ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Δ. Α. κ.α., Υπόθεση αρ. 4470 / 2026, 24/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Δ. Α. κ.α., Υπόθεση αρ. 4470 / 2026, 24/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 4470 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

1.   Δ. Α.

2.   Π. Κ.

 

___________________

 

Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Ιωάννου (κα), για τον Κατηγορούμενο 1

Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Κατηγορούμενος 1 και 2 αντιμετωπίζουν κοινές κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξη των γραφείων των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στα Κάτω Πολεμίδια, και κλοπή από αυτό ενός box file με άγνωστο περιεχόμενο εγγράφων, αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ 9.4.2026 και 14.4.2026. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει αδικήματα κλοπής οχήματος και κακόβουλης ζημιάς στο ίδιο, αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ 14.4.2026 και 15.4.2026, στη Λεμεσό.

 

Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 21.5.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται, όσον αφορά αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και 2, στον κίνδυνο φυγοδικίας και όσον αφορά στον Κατηγορούμενο 1, πρόσθετα, και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.

 

Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α) καθώς και το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο Β).

 

Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.

 

Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα, όσον αφορά τα γεγονότα της 4ης Κατηγορίας και της 5ης Κατηγορίας, που προκύπτουν στην όψη της μαρτυρίας, και χωρίς αξιολόγησή της: Την 15.4.2026, περί ώρα 00:00, λήφθηκε πληροφορία ότι άγνωστο άτομο κινείτο ύποπτα κοντά σε όχημα, το οποίο είχε αναμμένα τα φώτα κινδύνου και ηχούσε σειρήνα, δίδοντας την εντύπωση πως προσπαθούσε να κλέψει. Περίπολο της ΑΔΕ Λεμεσού μετέβη στο σημείο, όπου εντόπισε τον Κατηγορούμενο 1, εντός του οχήματος, με τα αναφερόμενα στοιχεία, και το όχημα σε λειτουργία, ενώ ανήκε κατ’ ιδιοκτησία στο κατονομαζόμενο πρόσωπο. Ο ίδιος ανέφερε στην Αστυνομία ότι επιχείρησε να κλέψει το όχημα. Όταν συνελήφθη, απάντησε «έκλεψα το, εν ήμουν καλά». Το ίδιο αναφέρει και στην ανακριτική του κατάθεση, ότι ήθελε να κλέψει το όχημα, που ήταν διπλοκάμπινο, για να πηγαίνει να μαζεύει ξύλα, σκοπός για τον οποίο έσπασε το τζάμι της πόρτας του οδηγού, το άνοιξε και μπήκε μέσα, προσπαθώντας να το εκκινήσει, και καταφέρνοντάς τα, πλην όμως το τιμόνι ήταν κλειδωμένο και δεν μπορούσε να το οδηγήσει. Όταν προσπάθησε να σπάσει την κλειδαριά, έπαιξε η σειρήνα. Το κατέβασε από το πεζοδρόμιο, αλλά «μπούκωσε» και δεν προχωρούσε. Πήγαινε λίγο μπροστά και λίγο πίσω και έσβηνε συνέχεια, μέχρι που μετέβη στο σημείο η Αστυνομία. Δεν γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του οχήματος. Συνήθως κινείται περπατητός, μένει στο ευρύτερο χώρο του νοσοκομείου, και κινούμενος πεζός, αναζητά και λίγο «πράμα» να πιεί. Περίμενε την Αστυνομία να τον συλλάβει, κατάλαβε πως είχε λάθος, είχε επίσης τραυματιστεί, στην προσπάθειά του να κλέψει το όχημα. Όσον αφορά τα γεγονότα των υπόλοιπων κατηγοριών, την 9.4.2026, το προσωπικό των Κοινωνικών Υπηρεσιών, στα Κάτω Πολεμίδια, σχόλασε, και λόγω των εορτών του Πάσχα, επέστρεψε την 14.4.2026. Τότε διαπιστώθηκε παραβίαση της ξύλινης πόρτας, στον 1ο όροφο του κτιρίου, όπου στεγάζεται. Λειτουργός είχε λάβει μήνυμα στο κινητό της, από το σύστημα συναγερμού, αλλά θεώρησε πως δεν υπήρχε οτιδήποτε, εφόσον δεν κλήθηκαν από την Αστυνομία. Από τις επιτόπιες εξετάσεις, διαπιστώθηκε πως οι δράστες πέτυχαν είσοδο από αλουμινένια διπλή ανοιγόμενη πόρτα, στην είσοδο, την οποία παραβίασαν με βία. Επιθεωρήθηκαν τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, που υπάρχουν στο κτίριο, εντοπίζοντας πλάνα στα οποία φαίνονται δύο πρόσωπα άγνωστα, μετά το σχόλασμα της 9ης Απριλίου. Δίδεται περιγραφή της περιβολής τους. Στα πλάνα, ο ένας εκ των δύο κτυπά την πόρτα με το πόδι του, ανοίγει, και μπαίνουν μέσα τα δύο άγνωστα πρόσωπα, τα οποία έτυχαν αναγνώρισης από μέλος της Αστυνομίας, ως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντίστοιχα, εφόσον απασχόλησαν στο παρελθόν την Αστυνομία. Κατά τη σύλληψή τους, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε «δεν ήμουν καλά, δεν θυμάμαι», ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε «συμφωνώ με τη σύλληψη». Υπάρχει επίσης μαρτυρία φροντίστριας, που είδε τους δράστες κατά την είσοδό της στο κτίριο, και έδωσε περιγραφή τους. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε πως το ένα άτομο ήταν ο ίδιος, αλλά νόμιζε πως το γραφείο δούλευε, και πήγε να πάρει το επίδομά του, ενώ την πόρτα την κλώτσησε ο άλλος, που δεν θυμάται ποιος ήταν, ούτε πώς βρέθηκε εκεί, καθώς έχει πρόβλημα μνήμης. Δεν πήρε οτιδήποτε. Ο Κατηγορούμενος 2, στην ανακριτική του κατάθεση, ανέφερε πως δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 1 και δεν μετείχε σε τέτοιο επεισόδιο.

 

Τα προαναφερόμενα γεγονότα, εξ όψεως, ανάγονται στις νομικές βάσεις των κατηγοριών που περιέχονται στο κατηγορητήριο, τα οποία, συνηθέστερα, απειλούνται με ποινές που περιλαμβάνουν στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.

 

Δεν φαίνεται πλήρες το μαρτυρικό υλικό, για τις δύο υποθέσεις, αλλά, στην όψη του, ως έχει σχηματιστεί μέχρι στιγμής, δίδει επαρκείς πιθανότητες καταδίκης των Κατηγορούμενων 1 και 2, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, χωρίς η διατύπωση αυτή να εναντιώνεται το τεκμήριο αθωότητας των Κατηγορουμένων 1 και 2.

 

Ο Κατηγορούμενος 1, ηλικίας 50 ετών, Κύπριος, τελεί σε πρόσφατη αποφυλάκιση. Από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό δεν προκύπτει ύπαρξη σταθερής διαμονής, επαγγελματικής απασχόλησης ή άλλου δομημένου πλαισίου κοινωνικής ένταξης. Αντιθέτως, προκύπτει εικόνα αποδιοργανωμένου τρόπου διαβίωσης, με έλλειψη σταθερών σημείων αναφοράς και καθημερινής ρουτίνας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ικανότητα συμμόρφωσης του προς δικαστικά επιβαλλόμενες υποχρεώσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη ή επαρκώς διασφαλισμένη. Ο κίνδυνος που αναδύεται δεν είναι πρωτίστως κίνδυνος εγκατάλειψης της Δημοκρατίας, αλλά κίνδυνος αποσύνδεσης από τη διαδικασία και, κατ’ επέκταση, μη εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

 

Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, ηλικίας 23 ετών, το μαρτυρικό υλικό καταδεικνύει απουσία σταθερής διεύθυνσης διαμονής και έλλειψη επαρκών προσωπικών ή κοινωνικών δεσμών που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να θεωρήσει, με εύλογο βαθμό ασφάλειας, ότι θα είναι διαθέσιμος και εντοπίσιμος για τους σκοπούς της διαδικασίας. Η έλλειψη αυτή δεν αποτελεί απλώς ουδέτερο στοιχείο, αλλά θετικό παράγοντα κινδύνου, καθότι δυσχεραίνει ουσιωδώς την επιτήρηση της συμμόρφωσης και την πρακτική διασφάλιση της παρουσίας του.

 

Στο πλαίσιο αυτό, η αξιολόγηση του κινδύνου φυγοδικίας δεν εξαντλείται σε ενδεχόμενη έξοδο από τη χώρα, αλλά εκτείνεται, σύμφωνα με πάγια αρχή, στην πραγματική δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξασφαλίσει την παρουσία των Κατηγορουμένων κατά τη δίκη. Εν προκειμένω, τα εξατομικευμένα δεδομένα που αφορούν αμφότερους τους Κατηγορουμένους συγκλίνουν προς την ύπαρξη ουσιαστικού και παρόντος κινδύνου μη εμφάνισης, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί υποθετικός ή απομακρυσμένος.

 

Το Δικαστήριο εξέτασε περαιτέρω κατά πόσον ο εν λόγω κίνδυνος δύναται να αντιμετωπιστεί με την επιβολή περιοριστικών όρων. Ωστόσο, μέτρα όπως η χρηματική εγγύηση, η παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων ή η υποχρέωση τακτικής παρουσίας σε αστυνομικό σταθμό προϋποθέτουν, για να είναι αποτελεσματικά, ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας, εντοπισιμότητας και οργανωμένης συμμόρφωσης. Ελλείψει τέτοιων προϋποθέσεων, οι όροι αυτοί εκπίπτουν σε τυπικά μόνο μέτρα, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα εξασφάλισης του επιδιωκόμενου σκοπού.

 

Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι οποιοδήποτε σύνολο όρων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αξιόπιστη και αποτελεσματική εναλλακτική της κράτησης. Η αδυναμία αυτή δεν ερείδεται σε γενικές εκτιμήσεις, αλλά στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τις συνθήκες διαβίωσης των Κατηγορουμένων, όπως αυτά προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό.

 

Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται η ύπαρξη πραγματικού και ουσιαστικού κινδύνου φυγοδικίας, υπό την έννοια της μη εμφάνισης των Κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος δεν δύναται να αντιμετωπιστεί επαρκώς με ηπιότερα μέτρα.

 

Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].

 

Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις, που δεν διαφοροποιούν τον τρόπο προσέγγισης.

 

Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15]

 

Το Κατηγορητήριο περιλαμβάνει δύο διακριτές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου 1, στοιχείο που, ήδη αφ’ εαυτού, καταδεικνύει επαναληπτικότητα παραβατικής συμπεριφοράς σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η εικόνα αυτή ενισχύεται ουσιωδώς από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Β, από το οποίο προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 1 διαθέτει βεβαρημένο ποινικό μητρώο με επανειλημμένες καταδίκες για σοβαρά αδικήματα. Συγκεκριμένα, την 9.5.2022 καταδικάστηκε σε ποινές φυλάκισης, με ευρύτερη εκείνη των 14 μηνών, για αδικήματα κατά της περιουσίας και αδικήματα με στοιχεία βίας. Ακολούθως, την 15.5.2025 καταδικάστηκε εκ νέου σε ποινές φυλάκισης, με ευρύτερη εκείνη των 14 μηνών, για περαιτέρω αδικήματα κατά της περιουσίας. Επιπλέον, την 23.10.2025 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών για πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Η διαδοχή των καταδικών, η φύση και σοβαρότητα των αδικημάτων, καθώς και η επανειλημμένη εμπλοκή του Κατηγορούμενου 1 σε αδικήματα κατά της περιουσίας, δεν συνθέτουν εικόνα αποσπασματικής ή τυχαίας παραβατικότητας, αλλά σταθερής και διαρκούς ροπής προς το έγκλημα. Το γεγονός ότι η επιβολή επανειλημμένων στερητικών της ελευθερίας ποινών δεν φαίνεται να ανέκοψε τη συμπεριφορά αυτή, αλλά, αντιθέτως, ακολουθείται από νέα εμπλοκή σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, ενισχύει καθοριστικά την εκτίμηση περί εμμονής στην παραβατική δραστηριότητα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη χρονική εγγύτητα των υπό εξέταση αδικημάτων προς την τελευταία περίοδο κράτησης του Κατηγορουμένου 1, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η αποφυλάκισή του δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε ουσιαστική απομάκρυνση από την εγκληματική συμπεριφορά. Η εγγύτητα αυτή αφαιρεί από τον κίνδυνο κάθε στοιχείο υποθετικότητας και τον καθιστά άμεσο και παρόντα. Υπό το φως των πιο πάνω, η συνολική εικόνα που αναδύεται δεν αφήνει περιθώριο για διαφορετική εκτίμηση. Ο Κατηγορούμενος 1 παρουσιάζει σαφώς διαμορφωμένο προφίλ αυξημένου κινδύνου επανάληψης εγκληματικής συμπεριφοράς. Ο κίνδυνος αυτός δεν είναι αφηρημένος ή θεωρητικός, αλλά συγκεκριμένος, ιδίως ως προς τη διάπραξη περαιτέρω αδικημάτων κατά της περιουσίας, ενόψει και της φύσης των επίδικων κατηγοριών. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχει πραγματική και ουσιαστική πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων μέχρι τη δίκη, η οποία δικαιολογεί την επιβολή του μέτρου της κράτησης.

 

Ο χρόνος μέχρι την 21.5.2026, οπότε η υπόθεση είναι ορισμένη, συνεκτιμάται στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν εμφανίζεται υπερβολικό ή δυσανάλογο, ούτε ικανό να ανατρέψει την αναγκαιότητα του μέτρου, ενόψει της φύσης των αδικημάτων και του διαπιστωθέντος κινδύνου.

 

 

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής τους.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.

[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.

[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.

[11] Clooth v. Belgium (1991).

[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.

[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.

[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.

[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο