ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 854 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Γ. Μ.
__________________________
Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Σπηλιωτόπουλος, για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν ακρόασης, στην 1η Κατηγορία και κατόπιν ομολογίας ενοχής της, στην 3η Κατηγορία. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές. Οι κατηγορίες έχουν ως εξής:
1η Κατηγορία: ότι την 23.1.2025, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της τα αντικείμενα που αναφέρονται στον συνημμένο Πίνακα Α, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία [παράνομη κατοχή περιουσίας, άρθρο 309 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 23.1.2025, στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα, δηλαδή οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος επικίνδυνα και αλόγιστα, παρείχε πληροφορίες γι’ αυτό στον Αστ.3908 Α. Φρενσίτο από τη Λεμεσό, τις οποίες γνώριζε ότι ήσαν ψευδείς, δηλαδή ισχυρίστηκε ψευδώς ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗV128, στις 23.1.2025, το οδηγούσε η ίδια, ενώ στην πραγματικότητα οδηγείτο από τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου] από τη Λεμεσό [ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό, άρθρο 114 ΠΚ.]
Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά το άρθρο 309 ΠΚ, είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τους 6 μήνες, ενώ η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα των ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό, κατά το άρθρο 114 ΠΚ, είναι η φυλάκιση μέχρι το 1 έτος ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Ως προς τα γεγονότα, έχουν ως εξής: Την 23.1.2025, στη Λεμεσό, ο Αστ.3908, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εντόπισε όχημα το οποίο είχε δηλωθεί ως κλοπιμαίο. Το όχημα οδηγείτο από τον Κεμάλ [αφαίρεση περαιτέρω στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας τρίτου προσώπου], πρόσωπο γνωστό στην Αστυνομία, τον οποίο ο Αστ.3908 αναγνώρισε. Στο όχημα επέβαινε και γυναίκα ως συνοδηγός, η οποία ήταν η Κατηγορούμενη. Όταν ο οδηγός αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, ανέπτυξε ταχύτητα και οδηγούσε επικίνδυνα και αλόγιστα, αποφεύγοντας τον έλεγχο. Σε μεταγενέστερο στάδιο, το όχημα εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, η Κατηγορούμενη προσέγγισε το όχημα και επιχείρησε να το ανοίξει με κλειδί. Ανακόπηκε από τον Αστ.3908, στον οποίο δήλωσε ψευδώς ότι ήταν η ίδια που οδηγούσε προηγουμένως το όχημα. Στη συνέχεια συνελήφθη. Η Κατηγορούμενη παραδόθηκε στη Δ/Αστ.2318 και μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού. Κατά τη σωματική έρευνα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Ωστόσο, κατά την έρευνα της τσάντας που είχε στην κατοχή της, εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός αντικειμένων. Η Κατηγορούμενη, σε ερώτηση της Δ/Αστ.2318 ως προς την προέλευση των αντικειμένων, ανέφερε γενικά ότι τα βρίσκει «δεξιά και αριστερά», χωρίς να δώσει συγκεκριμένες εξηγήσεις. Στην τσάντα της Κατηγορούμενης εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων μεγάλος αριθμός κοσμημάτων (καδένες, βραχιόλια, δακτυλίδια, σκουλαρίκια, μενταγιόν), αρκετά εκ των οποίων ήταν κομμένα ή σπασμένα, τέσσερα κινητά τηλέφωνα διαφορετικών τύπων και χρωμάτων, ρολόγια χειρός και άλλα μικροαντικείμενα, μία μικρή χαλασμένη πένσα και δύο μικρά κατσαβίδια, δύο μαχαίρια (εκ των οποίων το ένα ανοιγόμενο και το άλλο σπασμένο). Τα αντικείμενα αυτά καταγράφηκαν, συσκευάστηκαν και παραδόθηκαν μέσω της υπηρεσιακής διαδικασίας Ο Αστ.4472 έλαβε από την Κατηγορούμενη ανακριτική κατάθεση, αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή στον νόμο και αφού αυτή είχε συμβουλευθεί δικηγόρο. Στην κατάθεση αυτή, η Κατηγορούμενη έδωσε εξηγήσεις για τα κινητά τηλέφωνα, αναφέροντας ότι τα αγόρασε από άγνωστα πρόσωπα σε χαμηλές τιμές, ανέφερε ότι τα κοσμήματα είναι δικά της και ψεύτικα, δήλωσε ότι τα εργαλεία και τα μαχαίρια τα είχε για καθημερινές χρήσεις.
Παρεμβάλλεται πως η απαξία του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας έγκειται πρωτίστως στην υπονόμευση της προστασίας της περιουσίας, και στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας κλοπιμαίων στην αγορά. Δεν πρόκειται για αδίκημα που προσβάλλει άμεσα συγκεκριμένο θύμα μέσω αφαίρεσης, αλλά για αδίκημα που συντηρεί και ενισχύει την εγκληματική δραστηριότητα τρίτων, λειτουργώντας ως κρίκος στην αλυσίδα των εγκλημάτων κατά περιουσίας. Η σοβαρότητά του διαφοροποιείται ουσιωδώς ανάλογα με την έκταση και τη φύση της περιουσίας, και τον βαθμό σύνδεσης με οργανωμένη ή συστηματική παραβατικότητα. Έπειτα, η απαξία του αδικήματος της παροχής ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό εντοπίζεται στην παρεμπόδιση της απονομής της Δικαιοσύνης, και στην υπονόμευση της αποτελεσματικής διερεύνησης ποινικών αδικημάτων. Δεν είναι απλώς η ψευδής δήλωση, αλλά η ενεργητική παραπλάνηση των Αρχών, ιδίως όταν αποσκοπεί στην αποκάλυψη ή προστασία τρίτου προσώπου. Η σοβαρότητα κλιμακώνεται ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο δίδεται η ψευδής πληροφορία, και τον βαθμό που αυτή μπορεί να επηρεάσει την έρευνα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αντικειμενική απαξία των αδικημάτων, όπως αναδύεται από το σύνολο του επεισοδίου, τοποθετείται σε επίπεδο αυξημένο, χωρίς όμως να αγγίζει τα ανώτατα όρια σοβαρότητας του είδους τους. Ως προς την 1η Κατηγορία, η κατοχή δεν αφορά μεμονωμένο αντικείμενο αλλά εκτεταμένη και ετερόκλητη συσσώρευση περιουσίας, αποτελούμενη από μεγάλο αριθμό κοσμημάτων, κινητών τηλεφώνων και άλλων αντικειμένων, αρκετά εκ των οποίων βρίσκονταν σε κατάσταση κοπής, θραύσης ή αποσυναρμολόγησης. Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη κατοχή πολλαπλών κινητών τηλεφώνων και τη συγκεντρωμένη μεταφορά όλων των αντικειμένων σε μία τσάντα, υπό συνθήκες συνεχούς μετακίνησης, δεν παραπέμπει σε συνήθη ή σταθερή φύλαξη προσωπικής περιουσίας, αλλά σε κινητή και λειτουργική κατοχή, ενισχύοντας αντικειμενικά την υπόνοια κυκλοφορίας περιουσίας άγνωστης προέλευσης. Η απαξία επιτείνεται περαιτέρω από τη χρονική και πραγματική σύνδεση της Κατηγορούμενης με κλοπιμαίο όχημα και με συμπεριφορά αποφυγής αστυνομικού ελέγχου, στοιχεία που εντάσσουν την κατοχή σε ευρύτερο παραβατικό πλαίσιο. Από την άλλη, η βαρύτητα της πράξης συγκρατείται από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε πως τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν πράγματι κλοπιμαία, ούτε προέκυψε άμεση ζημία σε συγκεκριμένο θύμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, με αποτέλεσμα η προσβολή να παραμένει σε επίπεδο διακινδύνευσης ή έμμεσης βλάβης, ενώ δεν διαπιστώθηκε οργανωμένη διάθεση ή εμπορική εκμετάλλευση της περιουσίας. Ως προς την 3η Κατηγορία, η αντικειμενική απαξία εδράζεται στο γεγονός ότι η ψευδής πληροφορία δόθηκε άμεσα σε εν ενεργεία Αστυνομικό, σε κρίσιμο στάδιο επέμβασης, με σκοπό την παραπλάνηση ως προς την ταυτότητα του οδηγού οχήματος που είχε προηγουμένως επιδοθεί σε επικίνδυνη και αλόγιστη οδήγηση προς αποφυγή ελέγχου. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά ενεργητική παρέμβαση στη διαδικασία διερεύνησης και απόπειρα συγκάλυψης τρίτου προσώπου, πλήττοντας τη λειτουργία της Δικαιοσύνης σε πραγματικό χρόνο. Ωστόσο, και εδώ η βαρύτητα μετριάζεται από το ότι η ψευδής δήλωση δεν φαίνεται να προκάλεσε ουσιώδη καθυστέρηση ή ματαίωση της έρευνας, ούτε συνοδεύτηκε από περαιτέρω οργανωμένες ή επαναλαμβανόμενες ενέργειες παραπλάνησης, αλλά παρέμεινε μεμονωμένη πράξη περιορισμένης πρακτικής επίδρασης. Συνολικά, τα αντικειμενικά δεδομένα καταδεικνύουν ένα επιβαρυντικό πλαίσιο δράσης, με στοιχεία κινητής και ύποπτης κατοχής περιουσίας και άμεσης παρέμβασης στην αστυνομική διερεύνηση, πλην όμως με περιορισμένη συγκεκριμενοποίηση της βλάβης και χωρίς πλήρη υλοποίηση των κινδύνων που εγγενώς ενέχουν τα επίδικα αδικήματα.
Λαμβάνεται υπόψη πως δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, που περιλαμβάνουν την ηλικία, των 27 ετών σήμερα.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[6], όσον αφορά την 3η Κατηγορία. Δεν υπάρχει όμοια ελαφρυντική επίδραση όσον αφορά την 1η Κατηγορία.
Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των πράξεων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό τους χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων, τον τρόπο δράσης, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή για κάθε ένα αδίκημα, αλλά και όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες.
Θα επιβληθούν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, θεωρώντας τη δράση σε ενιαίο πλαίσιο έκνομης συμπεριφοράς.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 μηνών και 5 ημερών, συντρέχουσα.
Η διαφοροποίηση στις ποινές έγκειται στη μεγαλύτερη προβλεπόμενη ποινή, για το αδίκημα της 3ης Κατηγορίας, αλλά και η συνδρομή περισσότερων ελαφρυντικών παραγόντων, που περιλαμβάνουν τη σχετικά άμεση παραδοχή. Ο χρόνος που η Κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση, από την 24.2.2026, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.
Ενόψει της εκτέλεσης σχεδόν του συνόλου της ποινής, δεν τίθεται θέμα αναστολής της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας, και είναι κατατεθειμένα στο Δικαστήριο ως το Τ6, να επιστραφούν στην Αστυνομία και εφόσον εντοπίζονται νόμιμοι δικαιούχοι, να επιστραφούν σε αυτούς. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν έχουν αξία να δημοπρατηθούν, σε διαφορετική περίπτωση, να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας, και είναι κατατεθειμένα στο Δικαστήριο ως τα Τ2, Τ3, Τ4, Τ5, να επιστραφούν στην Κατηγορούμενη, η οποία έχει αθωωθεί στην εν λόγω κατηγορία.
Έξοδα €120 να πληρωθούν από την Κατηγορούνεμη, εντός 3 μηνών από σήμερα.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο