ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΤΗΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 24762 / 2019, 7/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΤΗΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 24762 / 2019, 7/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 24762 / 2019

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

1.   ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΤΗΣ

2.   ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Μ. Νεοφύτου, για τον Κατηγορούμενο 1

Θ. Παπαβασιλείου, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(εκ πρώτης όψεως)

 

Οι κατηγορίες

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται, σε κοινές κατηγορίες, ότι την 9.9.2016, στη Λεμεσό, υπέβαλαν τον Shahram Gani Namai Vaghe από το Ιράν σε βασανιστήρια [1η Κατηγορία, υποβολή σε βασανιστήρια, άρθρα 2, 3(1)(2)(α)(4), 4 ν. 235/1990], σε σκληρή και εξευτελιστική μεταχείριση [2η Κατηγορία, πρόκληση σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, άρθρα 2, 5(1)(2)(α)(3) ν. 235/1990] και ότι του επιτέθηκαν, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη [3η Κατηγορία, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ].

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και έχει υπόψη του το Δικαστήριο ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.

 

Κατά κανόνα, δεν αποφασίζεται ενοχή ή αθωότητα πριν να ολοκληρωθεί η παρουσίαση όλης της μαρτυρίας της υπόθεσης. Εξαίρεση υπάρχει μόνον όταν η υπόθεση «καταρρέει» ήδη στο ενδιάμεσο στάδιο. Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν, ακόμη κι αν όλα όσα λέει η Κατηγορούσα Αρχή είναι σωστά, δεν προκύπτει αδίκημα γιατί λείπει κάποιο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή (β) όταν η μαρτυρία είναι αντινομική ή τόσο αντιφατική και αδύναμη που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για καταδίκη. Η προσέγγιση είναι αυστηρά αντικειμενική και γίνεται σε δύο βήματα. Πρώτα εξετάζεται αν υπάρχει μαρτυρία και μετά αν αυτή καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σημαντικό είναι να λεχθεί πως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν «ζυγίζει» την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά την κοιτάζει μόνο επιφανειακά («στην όψη της»). Ακόμη και όταν υπάρχει μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, η δίκη μπορεί να σταματήσει μόνον αν τα προβλήματά της είναι τόσο προφανή και σοβαρά, ώστε κανένα Δικαστήριο να μπορούσε αργότερα να τα παρακάμψει. Το βασικό ερώτημα είναι απλό, κατά πόσο αν πάρουμε τη μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, θα μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να καταδικάσει. Αν ναι, η δίκη συνεχίζεται. Αν όχι, σταματά. Γι’ αυτό, ζητήματα όπως μικρές αντιφάσεις ή αμφιβολίες για την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν αρκούν για διακοπή· αυτά κρίνονται αργότερα. Η διακοπή δικαιολογείται μόνον όταν η μαρτυρία είναι τόσο αδύναμη που δεν στηρίζει ούτε καν μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση, πόσω μάλλον απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τελικά, αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα στοιχεία του αδικήματος ή αν αυτή έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να σταθεί, τότε το Δικαστήριο οφείλει να σταματήσει τη δίκη. Ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να «διορθώσει» ή να ενισχύσει τις αδυναμίες της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται συνοπτικά, χωρίς λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας[1].

 

Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, όπως παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δύναται να συνοψιστεί ως εξής: Ο ΜΚ1, ως ποινικός ανακριτής διορισθείς από την ΑΑΔΙΠΑ, κατέθεσε αναφορικά με τις ανακριτικές ενέργειες που διενήργησε, περιλαμβανομένης της λήψης καταθέσεων από τον παραπονούμενο, τους Κατηγορούμενους και άλλα πρόσωπα, καθώς και της συλλογής ιατρικής και ιατροδικαστικής μαρτυρίας. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παρουσίαση του ανακριτικού υλικού που συνέλεξε, καθότι ο ίδιος δεν είχε άμεση αντίληψη των επίδικων γεγονότων, ενώ τα πρόσωπα από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις δεν κλήθηκαν, κατά το πλείστον, να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ο παραπονούμενος (ΜΚ3) ισχυρίζεται ότι κατά την 9.9.2016 οι Κατηγορούμενοι, ως μέλη της Αστυνομίας, μετέβησαν στην οικία όπου διέμενε με τη σύζυγό του, στο πλαίσιο οικογενειακής διαφοράς με συγγενικά πρόσωπα της συζύγου του, και εισήλθαν σε αυτήν. Κατά την εκδοχή του, κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στην οικία, ο Κατηγορούμενος 1 επέδειξε επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά, τον εξανάγκασε να καθίσει σε καρέκλα, περιόρισε την ελευθερία κινήσεών του, τον εξύβρισε με αναφορές, μεταξύ άλλων, στη χώρα, τη θρησκεία και την εθνικότητά του, του έριξε νερό στο πρόσωπο και τον κτύπησε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι του πέρασαν χειροπέδες, τον τοποθέτησαν σε περιπολικό όχημα, όπου παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα, και ακολούθως τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας.

 

Κατά την εκδοχή του παραπονούμενου, κατά την παραμονή του στον Αστυνομικό Σταθμό, ο Κατηγορούμενος 1 συνέχισε να επιδεικνύει προσβλητική και εξευτελιστική συμπεριφορά προς το πρόσωπό του, κυρίως σε λεκτικό επίπεδο. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, η μαρτυρία του παραπονούμενου περιορίζεται στην παρουσία του κατά τα γεγονότα στην οικία και στη γενικότερη συμμετοχή του στην αστυνομική επέμβαση, χωρίς σαφή απόδοση συγκεκριμένων πράξεων βίας.

 

Η εκδοχή αυτή βρίσκει μερική στήριξη στην ιατρική και ιατροδικαστική μαρτυρία (ΜΚ4, Τ6, Τ7), από την οποία προκύπτει, πάντοτε χωρίς αξιολόγηση, ότι ο παραπονούμενος έφερε κάποιους τραυματισμούς στο σώμα του, χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο χρόνος ή ο τρόπος πρόκλησής τους. Ο ΜΚ2, ως γείτονας, κατέθεσε ότι είδε τον παραπονούμενο να εξέρχεται από την οικία και να επιβιβάζεται σε περιπολικό όχημα, χωρίς να αντιληφθεί άσκηση βίας ή εμφανείς τραυματισμούς, ενώ μεταγενέστερα τον είδε να επιστρέφει πεζός, χωρίς να του αναφέρει κακοποίηση.

 

Για τους σκοπούς της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, η οποία κυρώθηκε με τον ν.235/1990, ως τροποποιήθηκε με τους ν.35(ΙΙΙ)/1993, 36(ΙΙΙ)/2002 και 12(ΙΙΙ)/2017, «βασανιστήρια» (άρθρο 1 της Σύμβασης, άρθρο 3 § 4 ν.235/1990) σημαίνει κάθε πράξη με την οποία εσκεμμένα προκαλείται σε πρόσωπο φυσικός ή πνευματικός πόνος ή ταλαιπωρία με σκοπό είτε την απόσπαση από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο πληροφορίας ή ομολογίας, είτε την τιμωρία αυτού για πράξη που αυτό ή τρίτο πρόσωπο έχει διαπράξει ή είναι ύποπτο ότι έχει διαπράξει, είτε τον εκφοβισμό ή εξαναγκασμό αυτού ή τρίτου προσώπου, είτε για οποιοδήποτε λόγο που βασίζεται σε διακρίσεις οποιουδήποτε είδους, όταν ο πόνος ή ταλαιπωρία αυτή προκαλείται από ή με την υποκίνηση ή τη συγκατάθεση ή την ανοχή δημόσιου λειτουργού ή άλλου προσώπου ενεργούντος με επίσημη ιδιότητα. Δεν περιλαμβάνει πόνο ή ταλαιπωρία που προκύπτει αποκλειστικά από νόμιμες κυρώσεις, ή που είναι συμφυής ή παρεπόμενη προς νόμιμες ακυρώσεις. Άλλες πράξεις σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, που δεν ισοδυναμούν με βασανιστήρια, κατά την προαναφερόμενη έννοια, δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο της Σύμβασης, όταν αυτές διαπράττονται από ή με την υποκίνηση ή τη συγκατάθεση ή την ανοχή δημόσιου υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ενεργούντος με επίσημη ιδιότητα (άρθρο 16 της Σύμβασης, άρθρο 2 ν.36(ΙΙΙ)/2002, νέο άρθρο 5 § 3 ν.235/1990). Κατά το άρθρο 6 §§ 1, 2 του ν.36(ΙΙΙ)/2002, για τους σκοπούς των άρθρων 3 και 5 του ν.235/1990, πρόσωπο που συλλήφθηκε ή άλλως κρατήθηκε τεκμαίρεται ότι κακοποιήθηκε από μέλος της Αστυνομίας στον αστυνομικό σταθμό στον οποίο κρατήθηκε, όταν διαπιστώνεται, με ιατρική εξέταση, που διενεργείται είτε οποτεδήποτε πριν την απόλυση του από το σταθμό, είτε αμέσως μετά την απόλυση του από αυτόν, ότι φέρει οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, τις οποίες δεν έφερε κατά το χρόνο εισδοχής του στο σταθμό. Σε περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού, τεκμαίρεται περαιτέρω ότι, ο υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού, και ο υπεύθυνος των τυχόν ανακρίσεων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, σε σχέση με την οποία έγινε η σύλληψη ή και κράτηση, ευθύνονται για την κακοποίηση, εκτός αν παράσχουν εύλογη εξήγηση για την πρόκληση των κακώσεων με τρόπο άλλο από εκείνο της κακοποίησης από μέλος της Αστυνομίας. Ο ν.12(ΙΙΙ)/2017, που αναφέρεται στις νομικές βάσεις των κατηγοριών, δεν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο στον οποίο ανατρέχουν τα επίδικα γεγονότα, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2016.

 

Το αδίκημα της υποβολής σε βασανιστήρια στοιχειοθετείται όταν συντρέχουν σωρευτικά:

 

(α) πράξη ή παράλειψη που προκαλεί εσκεμμένα σοβαρό σωματικό ή ψυχικό πόνο ή ταλαιπωρία,

 

(β) η ύπαρξη ειδικού σκοπού, όπως η απόσπαση ομολογίας ή πληροφορίας, η τιμωρία, ο εκφοβισμός ή εξαναγκασμός, ή λόγος βασιζόμενος σε διακρίσεις, και

 

(γ) η εμπλοκή δημόσιου λειτουργού, είτε άμεσα είτε μέσω υποκίνησης, συγκατάθεσης ή ανοχής.

 

Το αδίκημα της υποβολής σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία συνίσταται σε πράξη που προκαλεί πόνο, ταλαιπωρία ή προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς να απαιτείται η ένταση ή ο ειδικός σκοπός που χαρακτηρίζει τα βασανιστήρια, πλην όμως προϋποθέτει ομοίως εμπλοκή δημόσιου λειτουργού υπό την ευρεία έννοια. Συνεπώς, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο αδικημάτων έγκειται αφενός στον βαθμό έντασης της προσβαλλόμενης συμπεριφοράς και αφετέρου, κυρίως, στην ύπαρξη ειδικού σκοπού στην περίπτωση των βασανιστηρίων, στοιχείο η απουσία του οποίου δεν αποκλείει την υπαγωγή της επίδικης συμπεριφοράς στο πεδίο της σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.

 

Για την απόδειξη του αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 243 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά επίθεσης,

 

(β) από το ένα πρόσωπο σε άλλο,

 

(γ) πραγματική σωματική βλάβη ως αποτέλεσμα της επίθεσης.

 

 Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία (recklessly) και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, οποιασδήποτε μορφής[2]. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του[3]. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή (άρθρο 4 ΠΚ).

 

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τα προαναφερόμενα κριτήρια, επαναλαμβάνεται, πως οφείλει να εξετάσει όχι κατά πόσον η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τελικά αξιόπιστη ή ικανή να θεμελιώσει καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά κατά πόσον, θεωρούμενη στην όψη της και στο «απόγειό» της, δηλαδή στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, παρέχει αποδεικτικό υπόβαθρο για έκαστο των ουσιωδών συστατικών στοιχείων των επιδίκων αδικημάτων.

 

Η μαρτυρία του παραπονούμενου, όπως αυτή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ανεξαρτήτως τυχόν επιμέρους αντιφάσεων, παραλείψεων ή αδυναμιών που αναδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή του, αποδίδει συγκεκριμένα στον Κατηγορούμενο 1 πράξεις εξύβρισης, εξαναγκαστικής καθήλωσης, ρίψης νερού στο πρόσωπο, κτυπημάτων και χρήσης χειροπεδών, καθώς και μεταγενέστερη προσβλητική συμπεριφορά στον αστυνομικό σταθμό. Η μαρτυρία αυτή, σε συνδυασμό με την ιατρική και ιατροδικαστική μαρτυρία περί ύπαρξης μώλωπα και εκχυμώσεων, είναι, στο παρόν στάδιο, για τους σκοπούς αυτής πάντοτε της διαδικασίας, επαρκής ώστε να καλύψει, εκ πρώτης όψεως, τα συστατικά στοιχεία τόσο της πρόκλησης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης όσο και της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, εφόσον παρέχεται άμεση μαρτυρία για συμπεριφορά βίαιη και ταπεινωτική εκ μέρους δημόσιου λειτουργού και για επακόλουθες σωματικές κακώσεις, χωρίς να είναι έργο του Δικαστηρίου, στο στάδιο αυτό, να σταθμίσει εάν οι κακώσεις αντιστοιχούν με ακρίβεια σε κάθε επί μέρους ισχυρισμό του παραπονούμενου ή εάν οι αντιφάσεις του επηρεάζουν καταλυτικά την αξιοπιστία του. Η αναφορά αυτή αφορά στον Κατηγορούμενο 1 και τις κατηγορίες 2 και 3.

 

Σε σχέση με την 1η κατηγορία, της υποβολής σε βασανιστήρια, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει, στην προσαχθείσα μαρτυρία, επαρκές αποδεικτικό υπόβαθρο για το ειδικό εκείνο στοιχείο που διακρίνει το αδίκημα αυτό από τις λοιπές μορφές κακομεταχείρισης, δηλαδή τον ειδικό σκοπό. Ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί, για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου, ότι η συμπεριφορά που περιγράφεται από τον παραπονούμενο περιλάμβανε εσκεμμένη πρόκληση πόνου ή ταλαιπωρίας, δεν προκύπτει μαρτυρία ότι αυτή αποσκοπούσε στην απόσπαση πληροφορίας ή ομολογίας, στην τιμωρία για συγκεκριμένη πράξη, στον εκφοβισμό ή εξαναγκασμό υπό την έννοια που απαιτεί ο νόμος, ή σε ενέργεια βασισμένη σε διάκριση, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Οι αναφορές του παραπονούμενου σε ύβρεις σχετικές με τη χώρα, τη θρησκεία ή την εθνικότητά του, αν και δύνανται να προσδώσουν στη φερόμενη συμπεριφορά εξευτελιστικό και προσβλητικό χαρακτήρα, δεν αρκούν, χωρίς περαιτέρω σαφή μαρτυρία για τον συνδετικό εκείνο ειδικό σκοπό που απαιτεί η νομοθετική διάταξη, ώστε να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως το ιδιαίτερο αδίκημα των βασανιστηρίων. Η απουσία μαρτυρίας επί ουσιώδους συστατικού στοιχείου της κατηγορίας αυτής δεν μπορεί να αναπληρωθεί με εικασία ή με διεύρυνση του περιεχομένου της υπάρχουσας μαρτυρίας. Η αναφορά αυτή, σχετικά με την 1η Κατηγορία, αφορά σε αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και 2.

 

Περαιτέρω, ως προς τον Κατηγορούμενο 2, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, δεν παρουσιάζει την ίδια σαφήνεια και αμεσότητα ως προς την προσωπική του εμπλοκή στις πράξεις βίας. Ο ίδιος ο παραπονούμενος αποδίδει τα κτυπήματα, τη ρίψη του νερού, την επιβολή να καθίσει στην καρέκλα, τις χειροπέδες και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά στον σταθμό στον Κατηγορούμενο 1, ενώ για τον Κατηγορούμενο 2 η μαρτυρία παραμένει περισσότερο γενική, συνισταμένη στην παρουσία του στον χώρο και σε μία γενικότερη συνεργασία κατά την είσοδο και παραμονή στην οικία. Ο παραπονούμενος μάλιστα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πού ακριβώς βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 2 όταν, κατ’ ισχυρισμόν, ο Κατηγορούμενος 1 τον κτυπούσε, ούτε τον τοποθετεί στο επεισόδιο του αστυνομικού σταθμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απλή παρουσία ή η γενική συμμετοχή σε αστυνομική επέμβαση δεν αρκεί, χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία για πράξη, υποκίνηση, συγκατάθεση ή ανοχή σε συγκεκριμένη κακοποίηση, ώστε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 για τις αποδιδόμενες πράξεις στις κατηγορίες 2 και 3.

 

Το Δικαστήριο έχει ασφαλώς υπόψη ότι στο στάδιο αυτό δεν επιτρέπεται να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ούτε να καταλήξει σε τελική κρίση ως προς τις αντιφάσεις που αναδείχθηκαν, τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του παραπονούμενου, όσο και σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς από την προηγούμενη κατάθεσή του. Οι ελλείψεις της ανάκρισης, η μη κλήτευση δυνητικά ουσιωδών μαρτύρων, η μη εξασφάλιση πρόσθετου αντικειμενικού υλικού και οι δυσχέρειες που προέκυψαν από τη διερμηνεία είναι ζητήματα που δυνατόν να επηρεάζουν την τελική αποτίμηση του μαρτυρικού υλικού, δεν οδηγούν όμως, αφ’ εαυτών και χωρίς περαιτέρω, στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο αντινομική ή τόσο εκθεμελιωμένη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορούσε να βασιστεί επ’ αυτής. Εκεί όπου υπάρχει άμεση μαρτυρία για συγκεκριμένη βίαιη συμπεριφορά και εξωτερικά ευρήματα συμβατά, έστω γενικώς, με πρόκληση σωματικών κακώσεων, η υπόθεση δεν παύει να υφίσταται απλώς επειδή η μαρτυρία αυτή αμφισβητήθηκε έντονα.

 

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ως προς την 1η Κατηγορία της υποβολής σε βασανιστήρια, εφόσον απουσιάζει μαρτυρία επί ουσιώδους συστατικού στοιχείου του αδικήματος, ήτοι του ειδικού σκοπού. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 1η Κατηγορία.

 

Περαιτέρω, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση  μόνον ως προς τον Κατηγορούμενο 1 αναφορικά με τη 2η κατηγορία της πρόκλησης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και την 3η κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, ώστε να προβάλει την υπεράσπισή του, προς ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος 1 καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του επί της 2ης Κατηγορίας και της 3ης Κατηγορίας. Αυτό δεν σημαίνει οτιδήποτε πέραν του ότι θα πρέπει να ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει με την αξιολόγηση της υφιστάμενης μαρτυρίας ή και τη στάθμιση τυχόν αποδεκτής μαρτυρίας με αναφορά στο τελικό βάρος απόδειξης.

 

Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, η μαρτυρία δεν προχωρεί πέραν της γενικής παρουσίας και συμμετοχής του στο συμβάν στην οικία και δεν παρέχει, στην παρούσα μορφή της, την αναγκαία συγκεκριμενοποίηση προσωπικής εμπλοκής στις αποδιδόμενες πράξεις βίας ή κακομεταχείρισης, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για τις επίδικες κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη 2η Κατηγορία και από την 3η Κατηγορία.

 

Συνεπώς, η υπόθεση συνεχίζεται, μέχρι τέλους, για τον Κατηγορούμενο 1 και μόνον για τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία.

 

[εξηγούνται τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου 1 αναφορικά με τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία]

 

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο                                     

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[2]  R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788.

[3] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο