ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 17796 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Μ. Μ.
__________________________
Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου, για την Κατηγορούσα Αρχή
Στ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορία ότι ο Κατηγορούμενος την 22.7.2025, στην τοποθεσία «Δεξαμενή», δυτικά του χωριού Δύμες, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ εκτελούσε εργασία χρησιμοποιώντας ηλεκτρικό σμυρίλιο, ενήργησε με αλόγιστο ή απερίσκεπτο τρόπο και παρέλειψε να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις προς αποτροπή εκδήλωσης πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά εντός ζώνης δύο χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή του κρατικού δάσους.
Η πρόκληση πυρκαγιάς εντός ζώνης δύο χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή κρατικού δάσους συνιστά αδίκημα με βάση τα άρθρα 2 και 32 § 4 του περί Δασών Νόμου 25(Ι)/2012, ως τροποποιήθηκε, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 12 έτη ή και με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €100.000.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν, την 22.7.2025, και περί ώρα 13:30, έγινε αντιληπτή πυρκαγιά σε δασική περιοχή, στην τοποθεσία «Δεξαμενή» στην περιοχή Δύμες, της Επαρχίας Λεμεσού. Για την κατάσβεση, συνέδραμαν οκτώ πυροσβεστικά του Τμήματος Δασών, τέσσερα της Πυροσβεστική Υπηρεσίας και τέσσερα πτητικά μέσα. Η ώρα 12:45, αφού κάηκαν έξι δεκαριά από τα πεύκα και την άγρια βλάστηση, καθώς και καλλιεργήσιμη γη, στο σημείο μετέβηκαν για τη διενέργεια των εξετάσεων μέλος του Τμήματος Δασών, ο επικεφαλής των δασικών λειτουργών καθώς και η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Από τις εξετάσεις που διενήργησαν, προέκυψε πως η εστία της πυρκαγιάς ήταν σε ανοικτό χώρο δίπλα από την κατοικία του Κατηγορουμένου ο οποίος απασχολείτο με την αποκοπή λαμαρινών με σμυρίλιο. Ο Κατηγορούμενος, στη συνέχεια, κατόπιν δική τους επιθυμίας, υπέδειξε τόσο το σημείο στο οποίο ασχολείτο με την αποκοπή της λαμαρίνας όσο και το ηλεκτρικό σμυρίλιο, το οποίο παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού όπου προέβη σε θεληματική κατάθεση, στην όποια ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος, κατηγορήθηκε γραπτώς, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο, και απάντησε «συγγνώμη, έκανα λάθος, δεν είχα καμία πρόθεση να προκαλέσω πυρκαγιά».
Τα στοιχεία τα οποία συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος δεν δύνανται να προσμετρηθούν εκ νέου ως επιβαρυντικοί παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής, καθότι τούτο θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διπλή στάθμιση των ίδιων περιστάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η αντικειμενική αξιολόγηση της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης εστιάζεται σε εκείνα τα πραγματικά δεδομένα που υπερβαίνουν τα ελάχιστα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Ειδικότερα, πέραν της ήδη ληφθείσας υπόψη από τον νομοθέτη αλόγιστης ή αμελούς συμπεριφοράς και της πρόκλησης πυρκαγιάς εντός της καθορισμένης ζώνης με επακόλουθη ζημία, συνεκτιμάται ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε κατά τις μεσημβρινές ώρες, θερινής περιόδου, χρονικό σημείο το οποίο, κατά κοινή πείρα, συνδέεται με αυξημένες θερμοκρασίες και χαμηλή υγρασία και, συνακόλουθα, με αυξημένο κίνδυνο ταχείας εξάπλωσης. Περαιτέρω, η φύση της καύσιμης ύλης στην περιοχή, ήτοι η παρουσία πεύκων και άγριας βλάστησης, ακόμα κι αν διατηρήθηκε ελεγχόμενη απόσταση από την πόρτα του γκαράζ, ευνοεί την εύκολη ανάφλεξη και τη γρήγορη μετάδοση της πυρκαγιάς, ενώ η εστία αυτής εντοπίστηκε σε ανοικτό χώρο πλησίον κατοικίας, γεγονός που αντικειμενικά δημιουργεί δυνητικό κίνδυνο επέκτασης τόσο προς δασική όσο και προς οικιστική κατεύθυνση. Επιπλέον, η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε οδήγησε σε συγκεκριμένη και απτή καταστροφή φυσικής βλάστησης, περιλαμβανομένου αριθμού πεύκων, άγριας βλάστησης και καλλιεργήσιμης γης, ενώ για την κατάσβεσή της απαιτήθηκε συντονισμένη και εκτεταμένη κινητοποίηση δυνάμεων, με τη συμμετοχή πολλαπλών πυροσβεστικών οχημάτων και πτητικών μέσων, στοιχείο που καταδεικνύει την ένταση και τη δυνητική επικινδυνότητα του περιστατικού, υπερβαίνουσα το κατώτατο επίπεδο απαξίας που προϋποθέτει η νομοτυπική μορφή του αδικήματος. Παράλληλα, ως προς την έκταση της βλάβης, λαμβάνεται υπόψη ότι, παρά τα ανωτέρω, η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο σε σχετικά πρώιμο στάδιο και δεν επεκτάθηκε σε ευρεία δασική έκταση ούτε προκάλεσε περαιτέρω σοβαρές συνέπειες, όπως απώλεια ανθρώπινης ζωής, τραυματισμούς ή καταστροφή κατοικιών και υποδομών, στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις πλέον ακραίες εκφάνσεις του εν λόγω αδικήματος. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι η ανωτέρω στάθμιση δεν αποσκοπεί σε οποιαδήποτε υποτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, το οποίο, εκ της φύσεώς του, είναι αναμφίβολα ιδιαιτέρως σοβαρό, δεδομένου ότι η πρόκληση πυρκαγιάς σε περιοχή κοντά σε δασική έκταση δημιουργεί εγγενώς υψηλό και άμεσο κίνδυνο ταχείας και ανεξέλεγκτης επέκτασης, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για το φυσικό περιβάλλον, την περιουσία και την ασφάλεια του κοινού. Η αναφορά, συνεπώς, σε συγκριτικά περιορισμένη έκταση ζημίας εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της αναγκαίας διαδικασίας επιμέτρησης της ποινής και της κατάταξης της συγκεκριμένης πράξης εντός της ευρύτερης κλίμακας σοβαρότητας των ομοειδών αδικημάτων, χωρίς να αναιρεί τον εγγενώς σοβαρό χαρακτήρα της επίδικης συμπεριφοράς. Συνεπώς, η αντικειμενική απαξία της πράξης, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της έκτασης και έντασης των συνεπειών της, τοποθετείται σε επίπεδο υπερβαίνον το ελάχιστο της νομοτυπικής πλήρωσης, εντός όμως του πλαισίου ενός αδικήματος που, καθαυτό, συγκαταλέγεται στα σοβαρά.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία του Κατηγορούμενου και η συνεργασία του με τις Αρχές, υπό τις περιστάσεις που υπήρξε.
Ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και τούτο συνεκτιμάται με τις προσωπικές του συνθήκες και ιδίως την προχωρημένη ηλικία του.
Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος, ηλικίας 84 ετών. Έχει τρία παιδιά και έξι εγγόνια, τα τέσσερα εκ των οποίων είναι φοιτητές. Η σύζυγός του απεβίωσε πρόσφατα και έκτοτε διαμένει μόνος του, στο χωριό του, Δύμες. Η πρόκληση από μέρους του της πυρκαγιάς και η εμπλοκή του με τη Δικαιοσύνη, λόγω του εκτεταμένου έντιμου βίου του, στοίχισε σε αυτόν, συναισθηματικά.
Λαμβάνεται υπόψη και η άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο.
Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος, αρμόζουσα είναι η ποινή φυλάκισης. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο πλήττει έντονα το δημόσιο συμφέρον και, ως εκ τούτου, απαιτείται ποινή με επαρκή αποτρεπτικό χαρακτήρα, τόσο σε επίπεδο ειδικής όσο και γενικής πρόληψης, ώστε να καταστεί σαφές ότι παρόμοιες συμπεριφορές, ακόμη και όταν δεν συνοδεύονται από πρόθεση, δεν είναι ανεκτές. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη υπό το φως των ιδιαίτερων συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, όπου η πυρκαγιά εκδηλώθηκε σε περιβάλλον με εύφλεκτη βλάστηση και απαίτησε την άμεση κινητοποίηση σημαντικών δυνάμεων πυρόσβεσης, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη ουσιαστικής ποινικής αντιμετώπισής της. Όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες επιδρούν δραστικά στην έκταση της ποινής.
Εκκινώντας από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή των 12 ετών/144 μηνών και ταξινομώντας το αδίκημα σε μεσαίο επίπεδο σοβαρότητας, και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, το Δικαστήριο καταλήγει σε ποινή φυλάκισης 14 μηνών.
Επιβάλλεται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 14 μηνών.
Εξετάζεται το ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(Ι)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].
Εξετάζοντας το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής υπό το φως των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην παρούσα περίπτωση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της σχετικής διακριτικής του ευχέρειας υπέρ του Κατηγορουμένου. Παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία ήδη αποτυπώνεται στην επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, η συνολική στάθμιση των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών χαρακτηριστικών του Κατηγορουμένου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η άμεση εκτέλεση της ποινής δεν είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της. Ειδικότερα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο προχωρημένης ηλικίας, ήτοι 84 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και μακρά πορεία έντιμου και νομοταγούς βίου, χωρίς προηγούμενη εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη. Η άμεση παραδοχή της πράξης του και η συνεργασία του με τις Αρχές καταδεικνύουν ειλικρινή μεταμέλεια και αποδοχή της ευθύνης του, στοιχεία που μειώνουν ουσιωδώς την ανάγκη ειδικής πρόληψης. Περαιτέρω, οι προσωπικές του συνθήκες, περιλαμβανομένης της πρόσφατης απώλειας της συζύγου του και της μοναχικής του διαβίωσης, καθιστούν την πραγματική έκτιση της ποινής ιδιαίτερα επαχθή και δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, έστω και με αναστολή, διατηρεί τον αποτρεπτικό και αποδοκιμαστικό της χαρακτήρα, εξυπηρετώντας την ανάγκη γενικής πρόληψης, καθότι καθιστά σαφές ότι παρόμοια αδικήματα αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα. Η αναστολή δεν αποδυναμώνει την απαξία της πράξης, αλλά παρέχει, υπό αυστηρούς όρους, τη δυνατότητα στον Κατηγορούμενο να μην εκτίσει άμεσα την ποινή του, εφόσον δεν υποπέσει σε νέο αδίκημα εντός της περιόδου αναστολής. Συνεπώς, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων και αποδίδοντας τη δέουσα βαρύτητα τόσο στη σοβαρότητα του αδικήματος όσο και στα έντονα ελαφρυντικά στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης διάρκειας 14 μηνών, φέρουσα αναστολή, ανταποκρίνεται πλήρως στις αρχές της αναλογικότητας και της δικαιοσύνης, παρέχοντας στον Κατηγορούμενο μια δικαιολογημένη δεύτερη ευκαιρία, χωρίς να παραγνωρίζεται η ανάγκη αποτροπής παρόμοιων συμπεριφορών.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
[εξήγηση της έννοιας της αναστολής]
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: το τεκμήριο να επιστραφεί στον νόμιμο ιδιοκτήτη του.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο