Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. D. P., Αρ. Υπόθεσης: 5410/2025, 4/3/2026
print
Τίτλος:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. D. P., Αρ. Υπόθεσης: 5410/2025, 4/3/2026

ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ.

                                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 5410/2025

Μεταξύ:

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α

 

v.

 

                                     D. P.

                                                                                                       Κατηγορουμένου

--------------------

 

Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κάρνος

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος

Κατηγορούμενος:  παρών

-------------------

 

Π Ο Ι Ν Η

(δόθηκε αυθημερόν)

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

-       Κοινή επίθεση εις βάρος μέλους οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα  Κεφ. 154 και του άρθρου  4(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(Ι)/2000) (κατηγορία αρ. 3).

-       Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 324 του  Ποινικού Κώδικα  Κεφ.154 (κατηγορία  αρ. 4)

-       Έκθεση ή υποβολή ζώου σε πόνο, ταλαιπωρία και φόβο, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 4(3), 5(1) και 27 του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου του 1994 (Ν.46(Ι)/1994). (κατηγορία αρ. 5)

 

Αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι στις 13.2.2025 επιτέθηκε παράνομα εις βάρος της μητέρας του και εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά σε οικιακό εξοπλισμό, ιδιοκτησίας της μητέρας του, αξίας €1,000 περίπου.  Επίσης, πως την ίδια ημέρα χωρίς εύλογη αιτία υπέβαλε ένα σκύλο σε πόνο, ταλαιπωρία και φόβο, προσπαθώντας με τα χέρια του να τον πνίξει σφίγγοντας τον από τον λαιμό.

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επίσης τις κατηγορίες υπ. αρ. 1 και 2 που αφορούσαν τα αδικήματα της απόπειρας φόνου και τέλεσης πράξης που σκοπεύει στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης αντίστοιχα, στις οποίες η ποινική δίωξη αναστάληκε σε προηγούμενη ημερομηνία και ο Κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από αυτές.  Κατά την εν λόγω δικάσιμο, δηλώθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής, ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο είχε ληφθεί η απόφαση της αναστολής των κατηγοριών ήταν η έντονη απροθυμία της μητέρας του να προσέλθει ως μάρτυρας και να καταθέσει στην παρούσα διαδικασία, γεγονός που δεν άφηνε, σύμφωνα με τη δήλωση, υπό τις περιστάσεις, άλλη επιλογή.

 

Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση και τα οποία έγιναν αποδεκτά  από την Υπεράσπιση του  Κατηγορουμένου έχουν ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Α):

 

«1.Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, κατάγεται από τη Λετονία, είναι ηλικίας 24 ετών και κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε μαζί με την παραπονούμενη μητέρα του, V. J. («η παραπονούμενη») σε οικία στην Λεμεσό.

 

1.  Στις 13/2/2025 και περί ώρα 18:00 μ.μ., ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην προαναφερόμενη οικία,  όπου συνάντησε την παραπονούμενη και της ζήτησε, αρχικά, να του ετοιμάσει φαγητό. Έπειτα, αφού εισήλθαν μαζί στην κουζίνα της οικίας, αυτός άρχισε να της φωνάζει και να την κατηγορεί ότι «αυτή έχει τα πάντα» και ότι «αυτή φταίει» που ο ίδιος «δεν έχει τίποτα». Όντας σε έξαλλη και εξαγριωμένη κατάσταση, ο κατηγορούμενος άρπαξε στη συνέχεια με τα χέρια του από το λαιμό το ένα από τα 2 σκυλιά της οικίας και προσπάθησε επίμονα στην παρουσία της παραπονουμένης να το πνίξει.

 

2.  Αφού η παραπονούμενη κατάφερε μετά βίας να απευλευθερώσει το σκύλο από τα χέρια του κατηγορουμένου,  εξήλθε στον εξωτερικό χώρο της οικίας και επικοινώνησε με γειτονικά της πρόσωπα ζητώντας βοήθεια. Ο κατηγορούμενος, εκείνη τη στιγμή άρχισε να προκαλεί ζημιές σε οικιακό εξοπλισμό εντός της οικίας, σπάζοντας διάφορα αντικείμενα, συνολικής αξίας περίπου €1000.

 

3.  Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος εξήλθε της οικίας και ακολούθησε την παραπονούμενη έχοντας στην κατοχή του ένα μαχαίρι με το οποίο άρχισε να απειλεί την παραπονούμενη αλλά και γειτονικό πρόσωπο που είχε ανταποκριθεί στο κάλεσμα της τελευταίας για βοήθεια και βρισκόταν στο μέρος, ο οποίος αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το σημείο έντρομος, επιστρέφοντας στην οικία του. 

 

4.  Ο κατηγορούμενος, έσπρωξε την παραπονούμενη με δύναμη ρίχνοντάς την μέσα στην πισίνα της οικίας. Αμέσως μετά, ανασήκωσε με τα χέρια του ψηλά στον αέρα ένα μεταλλικό παγκάκι που βρισκόταν στην αυλή της οικίας και το πέταξε με δύναμη πάνω στην παραπονούμενη, η οποία κατάφερε να γλιτώσει από σοβαρό τραυματισμό της με τη χρήση του ενός χεριού της και βυθίζοντας ταυτόχρονα (κατά τον χρόνο της ρίψης) το κεφάλι της μέσα στο νερό. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος πήδηξε μέσα στην πισίνα με τα πόδια χτυπώντας την παραπονούμενη πάνω στον αυχένα. Κατά την βουτιά του αυτή, ο κατηγορούμενος απώλεσε την κατοχή του μαχαιριού που κρατούσε προηγουμένως το οποίο έπεσε στον πάτο της πισίνας. Χωρίς χρονοτριβή, ο κατηγορούμενος άρπαξε με τα χέρια του το κεφάλι της παραπονούμενης και άρχισε να το σφίγγει και να το βυθίζει, επανειλημμένα μέσα στο νερό της πισίνας, θέτοντας σε προφανή κίνδυνο τη ζωή της.

 

5.  Η παραπονούμενη, φοβούμενη για τη ζωή της, ζητούσε επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο να σταματήσει προσπαθώντας, παράλληλα, να απελευθερώσει το κεφάλι της από τα χέρια του. Τα κατάφερε, εν τέλει, όταν ανάφερε στον κατηγορούμενο πως θα του έδινε «όσα χρήματα» είχε στο σπίτι. Αφού κατάφερε να εξέλθει από την πισίνα η παραπονούμενη άρχισε αμέσως να καλεί για βοήθεια.  Ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε εκεί, αλλά την ακολούθησε εκτός της πισίνας και αυτή για να τον αποφύγει του ανάφερε ότι θα μετέβαινε στο σπίτι γειτονικού προσώπου για να πάρει χρήματα. Στη συνέχεια, αμφότεροι εισήλθαν μαζί εντός της οικίας και στη συνέχεια η παραπονούμενη εξήλθε από αυτήν, αφήνοντας μόνο του τον κατηγορούμενο.

 

6.  Περί ώρα 18:40 μ.μ., μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο μέρος της οικίας αφού είχαν προηγουμένως ειδοποιηθεί για το επίδικο συμβάν. Εκεί εντόπισαν τους γονείς του κατηγορουμένου αλλά και γειτονικά τους πρόσωπα, που βρίσκονταν στο σημείο. Όταν εντόπισαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν προηγουμένως απομονωμένος σε άλλο χώρο της οικίας, αυτός ήταν σε νηφάλια κατάσταση και ερωτώμενος σε σχέση με το επίδικο συμβάν ανέφερε «is not me is the devil who try to kill my mother». 

 

7.  Κατόπιν επιθυμίας της παραπονούμενης όπως ο κατηγορούμενος υποβληθεί άμεσα σε διαδικασία υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης, ένεκα του βεβαρυμένου ιστορικού προβλημάτων ψυχικής υγείας που αυτός αντιμετωπίζει, τα μέλη της Αστυνομίας μετέφεραν στη συνέχεια τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Αφού εξασφαλίστηκε εντός της ίδιας ημέρας εις βάρος του κατηγορουμένου διάταγμα υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης/νοσηλείας αυτός μεταφέρθηκε ακολούθως στην Ψυχιατρική Κλινική Αθαλάσσας όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι και την ημερομηνία 8/4/25. Έπειτα, από τις 8/4/2025 – 30/4/25 ο κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε οικειοθελώς στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού.

 

8.  Στις 30/4/2025 ο κατηγορούμενος συνελήφθη στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Λήφθηκε απ’ αυτόν ανακριτική κατάθεση την 1/5/2025 στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με το επίδικο συμβάν, επικαλούμενος μεταξύ άλλων, τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και τον μεγάλο θυμό που αισθανόταν κατά τον χρόνο του συμβάντος.

 

9.     Ο κατηγορούμενος, δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Τελεί σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης από τις 2/5/2025, ημερομηνία παραπομπής της υπόθεσης».

 

Ως αναφέρθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου και τελεί σε προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από τις 2.5.2025.

 

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης.  Η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).

 

Ως αναφέρεται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 22.7.2025, ο Κατηγορούμενος  είναι ηλικίας 24 ετών και κατάγεται από την Λετονία, αλλά ζει στην Κύπρο από την ηλικία των 15 ετών.   Έχει μια αδελφή 20 ετών και ένα αδελφό 12 ετών.  Οι γονείς του χώρισαν το 2022.   Ο πατέρας του, ηλικίας 45 ετών, εργάζεται ως υπεύθυνος σε πλοία, ενώ η μητέρα, επίσης ηλικίας 45 ετών, δεν εργάζεται.  Είναι απόφοιτος του ρωσικού λυκείου στη Λεμεσό.  Εργάστηκε σε αποθήκες στην Ολλανδία όπως και σε υπεραγορές στην Κύπρο.

 

            Ο Κατηγορούμενος έχει διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.  Νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρείο κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος κατά την περίοδο 27.5.2025 μέχρι 13.6.2025 και την περίοδο 25.6.2025 μέχρι 14.7.2025. 

 

Πριν την σύλληψη του ο Κατηγορούμενος διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και το ενοίκιο του ανερχόταν στα €600 το οποίο κατέβαλε ο πατέρας του.  Ο ίδιος λάμβανε μισθό  €900 μηνιαίως από την εργασία του. 

 

Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, ο κος Σπηλιώτοπουλος αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις, με παραπομπή στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών την οποία υιοθέτησε. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό του μητρώο και την παραδοχή του, η οποία καταδεικνύει την μεταμέλεια του και είχε ως αποτέλεσμα να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος.  Σε σχέση με τα περιστατικά της υπόθεσης, ο συνήγορος επεσήμανε πως το περιστατικό ήταν μεμονωμένο και ατυχές, απόρροια της κατάστασης της ψυχικής του υγείας και πρόσθεσε πως στο παρόν στάδιο ο Κατηγορούμενος είναι σε σταθερή κατάσταση και ανταποκρίνεται στην θεραπεία η οποία του παρέχεται.  Σε ό,τι αφορά στη ζημιά που προκλήθηκε στον οικιακό εξοπλισμό, σημειώθηκε πως η μητέρα του, στην οποία ανήκει ο εν λόγω εξοπλισμός, ουδέν παράπονο έχει, θέση την οποία δεν αμφισβήτησε ο κ. Κάρνος.

 

Τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά.  Η σοβαρότητα και των τριών αδικημάτων αντανακλάται, καταρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο Νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλέπε μεταξύ άλλων Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α. (2002) 2 Α.Α.Δ. 575). 

 

 

            Σύμφωνα με το άρθρο 242 του Κεφ. 154, το αδίκημα της κοινής επίθεσης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.1,500 σε ευρώ ή και με τις δύο ποινές.  Όταν, όμως, το αδίκημα διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.119(Ι)/2000, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει αυξημένη ποινή σε σχέση με την ποινή που προβλέπεται στο Κεφ. 154, που στην προκειμένη περίπτωση αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια (βλ. A.G. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 119/2020, ημερ. 16.4.2021).

 

Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δυο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.1,500 σε ευρώ ή και με τις δυο ποινές.

 

            Με βάση το άρθρο 27 του Ν.46(Ι)/1994, ως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας υπ. αρ. 5, το αδίκημα της έκθεσης ή υποβολής ζώου σε πόνο, ταλαιπωρία και φόβο χωρίς εύλογη αιτία, τιμωρείτο, σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, με φυλάκιση μέχρι 12 μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι €10,000 ή και με τις δύο ποινές. Η αύξηση της προβλεπόμενης ποινής σε 24 μήνες και του προστίμου σε €20,000 με το Ν.57(Ι)/2025, αν και δεν αφορά την παρούσα υπόθεση, εντούτοις δεικνύει την ανησυχία του Νομοθέτη για αδικήματα αυτής της φύσεως.

 

Η σοβαρότητα του αδικήματος της κοινής επίθεσης έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Η αυστηρή αντιμετώπιση, η οποία επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσεως, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η διάπραξή τους παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων.

 

Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν περιστατικά βίας με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά αντίθετα κάθε ένας από εμάς οφείλει να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος:

 

"Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς."

 

Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 504.

 

Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται για αδικήματα επίθεσης είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχθηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 581 ποινή  φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. 

 

Αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Περδίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 154 όπου ο εφεσείων, φρουρός ασφαλείας νυκτερινού κέντρου, μετά από παρεξήγηση, γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο με δύναμη στο πρόσωπο και στο κεφάλι και σταμάτησε μετά από παρέμβαση τρίτου προσώπου. Από την επίθεση ο παραπονούμενος υπέστη σοβαρά τραύματα και χρειάστηκε να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Παράλληλα, ο εφεσείων απείλησε τον παραπονούμενο πως εάν προχωρούσε στην καταγγελία του θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα.  Καταχωρήθηκε έφεση κατά της καταδίκης και από τον Γενικό Εισαγγελέα κατά της ποινής.  Επικυρώνοντας την καταδίκη και επιλαμβανόμενο της έφεσης κατά της ποινής το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόστιμο εκ Λ.Κ. 200 το οποίο επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν αμελητέο έχοντας υπόψη την σοβαρότητα της υπόθεσης.  Υποδεικνύοντας ότι η αρμόζουσα ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης και μάλιστα πολύμηνης, προχώρησε στην αντικατάσταση του ύψους του προστίμου σε €2000 ενόψει και του γεγονότος πως το επεισόδιο συνέβηκε πριν από 5 σχεδόν χρόνια.

Στην Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.219, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης έξι μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στην κατηγορία άσκησης βίας στην σύζυγο του που της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν.119(Ι)/2000.  Λήφθηκε υπόψη ότι επρόκειτο για μια εντελώς απαράδεκτη συμπεριφορά του εφεσείοντα σε βάρος της ανυπεράσπιστης συζύγου του, την οποία πράγματι εξευτέλισε ο εφεσείων προκαλώντας της και ουσιαστικές κακώσεις, στην παρουσία του ανήλικου παιδιού τους.

 

Αυστηρές ποινές και δη ποινές φυλάκισης επιβάλλονται και σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Προς τούτο παραπέμπουμε ενδεικτικά στις υποθέσεις Francis Kenneth Smith and another v. The Police (1969) 2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police (1982) 2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic (1982) 2 C.L.R. 156, Charitou v. The Republic (1987) 2 C.L.R. 170 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (1993) 2 C.L.R. 158.                      

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125 τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ενδείκνυται η επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής σε σχέση με το αδίκημα αυτό όχι μόνο για προστασία του κοινού αλλά και για καταστολή των αισθημάτων ανασφάλειας στους πολίτες και του φόβου για επικράτηση της παρανομίας.

 

Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη (2001) 2 Α.Α.Δ. 753 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Στην δε υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α. (2011) 2 Α.Α.Δ. 92, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ενώ στην υπόθεση Μάμας Προκοπίου Κίτας ν. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 433, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους. 

 

Τα αδικήματα που καθορίζονται στο Ν.46(Ι)/1994, σχετίζονται με την προστασία των δικαιωμάτων των ζώων αλλά και την ευημερία τους.  Η ευαισθητοποίηση ως προς το ζήτημα αυτό είναι διάχυτη τόσο στην κοινωνία όσο και στα σύγχρονα ήθη.  Ως καθορίζεται στο Νόμο (βλ. άρθρο 3), σκοπός του είναι να καθοριστεί το γενικό πλαίσιο των κανόνων συμπεριφοράς που πρέπει να τηρούνται κατά τον χειρισμό ζώων με σκοπό τη διασφάλιση της υγείας και της ευημερίας τους.  Θεσμοθετείται, συναφώς, ο σεβασμός προς τα ζώα, ενώ στο άρθρο 4 καθορίζονται οι βασικές υποχρεώσεις εναντίον των ζώων.  Ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως παραπέμπουμε στην Μυλωνά κ.α. v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 384.

Η αύξηση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων που διαπιστώνεται με την ολοένα συχνότερη εμφάνιση υποθέσεων αυτού του είδους στα Δικαστήρια, ενισχύει τη σοβαρότητα που πρέπει να αποδίδεται στην αντιμετώπιση περιπτώσεων όπως η παρούσα ώστε από τη μία να προστατευθεί η ευημερία των ζώων και από την άλλη να διαβιβασθεί το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές στην κοινωνία.  Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κωνσταντίνου, Ποιν. Έφ. 147/2017, ημερ. 13.5.2018σε άτομο ηλικίας 72 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που κρίθηκε ένοχο στη θανάτωση σκύλου για ανεπίτρεπτο σκοπό δυνάμει του Ν.46(Ι)/94 για το οποίο προνοείτο, τότε, ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή χρηματική ποινή €1.708 ή και οι δύο ποινές, όταν μπροστά στα μάτια του ιδιοκτήτη του ζώου και της ανιψιάς του  μαχαίρωσε σκύλο που ήταν καθοδηγητής, φύλακας κωφάλαλης οικογένειας και εκπαιδευμένος για την προστασία της, αδίκημα για το οποίο δεν επέδειξε έμπρακτη μεταμέλεια.  Κατά την πρωτόδικη διαδικασία επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών, η οποία μειώθηκε κατ' έφεση σε 45 ημέρες φυλάκιση με αναστολή.

 

Αναφορά στο πλαίσιο αυτό αξίζει να γίνει και στα σχετικά Sentencing Guidelines της Αγγλίας, σύμφωνα με τα οποία σε τέτοιας φύσεως αδικήματα αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα η σκόπιμη και αδικαιολόγητη προσπάθεια πρόκλησης ταλαιπωρίας στο ζώο και η παρατεταμένη παράνομη συμπεριφορά.

 

Σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.

 

Παρόλα αυτά, θα πρέπει να τονιστεί ότι  η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012).  Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

Για προσδιορισμό της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω και την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία αυτά διαπράττονται. 

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά.  Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία του σε έξαλλη και εξαγριωμένη κατάσταση και στη συνέχεια άρπαξε το ένα από τα δυο σκυλιά της οικίας και προσπάθησε επίμονα να το πνίξει στην παρουσία της παραπονούμενης.  Ακολούθως, όταν η παραπονούμενη, μητέρα του, κατάφερε μετά βίας να απελευθερώσει τον σκύλο από τα χέρια του, αυτή εξήλθε στον εξωτερικό χώρο της οικίας ζητώντας βοήθεια.  Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος έσπασε οικιακό εξοπλισμό αξία περίπου €1000.  Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος εξήλθε της οικίας και ακολούθησε την παραπονούμενη έχοντας στην κατοχή του μαχαίρι, στοιχείο που από μόνο του καθιστά το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό, και άρχισε να την απειλεί.  Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν τόσης έντασης που γειτονικό πρόσωπο που είχε κληθεί για βοήθεια αποχώρησε έντρομο, επιστρέφοντας στην οικία του.  Οι ενέργειες του Κατηγορούμενου δεν σταμάτησαν, όμως, εκεί.  Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος έσπρωξε την παραπονούμενη με δύναμη, ρίχνοντας της στην πισίνα της οικίας.  Αμέσως, έπιασε με τα χέρια του ψηλά στον αέρα ένα μεταλλικό παγκάκι που βρισκόταν στην αυλή της οικίας και το πέταξε με δύναμη πάνω στην παραπονούμενη, η οποία ήταν ευτύχημα που κατάφερε να γλυτώσει από σοβαρό τραυματισμό.  Και πάλι, όμως, ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε αφού στη συνέχεια πήδηξε στην πισίνα με τα πόδια χτυπώντας την παραπονούμενη στον αυχένα, ενώ ήταν και πάλι ευτύχημα πως απώλεσε την κατοχή του μαχαιριού του, το οποίο έπεσε στον πάτο της πισίνας.  Στη συνέχεια, άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι της παραπονούμενης και άρχισε να το σφίγγει και να το βυθίζει στο νερό επανειλημμένα, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή της.  Τα χειρότερα αποτράπηκαν όταν η παραπονούμενη κατάφερε να απελευθερώσει το κεφάλι της, αφού του ανέφερε πως θα του έδινε όσα χρήματα είχε στο σπίτι.  Όταν δε άρχισε να καλεί σε βοήθεια, ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε εκτός της πισίνας και αφού η ίδια απομακρύνθηκε, ειδοποιήθηκε η Αστυνομία.

 

Όλα τα πιο πάνω καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής αν και ουδόλως παραγνωρίζουμε πως επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, που είχε, ωστόσο, διάρκεια και ένταση, όπως και το ότι το περιστατικό ήταν απόρροια των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος.  Δεν μας διαφεύγει δε πως την ίδια ημέρα ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε διαδικασία υποχρεωτικής εξέτασης και ακολούθως εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας του.

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην  παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

 

(α)       Η παραδοχή του, η οποία δεικνύει εμπράκτως την μεταμέλεια του και είχε ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.

(β)      Το λευκό ποινικό του μητρώο.

(γ)      Η αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει.  Στο πλαίσιο αυτό συνυπολογίζουμε πως από την πλευρά της Υπεράσπισης υποστηρίχθηκε, και δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας αρχής, πως σήμερα η κατάσταση του Κατηγορούμενου είναι σταθερή και ο ίδιος ανταποκρίνεται στη θεραπεία που του χορηγείται.

(δ)     Η έλλειψη προσχεδιασμού από μέρους του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων.

(ε)        Η απουσία παραπόνου από την μητέρα του και η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ τους.

(στ)     Οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του όπως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. 

 

Καθοδηγούμενοι από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και όλους τους επιβαρυντικούς παράγοντες οι οποίοι σημειώνονται πιο πάνω, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω.

 

Επιβάλλουμε, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

 

Στην τρίτη  κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών.   

 

Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.  

 

Στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών.  

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Αν και από την πλευρά της Υπεράσπισης δεν υποβλήθηκε εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, εξετάζοντας το ζήτημα στη βάση των αρχών της νομολογίας που διέπουν το θέμα (βλ. Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2) (2005) 2 Α.Α.Δ. 327), κρίνουμε πως παρά την παραδοχή του Κατηγορούμενου και το λευκό ποινικό του μητρώο, τα οποία σε κάθε περίπτωση συνυπολογίστηκαν στο ύψος της ποινής που του είχε επιβληθεί, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ικανά να δικαιολογήσουν την άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

 

Επομένως, οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα και σε αυτές να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του Κατηγορουμένου από 2.5.2025. 

 

               Τα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους.

 

 

                                                               (Υπ.)  …………………………….……….

                                                                              Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. 

 

                                                               (Υπ.)  ………………….…………………….

                                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

 

                                                               (Υπ.)   ………………..…………………….

                                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο