2019:B205, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 15/24, ημ. 20/05/25 R v Khan [2013] EWCA Crim. 800, R v. Haxihaj [2016] EWCA Crim 83, R v. Sanghera [2016] EWCA Crim 94, R v. Dooley [2022] EWCA Crim 643), με αντάλλαγμα την υπόσχεση για το χρηματικό ποσό των €1.000. Εν απλοίς λόγοις, του εδόθησαν οδηγίες για την παραλαβή του επίδικου δέματος που περιείχε μέσα τις ναρκωτικές ουσίες (δηλαδή το tracking number, τα στοιχεία παραλήπτη και τη διεύθυνση του ταχυδρομείου), καθώς και του προορισμού παράδοσής του, ήτοι σε ένα διαμέρισμα σε κοντινή περιοχή του ταχυδρομείου όπου εκεί θα τον ανέμενε ένα άλλο πρόσωπο, άγνωστο στον ίδιο. Οι οδηγίες ήταν να παραλάβει το πακέτο όπως ήταν κλειστό από το ταχυδρομείο και να το παραδώσει. Σε αυτό το σημείο εξαντλείται και ο βαθμός συμμετοχής του Αλεξέι στα όσα του καταλογίζονται. Ο, δε, ρόλος αυτός αποκτά ακόμα μικρότερη σημασία εάν αναλογιστεί κανείς και τα λίγα λεπτά που θα κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή μέχρι να μεταβεί από το ταχυδρομείο στο προαναφερθέν διαμέρισμα (βλ. Δημοκρατία ν. Δ.Μ. κ.α., Αρ. Υπ. 3227/2025, ημ. 09/01/2026), καθώς και το ότι δεν γνώριζε καν την ακριβή ποσότητα των ναρκωτικών που υπήρχαν εντός του πακέτου.»
Αρχικά λαμβάνουμε υπόψη μας την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου. Η παραδοχή του συνοδεύτηκε από έκφραση μεταμέλειας, η οποία, μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458, 463). Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, η οποία επαναλήφθηκε πολύ πρόσφατα στην Κεσίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, ημερ. 8.10.2025, ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου». Στη Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/19, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B88, λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενός κατηγορούμενου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως στοιχείο μεταμέλειας…».
Αναφέρουμε από τώρα πως χωρίς την παραδοχή του κατηγορούμενου τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Από την άλλη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι ο κατηγορούμενος καταλήφθηκε από την αστυνομία να έχει στην κατοχή του την πιο πάνω ποσότητα ναρκωτικών, αφού αυτός ανακόπηκε από την αστυνομία μόλις παράλαβε το πακέτο εντός του οποίου υπήρχαν τα ναρκωτικά (Inloo ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441).
Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια συνεργάστηκε με την αστυνομία και παραδέχθηκε ότι κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης και έδωσε λεπτομέρειες της δικής του εμπλοκής και του ρόλου του.
Μεταγενέστερα δε, κατονόμασε τον ιθύνοντα νου και απεκάλυψε τον χώρο διαμονής του δηλώνοντας ακόμη ότι είναι πρόθυμος να του ληφθεί κατάθεση και σε περίπτωση σύλληψης του να δώσει μαρτυρία εναντίον του ως μάρτυρας κατηγορίας σε περίπτωση που αυτός θα προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρθηκε στην Mbakoup ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 119: «Η έμπρακτη συνεργασία με την Αστυνομία θεωρείται άλλωστε πάντοτε από τη νομολογία ως μετριαστικός παράγων και αυτό πρέπει να είναι στη γνώση των κατηγορουμένων προσώπων». Συνεπώς λαμβάνουμε υπόψη μας την πιο πάνω στάση του κατηγορούμενου, τόσο την αρχική όσο και την επόμενη, η οποία φανερώνει ειλικρινή πρόθεση εκ μέρους του για συνεργασία με την αστυνομία αλλά δεικνύει και την μεταμέλεια του.
Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου από την σύλληψη του μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και της στάσης που τηρεί ως υπόδικος, λαμβάνεται επίσης υπόψη ως ενδεικτικό στοιχείο της μεταμελείας του. Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανάφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ο κατηγορούμενος «επιδεικνύει άμεμπτη διαγωγή και συμπεριφορά καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που τελεί υπό κράτηση ως υπόδικος από τον Αύγουστο του 2025. Δεν έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ούτε έδωσε το οποιοδήποτε δικαίωμα είτε σε συγκρατούμενους, είτε σε δεσμοφύλακες, να θεωρούν ότι αναμειγνύεται σε όσα απαγορεύονται. Είναι απόλυτα πειθαρχημένος και συνεσταλμένος, ενώ δεν συναγελάζεται καθόλου με άτομα που βρίσκονται έγκλειστα λόγω ανάμειξής τους σε υποθέσεις ναρκωτικών. Μάλιστα, συνδράμει σε εργασίες της πτέρυγάς του, όπως το καθάρισμα, με προθυμία.»
Βαρύτητα αποδίδουμε και στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, το οποίο αποτελεί ένδειξη για την πρότερη στάση του προς τους νόμους και δικαιούται να προσβλέπει στην επιείκεια του Δικαστηρίου (Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211).
Παρά το ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό την εξασφάλιση χρηματικού ποσού ύψους €1000, το οποίο θα έδιδε στην μητέρα του για να αντιμετωπίζει τα οικονομικά της προβλήματα και ότι αυτό θα ήταν ουσιαστικά το όφελος που θα αποκόμιζε αφού θα παραλάμβανε τα ναρκωτικά και θα τα παρέδιδε σε άλλο πρόσωπο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι με αυτή του την ενέργεια θα διοχετευόταν στην αγορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και ότι είναι μετά από την έγκαιρη παρέμβαση της αστυνομίας που έχει αποφευχθεί η διοχέτευσή τους (Μemic v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) Α.Α.Δ. 276). Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στην Ghοli v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 30, 33, όπου αναφέρθηκαν εξής:
«Τα δικαστήρια της Κύπρου, όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας: βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.»
Ούτε αγνοούμε ότι «η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεσή τους δεν διαφέρει. Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος» (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η απόφαση στην Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 144/16 κ.ά., ημερ. 21.2.17, όπου επαναλήφθηκε ότι οι μεταφορείς των ναρκωτικών αποτελούν ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης και διασποράς τους στη χώρα μας. Στην Αναστασιάδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 242/18, ημερομηνίας 31.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B205, λέχθηκε πως «ούτε μπορεί να παραγνωριστεί ο ρόλος του εφεσείοντα ως μεταφορέα στην ουσία των ναρκωτικών ουσιών, από την άποψη ότι δέχθηκε να διακινήσει τον Σ. ο οποίος εν γνώσει του μετέφερε ναρκωτικά που είχε στην κατοχή του». Τέλος, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στη Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400, 406, όπου, χρόνια πριν, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Άσχετα με τη διάρκεια της κατοχής των ναρκωτικών από τον εφεσείοντα κυρίαρχο στοιχείο της εγκληματικής του συμπεριφοράς ήταν η διευκόλυνση του κατηγορούμενου 1 στο να αποφύγει της συνέπειες της εγκληματικής δράσης του. Αυτό αποτελεί ένα άκρως επιβαρυντικό παράγοντα.»
Ακόμη πιο πρόσφατα, η ανάγκη για επιβολή αυστηρής τιμωρίας στους συνεργούς των εμπόρων ναρκωτικών, στους οποίους συγκαταλέγονται οι διακινητές, επαναλήφθηκε στη Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 15/24, ημερ. 20.5.25:
«Ο Εφεσείων δεν ήταν άβουλο όργανο στα χέρια των εντολέων του αλλά αποδέχτηκε εκουσίως να ενεργήσει ως διακινητής των ναρκωτικών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. R v. Boakye a.o. [2012] EWCA Crim 833, Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 144/2016 κ.ά., ημερ. 21.2.2017). Στην Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στις ακόλουθες επισημάνσεις σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση των διακινητών ναρκωτικών:
‘Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του.’
Ούτε μπορούμε να αποδεχτούμε ότι προκλήθηκε στον κατηγορούμενο συναισθηματική φόρτιση τέτοιου μεγέθους, συνεπεία της ανθρώπινης επιθυμίας του να βοηθήσει οικονομικά την μητέρα του η οποία βρίσκεται στην Ουκρανία και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του, με αποτέλεσμα να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να επιλέξει νόμιμους τρόπους για να εξασφαλίσει ένα χρηματικό ποσό ώστε να βοηθήσει την μητέρα του και όχι να εμπλακεί με τον τρόπο που ενεπλάκη διαδραματίζοντας τον ρόλο του παραλήπτη και μεταφορέα των ναρκωτικών, διευκολύνοντας κατά αυτό το τρόπο το έργο των εμπόρων ναρκωτικών. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Λ.Κ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 154: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.»
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικογενειακές – προσωπικές του περιστάσεις και στα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Συγκεκριμένα ανέφερε τα ακόλουθα:
«Ο Αλεξέι είναι σήμερα ηλικίας 31 ετών. Ο πατέρας του κατάγεται από τη Γερμανία και η μητέρα του από την Ουκρανία. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ουκρανία, όπου λίγο καιρό αργότερα μετακόμισαν οικογενειακώς στη Γερμανία. Δεν έχει αδέλφια και διατηρεί ερωτικό δεσμό με συνομήλικη κοπέλα από την Ουκρανία, με την οποία απέκτησε ένα παιδί ηλικίας σήμερα 4 ετών. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που βρίσκεται έγκλειστος δεν τον έχουν επισκεφθεί λόγω του κόστους ενός τέτοιου ταξιδιού και του ακατάλληλου του περιβάλλοντος των φυλακών για ένα παιδί τέτοιας παιδικής ηλικίας.
Κατέφθασε στην Κυπριακή Δημοκρατία τον Απρίλιο του 2025 για σκοπούς εργασίας διεκδικώντας ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο και την οικογένειά του, με την προοπτική να μετακομίσουν μαζί του η σύντροφος και το παιδί του, όταν θα σταθεροποιείτο οικονομικά. Μέχρι και πριν τον εγκλεισμό του κατοικούσε στη Λεμεσό, σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με συγκάτοικο, και εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος με online shops και drop shipping. Ο μισθός του δεν ήταν σταθερός, διότι καθορίζετο αναλόγως του κύκλου των εργασιών. Ο τελευταίος μισθός που έλαβε ήταν τον Ιούλιο του 2025 και ανερχόταν περίπου στις €2.000. Από αυτόν, €450 καταβλήθηκαν για το ενοίκιο, €300 στη μητέρα του προς οικονομική ενίσχυση και €700 στη σύντροφο και το παιδί του στην Ουκρανία, με το υπόλοιπο να το χρησιμοποιεί για τα προσωπικά του έξοδα και τους λογαριασμούς και ένα μέρος του για την αποπληρωμή χρωστούμενων λογαριασμών προηγούμενων μηνών. Ωστόσο, λόγω του ότι ο κύκλος των εργασιών του μειωνόταν και τα ως άνω έσοδα δεν ήταν πάντοτε σταθερά αναζητούσε νέα εργασία. Επισημαίνεται, ότι η σύντροφός του εργάζεται σε καφετέρια στην Ουκρανία ως σερβιτόρα λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό περί τα €500. Τα εισοδήματα της μητέρας του είναι πενιχρά και δεν ξεπερνούν τα €350, αφού πλέον εργάζεται μόνο περιστασιακά -και αδήλωτα- ως καθαρίστρια, λόγω και της ηλικίας της, 65 σήμερα ετών.
Η ζωή του δεν ήταν καθόλου εύκολη. Ειδικότερα, βίωσε εξαιρετικά τραυματικές εμπειρίες, αφού ο πατέρας του, εξαρτημένος από το αλκοόλ, ήταν πολύ βίαιος, λεκτικά και σωματικά, τόσο προς τον ίδιο, όσο και προς τη μητέρα του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πατέρας του αποκαλούσε τη μητέρα του μπροστά τους με χυδαίους χαρακτηρισμούς όπως «βρωμιάρα», «πουτάνα» και «ηλίθια» και τον Αλεξέι «ηλίθιο», «βλάκα» και «μπάσταρδο». Επιπλέον, όταν τύχαινε να κλαίει, ως μικρό παιδί που ήταν, του φώναζε επιτακτικά να «σκάσει».
Παράλληλα και στο πλαίσιο της ίδιας απαράδεκτης συμπεριφοράς του, χτυπούσε τη μητέρα του με διάφορους τρόπους, δηλαδή είτε με χαστούκια, είτε με κλωτσιές, είτε της τραβούσε τα μαλλιά, είτε την έσπρωχνε και την τραβούσε από τα ρούχα, ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, της πίεζε το λαιμό σαν να την πνίγει, την γρονθοκοπούσε, την έφτυνε και της πετούσε αντικείμενα, μπροστά στον Αλεξέι. Σωματική βία ασκείτο και στον ίδιο με ταυτόσημους τρόπους, καθώς και με αντικείμενα, όπως λαστιχένιες παντόφλες και ζώνη. Μέχρι και σήμερα, θυμάται χαρακτηριστικά τις σκηνές αυτές, τα κλάματα, τις φωνές και τις εικόνες της κακοποιημένης μητέρας του.
Εξαιτίας της εξάρτησης από το αλκοόλ, ο πατέρας του ήταν παντελώς ανίκανος και ακατάλληλος να ανταποκριθεί στα γονικά του καθήκοντα. Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την οικογένειά του, δεν νοιάστηκε ποτέ για το εάν ο Αλεξέι χρειαζόταν κάτι, δεν ρώτησε ποτέ πώς είναι και τι κάνει, δεν προσέφερε ποτέ στο σπίτι τους το οτιδήποτε. Επίσης, δεν μπορούσε να εργαστεί σταθερά, με αποτέλεσμα να παραμένει άνεργος για μεγάλα χρονικά διαστήματα, γεγονός που βύθισε την οικογένεια σε οικονομικό τέλμα.
Η μητέρα του, παρά το ότι κακοποιείτο συστηματικά, δεν είχε το σθένος να καταγγείλει τον πατέρα του στην αστυνομία, αφενός γιατί βρισκόταν μόνη σε μία ξένη για αυτή χώρα κι αφετέρου διότι δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα στον πατέρα του παιδιού της. Ανεχόταν την κατάσταση και με όποιο τρόπο μπορούσε εισέφερε ένα μικρό εισόδημα στο σπίτι, κάνοντας δύο δουλειές, το πρωί υπάλληλος σε σουπερμάρκετ και το απόγευμα ως καθαρίστρια σε σπίτια. Οικονομική βοήθεια λάμβαναν από τη μητρική του γιαγιά (η οποία απεβίωσε πρόσφατα μετά από άνιση μάχη με την επάρατη νόσο), για να ζήσουν, έστω, με τα αναγκαία χρειώδη.
Όταν ο Αλεξέι ήταν 5 ετών, η μητέρα του τον πήρε και, με τη βοήθεια της μητρικής του γιαγιάς, εγκατέλειψαν τον πατέρα του στη Γερμανία και επέστρεψαν στην Ουκρανία, λόγω του κακοποιητικού περιβάλλοντος που υπήρχε. Ο πατέρας του, μόλις το αντιλήφθηκε, τηλεφώνησε στη μητρική του γιαγιά και της είπε πως καλύτερα που έφυγε η «πουτάνα» και το «μπάσταρδό» της. Έκτοτε, ο Αλεξέι (και η μητέρα του) δεν έχει την οποιαδήποτε επαφή με τον πατέρα του, δεν γνωρίζει καν που βρίσκεται ή εάν ζει, ούτε και αυτός (ο πατέρας) επεδίωξε ποτέ την οποιαδήποτε περαιτέρω συναναστροφή.
Στην Ουκρανία αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η μητέρα του εργαζόταν και πάλι μέρα νύχτα για να τα βγάλουν πέρα, ενώ και ο Αλεξέι στην ηλικία περίπου των 12 ετών ξεκίνησε να απασχολείται σε διάφορες εργασίες για ένα μεροκάματο, όπως σε τσαγγάρηδες και σε οικοδομές. Ουσιαστικά, πολεμούσαν να επιβιώσουν, δίχως άλλο υποστηρικτικό υπόβαθρο ή περιβάλλον, πέραν της μητρικής γιαγιάς που συνεισέφερε από το δικό της υστέρημα ό,τι και όσο μπορούσε. Από μικρή ηλικία, βίωσε και αντιλήφθηκε την έννοια του «δεν έχω», «δεν μπορώ», σε ό,τι αφορά τα χρήματα. Ωστόσο, ανέπτυξε ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του, ακριβώς λόγω του ότι οι δυο τους έμειναν στη ζωή και ο ένας αποτελεί στήριγμα του άλλου.
Σε ό,τι αφορά τη μόρφωσή του και λόγω του ότι εργάζετο όπως προαναφέρθηκε, εγκατέλειψε, μη έχοντας άλλη επιλογή, το σχολείο σε ηλικία 14 ετών, σύντομα, όμως, αντιλήφθηκε, ως ώριμος έφηβος, πως θα έπρεπε κατ’ ελάχιστον να ολοκληρώσει το λύκειο. Επέστρεψε, στην ηλικία των 16 ετών σε νυχτερινό σχολείο, οπότε και αποφοίτησε από αυτό ως, παράλληλα, εργαζόμενος τα πρωινά και απογεύματα. Με πολύ κόπο και προσωπικό μόχθο εισήχθη στο πανεπιστήμιο και απέκτησε το πτυχίο της διοίκησης επιχειρήσεων, δουλεύοντας παράλληλα.».
Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής, θα λάβουμε υπόψη μας τα πιο πάνω και ό,τι αφορά στις προσωπικές και άλλες συνθήκες του κατηγορούμενου, αφού όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί, δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωση κατά την επιβολή ποινής ότι οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων δεν λαμβάνονται υπόψη, παρά το ότι μνημονεύονται. Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στη Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Ο συνήγορος τόνισε ενώπιον του Εφετείου τη θέση του ότι το Κακουργιοδικείο παρά την αναφορά στις προσωπικές και άλλες συνθήκες του εφεσείοντος στην ουσία τις εξουδετέρωσε εφόσον ανέφερε ότι η σημασία των προσωπικών συνθηκών ήταν μειωμένη. Κρίνεται ότι η επιβληθείσα ποινή της 12ετούς φυλάκισης ήταν απόλυτα ισορροπημένη μετά από σφαιρική αντίληψη και εικόνα και των αδικημάτων και των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντος, έχοντας υπόψη πάντοτε και το μέγεθος των ναρκωτικών που βρέθηκαν, ήτοι, 11 κιλά και 538,61 γρ. ποινή δωδεκαετούς φυλάκισης επιβλήθηκε από το Εφετείο για λιγότερη ποσότητα ξηρής φυτικής κάνναβης στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, μειώνοντας ποινή δεκατεσσάρων χρόνων μετά από παραδοχή με μια προηγούμενη καταδίκη. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε και στη Μαυρικίου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 359, για λιγότερη ποσότητα της ίδιας ναρκωτικής ουσίας σε έγγαμο άτομο, πατέρα ανήλικου και με λευκό ποινικό μητρώο.
Το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε και ορθά, να αναφερθεί και στα λεχθέντα στην Victor Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211, (μείωση ποινής στα 11 και 13 χρόνια για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 23,805 κιλών κάνναβης) όπου αναφέρθηκε ότι δεν θα πρέπει να δίνεται η εντύπωση κατά την επιβολή της ποινής ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά καθόλου υπόψη, παρά το ότι μνημονεύονται. Αποτελεί βέβαια πάντοτε ζήτημα βαθμού το πώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετωπίζει και εξισορροπεί τους διάφορους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναμφίβολα κάθε κατηγορούμενος δικαιούται σε εξατομίκευση της ποινής του, η οποία μπορεί να είναι μικρής ή μεγάλης έκτασης ανάλογα με το είδος του αδικήματος και τα γεγονότα που το περιβάλλουν. Όπως λέχθηκε ήδη το Κακουργιοδικείο έχοντας σφαιρική άποψη για την όλη υπόθεση, επέβαλε το ορθό μέτρο ποινής υπό τις περιστάσεις.»
Η υπεράσπιση προωθεί ότι οι συνθήκες κράτησης του κατηγορούμενου στα κελιά του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμειας και του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού της Λεμεσού, προτού αυτός μεταφερθεί στις Κεντρικές Φυλακές που βρίσκεται σήμερα, δεν ήταν οι ενδεδειγμένες, με αποτέλεσμα να κρατήθηκε σε συνθήκες που συνιστούν απάνθρωπη ή/και εξευτελιστική μεταχείριση, κατά παράβαση του απόλυτου δικαιώματος του άρθρου της 3 ΕΣΔΑ, για συνολική περίοδο 2 μηνών και 20 ημερών. Αυτό το γεγονός είναι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει ληφθεί υπόψιν προς όφελός του κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος συνήγορός του επικαλέστηκε την απόφαση στην υπόθεση Ananyev a.o. v. Russia, Applications no 42525/07, 60800/08, ημερ. 10.4.2012.
Ανάλυση της υπόθεσης Ananyev γίνεται στην υπόθεση SHIMON MISTRIEL AYKOUT v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 237/2024 ημερομηνίας 10/10/2024 η οποία στρεφόταν κατά της διαταγής κράτησης του Εφεσείοντος εκκρεμούσης της δίκης λόγω του κινδύνου φυγοδικίας. Οι λόγοι έφεσης, μεταξύ άλλων, αφορούσαν κατ' ισχυρισμό απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Συντάγματος και του αντίστοιχου Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, λόγω των συνθηκών κράτησης και προβλημάτων υγείας τα οποία αντιμετώπιζε ο Εφεσείων. Η υπόθεση αυτή αφορούσε τις συνθήκες κράτησης τριών υποδίκων, με αναφορά, κυρίως στο εμβαδόν των κελιών και υπερπληθυσμό των φυλακών, όπου κρατούντο. Το ΕΔΑΔ διαπιστώνοντας παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, διαπίστωσε παραβίαση και του Άρθρου 13, ήτοι, του δικαιώματος των αιτούντων σε αποτελεσματική θεραπεία. Ανέφερε επί του σημείου τα εξής (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
“210. The Court further reiterates that the applicants in the present case were victims of a violation of Article 13 of the Convention on account of the absence of an effective domestic remedy for ventilating arguable claims of allegedly inadequate conditions of detention. The Court reached this conclusion following a careful examination of the situation obtaining in Russian law. The Court also noted the structural nature of this problem in the Russian legal system, finding that it does not currently allow the aggrieved individual either to put an end to an ongoing violation or to obtain adequate compensation for a period of detention that has already ended. (…)
212. The Court reiterates that it has expressly abstained from requiring the respondent State to take any specific general measure for the purpose of bringing the conditions of detention in remand centres into line with Article 3 of the Convention. While voicing its concerns and indicating possible ways to address the existing deficiencies, the Court has found that any substantive mandate in this area would go beyond its judicial function, given the nature of the issues involved. The situation is, however, not the same as regards the violation of Article 13 on account of the lack of effective domestic remedies in respect of the applicants’ complaints about inadequate conditions of detention. In accordance with Article 46 of the Convention, the Court’s findings under this provision require clear and specific changes in the domestic legal system that would allow all people in the applicants’ position to complain about alleged violations of Article 3 resulting from inadequate detention conditions and to obtain adequate and sufficient redress for such violations at domestic level.
213. The Court has already highlighted the existing shortcomings in Russian law and set out the Convention principles which should guide the authorities in setting up effective domestic remedies as required by the Convention. It is recalled that the respondent State is free to choose the means to meet those requirements subject to supervision of the Committee of Ministers under Article 46 of the Convention. In order to assist the authorities in finding the appropriate solutions, the Court will give further consideration to that matter. It will do by addressing first the preventive remedies and then turning to the compensatory remedy.”
Με βάση τα πιο πάνω, το ΕΔΑΔ εξέτασε σημαντικές αδυναμίες του ρωσικού δικαίου για σκοπούς ικανοποίησης της προϋπόθεσης για αποτελεσματική θεραπεία (Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ). Ανέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση το αστικό ρωσικό δίκαιο, δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αποζημίωση αλλά μόνο σε δηλωτική απόφαση περί παραβίασης δικαιώματος. Ανέδειξε δηλαδή στοιχεία που καθιστούν την όποια διαθέσιμη θεραπεία, μη αποτελεσματική. Κατόπιν, προέβη σε συγκεκριμένες εισηγήσεις για σκοπούς συμμόρφωσης της Ρωσίας με το Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Παρά ταύτα σημείωσε, στην παρ. 221 της απόφασης του ότι (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):
“The introduction of the preventive remedy alone would clearly not be sufficient because a remedy designed to prevent the overcrowding and other violations of Article 3 from occurring would not be adequate to redress a situation in which the individual has already endured for some time inhuman or degrading treatment. The respondent Government must therefore put in place a remedy which can provide redress for the violations that have already occurred. (…)”
Είναι στο πιο πάνω πλαίσιο που το ΕΔΑΔ προχώρησε να εξετάσει την πιθανότητα έκπτωσης στην ποινή, αναφέροντας ότι:
“222. A mitigation of sentence may under certain conditions be a form of compensation afforded to defendants in connection with violations of the Convention that occurred in the criminal proceedings against them (…).»
Ακολούθως, προχώρησε να εξετάσει προτεινόμενη τροποποίηση ρωσικής νομοθεσίας, ως εξής (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου):
«223. The Court has not yet had an opportunity to decide on a case in which the applicant’s sentence has been mitigated in redress for a prior violation of Article 3 of the Convention. It notes that, according to the official bulletin of the State Duma of the Russian Federation, a draft amendment of the sentencing provisions of the Criminal Code, introduced and prepared for first reading, provides for an increased crediting of the period spent in pre-trial detention towards the sentence (Draft Law no. 73983-5 amending Article 72 of the Criminal Code). The proposal envisages that the time in pre-trial detention would be multiplied by certain standard reduction coefficients and the resulting period deducted from the duration of the custodial sentence. Whereas it is not for the Court to express an opinion on such an legislative issue, it considers it relevant to reiterate in this connection the requirements of an effective remedy, set out in paragraph 94 above, which may be useful for the Russian authorities in their implementation of the present judgment irrespective of the outcome of the above legislative amendment.
224. First, a compensatory remedy in the form of a mitigation of sentence will necessarily be of a limited remit, for it will be accessible only to the persons convicted and sentenced to a period of imprisonment of a certain duration. It does nothing to accommodate the rights of persons who have been acquitted or convicted but given a sentence shorter than the time they had already spent in pre-trial detention adjusted by the applicable coefficient.
225. Second, the courts must acknowledge the violation of Article 3 in a sufficiently clear way and afford redress by reducing the sentence in an express and measurable manner. Without a specific explanation in the domestic courts’ judgments as to the extent to which the finding and acknowledgement of a violation of Article 3 entailed a reduction of the sentence, the mitigation of the sentence would not deprive, on its own, the aggrieved individual of his status as a victim of the violation (see Dzelili, cited above, § 85). This measurability requirement presupposes the legal possibility for an individualised assessment of the impact of the violation on the Convention rights and of the specific redress that should be afforded to the aggrieved individual. An automatic mitigation operated by means of standard reduction coefficients is unlikely to be compatible with individualised assessment. Besides, it should be taken into account that an automatic reduction of sentence for convicted criminals on account of their previous stay in substandard detention facilities may adversely affect the public interest of criminal punishment (see Dimitrov and Hamanov v. Bulgaria, nos. 48059/06 and 2708/09, § 129, 10 May 2011).
226. Finally, it is also clear that while an automatic mitigation of sentence on account of inhuman conditions of detention may be considered as a part of a wide array of general measures to be taken, it will not provide on its own a definitive solution to the existing problem of deficient remedies nor contribute, to a decisive extent, to eradication of genuine causes of overcrowding, namely the excessive use of custodial measures at the pre-trial stage and poor material conditions of detention.»
Επομένως, από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι αναφορές του ΕΔΑΔ ως προς την έκπτωση στην ποινή φυλάκισης λόγω παραβίασης του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, έγιναν σε συγκεκριμένο πλαίσιο, με συγκεκριμένο υπόβαθρο. Αυτό ήταν, η διαπίστωση του ΕΔΑΔ για παραβίαση του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, λόγω απουσίας αποτελεσματικής θεραπείας και εξέταση της θέσης της Ρωσίας για θεσμοθέτηση, δια νόμου, της δυνατότητας έκπτωσης ποινής φυλάκισης, ως μέτρο συμμόρφωσής της με το Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Με τα δεδομένα αυτά, το ΕΔΑΔ προχώρησε να εξετάσει με ποιον τρόπο η συζήτηση σε επίπεδο ρωσικού δικαίου, για έκπτωση ποινής φυλάκισης, θα μπορούσε από μόνη της να αποτελέσει «αποτελεσματική θεραπεία», συνεπεία παραβίασης του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτό έθεσε τα ως άνω τρία σημεία, ως εργαλεία για καθοδήγηση της Ρωσίας για σκοπούς ουσιαστικής συμμόρφωσής της με το Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, ήτοι, για σκοπούς θεσμοθέτησης αποτελεσματικής θεραπείας κατόπιν παραβίασης του Άρθρου 3, λόγω μη ενδεδειγμένων συνθηκών κράτησης.
Επομένως, η αναφορά του ΕΔΑΔ στην παρ. 225 της απόφασής του, στην οποία η Υπεράσπιση μας έχει παραπέμψει, ότι “the courts must acknowledge the violation of Article 3 in a sufficiently clear way and afford redress by reducing the sentence in an express and measurable manner” , δεν δύναται να θεωρηθεί ότι ενεργοποιεί καθήκον του παρόντος Δικαστηρίου να αποδώσει έκπτωση στην ποινή φυλάκισης, αλλά, επεξηγεί με ποιον τρόπο μια τέτοια πρόνοια εσωτερικού (ρωσικού) δικαίου, θα μπορούσε να αποτελέσει «αποτελεσματική θεραπεία», εν τη εννοία του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ.
Το πιο πάνω υπόβαθρο δεν ισχύει εν προκειμένω. Τούτο διότι, εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα απουσίας αποτελεσματικής θεραπείας για τυχόν παράβαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ούτε και προωθήθηκε μια τέτοια θέση από την Υπεράσπιση. Όπως αναφέρεται στην SHIMON MISTRIEL AYKOUT (ανωτέρω), στην Αnanyev «επισημαίνεται ότι υπάρχουν δυο είδη θεραπειών τις οποίες η νομολογία αναγνωρίζει σχετικά με παράπονα για απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση: (α) βελτίωση των ουσιαστικών συνθηκών κράτησης, και (β) αποζημίωση για την ζημία ή βλάβη την οποία ο κρατούμενος υπέστη. Εάν ο προσφεύγων έχει κρατηθεί σε συνθήκες οι οποίες παραβιάζουν το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, εγχώρια θεραπεία ικανή να θέσει τέρμα στη συνεχιζόμενη παραβίαση είναι ιδιαίτερης σημασίας.» Σημειώνουμε ότι δεν προωθήθηκε η θέση ότι σήμερα οι συνθήκες κράτησης του κατηγορούμενου, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Ο κατηγορούμενος θέτει ζήτημα για περίοδο 2 μηνών όπου κρατείτο σε δύο διαφορετικούς Αστυνομικούς Σταθμούς, ζήτημα σε σχέση με το οποίο, επαναλαμβάνουμε, δεν τέθηκε ενώπιον μας ότι δεν διατηρεί δικαίωμα σε αποτελεσματική θεραπεία, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ.
Υπό το φως των πιο πάνω και υπό το φως απουσίας άλλης δεσμευτικής προς το παρόν Δικαστήριο νομολογίας αλλά και νομοθετικού μηχανισμού δια του οποίου να επιβαλλόταν η έκπτωση στην ποινή φυλάκισης λόγω μη ενδεδειγμένων συνθηκών κράτησης, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.
Τα αδικήματα κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα, γεγονός που αντανακλάται στην προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, η οποία είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου (άρθρο 6(3) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77)).
Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, καθώς και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, αφού η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας (Salaryand (ανωτέρω)).
Στην Mallouk v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 711, λέχθηκε ότι η πρόθεση κέρδους αυτοκαθορίζει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής.
Θα πρέπει εδώ να επαναλάβουμε ότι, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο και, σε τέτοιες περιπτώσεις, το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Στη Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 109 και 110 για τη μάστιγα των ναρκωτικών:
«Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας. Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359».
Τέλος, στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551).
Πληθώρα αποφάσεων του Εφετείου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Εφετείου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο διότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαίτερες συνθήκες του παραβάτη (Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123 και Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1). Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217).
Στην πολύ πρόσφατη Γενικός Εισαγγελέας v. Ποιρατζίδη, Ποινική Έφεση 60/23, ημερ. 28.1.26, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 28 ετών, παραδέχθηκε κατηγορία κατοχής 994,1 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Είχε συλληφθεί, μετά από πληροφορία, να παραλαμβάνει από σκιπ, το οποίο βρισκόταν σε πεζοδρόμιο έξω από μία υπό ανακαίνιση οικία, μια νάιλον διαφανή συσκευασία, η οποία, κατόπιν καταδίωξής του, έπεσε στο έδαφος. Πρωτόδικα, αφού λήφθηκε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο, πατέρας τριών παιδιών (το ένα νεογέννητο), διέπραξε το αδίκημα λόγω της άμεσης ανάγκης να εξασφαλίσει τη δόση του, ο βαθμός εξάρτησης από τα ναρκωτικά, η συνεργασία του με τις αρχές (στις οποίες παραδέχτηκε από την αρχή την κατοχή) και η συμμετοχή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 27 μηνών. Κατ’ έφεση, η ποινή αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών, τονίζοντας ότι η παρέλευση των 4 ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής από το Εφετείο επιδρά ώστε η ποινή «να είναι ουσιαστικά μειωμένη συγκριτικά με την ποινή που θα ήταν όρθρο να είχε επιβληθεί πρωτοδίκως».
Στη Faal v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 203/20, ημερ. 4.10.22, ECLI:CY:AD:2022:B373, ο κατηγορούμενος, 37 ετών, βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία ότι κατείχε 1 κιλό και 41,9 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών. Η περιεκτικότητα της κάνναβης σε τετραϋδροκανναβινόλη ήταν 17,8%, ήτοι μέτριας προς καλής ποιότητας. Πρωτόδικα λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι δεν ήταν χρήστης ναρκωτικών και οι προσωπικές του περιστάσεις. Το Εφετείο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή, τονίζοντας ότι:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων που κρίθηκε ένοχος ο εφεσείων έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί από τη νομολογία. Ενδεικτικές της σοβαρότητας των αδικημάτων είναι και οι ανώτατες ποινές που προνοούνται από τη νομοθεσία για τέτοιου είδους αδικήματα, όπου για τα αδικήματα της εισαγωγής και κατοχής με σκοπό τη προμήθεια ναρκωτικών ουσιών ανέρχονται σε δια βίου φυλάκιση. Η δε συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, σε συνδυασμό με την κοινωνική απαξία που τα χαρακτηρίζει, καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως ορθά τονίστηκε από το Κακουργιοδικείο. Παράλληλα, σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα της υπόθεσης και το πρόσωπο του κατηγορουμένου έχουν τη σημασία τους κατά την επιβολή ποινής με την ανάγκη εξατομίκευσης να μην ατονεί, παρά την ανάγκη για αποτρεπτικές ποινές. Είναι, επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani και Bora, πιο πάνω).»
Στην Πισσάς v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 229/16, ημερ. 14.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B114, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από ακρόαση, για το αδίκημα της κατοχής 3 κιλών και 902 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Ήταν ο ιθύνων νους για την παραλαβή και παράδοση των ναρκωτικών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο νεαρό της ηλικίας του και στην εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Η ποινή φυλάκισης 9 ετών, η οποία επιβλήθηκε πρωτόδικα, επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην Bora ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια. Τα ναρκωτικά ήταν 2.028,3 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 27 ετών, ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Λήφθηκε επίσης προς όφελός του η περιορισμένης μορφής συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές.
Στην Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 17/16, ημερ. 22.5.17, ECLI:CY:AD:2017:D183, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια. Τα ναρκωτικά ήταν 2 κιλά και 7,5 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 43 ετών, ήταν νυμφευμένος και πατέρας τριών κοριτσιών, ηλικίας 21, 20 και 16 ετών αντίστοιχα. Το μικρότερο του παιδί αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ και ο ίδιος είχε σωματική αναπηρία αφού έχασε μέρος του αριστερού του πέλματος σε κυνηγετικό ατύχημα και χρησιμοποιούσε τεχνητό μέλος. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου.
Στην Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) Α.Α.Δ. 392, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Τα ναρκωτικά ήταν 2 κιλά και 818,77 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 26 ετών, είχε παραδεχτεί την κατηγορία, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα.
Στην Κλεομένης ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, ο κατηγορούμενος, νεαρής ηλικίας και με λευκό ποινικό μητρώο, κρίθηκε ένοχος ότι εισήγαγε παράνομα 2.307 γρ. ρητίνης κάνναβης. Ο σχεδιασμός αποστολής των ναρκωτικών στην Κύπρο χαρακτηρίστηκε ως επαγγελματικός, σε συνδυασμό με την ποσότητα των εισαχθέντων ναρκωτικών θεωρήθηκαν ως επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία κατέτασσαν τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην κατηγορία του εμπόρου ναρκωτικών. Ποινή φυλάκισης 7 ετών επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στη Σαμπή (2012) – ανωτέρω, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία ότι κατείχε παράνομα 1 κιλό και 4,28 γρ. ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το Εφετείο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή, σημειώνοντας ότι η ποινή της δια βίου φυλάκισης, η οποία προβλέπεται στο νόμο, καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για το εν λόγω αδίκημα.
Στην Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 75, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν στη διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, δηλαδή 2.985,10 γρ. κάνναβης και κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 10 χρόνων αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος είχε τρεις προηγούμενες καταδίκες. Η έφεση κατά της ποινής αναφερόταν στην ποινή φυλάκισης των 6 ετών για την κατηγορία της απλής κατοχής των ναρκωτικών. Το Εφετείο θεώρησε πως η ποινή δεν εξέφευγε του μέτρου που καθορίζει η νομολογία και επικύρωσε την ποινή.
Στην Χρίστου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 448, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την 11ετή ποινή φυλάκισης σε υπόθεση κατοχής σχεδόν 6 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, σε 8ετή φυλάκιση, αφού έλαβε υπόψη τις ασυνήθεις τραγικές προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου (τρία από τα μέλη της οικογένειας του έπασχαν από πολύ σοβαρές ασθένειες) σε συνδυασμό με την παραδοχή του.
Στην Soleimani v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 476, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε σε νεαρό ηλικίας 26 ετών, ο οποίος είχε παραδεχθεί αδικήματα που αφορούσαν σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης.
Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών σε κατηγορούμενο, ηλικίας 25 ετών κατά τον χρόνο της έφεσης, στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 1,5 σχεδόν κιλών κάνναβης. Η έφεση κατά της ποινής που καταχώρισε ο κατηγορούμενος απορρίφθηκε.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98).
Ως προς τις επιπτώσεις από την επιβολής ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο σε άλλα πρόσωπα (ανήλικο παιδί, μητέρα) αν και λαμβάνονται υπόψη, εντούτοις όπως λέχθηκε και την υπόθεση KHALED KABLAWI & OTHERS ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1990) 2 ΑΑΔ 494: «Οι ανθρωπιστικοί λόγοι που επικαλούνται οι εφεσείοντες δεν μπορούν να αλλάξουν την προσέγγιση του Δικαστηρίου. Οι ίδιοι έπρεπε να είχαν σκεφτεί πριν αποφασίσουν να διαπράξουν το έγκλημα αυτό της κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών τα επακόλουθα της πράξης τους και τις συνέπειες που θα είχε όχι μόνο σ' αυτούς και τις οικογένειες τους που μια ποινή φυλακίσεως πάντοτε συνεπάγεται, αλλά και της καταστροφής στα θύματα που θα χρησιμοποιούσαν το εμπόρευμα που θα διετίθετο σ' αυτούς.»
Η παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου και στην αστυνομία, η μεταμέλειά του, το λευκό του ποινικό μητρώο, οι προσωπικές του περιστάσεις και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, καθώς και όλα τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιόν μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης, όχι όμως το είδος της.
Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο:
Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 χρόνων.
Στην 4η κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής ουσιαστικά εμπεριέχονται στην 5η κατηγορία στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (Κρυβούς v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 71/23, ημερ. 21.7.23 και Γενικός Εισαγγελέας v. Sidhu, Ποινική Έφεση 152/22, ημερ. 1.12.22).
Ενόψει του ύψους της ποινής που έχουμε επιβάλει στον κατηγορούμενο η εισήγηση για αναστολή καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Οι ποινές φυλάκισης μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 07.08.2025.
(Υπ.) ……..….………………….
Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Criminal/Assize Court/Sentence
Αναφορά: Κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ κ.ά.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο