ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 854 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Γ. Μ.
__________________________
Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Σπηλιωτόπουλος, για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων:
1η Κατηγορία: ότι την 23.1.2025, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της τα αντικείμενα που αναφέρονται στον συνημμένο Πίνακα Α, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία [παράνομη κατοχή περιουσίας, άρθρο 309 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 23.1.2025, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της διαρρηκτικά όργανα κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή μία μικρή χαλασμένη «μουτόπενσα», ένα μικρό κατσαβίδι χρώματος μπλε ίσιο, ένα μικρό κατσαβίδι χρώματος κόκκινο ίσιο, ένα μαχαίρι ανοιγμένο χρώματος παραλλαγή και ένα μικρό μαχαίρι ανοιγμένο σπασμένο [κατοχή διαρρηκτικού οργάνου κατά τη διάρκεια της ημέρας, άρθρο 296(δ) ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 23.1.2025, στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δηλαδή οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος επικίνδυνα και αλόγιστα, παρείχε πληροφορίες γι’ αυτό στον Αστ.3908 Α. Φρενσίτο από τη Λεμεσό, τις οποίες γνώριζε ότι ήσαν ψευδείς, δηλαδή ισχυρίστηκε ψευδώς ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗV128, στις 23.1.2025, το οδηγούσε η ίδια, ενώ στην πραγματικότητα οδηγείτο από τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου] από τη Λεμεσό [ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό, άρθρο 114 ΠΚ.]
Η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε την 3η Κατηγορία, αλλά όχι την 1η Κατηγορία και τη 2η Κατηγορία, για τις οποίες διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Παρουσιάστηκε, από την Κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία των Αστ.3891 Α. Παπανεοκλέους (ΜΚ1), Αστ.1260 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ2), Αστ.3908 Α. Φρενσίτο (ΜΚ3), Δ/Αστ.2318 Δ. Αργυρού (ΜΚ4) και Αστ.4472 Α. Αριστοτέλους (ΜΚ5). Η Κατηγορούμενη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της. Κατέθεσε ενόρκως (ΜΥ1). Δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από την πλευρά της Υπεράσπισης. Μετά το πέρας της παρουσίασης του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν.
Μαρτυρία
Έχω υπόψη μου τις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
ΜΚ1: Αστ.3891 Α. Παπανεοκλέους
Ο ΜΚ1, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ1). Σε αυτήν, αναφέρει πως, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, παρέλαβε από τον Αστ.1260 Μ. Μιχαήλ μία τσάντα D & G που περιείχε 1 βραχιόλι χρώματος χρυσό, 1 βραχιόλι χρώματος ασημί με μαύρες πέτρες, 1 καδένα λαιμού, 1 καδένα λαιμού χρώματος χρυσό, 1 ακόμα καδένα λαιμού χρώματος χρυσό, 2 κομμάτια κομμένα από καδένες χρώματος χρυσό, 1 βραχιόλι ανοιγόμενο S/S, 1 μεταλλικό κολωνάκι ρολογιού χρώματος χρυσό, 4 κομμάτια από καδένα κομμένη, μία καρφίτσα ρούχου σπασμένη χρώματος χρυσό, 1 κομμένα σήμα μεταλλικό του YSL1 ζεύγος σκουλαρίκια με σχήμα κρίκους, 1 σταυρό χρώματος χρυσού, 1 δακτυλίδι με σχήμα μαργαρίτας κομμένο, 1 δακτυλίδι χρώματος μαύρο με πέρλα, 1 καρφίτσα ρούχου με σχήμα αστραπή, 1 καδένα με 2 σκουλαρίκια κρίκους, 4 δακτυλίδια ψεύτικα, 5 διακοσμητικά faux bijoux, 1 ζεύγος σκουλαρίκια χρώματος πράσινο, 1 ταυτότητα χεριού με σχήμα ρακέτες κομμένη, 1 δακτυλίδι σε σχήμα λουλουδιού, 7 διαφορετικά σκουλαρίκια, 7 διαφορετικά μενταγιόν, 1 κονκάρδα με την ονομασία Torch Run Canada, 2 αξεσουάρ κομμένα από κοσμήματα, 1 κινητό τηλέφωνο μάρκας iphone 14 Pro Max χρώματος άσπρου, 1 κινητό τηλέφωνο χρώματος μπλε, 1 κινητό τηλέφωνο χρώματος μαύρο, 1 κινητό τηλέφωνο χρώματος γκρίζο, 1 μικρή χαλασμένη μουτόπενσα, 1 μικρό κατσαβίδι μπλε ίσιο, 1 μικρό κατσαβίδι χρώματος κόκκινο ίσιο, 1 ρολόι χειρός ανδρικό μάρκας Cucoo με σπασμένη καδένα, 1 ρολόι χειρός γυναικείο μάρκας Parfois, 1 πλαστικό παιδικό ρολόι χρώματος ροζ, 1 μαχαίρι ανοιγόμενο χρώματος παραλλαγή, 1 μαχαίρι ανοιγμένο σπασμένο S/S. O MK1 διαφύλαξε τα τεκμήρια, ενώ μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών του, ετοίμασε ποινικό φάκελο. Τα αντικείμενα που ανέφερε ο ΜΚ1 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τα Τ2 -Τ6. Το πρόσωπο που αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης ως ο Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου] είναι γνωστός στην Αστυνομία από διάφορες ποινικές υποθέσεις, από το δικό του κλιμάκιο, δηλαδή το ΤΑΕ.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 ανέφερε πως δεν είχε οποιαδήποτε άλλη λεκτική επικοινωνία με την Κατηγορούμενη, ούτε γνωρίζει αν ο Αστ.1260 είχε επικοινωνία μαζί της σχετικά με τις κατηγορίες. Δεν ήταν ο ίδιος που έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη. Τα Τ2, Τ3 και Τ4, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως διαρρηκτικά εργαλεία, κατά τη θέση του, ασχέτως του μικρού μεγέθους τους. Συνήθως, όπως ανέφερε, τα διαρρηκτικά εργαλεία είναι μικρού μεγέθους, ιδίως για το άνοιγμα κλειδαριών, εκτός και από ορισμένα μεγαλύτερα εργαλεία που χρησιμοποιούνται. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι τα Τ2, Τ3 και Τ4 τα είχε η Κατηγορούμενη στην κατοχή της για τους σκοπούς της εργασίας της, καθότι ασχολείται με τα αυτοκίνητα και με επισκευές. Ο ΜΚ1 επέμεινε στη θέση του, ότι ήταν διαρρηκτικά εργαλεία.
Οι ανακριτικές ενέργειες στις οποίες είχε εμπλοκή ο ΜΚ1, δηλαδή η παραλαβή των συγκεκριμένων αντικειμένων, Τ2-Τ6, από τον Αστ.1260, δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του ΜΚ1, όσον αφορά τα γεγονότα, δεν παρουσιάζει σημεία αναξιοπιστίας. Η γνώμη του, σχετικά με τα Τ2, Τ3 και Τ4, δεν είναι σχετική και δεν επηρεάζει το Δικαστήριο.
ΜΚ2: Αστ.1260 Μ. Μιχαήλ
Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ7), στην οποία αναφέρει πως η Δ/Αστ.2318 του παρέδωσε τα αναφερόμενα αντικείμενα, που είναι τα Τ2-Τ6 του Δικαστηρίου, τα οποία επιθεώρησε και αναγνώρισε. Και ο ίδιος γνωρίζει το πρόσωπο που αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης ως ο Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου], από διάφορες υποθέσεις που απασχόλησαν το ΤΑΕ.
Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως δεν ήταν ίδιος που έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, οποιαδήποτε συνομιλία μαζί της, το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να θυμάται, δεν είναι σχετική με την υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, είχε πάρει τα στοιχεία της, τα οποία είχε ελέγξει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο ίδιος παρέδωσε τα τεκμήρια στον εξεταστή της υπόθεσης και δεν είχε άλλη εμπλοκή.
Δεν αμφισβητήθηκε η ενέργεια του ΜΚ2, δηλαδή η παραλαβή των Τ2-Τ6 από την Δ/Αστ.2318 και η περαιτέρω παράδοσή τους στον ΜΚ1 και δεν υπάρχουν σημεία αναξιοπιστίας στη μαρτυρία του ΜΚ2.
ΜΚ3: Αστ.3908 Α. Φρεσνίτο
Ο ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τ8), στην οποία ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Την 23.1.2025 ήταν τοποθετημένος στην ομάδα Ζ Λεμεσού και ήταν σε καθήκον, σε περιπολία, όταν κατά την 13:10 έλαβε μήνυμα από το ΚΕΜ Λεμεσού ότι το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΗV128, το οποίο είχε δηλωθεί ως κλοπιμαίο στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, κινείτο επί της οδού Νίκου Παττίχη, με οδηγό τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου]. Αμέσως, κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου περιπόλησε, χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθως, μετά από νέα πληροφορία ότι το ίδιο αυτοκίνητο βρισκόταν στην περιοχή της δημοτικής βιβλιοθήκης, μετέβη στο μέρος όπου το εντόπισε να κινείται επί της οδού Αγίου Ανδρέου με ανατολική κατεύθυνση και με οδηγό τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου], τον οποίο αναγνώρισε λόγω πολλών προηγούμενων υποθέσεων με τις οποίες απασχόλησε την Αστυνομία. Είχε συνοδηγό του μία άγνωστη κοπέλα. Μόλις ο οδηγός αντιλήφθηκε την παρουσία του ΜΚ3, ανέπτυξε ταχύτητα επί της οδού Καραϊσκάκη, με βόρεια κατεύθυνση, και οδηγώντας επικίνδυνα και αλόγιστα σε παρακείμενες οδούς, χωρίς να σταματά. Σε κάποια στιγμή, έχασε την οπτική επαφή μαζί του, αλλά συνεχίζοντας τις εξετάσεις στην περιοχή, εντόπισε το ίδιο όχημα εγκαταλελειμμένο επί της οδού Ελένης Παλαιολογίνας. Παρέμεινε στο μέρος, ενημέρωσε το ΚΕΜ Λεμεσού για το σημείο όπου βρισκόταν. Μετά από περίπου 10 λεπτά, προσέγγισε το όχημα μία κοπέλα, η οποία προσπάθησε, με τη χρήση κλειδιού, να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο. Αμέσως ο ΜΚ3 την προσέγγισε και αφού της ζήτησε τα στοιχεία, ανέφερε πως ήταν η Κατηγορούμενη. Ερωτήθηκε τι σχέση έχει με το όχημα. Ισχυρίστηκε πως της έδωσε ο φίλος της ο Χρήστος το όχημα και ότι ήταν η ίδια που το οδηγούσε προηγουμένως. Την ρώτησε πού είναι ο Κεμάλ και εκείνη απάντησε πως ήταν το πρωί μαζί του και πως τώρα εκείνη οδηγούσε. Την πληροφόρησε πως διαπράττει το αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό αφού προηγουμένως ο ίδιος είχε αναγνωρίσει τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου] ως τον οδηγό του οχήματος, και της επέστησε την προσοχή στον νόμο, όπου απάντησε «αφού είπα σου εγώ οδήγουν». Την συνέλαβε, στο σημείο μετέβη περίπολο που τη μετέφερε στο ΤΑΕ. Ο ίδιος παρέμεινε στο μέρος μέχρι την άφιξη του περιπόλου και αφού το αυτοκίνητο σφραγίστηκε μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε την Κατηγορούμενη στο Δικαστήριο, ως τη γυναίκα που προσέγγισε το όχημα και προσπαθούσε να το ανοίξει, με κλειδί.
Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση, στη βάση του ότι είχε γίνει παραδοχή στην 3η Κατηγορία. Παρεμβάλλεται, βεβαίως, πως η μαρτυρία του ΜΚ3 δόθηκε για σκοπούς απόδειξης των υπόλοιπων κατηγοριών. Πρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε σημεία αναξιοπιστίας.
ΜΚ4: Δ/Αστ. 2318 Δ. Αργυρού
Η ΜΚ4, επίσης, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της (Τ9), στην οποία ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Την 23.1.2025 υπηρετούσε στην ΑΔΕ Λεμεσού, στον ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ και βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Ε/Αστ.5016 όταν, κατά τις 14:00, λήφθηκε μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας να μεταβούν στην οδό Ελένης Παλαιολογίνας για βοήθεια σε μέλος της Τροχαίας Λεμεσού, μοτοσικλετιστή, καθότι συνέλαβε κοπέλα που οδηγούσε κλοπιμαίο αυτοκίνητο. Μετέβηκαν στο μέρος όπου ο Αστ.3902 της παρέδωσε τη συλληφθείσα για αυτόφωρο αδίκημα, αναφέροντας τα στοιχεία της. Την μετέφεραν με ασφάλεια στα γραφεία του ΤΑΕ όπου η ΜΚ4 διεξήγαγε σωματική έρευνα και δεν εντόπισε οτιδήποτε. Κατά την έρευνα της τσάντας που είχε στην κατοχή της, μάρκας D & G χρώματος μαύρο, εντόπισε μέσα σε αυτήν τα αντικείμενα που αναφέρονται, τα συσκεύασε και ετοίμασε κατάλογο. Μετέφερε τα τεκμήρια και την κρατούμενη στο κλιμάκιο διαρρήξεων, όπου παρέδωσε τα τεκμήρια στον Αστ.1260 για συνέχιση των εξετάσεων. Η ΜΚ4 αναγνώρισε τα Τ2-Τ6 του Δικαστηρίου ως τα αντικείμενα που αναφέρει στην κατάθεσή της όπως και την Κατηγορούμενη, ως την κοπέλα στην οποία αναφέρεται.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ4 ανέφερε πως είχε ρωτήσει την Κατηγορούμενη πού βρήκε τα αντικείμενα, και η Κατηγορούμενη της είχε πει πως τα βρίσκει δεξιά και αριστερά, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Δεν της είχε δώσει κάποια άλλη εκδοχή. Αυτή ήταν αναφορά που έκανε στο πλαίσιο γενικής συνομιλίας, σε ανθρώπινο επίπεδο.
Δεν αμφισβητήθηκαν τα γεγονότα που ανέφερε η ΜΚ4, που σχετίζονται με τη μεταφορά της Κατηγορούμενης στο ΤΑΕ, από το σημείο που συνελήφθη, και ο εντοπισμός σε τσάντα που κατείχε η Κατηγορούμενη των Τ2-Τ6, ενώ η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε σημεία αναξιοπιστίας.
ΜΚ5: Αστ.4472 Α. Αριστοτέλους
Ο ΜΚ5 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ10), στην οποία αναφέρει πως έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή στον νόμο. Η ανακριτική κατάθεση που έλαβε είναι το Τ11. Στο Τ11 είχαν υποβληθεί δέκα ερωτήσεις στην Κατηγορούμενη, η οποία είχε προηγουμένως μιλήσει με δικηγόρο. Κατάγεται από το Παραλίμνι και μένει στον Πρωταρά. Στη Λεμεσό μετέβη πριν από δύο ημέρες, με το BMW το γκρίζο, για να δει κάποιους φίλους, και θα έφευγε την 23.1.2025. Ερωτήθηκα για τα τέσσερα κινητά τηλέφωνα που βρέθηκαν στην κατοχή της. Ανέφερε πως το γκρίζο και το άσπρο τα αγόρασε στην Ορόκλινη, από έναν άγνωστο πλανόδιο, πριν από πέντε ημέρες, €80 και τα δύο μαζί. Το μαύρο και το μπλε τα αγόρασε πάλι από πλανόδιους, με άγνωστα στοιχεία, τον ίδιο καιρό, από τη Λάρνακα και τα Κοκκινοχώρια, €20 το καθένα. Τα δύο τα αγόρασε για εξαρτήματα. Ερωτήθηκε για τα κοσμήματα που βρέθηκαν στην κατοχή της. Ανέφερε πως είναι όλα δικά της και είναι ψεύτικα, τα μαζεύει εδώ και καιρό και μαζί με τις κόρες της κάνουν κατασκευές, κάποιες αλυσίδες είναι από ρούχα. Ερωτήθηκε για τα εργαλεία που βρέθηκαν στην κατοχή της. Ανέφερε πως τα μαχαίρια τα έχει μαζί της για να κόβει φαγητό, τα κατσαβίδια και η πένσα είναι μικρά και τα χρησιμοποιεί για να φτιάχνει τα γυαλιά της και τα κοσμήματα. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ τέτοια εργαλεία για να κάνει διάρρηξη ή άλλη παράνομη πράξη. Ερωτήθηκε πού έμενε, στη Λεμεσό, και είπε «Δεν έμεινα κάπου συγκεκριμένα. Κινήθηκα κυρίως Άγιο Αντώνιο, Κολόσσι, Τραχώνι και αυτά τα χωριά». Δεν θέλησε να πει κάτι άλλο για την υπόθεση. Ο ΜΚ5 αναγνώρισε την Κατηγορούμενη στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την ανακριτική κατάθεση, Τ11.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ5 ανέφερε, κατ’ επανάληψη, πως, ό,τι συζήτηση είχε με την Κατηγορούμενη, περιλήφθηκε στην κατάθεσή της, Τ11, αρνούμενος ότι ειπώθηκαν άλλα πράγματα ή ότι δόθηκαν άλλες εξηγήσεις, που δεν αναγράφηκαν.
Η μαρτυρία του ΜΚ5 σχετικά με το ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενο, το Τ11, και ότι όσα του ανέφερε, ως απαντήσεις στις ερωτήσεις που της έγιναν, καταγράφθηκαν στο Τ11, δεν κλονίστηκε με την αντεξέταση, ούτε η ίδια η μαρτυρία του ΜΚ5 παρουσιάζει είτε κενά είτε αντιφάσεις είτε στοιχεία που να την καθιστούν αναξιόπιστη.
Κατηγορούμενη
Η Κατηγορούμενη, στην κυρίως εξέτασή της, ανέφερε πως κατοικεί στην Πύλα. Εκείνο τον καιρό, ζούσε λίγο και στη Λεμεσό, προσπαθούσε να βρει σπίτι, έμενε σε σπίτια φίλων, είχε μείνει και στο σπίτι του Κεμάλ. Το όχημα είχε κλαπεί από συγκεκριμένο πρόσωπο, τον Χρήστο [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου], από τη Ξυλοφάγου, τον οποίον γνωρίζει και η ίδια. Δεν ξέρει πώς γνωρίστηκε ο Χρήστος με τον Κεμάλ. Ο Κεμάλ είχε πάει στην Ορμίδια και την παρέλαβε με το κλοπιμαίο όχημα, με τη δικαιολογία ότι του το δάνεισε ο Χρήστος, για να κάνει κάποιες δουλειές. Όταν έβαζε καύσιμα στο όχημα, την ενημέρωσε πως το είχε κλέψει, η ίδια προσπάθησε να το μεταφέρει στη Ξυλοφάγου. Μετά από δύο-τρεις ημέρες, τους κυνηγούσε η Αστυνομία και η ίδια κατάφερε τον Κεμάλ να του αποσπάσει το κλειδί του οχήματος, εκείνος έφυγε, η ίδια πήγε στο όχημα για να το επιστρέψει στον Χρήστο. Τα αντικείμενα ήταν δικά της, τα αγοράζει σε διάφορα μέρη, σε παζαράκι, σε λαϊκή, στη Λάρνακα. Εκεί είχε πάρει και τα τηλέφωνα, από πλανόδιο. Τα μαχαίρια, είπε, της αρέσουν, τα έχει για ασφάλεια δική της, αφού δεν μένει κάπου συγκεκριμένα, πολλές φορές είναι στον δρόμο. Τα κατσαβίδια ήταν για να φτιάξει κανένα ρολόι, γυαλιά ή κάτι, τα έχει πάντα μαζί της, δεν ήταν για διάρρηξη, δεν έχει τέτοιο ιστορικό. Κλαίγοντας, η Κατηγορούμενη, ανέφερε «είμαι έτοιμη να ακούσω την ποινή μου, απλώς θέλω να φύγω, θέλω να πάω στις κόρες μου».
Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε πως γνώρισε τον Κεμάλ μέσω φίλου, και τον είχε βοηθήσει, όταν τον είχαν συλλάβει στο παρελθόν, αλλά και όταν τον είχαν αφήσει ελεύθερο. Έμαθε ότι το γκρίζο BMW ήταν κλοπιμαίο εκείνο το βράδι, που είχαν φθάσει στη Λεμεσό. Ο Χρήστος την πήρε και της είπε ότι του το έκλεψε. Τις τρεις ημέρες που ήταν στη Λεμεσό κινείτο με το ίδιο όχημα, μαζί με τον Κεμάλ, και προσπαθούσε να τον πείσει να του το δώσει να το επιστρέψει, της έσπασε το τηλέφωνό της, την κτύπησε, κτύπησαν και το αυτοκίνητο σε πολλούς τόπους, δεν την άφηνε να φύγει. Εκεί που κατάφερε να τον διώξει, την καταδίωξε και κτύπησαν. Τον κατάφερε και πήγαν σε ένα μαγαζί να αγοράσει κάλτσες, γιατί την έσπρωξε σε λάσπες, και πήρε τον Χρήστο και του είπε να του πάρει το όχημα μέχρι τις 14:00. Μόλις τον πήρε, την είχαν συλλάβει. Ερωτήθηκε γιατί, όταν την προσέγγισε ο Αστ.3908, δεν του ανέφερε όλα αυτά; Απάντησε πως ήταν μία στιγμή και σκέφτηκε λάθος, θεώρησε ότι μπορούσε να τους πείσει να τηλεφωνήσουν στον ιδιοκτήτη και να επιστραφεί το όχημα χωρίς άλλα μπερδέματα. Ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε όλα αυτά όταν πήγε στον Σταθμό; Απάντησε πως ήθελε να φύγει από τον Κεμάλ, καθώς την κτυπούσε και της έσπασε και το τηλέφωνο. Δεν είχε τίποτα, της έκλεψε τα πράγματά της, δεν είχε τηλέφωνο. Το δικό της τηλέφωνο δεν βρίσκεται στα τεκμήρια του Δικαστηρίου. Εκείνα τα τηλέφωνα τα αγόρασε. Της είπαν πως ήταν ανοικτά, αλλά ήταν κλειδωμένα, έπρεπε να βρει τεχνικούς για να τα ανοίξουν. Το δικό της τηλέφωνο, που της έσπασε ο Κεμάλ, είναι μέσα στο χωράφι της μητέρας της, όπου έμενε πριν πάει στο πατρικό του. Και τα τέσσερα κινητά τα αγόρασε από πλανόδιο στη Λάρνακα, στη λαϊκή αγορά, τα δύο για €60, τα άλλα δύο για €80 ή το ένα για €70 και το άλλο για €80, όλα από το ίδιο πρόσωπο. Της υποβλήθηκε πως στην κατάθεση της, Τ11, είπε κάτι διαφορετικό, επιμένοντας στην εκδοχή πως τα αγόρασε και τα τέσσερα από το ίδιο πρόσωπο στη Λάρνακα. Τα αγόρασε για να χρησιμοποιήσει η ίδια το ένα, έπειτα ένας φίλος της ήθελε iphone και το είχε βρει σε καλή τιμή, όταν τα φόρτισε δεν μπορούσε να τα ανοίξει, ήταν κλειδωμένα. Ερωτήθηκε σε τι τιμή. Απάντησε €80. Ερωτήθηκε «το ένα;», απάντησε «ναι, όχι, όλα μαζί». Η ίδια, όπως είπε, δεν είναι φανατική των iphones και δεν ξέρει πόσα κοστίζει πραγματικά, αλλά απ’ όσο ακούει είναι πιο ακριβά, εξωτερικά ήταν σε καλή κατάσταση. Δεν είχε καταλάβει τότε ότι μπορεί να είναι κλοπιμαίο, αλλά με τόσα που έχει δει πλέον, καταλαβαίνει ότι πολλά πράγματα μπορεί να είναι κλοπιμαία. Η ίδια ασχολείται με αυτοκίνητα, δουλεύει σε ταξί και σε μπυραρίες. Αλλά και πάλι, μέσα-μεσημέρι, δεν υποψιάστηκε πως μπορεί να είναι κλοπιμαία. Της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεσή της, Τ11, είχε αναφέρει διαφορετικά γεγονότα και ως προς το από πού την πήρε ο Κεμάλ και τη μετέφερε στη Λεμεσό, απαντώντας, η Κατηγορούμενη, πως παραδέχεται πως είχε πει ψέματα για το όχημα. Έπειτα, προσπαθούσε να μπαλλώσει τα ψέματα που είχε πει. Είπε στην Αστυνομία ότι τα μαχαίρια τα χρειάζεται για την ασφάλειά της, και σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ψέμα πως χρησιμεύουν και για να κόβει φαγητό, όπως ανέφερε στην κατάθεσή της. Ερωτήθηκε, δηλαδή τι θα έκανε με το μαχαίρι, για την ασφάλειά της. Απάντησε πως δεν το χρησιμοποίησε οποτεδήποτε για να απειλήσει αυτούς που, κατά τη θέση της, την κτύπησαν, αλλά, όπως ανέφερε «όταν θα με σκότωνε κάποιος ναι μπορεί να τον μαχαίρωνα». Ερωτήθηκε κατά πόσο χρησιμοποίησε τα μαχαίρια και για την προστασία της από τον Κεμάλ, που είχε αναφέρει πως την κτυπούσε και δεν την άφηνε να φύγει. Η Κατηγορούμενη απάντησε «όχι γιατί η τσάντα μου ήταν μέσα στο καπό, όλα τα πράγματά μου». Στον χρόνο σήμερα, κατά την Κατηγορούμενη, λέει την αλήθεια, πριν από ένα χρόνο, μπορεί από αφέλεια, από σύγχυση ή από θυμό, να είπε ψέματα, σε μερικά πράγματα. Πάντοτε έχει, όπως είπε, στη τσάντα της, πένσα και κατσαβίδια, για να φτιάχνει κοσμήματα και ρολόγια ή εάν κάποιος φίλος της σπάσει τα γυαλιά του, να τα φτιάξει, είναι, όπως είπε, μέσα στους δρόμους, όταν πάει στις κόρες της μπορεί να θέλουν να φτιάξουν κάτι. Ισχύει ότι δουλεύει στα αυτοκίνητα και έχει εργαλεία, νόμιζε ότι την ρωτούσαν για άλλα εργαλεία, ως διαρρηκτικά, όταν κατάλαβε πως ήταν γι’ αυτά, γέλασε, ζήτησε να της δείξουν πώς ανοίγει κάποιος κλειδαριά με αυτά, ξενοδοχεία, τράπεζες ή οτιδήποτε άλλο, η ίδια τουλάχιστον, είπε, δεν ξέρει, δεν ξέρει να ανοίγει πόρτες σπιτιών, δεν είναι τεχνικές της, ούτε πόρτες οχημάτων. Γνωρίζει, όμως, να φτιάχνει μηχανές και να ανοίγει εξαρτήματα, όχι να τα παραβιάζει. Τα υπόλοιπα αντικείμενα, τα κοστήματα, ίπως ανέφερε, κάποια τα αγοράζει, άλλα είναι από τους γονείς της, ένα άλλο που υπέδειξε το αγόρασε για την κόρη της, τα δακτυλίδια τα φορούσε πάνω της, οι καδένες είναι για τις τσάντες και τα ρούχα που ράβουν με τις κόρες της. Δεν έκλεψε κάτι από όλα αυτά. Τα αγόρασε, το ρολόι το αγόρασε τα Χριστούγεννα τα σκουλαρίκια, το κολιέ και οι καδένες είναι για τις κατασκευές, η ταυτότητα είναι για τις κόρες της. Ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεσή της πως ορισμένα από τα αντικείμενα αυτά ήταν όσα φορούσε πάνω της και τα έβγαλαν και απάντησε πως ήταν λογικό να το ξέρουν, έπειτα δεν την ρώτησαν συγκεκριμένα για το καθετί. Τα κοσμήματα που είναι από τους γονείς της, τα οποία υπέδειξε, τα είχε αρχικά η γιαγιά της, στην οποία άρεσαν τα μεγάλα δακτυλίδια, ήταν στο στυλ της. Ερωτήθηκε γιατί δεν το ανέφερε στην κατάθεσή της, λέγοντας πως είχαν ρωτήσει για όλα τα κοσμήματα και τους είπε πως είναι δικά της, από εδώ και από εκεί, ότι τα παίρνει από τη λαϊκή ή κανένα περίπτερο ή για κατασκευές, δεν ρώτησαν για το καθένα ξεχωριστά, για να δώσει εξήγηση, ενώ θεωρούσε ότι θα γνώριζαν ό,τι έβγαλαν από πάνω της. Ερωτήθηκε γιατί αυτή η θέση δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες, όταν ήρθαν στο Δικαστήριο. Απάντησε συγκεχυμένα, τελειώνοντας την απάντησή της, με το ότι εκείνη την ημέρα καθόταν τρεισήμισι ώρες σε μία καρέκλα, κουράστηκε και ήθελε να φύγει, και να φάει. Δεν το ανέφερε, όμως, στον δικηγόρο της. Κατά την κατάθεσή της, είχε μιλήσει πριν με δικηγόρο, αλλά μετά εξαφανίστηκε. Ότι είναι ψεύτικα τα κοσμήματα, ισχύει και σήμερα, είπε. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ένα προς ένα τα αντικείμενα πού τα βρήκε. Ερωτήθηκε, γιατί δεν τα άφησε σπίτι της και τα κουβαλούσε μαζί της, από την Ορόκλινη στη Λεμεσό, και δεν είχε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά. Ανέφερε ότι είχε και το τηλέφωνό της που είχε σπάσει και δύο ρολόγια. Της αναφέρθηκε, αφού το σπασμένο τηλέφωνο ήταν στο χωράφι, όπως προηγουμένως είχε πει. Απάντησε «ναι, με αυτά ήρθα από την Ορμήδια». Στη συνέχεια, είπε πως είχε και κάποια ρούχα, μέσα στο σπίτι του Κεμάλ. Αρνήθηκε όλες τις υποβολές σχετικά με την από μέρους της διάπραξη των αδικημάτων, λέγοντας πως δεν είναι διαρρήκτης.
Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης, εξεταζόμενη συνολικά και όχι αποσπασματικά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη στα ουσιώδη σημεία της. Δεν πρόκειται για περίπτωση μικρών ανακριβειών ή φυσιολογικών ατελειών μνήμης. Πρόκειται για μαρτυρία που μεταβλήθηκε, εμπλουτίστηκε εκ των υστέρων και προσαρμόστηκε ανάλογα με το εκάστοτε επιβαρυντικό στοιχείο που καλείτο να εξηγήσει. Κατ’ αρχάς, η Κατηγορούμενη ξεκίνησε ήδη από μειονεκτική θέση αξιοπιστίας, αφού παραδέχθηκε την 3η Κατηγορία, δηλαδή ότι έδωσε ψευδείς πληροφορίες στον Αστ.3908 ως προς το ποιος οδηγούσε το όχημα. Η παραδοχή αυτή δεν οδηγεί αυτομάτως σε απόρριψη κάθε άλλης δήλωσής της. Ωστόσο, έχει ουσιώδη σημασία διότι αποκαλύπτει ότι, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την Αστυνομία, επέλεξε συνειδητά να δώσει ψευδή εκδοχή για να προστατεύσει είτε τον εαυτό της είτε τον Κεμάλ. Η ίδια μάλιστα παραδέχθηκε ότι στη συνέχεια προσπαθούσε να «μπαλώσει» τα ψέματα που είχε πει. Αυτό αποτελεί σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία της. Η εκδοχή της για τη σχέση της με το κλοπιμαίο όχημα και τον Κεμάλ δεν πείθει. Ισχυρίστηκε ότι έμαθε πως το όχημα ήταν κλοπιμαίο, ότι παρέμεινε για δύο ή τρεις ημέρες μαζί με τον Κεμάλ, ότι εκείνος την κτυπούσε, της έσπασε το τηλέφωνο και δεν την άφηνε να φύγει, ενώ η ίδια δήθεν προσπαθούσε να επιστρέψει το όχημα στον ιδιοκτήτη του. Εάν αυτά ίσχυαν, θα ανέμενε κανείς να τα αναφέρει άμεσα στον αστυνομικό που την εντόπισε ή, έστω, στην ανακριτική της κατάθεση. Αντί αυτού, στον Αστ.3908 είπε ψευδώς ότι οδηγούσε η ίδια. Η εξήγησή της ότι «σκέφτηκε λάθος» δεν είναι επαρκής για να δικαιολογήσει τέτοια ουσιώδη απόκρυψη. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η διττή εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει για τον εαυτό της. Από τη μία πλευρά, προέβαλε την εικόνα της μητέρας που μαζεύει κοσμήματα, ράβει και κάνει κατασκευές με τις κόρες της. Από την άλλη, περιέγραψε τον εαυτό της ως γυναίκα χωρίς σταθερό τόπο διαμονής, που δουλεύει συνεχώς ή και που κινείται για ημέρες με τον Κεμάλ σε μία άλλη πόλη, μένει στον δρόμο ή σε σπίτια φίλων και φέρει μαχαίρια για την ασφάλειά της. Οι δύο αυτές εικόνες δεν είναι θεωρητικά αδύνατο να συνυπάρχουν. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνδέθηκαν με συνεκτική και πειστική αφήγηση. Αντιθέτως, δόθηκε η εντύπωση ότι η Κατηγορούμενη επικαλείται κάθε φορά την εικόνα που εξυπηρετεί την απάντησή της, τη μητέρα-δημιουργό όταν πρέπει να εξηγήσει τα κοσμήματα και τα κατσαβίδια, και τη γυναίκα σε κίνδυνο όταν πρέπει να εξηγήσει τα μαχαίρια. Η εκδοχή της για τα κοσμήματα είναι εσωτερικά αντιφατική. Στην ανακριτική της κατάθεση ανέφερε γενικά ότι όλα ήταν δικά της, ψεύτικα και ότι τα μάζευε για κατασκευές με τις κόρες της. Στο Δικαστήριο, όμως, διαφοροποίησε ουσιωδώς τη θέση της, λέγοντας ότι κάποια προέρχονταν από τους γονείς της, άλλα από τη γιαγιά της, άλλα ήταν για την κόρη της, άλλα τα φορούσε πάνω της και άλλα τα είχε για κατασκευές. Η μεταβολή αυτή είναι αλλαγή της ίδιας της φύσης και προέλευσης των αντικειμένων, από «όλα ψεύτικα για κατασκευές» σε «μείγμα ψεύτικων αντικειμένων, προσωπικών κοσμημάτων και οικογενειακών κειμηλίων». Αυτή η μετατόπιση δεν εξηγήθηκε ικανοποιητικά. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η Κατηγορούμενη δεν εξήγησε πειστικά γιατί θα μετέφερε όλα αυτά τα αντικείμενα μαζί της, συγκεντρωμένα σε μία τσάντα, ενώ περιφερόταν για ημέρες μαζί με τον Κεμάλ. Εάν επρόκειτο πράγματι για οικογενειακά κειμήλια ή αντικείμενα συναισθηματικής αξίας, δεν είναι εύλογο να τα μεταφέρει όλα μαζί, σε συνθήκες αστάθειας, κινδύνου και συνεχούς μετακίνησης. Εάν επρόκειτο για υλικά κατασκευών, δεν εξηγήθηκε γιατί τα είχε όλα μαζί της στη Λεμεσό, ενώ η ίδια δεν είχε σταθερή διαμονή και βρισκόταν, κατά τη δική της εκδοχή, μέσα σε κατάσταση σύγχυσης και πίεσης. Η εκδοχή της για τα κινητά τηλέφωνα είναι ακόμη πιο αδύναμη. Στο Τ11 είπε ότι δύο τηλέφωνα τα αγόρασε στην Ορόκλινη από άγνωστο πλανόδιο για €80 και άλλα δύο από πλανόδιους στη Λάρνακα και τα Κοκκινοχώρια για €20 το καθένα. Στο Δικαστήριο είπε διαφορετικά, ότι τα αγόρασε όλα από το ίδιο πρόσωπο στη Λάρνακα, στη λαϊκή αγορά. Οι τιμές που ανέφερε μεταβάλλονταν και οι απαντήσεις της ήταν συγκεχυμένες. Η κατοχή τεσσάρων κινητών τηλεφώνων, αγορασμένων δήθεν από άγνωστο πλανόδιο, χωρίς στοιχεία, σε χαμηλές τιμές, με κάποια από αυτά κλειδωμένα και μη λειτουργικά για την ίδια, δημιουργεί ισχυρές εύλογες υπόνοιες και δεν εξηγείται από την εκδοχή της. Ως προς τα μαχαίρια, η αρχική της θέση στο Τ11 ήταν ότι τα είχε για να κόβει φαγητό. Στο Δικαστήριο η εκδοχή μετακινήθηκε, είπε ότι της αρέσουν και ότι τα είχε για την ασφάλειά της. Όταν ρωτήθηκε τι εννοεί, απάντησε ότι εάν κάποιος πήγαινε να τη σκοτώσει, θα μπορούσε να τον μαχαίρωνε. Η απάντηση αυτή απομακρύνει την κατοχή των μαχαιριών από οποιαδήποτε αθώα χρήση και την εντάσσει σε πλαίσιο πιθανής βίαιης χρήσης. Επίσης, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν τα χρησιμοποίησε για να προστατευθεί από τον Κεμάλ, τον οποίο κατήγγειλε ότι την κτυπούσε, απάντησε ότι η τσάντα της ήταν στο καπό. Η απάντηση αυτή δεν βοηθά την εκδοχή της· αντίθετα δείχνει ότι η επίκληση της ασφάλειας ήταν περισσότερο μεταγενέστερη εξήγηση παρά πραγματικός λόγος κατοχής. Ως προς τα κατσαβίδια και την πένσα, η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι τα είχε για να φτιάχνει γυαλιά, κοσμήματα, ρολόγια ή μικροαντικείμενα. Μεμονωμένα, η εξήγηση αυτή θα μπορούσε να ακουστεί πιθανή. Όμως το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τα αντικείμενα αποκομμένα. Τα εξετάζει μέσα στο σύνολο των περιστάσεων, μαζί με τα μαχαίρια, τα τέσσερα κινητά, τα διάφορα κοσμήματα, τα κομμένα ή σπασμένα αντικείμενα, την παρουσία της με τον Κεμάλ και το κλοπιμαίο όχημα, καθώς και την ψευδή δήλωσή της προς την Αστυνομία. Σε αυτό το σύνολο, η εξήγηση περί αθώων μικροεπισκευών δεν πείθει. Η μαρτυρία της παρουσίασε επίσης έντονο στοιχείο εκ των υστέρων εμπλουτισμού. Πολλά από όσα είπε στο Δικαστήριο δεν είχαν αναφερθεί στο Τ11. Η ίδια προσπάθησε να το εξηγήσει λέγοντας ότι δεν ρωτήθηκε για κάθε αντικείμενο χωριστά ή ότι θεωρούσε πως η Αστυνομία γνώριζε όσα φορούσε πάνω της. Οι εξηγήσεις αυτές δεν είναι πειστικές. Η ανακριτική κατάθεση ήταν το φυσικό στάδιο για να δώσει καθαρή, πλήρη και αθώα εξήγηση για την κατοχή των αντικειμένων. Αντί αυτού, η εκδοχή της εμπλουτίστηκε σημαντικά όταν πλέον είχε αντιληφθεί το βάρος των κατηγοριών. Λαμβάνεται υπόψη ότι η Κατηγορούμενη ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και αναφέρθηκε στις κόρες της. Αυτό είναι ανθρώπινα κατανοητό. Όμως η συγκίνηση δεν θεραπεύει τις αντιφάσεις. Δεν μετατρέπει μια ασυνεπή εκδοχή σε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τη μαρτυρία με βάση τη λογική, τη συνοχή, τη συμβατότητα με τα αντικειμενικά δεδομένα και τη σχέση της με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Συμπερασματικά, η Κατηγορούμενη δεν παρουσίασε ενιαία, σταθερή και πειστική εκδοχή. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, μεταβολές, ασάφειες και προσπάθεια εκ των υστέρων προσαρμογής. Η κατοχή όλων των αντικειμένων μαζί, μέσα σε μία τσάντα, ενώ κινείτο με τον Κεμάλ και συνδεόταν με κλοπιμαίο όχημα, δεν συνάδει με την αθώα εικόνα που επιχείρησε να προβάλει. Αντίθετα, η συνολική εικόνα ενισχύει την κρίση ότι οι εξηγήσεις της δεν είναι αληθείς. Για τους λόγους αυτούς, η μαρτυρία της Κατηγορούμενης απορρίπτεται ως αναξιόπιστη στα ουσιώδη σημεία της
Ευρήματα
Από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, προκύπτουν τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Την 23.1.2025, στη Λεμεσό, ο Αστ.3908 (ΜΚ3), κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εντόπισε όχημα το οποίο είχε δηλωθεί ως κλοπιμαίο. Το όχημα οδηγείτο από τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου], πρόσωπο γνωστό στην Αστυνομία, τον οποίο ο ΜΚ3 αναγνώρισε. Στο όχημα επέβαινε και γυναίκα ως συνοδηγός, η οποία ήταν η Κατηγορούμενη. Όταν ο οδηγός αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, ανέπτυξε ταχύτητα και οδηγούσε επικίνδυνα και αλόγιστα, αποφεύγοντας τον έλεγχο. Σε μεταγενέστερο στάδιο, το όχημα εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, η Κατηγορούμενη προσέγγισε το όχημα και επιχείρησε να το ανοίξει με κλειδί. Ανακόπηκε από τον ΜΚ3, στον οποίο δήλωσε ψευδώς ότι ήταν η ίδια που οδηγούσε προηγουμένως το όχημα. Στη συνέχεια συνελήφθη. Η Κατηγορούμενη παραδόθηκε στη Δ/Αστ.2318 (ΜΚ4) και μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού. Κατά τη σωματική έρευνα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Ωστόσο, κατά την έρευνα της τσάντας που είχε στην κατοχή της, εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός αντικειμένων. Η Κατηγορούμενη, σε ερώτηση της ΜΚ4 ως προς την προέλευση των αντικειμένων, ανέφερε γενικά ότι τα βρίσκει «δεξιά και αριστερά», χωρίς να δώσει συγκεκριμένες εξηγήσεις. Στην τσάντα της Κατηγορούμενης εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων μεγάλος αριθμός κοσμημάτων (καδένες, βραχιόλια, δακτυλίδια, σκουλαρίκια, μενταγιόν), αρκετά εκ των οποίων ήταν κομμένα ή σπασμένα, τέσσερα κινητά τηλέφωνα διαφορετικών τύπων και χρωμάτων, ρολόγια χειρός και άλλα μικροαντικείμενα,
μία μικρή χαλασμένη πένσα και δύο μικρά κατσαβίδια, δύο μαχαίρια (εκ των οποίων το ένα ανοιγόμενο και το άλλο σπασμένο). Τα αντικείμενα αυτά καταγράφηκαν, συσκευάστηκαν και παραδόθηκαν μέσω της υπηρεσιακής διαδικασίας στον ΜΚ2 και ακολούθως στον ΜΚ1, ο οποίος τα παρέλαβε και τα κατέθεσε ως τεκμήρια (Τ2–Τ6). Η αλυσίδα φύλαξης των τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε. Το Δικαστήριο βρίσκει ως γεγονός ότι όλα τα πιο πάνω αντικείμενα βρίσκονταν εντός της τσάντας που κατείχε η Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο της σύλληψής της. Η κατοχή τους από την Κατηγορούμενη είναι άμεση και αποκλειστική και δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά. Ο Αστ.4472 (ΜΚ5) έλαβε από την Κατηγορούμενη ανακριτική κατάθεση (Τ11), αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή στον νόμο και αφού αυτή είχε συμβουλευθεί δικηγόρο. Στην κατάθεση αυτή, η Κατηγορούμενη έδωσε εξηγήσεις για τα κινητά τηλέφωνα, αναφέροντας ότι τα αγόρασε από άγνωστα πρόσωπα σε χαμηλές τιμές, ανέφερε ότι τα κοσμήματα είναι δικά της και ψεύτικα, δήλωσε ότι τα εργαλεία και τα μαχαίρια τα είχε για καθημερινές χρήσεις. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα πιο πάνω αποτελούν τις δηλώσεις που η ίδια έδωσε στο στάδιο της ανάκρισης. Από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη συνδεόταν με πρόσωπο που οδηγούσε κλοπιμαίο όχημα και βρισκόταν μαζί του, προσέγγισε και επιχείρησε να αποκτήσει πρόσβαση στο εν λόγω όχημα, κατείχε, εντός μίας τσάντας, μεγάλο αριθμό ετερόκλητων αντικειμένων, περιλαμβανομένων κοσμημάτων, κινητών τηλεφώνων και εργαλείων, δεν έδωσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συγκεκριμένη και πειστική εξήγηση για την προέλευση των αντικειμένων, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν τη βάση επί της οποίας θα εξεταστεί κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της 1ης Κατηγορίας και της 2ης Κατηγορίας.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία
Η παράνομη κατοχή περιουσίας είναι αδίκημα κατά το άρθρο 309 ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 309 ΠΚ:
«309. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.»
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού, θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής: (α) κατοχή κινητής περιουσίας σε συγκεκριμένο χρόνο· (β) η δημιουργία εύλογης υπόνοιας σε άλλο πρόσωπο ότι αυτή η κινητή περιουσία είναι κλοπιμαία. Με τη απόδειξη των πιο πάνω, το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στον Κατηγορούμενο, για να αποδείξει εκείνος, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας.
Η εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία πρέπει να αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός, από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Όπως προκύπτει και από την Καρυπίδης ν. Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 237, το εύλογο των υπονοιών του προσώπου που τις επικαλείται, περιλαμβανομένου του μέλους της Αστυνομίας που διερευνά την υπόθεση, δεν μπορεί να υποδειχθεί, με την έκφραση της υποκειμενικής του κρίσης, αλλά το ζήτημα προσεγγίζεται αντικειμενικά. Δηλαδή, πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία από την οποία να αναδύεται, αντικειμενικά, ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια πως πρόκειται για κλοπιμαία περιουσία. Η εύλογη υπόνοια πρέπει να προκαλείται σε κάποιο πρόσωπο που βλέπει ή βρίσκει την περιουσία στην κατοχή του Κατηγορούμενου, ενόσω η περιουσία παραμένει στην κατοχή του τελευταίου. Η πρόνοια βρίσκει εφαρμογή όταν ο Κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ' αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία.
Με βάση τα ευρήματα γεγονότων από την αποδεκτή μαρτυρία, εξετάζεται κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, δυνάμει του άρθρου 309 ΠΚ. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Κατηγορούμενη κατείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κινητή περιουσία. Από τη σαφή και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4, προκύπτει ότι εντός της τσάντας που είχε στην κατοχή της, κατά τη σύλληψή της, εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός αντικειμένων, περιλαμβανομένων πολυάριθμων κοσμημάτων, τεσσάρων κινητών τηλεφώνων, ρολογιών και άλλων μικροαντικειμένων. Η κατοχή ήταν άμεση, φυσική και αποκλειστική, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη συνδιαχείρισης ή άγνοιας. Το πρώτο στοιχείο του αδικήματος αποδεικνύεται πλήρως. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο, από το σύνολο των περιστάσεων, αναδύεται αντικειμενικά εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία. Η έννοια της «εύλογης υπόνοιας» δεν εξετάζεται υποκειμενικά, αλλά με βάση το πώς θα αντιλαμβανόταν την κατάσταση ένα λογικό, αντικειμενικό πρόσωπο που θα ερχόταν σε επαφή με τα ίδια δεδομένα. Στην παρούσα υπόθεση, η εύλογη αυτή υπόνοια προκύπτει σωρευτικά από πολλαπλούς παράγοντες. Από τη φύση και η κατάσταση των αντικειμένων. Τα κοσμήματα που εντοπίστηκαν δεν αποτελούσαν ομοιογενές ή οργανωμένο σύνολο προσωπικής χρήσης. Αντιθέτως, ήταν πολυάριθμα και ετερόκλητα, περιλάμβαναν κομμένα, σπασμένα ή αποσυναρμολογημένα τεμάχια, περιείχαν μεμονωμένα μέρη (π.χ. κομμάτια καδένων, εξαρτήματα). Η εικόνα αυτή δεν συνάδει με συνήθη κατοχή προσωπικής περιουσίας, αλλά παραπέμπει σε αποσπασματική συγκέντρωση αντικειμένων άγνωστης προέλευσης. Από την ποσότητα και την ποικιλία καθώς και την ταυτόχρονη κατοχή μεγάλου αριθμού κοσμημάτων, τεσσάρων κινητών τηλεφώνων, ρολογιών και άλλων αντικειμένων, σε συνδυασμό με εργαλεία και μαχαίρια, η οποία δημιουργεί μια εικόνα μη φυσιολογικής συσσώρευσης. Δεν πρόκειται για προσωπική χρήση ή λογική μεταφορά αντικειμένων, αλλά για σύνολο χωρίς εμφανή λειτουργική ενότητα ή πρακτικό σκοπό. Έπειτα, και από τον τρόπος κατοχής. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι όλα τα αντικείμενα ήταν συγκεντρωμένα σε μία και μόνη τσάντα, την οποία η Κατηγορούμενη μετέφερε μαζί της ενώ δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής, κινούταν συνεχώς σε διαφορετικές περιοχές, περιφερόταν για ημέρες. Ένα αντικειμενικό πρόσωπο, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θα θεωρούσε εύλογο ότι πρόκειται για κανονική προσωπική περιουσία, και δη για αντικείμενα που, κατά την εκδοχή της, περιλαμβάνουν και οικογενειακά κειμήλια. Οι περιστάσεις εντοπισμού, επίσης, έχουν σημαίνοντα ρόλο. Η Κατηγορούμενη εντοπίστηκε σε άμεση σύνδεση με κλοπιμαίο όχημα, το οποίο οδηγείτο από πρόσωπο που επιχείρησε να διαφύγει της Αστυνομίας με επικίνδυνη οδήγηση. Η ίδια βρισκόταν προηγουμένως εντός του οχήματος, προσέγγισε το όχημα μετά την εγκατάλειψή του, επιχείρησε να το ανοίξει με κλειδί. Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν την Κατηγορούμενη σε πλαίσιο παραβατικής δραστηριότητας, γεγονός που ενισχύει αντικειμενικά την υπόνοια ως προς την προέλευση και των λοιπών αντικειμένων. Η άμεση εξήγηση που δόθηκε, επίσης, έχει σημασία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Κατηγορούμενη δεν έδωσε συγκεκριμένη εξήγηση για την προέλευση των αντικειμένων. Αντιθέτως, περιορίστηκε στη γενική και αόριστη αναφορά ότι τα βρίσκει «δεξιά και αριστερά». Μια τέτοια απάντηση δεν αποτελεί λογική ή επαρκή εξήγηση, δεν αίρει την υπόνοια, αλλά την ενισχύει, καθώς υποδηλώνει έλλειψη νόμιμης και συγκεκριμένης πηγής απόκτησης. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους πιο πάνω παράγοντες, όχι μεμονωμένα αλλά σωρευτικά, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ένα αντικειμενικό, λογικό πρόσωπο, ευρισκόμενο στη θέση των μαρτύρων, θα σχημάτιζε εύλογη υπόνοια ότι η εν λόγω περιουσία ήταν κλοπιμαία. Η υπόνοια αυτή εδράζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και όχι σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το άρθρο 309 ΠΚ. Με την απόδειξη των πιο πάνω, το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στην Κατηγορούμενη, η οποία όφειλε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή των αντικειμένων. Η Κατηγορούμενη απέτυχε να το πράξει. Οι εξηγήσεις της ήταν αντιφατικές (ιδίως ως προς τα κινητά και τα κοσμήματα), μεταβλήθηκαν μεταξύ της ανακριτικής κατάθεσης και της προφορικής μαρτυρίας, εμπλουτίστηκαν εκ των υστέρων, δεν υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία. Επιπλέον, η ίδια παραδέχθηκε ότι είχε ήδη πει ψέματα σε κρίσιμο ζήτημα, γεγονός που επηρεάζει την αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η κατοχή των αντικειμένων ήταν νόμιμη και καταλήγει ότι η Κατηγορούμενη κατείχε κινητή περιουσία, υπό περιστάσεις που δημιουργούν, αντικειμενικά, εύλογη υπόνοια ότι αυτή ήταν κλοπιμαία, και απέτυχε να αποδείξει ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της. Κατά συνέπεια, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης Κατηγορίας αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
2η Κατηγορία
Η κατοχή διαρρηκτικού εργαλείου κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι ποινικό αδίκημα κατά το άρθρο 296(δ) ΠΚ. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό:
296. «Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή-
(α) …
(β) …
(γ) …
(δ) έχει στην κατοχή του τέτοιο όργανο κατά τη διάρκεια ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος
(ε) …
(στ) …
(ζ) …,
είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται-
(i) …
(ii) σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (δ) ή (ζ), σε φυλάκιση τριών χρόνων.
Αν ο υπαίτιος καταδικάστηκε προηγουμένως για κακούργημα που αφορά περιουσία, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.»
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κατοχής διαρρηκτικού εργαλείου κατά τη διάρκεια της ημέρας, δυνάμει του άρθρου 296(δ) ΠΚ, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία:
(α) Κατοχή οργάνου: πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του κάποιο «όργανο». Η έννοια της κατοχής περιλαμβάνει τη φυσική κατοχή (actual possession), όπου το αντικείμενο βρίσκεται πάνω στο πρόσωπο, και τον έλεγχο ή εξουσία επί του αντικειμένου (constructive possession), όπου, παρόλο που δεν βρίσκεται κυριολεκτικά στα χέρια του, τελεί υπό την κυριαρχία και τον έλεγχό του (π.χ. σε τσάντα ή άλλο αντικείμενο που κατέχει). Δεν απαιτείται το όργανο να βρίσκεται στα χέρια του κατηγορουμένου. Αρκεί να αποδεικνύεται ότι είχε γνώση της ύπαρξής του, και ασκούσε έλεγχο επ’ αυτού. Η κατοχή, συνεπώς, προϋποθέτει συνδυασμό γνώσης και ελέγχου[6].
(β) Το όργανο να είναι διαρρηκτικό: πρέπει να αποδειχθεί ότι το αντικείμενο που κατείχε ο κατηγορούμενος είναι «τέτοιο όργανο», δηλαδή εργαλείο που είτε είναι εκ φύσεως διαρρηκτικό, είτε, λόγω της φύσης, μορφής ή χρήσης του, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάρρηξη ή για τη διάπραξη άλλου κακουργήματος κατά περιουσίας. Δεν απαιτείται το όργανο να είναι εξειδικευμένο ή κατασκευασμένο αποκλειστικά για διάρρηξη. Αρκεί να είναι αντικείμενο το οποίο, αντικειμενικά, δύναται να χρησιμοποιηθεί για τέτοιο σκοπό (π.χ. κατσαβίδια, πένσες κ.λπ.), υπό τις περιστάσεις της κατοχής.
(γ) Κατοχή κατά τη διάρκεια της ημέρας: πρέπει να αποδειχθεί ότι η κατοχή του οργάνου έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η έννοια της «ημέρας» ερμηνεύεται κατ’ αντιδιαστολή προς τη «νύχτα», όπως αυτή ορίζεται στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 4 ΠΚ, κατά την οποία «νύχτα» ή «κατά τη διάρκεια νύχτας» σημαίνει το χρονικό διάστημα μεταξύ των ωρών έξι και μισή το βράδυ και έξι και μισή το πρωί. Συνακόλουθα, ως ημέρα λογίζεται κάθε χρονικό διάστημα εκτός του πιο πάνω καθορισμένου χρονικού πλαισίου της νύχτας. Το στοιχείο αυτό είναι τυπικό και αντικειμενικό και, κατά κανόνα, προκύπτει από τη χρονική στιγμή εντοπισμού του κατηγορουμένου ή από άλλα συναφή δεδομένα της μαρτυρίας. Η απόδειξή του δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσχέρεια, εφόσον η σχετική χρονική περίοδος μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
(δ) Ο σκοπός διάπραξης κακουργήματος: αποτελεί το καίριο και αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δυνάμει του άρθρου 296(δ) ΠΚ. Η ρητή διατύπωση της διάταξης («με σκοπό διάπραξης κακουργήματος») δεν αφήνει περιθώριο ερμηνείας. Για την κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο σκοπός δεν τεκμαίρεται ούτε υπονοείται, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται. Η περί του αντιθέτου θέση της Κατηγορούσας Αρχής, με παραπομπή στην παλαιά αγγλική νομοθεσία Larceny Act 1916 προς υποστήριξη ομοιότητας, δεν ευσταθεί. Από το ίδιο το κείμενο της εν λόγω νομοθεσίας προκύπτει ότι το ειδικό αδίκημα κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων προβλεπόταν στο άρθρο 28 και αφορούσε ρητά πρόσωπο «found by night». Δεν προβλεπόταν αντίστοιχο αυτοτελές αδίκημα απλής κατοχής τέτοιων εργαλείων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η νυχτερινή κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων, τόσο στο πλαίσιο της αγγλικής νομοθεσίας όσο και στο πλαίσιο της παραγράφου (γ) του άρθρου 296 ΠΚ, αντιμετωπίζεται ως αυτοτελώς επιβαρυντική περίσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, η κατοχή, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και εν απουσία νόμιμης δικαιολογίας, θεωρείται καθαυτή ύποπτη και ικανή να θεμελιώσει το αδίκημα, χωρίς να απαιτείται η ίδια αυστηρότητα ως προς την απόδειξη συγκεκριμένου σκοπού. Αντιθέτως, η κατοχή κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπως ρυθμίζεται στην παράγραφο (δ) του άρθρου 296 ΠΚ, διέπεται από διαφορετική και σαφώς αυστηρότερη νομοθετική λογική. Ο νομοθέτης απαιτεί ρητά την ύπαρξη σκοπού διάπραξης κακουργήματος, ο οποίος αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο του αδικήματος και πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο σκοπός αυτός δεν απαιτείται να εκδηλωθεί με συγκεκριμένη πράξη, δύναται όμως να συναχθεί από το σύνολο των περιστάσεων και αποδεικνύεται συνήθως μέσω έμμεσης (περιστασιακής) μαρτυρίας. Η συναγωγή αυτή, εντούτοις, πρέπει να οδηγεί σε ασφαλές και αναπόφευκτο συμπέρασμα. Δεν αρκεί η απλή υποψία, ούτε η ύπαρξη επιβαρυντικού πλαισίου, ούτε η θεωρητική δυνατότητα χρήσης των εργαλείων για παράνομο σκοπό. Απαιτείται όπως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η κατοχή των αντικειμένων να συνδέεται με τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και αναγκαίο με σκοπό διάπραξης κακουργήματος. Η ύπαρξη του σκοπού κρίνεται με βάση παράγοντες όπως η φύση και το είδος των εργαλείων, ο τρόπος κατοχής τους, ο τόπος και ο χρόνος εντοπισμού, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η παρουσία του σε περιβάλλον που συνδέεται με εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και η ύπαρξη άλλων στοιχείων που ενισχύουν τη σχετική υπόνοια. Εντούτοις, ακόμη και η συνδρομή τέτοιων στοιχείων δεν απαλλάσσει την Κατηγορούσα Αρχή από την υποχρέωση να αποδείξει τον σκοπό με το απαιτούμενο επίπεδο βεβαιότητας.
Με βάση τα ευρήματα γεγονότων από την αποδεκτή μαρτυρία, εξετάζεται κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικού εργαλείου κατά τη διάρκεια της ημέρας, δυνάμει του άρθρου 296(δ) ΠΚ. Από τη σαφή και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ4 προκύπτει ότι εντός της τσάντας που κατείχε η Κατηγορούμενη, κατά τον χρόνο της σύλληψής της, εντοπίστηκαν μία μικρή χαλασμένη πένσα, ένα μικρό κατσαβίδι μπλε, ένα μικρό κατσαβίδι κόκκινο και δύο μαχαίρια, εκ των οποίων το ένα ανοιγόμενο. Τα αντικείμενα αυτά βρίσκονταν συγκεντρωμένα μαζί με μεγάλο αριθμό άλλων αντικειμένων (κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα, ρολόγια), εντός της ίδιας τσάντας, η οποία τελούσε υπό τον άμεσο και αποκλειστικό έλεγχο της Κατηγορούμενης. Η κατοχή αποδεικνύεται. Τα κατσαβίδια και η πένσα αποτελούν αντικείμενα κοινής χρήσης, τα οποία όμως δύνανται αντικειμενικά να χρησιμοποιηθούν για παραβίαση μηχανισμών, όπως κλειδαριών ή θυρών, και, υπό προϋποθέσεις, να συνιστούν διαρρηκτικά εργαλεία. Περαιτέρω, το γεγονός ότι τα αντικείμενα αυτά βρέθηκαν μαζί με κομμένα ή αποσυναρμολογημένα κοσμήματα και πολλαπλά κινητά τηλέφωνα άγνωστης προέλευσης, εντός συνόλου ετερόκλητης και ύποπτης περιουσίας, ενισχύει την αντικειμενική δυνατότητα σύνδεσής τους με παράνομες δραστηριότητες. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί αφ’ εαυτής. Σημειώνεται και ότι από τη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 προκύπτει ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα κατά τις μεσημβρινές ώρες. Συνεπώς, αποδεικνύεται και το στοιχείο της κατοχής κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το καθοριστικό ζήτημα είναι κατά πόσο αποδείχθηκε ότι η Κατηγορούμενη κατείχε τα εν λόγω αντικείμενα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένων (α) της συγκεντρωμένης κατοχής περιουσίας που δημιουργεί εύλογη υπόνοια κλοπιμαίου χαρακτήρα, (β) της σύνδεσης της Κατηγορούμενης με κλοπιμαίο όχημα και με πρόσωπο που επιχειρούσε να διαφύγει της Αστυνομίας οδηγώντας επικίνδυνα, (γ) της συμπεριφοράς της κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι της προσέγγισης του εγκαταλελειμμένου οχήματος και της προσπάθειας ανοίγματός του, και (δ) του τρόπου ζωής που η ίδια περιέγραψε, ήτοι συνεχής μετακίνηση, απουσία σταθερής διαμονής και συναναστροφή με πρόσωπα εμπλεκόμενα σε παραβατική δραστηριότητα. Οι πιο πάνω παράγοντες συνθέτουν αναμφίβολα ένα έντονα επιβαρυντικό και ύποπτο πλαίσιο, εντός του οποίου η κατοχή των επίδικων αντικειμένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Πλην όμως, το Δικαστήριο οφείλει να διακρίνει μεταξύ της ισχυρής υποψίας και της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας του συγκεκριμένου σκοπού που απαιτεί το άρθρο 296(δ) ΠΚ. Στην παρούσα υπόθεση, παρά το επιβαρυντικό πλαίσιο, απουσιάζει η αναγκαία συγκεκριμένη και στοχευμένη σύνδεση των εργαλείων με επικείμενη διάπραξη κακουργήματος. Ειδικότερα, τα εργαλεία είναι μικρού μεγέθους και καθημερινής χρήσης, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εξειδικευμένων διαρρηκτικών οργάνων· δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια ή απόπειρα διάρρηξης από πλευράς της Κατηγορούμενης· ούτε υπήρξε μαρτυρία που να την τοποθετεί σε άμεση εγγύτητα προς συγκεκριμένο στόχο παραβίασης. Η παρουσία της στο κλοπιμαίο όχημα και η κατοχή ύποπτης περιουσίας, αν και σοβαρά επιβαρυντικά στοιχεία, δεν συνδέονται ειδικά και άμεσα με πρόθεση χρήσης των συγκεκριμένων εργαλείων για διάρρηξη ή άλλο κακούργημα. Η υπόθεση αποκαλύπτει ένα γενικά παραβατικό πλαίσιο, όχι όμως εκείνη τη συγκεκριμένη επιχειρησιακή στόχευση που θα επέτρεπε τη συναγωγή του απαιτούμενου σκοπού ως αναγκαίου συμπεράσματος. Ο σκοπός διάπραξης κακουργήματος δύναται, κατ’ αρχήν, να αποδειχθεί μέσω περιστάσεων που κατατείνουν σε συγκεκριμένη χρήση των εργαλείων, όπως η άμεση σύνδεση με στόχο, η ύπαρξη ενεργειών προπαρασκευής ή απόπειρας, η κατοχή εξειδικευμένων ή προσαρμοσμένων εργαλείων, ή ο συγχρονισμός τόπου, χρόνου και συμπεριφοράς. Στην παρούσα υπόθεση, τέτοια στοιχεία δεν αναδεικνύονται. Κατά συνέπεια, η υπόνοια που δημιουργείται από το σύνολο των περιστάσεων, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν δύναται να υποκαταστήσει την απαιτούμενη απόδειξη του συγκεκριμένου σκοπού. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι αποδείχθηκε η κατοχή των αντικειμένων, ότι αυτά δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως διαρρηκτικά εργαλεία και ότι η κατοχή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Δεν αποδείχθηκε, όμως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η Κατηγορούμενη τα κατείχε με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος.
Κατάληξη
Ως αποτέλεσμα των ως άνω διαπιστώσεων, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η Κατηγορία και αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη 2η Κατηγορία.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] Queiss ν. Republic (1987) 2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 289, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 21), Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο