ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 24762 / 2019
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΤΗΣ
2. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
__________________________
Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Νεοφύτου (κα), για τον Κατηγορούμενο 1
Κατηγορούμενος 1: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες ότι την 9.9.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147, στη Λεμεσό, υπέβαλε τον Shahram Gani Namai Vaghe από το Ιράν σε σκληρή και εξευτελιστική μεταχείριση [2η Κατηγορία, πρόκληση σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, άρθρα 2, 5(1)(2)(α)(3) ν. 235/1990] και ότι του επιτέθηκε, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη [3η Κατηγορία, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ].
Ο Κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρεμβάλλεται πως, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ο Κατηγορούμενος 1 αθωώθηκε στην 1η Κατηγορία, που αφορούσε υποβολή σε βασανιστήρια του ιδίου προσώπου, ενώ διάδικος ήταν και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες.
Η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε μαρτυρία από τον Αλέξανδρο Σαουρή (ΜΚ1), τον Χαράλαμπο Σπανό (ΜΚ2), τον παραπονούμενο (ΜΚ3), και τη Δρ. Ελένη Παναγιώτου (ΜΚ4). Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος 1 κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του. Επέλεξε να προχωρήσει σε ανώμοτη δήλωση, δικονομική δυνατότητα που υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρισης της εναντίον του υπόθεσης, το περιεχόμενο της οποίας έχει καταγραφεί, και περιλαμβάνει βασικά τη θέση του ότι όσα ανέφερε ο παραπονούμενος είναι ψεύδη. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας[1]. Συνοπτικά, η μαρτυρία αξιολογείται βάσει του περιεχομένου, της ποιότητας και της πειστικότητάς της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η αμεσότητα, η συνοχή και η λογική των απαντήσεων, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, καθώς και το ενδεχόμενο επηρεασμού από γνώση των γεγονότων, προσωπικό συμφέρον, επιθυμία ή αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο συνεκτιμά και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο. Η μαρτυρία δεν εξετάζεται αποσπασματικά ή λεκτικά, αλλά συνολικά, μέσα στο πλαίσιο της προφορικής δίκης, όπου ο λόγος δεν είναι πάντοτε άρτια διατυπωμένος ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο, εφόσον αυτό δικαιολογείται, χωρίς επιλεκτική ή κατακερματισμένη χρήση της προς στήριξη προκαθορισμένου αποτελέσματος. Η αναφορά σε αξιοπιστία αφορά τη συγκεκριμένη μαρτυρία στο πλαίσιο της υπόθεσης και όχι γενικά την εντιμότητα ή ειλικρίνεια του μάρτυρα.
Επίσης, το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.
ΜΚ1: Αλέξανδρος Σαουρής
Ο ΜΚ1, δικηγόρος, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερ. 10.5.2017, Τ1. Ανέφερε ότι στις 9.1.2017 διορίστηκε ποινικός ανακριτής από την ΑΑΔΙΠΑ για διερεύνηση παραπόνου του Shahram Gani Namai Vaghe, υπηκόου Ιράν, περί κακοποίησής του από μέλη της Αστυνομίας. Στο πλαίσιο της ανάκρισης έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο, στη μητρική του γλώσσα, με διερμηνέα, η οποία την κατέγραψε και μετέφρασε, ενώ ο ίδιος την απέδωσε στην ελληνική γλώσσα, Τ10.
Ο ΜΚ1 έλαβε ή παρέλαβε, μεταξύ άλλων, καταθέσεις και έγγραφα από τον Υπαστυνόμο Βύρωνα Βύρωνος, Τ8, τον Φώτη Ιορδάνους, Τ4, τον Χαράλαμπο Σπανό, Τ3, τον Μάριο Πετάση, Τ5, τη Δρ. Ελένη Παναγιώτου, Τ6, τη Μελίνα Μέση, Τ9, καθώς και την ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου, Τ7. Έλαβε επίσης ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο 1, Τ14 και Τ15, και από τον Χριστάκη Στυλιανού, αρχικά Κατηγορούμενο 2, Τ11 και Τ12, ενώ τους απήγγειλε κατηγορίες στις 31.5.2019, Τ16 και Τ13 αντίστοιχα. Κατέθεσε ότι τηρούσε ημερολόγιο ενεργειών, στο οποίο προσέφυγε επανειλημμένα κατά τη μαρτυρία του για ανανέωση μνήμης, χωρίς όμως αυτό να κατατεθεί.
Κατά τον ΜΚ1, το παράπονο αφορούσε δύο διακριτά επεισόδια της ίδιας ημέρας: κακοποίηση του παραπονούμενου στην οικία του, όπου οι Κατηγορούμενοι είχαν μεταβεί λόγω οικογενειακής διαφοράς, και μεταγενέστερη κακοποίησή του στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, μετά τη σύλληψη, τη χρήση χειροπεδών και τη μεταφορά του με περιπολικό. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν γνώριζε τα ονόματα των υπόπτων και κατέληξε στους Κατηγορούμενους από το διαθέσιμο υλικό, όχι επειδή ο παραπονούμενος τους κατονόμασε ή τους υπέδειξε.
Σύμφωνα με την κατάθεση Τ10, ο παραπονούμενος περιέγραψε ότι διέμενε με τη σύζυγό του στην οικία των πεθερικών του, ενώ υπήρχαν εντάσεις με τα αδέλφια της συζύγου του, τα οποία είχαν έρθει από την Αμερική λόγω της σοβαρής κατάστασης υγείας του πατέρα τους. Ανέφερε περιστατικά στις 7 και 8.9.2016 και, κυρίως, ότι στις 9.9.2016 δύο αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία μαζί με τα αδέλφια της συζύγου του, τη σύζυγό του και οικιακή βοηθό, ζήτησαν έγγραφα και αντικείμενα, δεν του επέτρεψαν να αντιδράσει, τον έβαλαν να καθίσει σε καρέκλα, του έριξαν νερό στο πρόσωπο, τον ύβρισαν για την πίστη, τη χώρα και την εθνικότητά του, τον κτύπησαν, του πέρασαν χειροπέδες και τον μετέφεραν στον Σταθμό Γερμασόγειας, όπου, κατά την εκδοχή του, συνεχίστηκαν οι ύβρεις και η εξευτελιστική συμπεριφορά. Ακολούθως μετέβη στην Αστυνομία και στο Νοσοκομείο, εξετάστηκε ιατρικά και επικοινώνησε με την Πρεσβεία του Ιράν επειδή δεν αισθανόταν ασφαλής.
Ο Χαράλαμπος Σπανός, Τ3, ανέφερε ότι είδε τον παραπονούμενο να εξέρχεται από την οικία με χειροπέδες και να εισέρχεται σε αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Δεν μίλησε με τους αστυνομικούς και δεν κατάλαβε τι του έλεγε ο παραπονούμενος, επειδή το παράθυρο ήταν κλειστό. Περίπου μία ώρα αργότερα ο παραπονούμενος επέστρεψε πεζός και του είπε ότι ήταν νόμιμος στην Κύπρο και δεν μπορούσαν να τον εκδιώξουν.
Οι Φώτης Ιορδάνους και Μάριος Πετάσης, Τ4 και Τ5, αναφέρθηκαν σε προηγούμενη επίσκεψη της 8.9.2016 για οικογενειακό ζήτημα, σχετικό με έγγραφα του πατέρα της οικογένειας, τη μεταφορά της μητέρας στην κλινική και το διαβατήριο της οικιακής βοηθού. Περιέγραψαν τον παραπονούμενο ως αρνητικό ή εριστικό, τη σύζυγό του ως τρομοκρατημένη και τη μητέρα της ως παραμελημένη, ενώ αρνήθηκαν ένταση ή όξυνση.
Η Δρ. Παναγιώτου, Τ6, ανέφερε ότι στις 9.9.2016, ώρα 23:09, εξέτασε τον παραπονούμενο, ο οποίος της είπε ότι είχε κτυπηθεί στο πρόσωπο και στη μύτη περί ώρα 16:00. Διαπίστωσε μώλωπα στη μύτη και κάτω από το μάτι και τον παρέπεμψε σε ειδικούς. Η ιατροδικαστική έκθεση Τ7 κατέγραψε, στις 13.9.2016, δύο μικρές εκχυμώσεις στο δεξί έξω βραχιόνιο και μία στο δεξί κάτω βλέφαρο, παλαιότητας 4-6 ημερών. Η σύζυγος του παραπονούμενου, Τ9, υποστήριξε γενικά τα λεγόμενά του, χωρίς συγκεκριμένη δική της περιγραφή γεγονότων.
Ο Κατηγορούμενος 1, Τ14-Τ16, αρνήθηκε ότι χειροδίκησε, κακοποίησε, συνέλαβε ή μετέφερε με χειροπέδες τον παραπονούμενο, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος μετέβη μόνος του στον Σταθμό και ότι οι ισχυρισμοί εξυπηρετούσαν αλλότριους σκοπούς. Ο Χριστάκης Στυλιανού, Τ11-Τ13, ανέφερε ότι οι αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία για να βοηθήσουν σε τεταμένη οικογενειακή κατάσταση, κατόπιν αιτήματος των αδελφών Μέση και με άδεια του πατέρα τους. Κατά την εκδοχή του, ο παραπονούμενος ήταν επιθετικός, απωθήθηκε για αποτροπή επεισοδίου, κάθισε σε καρέκλα για να παρακολουθεί τι λαμβανόταν, μετέβη στον Σταθμό με το περιπολικό επειδή δεν είχε αυτοκίνητο και του έγιναν συστάσεις, χωρίς να κτυπηθεί, να συλληφθεί ή να τεθεί υπό κράτηση.
Στην αντεξέταση, ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι δεν κατέγραψε στο Τ1 όλες τις ενέργειές του και ότι ορισμένες δεν καταγράφηκαν εκ παραδρομής. Ανέφερε ότι έλαβε υπόψη όλες τις καταθέσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που παρουσίαζαν αντίθετη εικόνα από τον παραπονούμενο, αλλά, ως ανακριτής και όχι ως Δικαστήριο, δεν μπορούσε να αξιολογήσει τελικά ποιος έλεγε την αλήθεια. Έκρινε ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία για καταχώριση συγκεκριμένων κατηγοριών και δεν διαπίστωσε ουσιώδεις αντιφάσεις που να επέβαλλαν περαιτέρω διερεύνηση.
Παραδέχθηκε ή ανέφερε περαιτέρω ότι δεν κατέστη δυνατό να ληφθούν καταθέσεις από τα αδέλφια Μέση, την οικιακή βοηθό ή το πλήρωμα του ασθενοφόρου· ότι η προσπάθειά του για το πλήρωμα περιορίστηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού· ότι δεν διενήργησε αναγνωριστική παράταξη, θεωρώντας, κατόπιν οδηγιών της ΑΑΔΙΠΑ, ότι δεν ήταν αναγκαία λόγω γνωστής ταυτότητας των αστυνομικών· και ότι δεν επισκέφθηκε την οικία, τη γειτονιά ή τον Σταθμό, ούτε αναζήτησε τυχαίους γείτονες ή υλικό από κλειστά κυκλώματα, αν και αποδέχθηκε ότι τέτοιο υλικό, εάν υπήρχε, θα μπορούσε να βοηθήσει.
Ως προς τις ανακριτικές καταθέσεις των Κατηγορουμένων, ανέφερε ότι η επίστηση έγινε γενικά με αναφορά στη Γερμασόγεια, καλύπτοντας κατά την άποψή του τόσο την οικία όσο και τον Σταθμό. Παραδέχθηκε ότι δεν χρησιμοποίησε έντυπο δικαιωμάτων, επειδή θεώρησε ότι αυτό αφορά συλληφθέντες, αν και είπε ότι ενημέρωσε προφορικά τους Κατηγορούμενους για δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, χωρίς όμως να το καταγράψει. Για την κατάθεση του παραπονούμενου εξήγησε ότι λήφθηκε σε διαφορετικές ημερομηνίες στο ίδιο έντυπο, λόγω πρακτικής διακοπής και συνέχισης, όχι ως συμπληρωματική κατάθεση. Για τη διερμηνέα ανέφερε ότι την εντόπισε ο ίδιος, του συστήθηκε ως προσοντούχα, αλλά δεν θυμόταν αν ήταν καταχωρισμένη στα μητρώα της Αστυνομίας.
Ο ΜΚ1 απέρριψε υποβολές περί προσωπικής έχθρας προς την Αστυνομία. Ανέφερε ότι, κατά τη δική του εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν εκείνος που κτύπησε τον παραπονούμενο στην οικία, ενώ ο αρχικά Κατηγορούμενος 2 παρίστατο, ότι αμφότεροι τον συνέλαβαν και του πέρασαν χειροπέδες, και ότι στο περιστατικό του Σταθμού εμπλεκόταν μόνο ο Κατηγορούμενος 1. Πρόσθεσε ότι οι ιατρικές κακώσεις, παλαιότητας 4-6 ημερών, μπορούσαν χρονικά να περιλαμβάνουν τα υπό διερεύνηση επεισόδια, αν και δεν υπήρχε μαρτυρία ότι δεν είχαν προκληθεί προηγουμένως. Τέλος, όταν του υποδείχθηκαν αντιφάσεις ή ελλείψεις, επανέλαβε ότι η τελική αξιολόγηση της μαρτυρίας και των αντιφάσεων ανήκει στο Δικαστήριο.
Η μαρτυρία του ΜΚ1 αξιολογείται με αφετηρία ότι πρόκειται για μάρτυρα ανακριτή και όχι αυτόπτη ή αυτήκοου μάρτυρα των επίδικων γεγονότων. Κατά συνέπεια, η αποδεικτική της αξία δεν έγκειται στην άμεση απόδειξη του τι ακριβώς συνέβη στις 9.9.2016, αλλά πρωτίστως στην απόδειξη των ανακριτικών ενεργειών στις οποίες προέβη, του υλικού που συνέλεξε και του τρόπου με τον οποίο οδηγήθηκε στη διαμόρφωση και καταχώριση των κατηγοριών.
Ο ΜΚ1 δεν έδωσε την εικόνα μάρτυρα που επιχείρησε συνειδητά να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Δεν προέκυψε από τη στάση του προσωπική εμπάθεια έναντι των Κατηγορουμένων ούτε πρόθεση να αποκρύψει σκόπιμα αδυναμίες της διερεύνησης. Αντιθέτως, σε αρκετά σημεία προέβη σε παραδοχές που εκ πρώτης όψεως δεν τον ευνοούσαν, όπως ότι δεν θυμόταν ορισμένα ζητήματα, ότι δεν κατέγραψε όλες τις ενέργειές του στο Τ1, ότι δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει ορισμένους μάρτυρες και ότι δεν διερεύνησε πλήρως ορισμένα ενδεχόμενα. Η ειλικρίνεια αυτή λειτουργεί υπέρ του ως προς την προσωπική του εντιμότητα. Η προσωπική, όμως, εντιμότητα του μάρτυρα δεν αρκεί από μόνη της για να προσδώσει βαρύτητα σε ανακριτικό έργο που εμφανίζει ουσιώδεις αδυναμίες ως προς την πληρότητα, τη μεθοδικότητα και τη δυνατότητα εξωτερικού ελέγχου.
Καταρχάς, ο ΜΚ1 επέδειξε εμφανή αδυναμία μνήμης σε ουσιώδη ζητήματα και κατέφυγε επανειλημμένως σε ημερολόγιο ενεργειών για ανανέωση της μνήμης του, το οποίο όμως δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το περιεχόμενο των σχετικών καταχωρίσεων, να διαπιστώσει αν ήταν πράγματι σύγχρονες των γεγονότων ή αποτελούν μεταγενέστερη ανασύνθεση. Περαιτέρω, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι το Τ1 δεν αποτύπωνε όλες τις ανακριτικές του ενέργειες, παρότι ακολούθησαν μεταγενέστερες ανακριτικές πράξεις. Όταν πρόσθετα και το βασικό έγγραφο με το οποίο παρουσιάζεται στο Δικαστήριο η πορεία της διερεύνησης είναι ελλιπές ως προς τις ίδιες τις ενέργειες του ανακριτή, η πληρότητα και η οργανωτική αξιοπιστία της ανακριτικής διαδικασίας τίθενται ευλόγως υπό επιφύλαξη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αδυναμία εξασφάλισης μαρτυρίας από πρόσωπα που, κατά την ίδια την εκδοχή του παραπονούμενου, ήταν δυνητικά κρίσιμοι μάρτυρες των γεγονότων στην οικία, ήτοι τα αδέλφια Μέση, η οικιακή βοηθός και ιδίως το πλήρωμα του ασθενοφόρου. Η εξήγηση ότι ορισμένοι βρίσκονταν στο εξωτερικό ή ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν δεν είναι φυσικά αδιάφορη, αλλά δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, να θεραπεύσει το κενό, ιδίως όταν δεν προκύπτει εξαντλητική και συστηματική προσπάθεια ανεύρεσής τους. Το πλήρωμα του ασθενοφόρου, εάν πράγματι ήταν παρόν κατά το κρίσιμο στάδιο του κατ’ ισχυρισμό επεισοδίου, θα μπορούσε να αποτελέσει ανεξάρτητη και αντικειμενική πηγή μαρτυρίας. Ο περιορισμός της προσπάθειας του ΜΚ1 σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Γενικό Νοσοκομείο, χωρίς περαιτέρω αναζήτηση, δεν συνιστά διερεύνηση της πληρότητας που θα αναμενόταν σε υπόθεση αυτού του είδους.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η μη διερεύνηση αντικειμενικών πηγών απόδειξης. Ο ΜΚ1 δεν επισκέφθηκε ούτε την οικία ούτε τον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, δεν εξακρίβωσε με σαφήνεια αν υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης οπουδήποτε, δεν εξασφάλισε τυχόν σχετικό υλικό και δεν προσδιόρισε επακριβώς τον χώρο στον οποίο, κατά τον παραπονούμενο, έλαβαν χώρα τα γεγονότα στον Σταθμό. Ο ίδιος, μάλιστα, παραδέχθηκε ότι, αν υπήρχε τέτοιο υλικό, θα μπορούσε να βοηθήσει. Δεδομένου ότι η υπόθεση στηριζόταν κατ’ ουσίαν σε αντικρουόμενες εκδοχές, η μη αναζήτηση τέτοιων αντικειμενικών τεκμηρίων αποτελεί ουσιώδη αδυναμία της διερεύνησης.
Προβληματική υπήρξε και η προσέγγισή του ως προς την ταυτοποίηση και ειδικότερα ως προς την επιμέρους απόδοση ρόλων. Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι ο παραπονούμενος δεν κατονόμασε τους δράστες ούτε τους υπέδειξε στον ίδιο, ενώ ο ίδιος κατέληξε στην ταυτότητά τους από το «όλο μαρτυρικό υλικό» και από το ποιοι είχαν μεταβεί στο περιστατικό. Η μη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης δεν θα μπορούσε, από μόνη της, να θεωρηθεί κατ’ ανάγκην καταλυτική, εφόσον υπήρχε η θέση ότι επρόκειτο για πρόσωπα γνωστά στο πλαίσιο του περιστατικού. Πλην όμως, η βαρύτητα της παράλειψης αυτής ενισχύεται από το ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχθηκε αργότερα πως η παράταξη ήταν δύσκολη αλλά όχι αδύνατη, ενώ ταυτόχρονα προχώρησε σε συνθετική εκτίμηση ως προς το ποιος από τους δύο έκανε τι, μολονότι τέτοια σαφής επιμέρους απόδοση δεν προέκυπτε αυτούσια από την κατάθεση του παραπονούμενου. Ο ανακριτής όφειλε να μεταφέρει το υλικό που συνέλεξε, όχι να συμπληρώνει τα κενά του με δική του συναγωγή.
Ως προς την τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων κατά τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων, οι αδυναμίες είναι επίσης ουσιώδεις. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν χρησιμοποίησε έντυπο δικαιωμάτων, επειδή θεώρησε ότι αυτό αφορά μόνο συλληφθέντες, και ότι, μολονότι ενημέρωσε προφορικώς τα πρόσωπα που ανέκρινε ως υπόπτους για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, δεν το κατέγραψε οπουδήποτε. Παράλληλα, η επίστηση που έδωσε ήταν γενική, με αναφορά απλώς στη «Γερμασόγεια», χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ του επεισοδίου της οικίας και εκείνου του Σταθμού. Οι ελλείψεις αυτές δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην αυτοτελή λόγο απόρριψης της μαρτυρίας του, πλην όμως επηρεάζουν αναμφισβήτητα την ασφάλεια και την ποιότητα της ανακριτικής διαδικασίας και, συνακόλουθα, μειώνουν το βάρος που μπορεί να αποδοθεί στο προϊόν αυτής.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την κατάθεση του παραπονούμενου (Τ10), η αξιολόγηση της διαδικασίας λήψης της δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια απλή διαπίστωση ότι αυτή διακόπηκε και συνεχίστηκε σε μεταγενέστερες ημερομηνίες. Η διακοπή, αφ’ εαυτής, δεν είναι απαγορευτική. Ωστόσο, η ορθή ανακριτική πρακτική, ακριβώς για να διασφαλίζεται η αξιοπιστία και η δυνατότητα ελέγχου της μαρτυρίας, επιβάλλει ότι, όταν μια κατάθεση δεν ολοκληρώνεται, κάθε επιμέρους στάδιο πρέπει να κλείνει αυτοτελώς, με ανάγνωση, επιβεβαίωση και υπογραφή του μάρτυρα, να δηλώνεται ρητά η διακοπή (με αναφορά στον χρόνο και τον λόγο), και η συνέχιση να γίνεται είτε με νέα ή συμπληρωματική κατάθεση που παραπέμπει σαφώς στην προηγούμενη, είτε στο ίδιο έντυπο αλλά με απολύτως διακριτά, αυτοτελώς επιβεβαιωμένα τμήματα. Ο σκοπός των εγγυήσεων αυτών δεν είναι τυπικός, αλλά ουσιαστικός, να διασφαλιστεί ότι κάθε μέρος της κατάθεσης αποτελεί ανεξάρτητο και επιβεβαιωμένο προϊόν της βούλησης του μάρτυρα στον συγκεκριμένο χρόνο και ότι το Δικαστήριο δύναται να ελέγξει τη συνοχή της μαρτυρίας και τυχόν μεταβολές μεταξύ των επιμέρους φάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία αυτή δεν τηρήθηκε. Η κατάθεση συνεχίστηκε στο ίδιο έντυπο, χωρίς σαφή και αυτοτελή ολοκλήρωση των επιμέρους φάσεων ως προς το περιεχόμενο, με αποτέλεσμα το τελικό κείμενο να εμφανίζεται ως ενιαία αφήγηση, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί προϊόν σταδιακής διαμόρφωσης. Η συνέπεια δεν είναι ότι το Δικαστήριο αγνοεί πότε ειπώθηκε κάτι, οι ημερομηνίες και ώρες έχουν καταγραφεί, αλλά ότι δεν μπορεί να ελέγξει με ασφάλεια πώς διαμορφώθηκε το περιεχόμενο της κατάθεσης. Ειδικότερα, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν κάθε τμήμα αποτυπώνει αυτούσια τα λεχθέντα κατά τον χρόνο που δόθηκαν ή εάν το κείμενο έχει υποστεί μεταγενέστερη αναδιατύπωση, συμπλήρωση ή εξομάλυνση υπό το φως επόμενων απαντήσεων. Ούτε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεταβολών στην εκδοχή του μάρτυρα που ενσωματώθηκαν σε ένα τελικό, ομογενοποιημένο κείμενο χωρίς να διατηρείται η αναγκαία ιχνηλασιμότητα. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του διακριτά και ελέγξιμα στάδια μαρτυρίας, αλλά ένα ενοποιημένο αποτέλεσμα του οποίου η διαδικασία παραγωγής δεν είναι πλέον διαφανής. Η απλή χρονολογική επισήμανση δεν θεραπεύει την αδυναμία αυτή, αφού δεν υποκαθιστά την ανάγκη αυτοτελούς επιβεβαίωσης κάθε φάσης ούτε επιτρέπει ουσιαστικό έλεγχο για μεταβολές ή προσθήκες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Τ10 δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ακριβής και αδιαμεσολάβητη καταγραφή της πρωτογενούς εκδοχής του παραπονούμενου, γεγονός που επηρεάζει άμεσα το βάρος που μπορεί να του αποδοθεί.
Περαιτέρω και ανεξάρτητα από τον τρόπο λήψης της εν λόγω κατάθεσης, πλήγμα στην αποδεικτική της αξία επιφέρει και το ζήτημα της διερμηνείας. Η κατάθεση του παραπονούμενου δεν λήφθηκε απευθείας στη γλώσσα καταγραφής, αλλά μέσω διερμηνέως, η οποία αποτέλεσε τον αναγκαίο δίαυλο μεταφοράς του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Παρά ταύτα, η διερμηνέας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας, της πληρότητας και της πιστότητας της μετάφρασης, ενώ ούτε ο ΜΚ1 ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την ιδιότητά της, τον τρόπο επιλογής της ή την ένταξή της σε οποιοδήποτε επίσημο μητρώο. Είναι ορθό ότι ο ΜΚ3 αναγνώρισε την κατάθεσή του και ότι αυτή μεταφράστηκε εκ νέου στο ακροατήριο μέσω διερμηνέα του Δικαστηρίου. Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν θεραπεύει την αρχική αδυναμία. Η μεταγενέστερη επιβεβαίωση μιας ήδη καταγεγραμμένης κατάθεσης δεν εξισώνεται με έλεγχο της αρχικής διαδικασίας λήψης της, ούτε διασφαλίζει ότι το περιεχόμενο που καταγράφηκε αντανακλούσε εξαρχής με ακρίβεια τα λεχθέντα. Το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει την πρωτογενή μεταφορά από τη μητρική γλώσσα του παραπονούμενου στα Ελληνικά, αλλά μόνο να ακούσει εκ νέου την εκδοχή του μάρτυρα, όπως αυτή αποδόθηκε κατά τη δίκη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το περιεχόμενο της κατάθεσης, όπως αποτυπώθηκε στο Τ10, δεν συνιστά άμεση και ανεπίδεκτη αμφισβήτησης καταγραφή των λεχθέντων του παραπονούμενου, αλλά προϊόν μεταφοράς, η ακρίβεια της οποίας ως προς το αρχικό στάδιο δεν μπόρεσε να ελεγχθεί. Το γεγονός αυτό επηρεάζει ουσιωδώς την αποδεικτική της αξία, ιδίως όταν ο ίδιος ο ΜΚ3 δέχεται ελλείψεις σε αυτήν.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι ο ΜΚ1 έδειξε να προσεγγίζει την ύπαρξη αντιφάσεων μάλλον παθητικά. Επανειλημμένως δήλωσε ότι δεν είναι έργο του να κρίνει ποιος λέει την αλήθεια και ποιος ψεύδεται. Η θέση αυτή είναι ορθή μόνον εν μέρει, στο μέτρο που η τελική αξιολόγηση της αξιοπιστίας πράγματι ανήκει στο Δικαστήριο. Δεν απαλλάσσει, όμως, τον ανακριτή από την υποχρέωση να ερευνά ενεργά τις ουσιώδεις αποκλίσεις, να αναζητεί επιβεβαιωτική ή μη μαρτυρία και να δοκιμάζει την αντοχή της εκδοχής που έχει ενώπιόν του. Η εντύπωση που αποκομίζει το Δικαστήριο είναι ότι ο ΜΚ1 αρκέστηκε σε μια συλλογή υλικού, θεωρώντας τελικά ότι αυτό επαρκεί, χωρίς να έχει προηγηθεί ανακριτική εμβάθυνση ανάλογη και της σοβαρότητας των καταγγελλόμενων αδικημάτων.
Ενδεικτική είναι και η προσέγγισή του στην ιατρική και ιατροδικαστική μαρτυρία. Παρά το ότι αναγνώρισε πως δεν υπήρχε σαφής διευκρίνιση αν οι κακώσεις προκλήθηκαν στο επεισόδιο της οικίας, στον Σταθμό ή και σε προγενέστερο χρόνο, προχώρησε εντούτοις σε κατηγορίες που κάλυπταν αμφότερα τα επεισόδια. Η ιατροδικαστική έκθεση αναφερόταν σε εκχυμώσεις παλαιότητας 4-6 ημερών, χρονικό διάστημα που μπορούσε μεν να συμπεριλάβει την 9.9.2016, δεν την καθιστούσε όμως τη μόνη λογική ή βέβαιη χρονική αφετηρία. Ο ΜΚ1 δεν μπόρεσε να προσφέρει πειστική ανακριτική γέφυρα ανάμεσα στα γενικά αυτά ευρήματα και στη συγκεκριμένη κατηγορία που τελικά καταχωρίστηκε.
Τέλος, δεν περνά απαρατήρητο ότι, ερωτηθείς για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των βασανιστηρίων, που είχε προστεθεί στο κατηγορητήριο αρχικά, απάντησε περίπου ότι έκρινε πως μπορούσε να περιληφθεί και τέτοιο αδίκημα «στο σύνολο των δεδομένων». Η απάντηση αυτή δεν αντανακλά την αναγκαία νομική ακρίβεια που θα ανέμενε κανείς από ανακριτή ο οποίος εισηγείται τόσο σοβαρές κατηγορίες, αλλά μάλλον καταδεικνύει χαλαρή προσέγγιση ως προς τη νομική αποτίμηση του υλικού.
Συνολικά, δεν θα ήταν ορθό να λεχθεί ότι ο ΜΚ1 είναι συνολικά αναξιόπιστος ή ότι η μαρτυρία του πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου. Είναι κατανοητό πως αντιμετώπιζε λειτουργικές δυσκολίες στο έργο της ποινικής ανάκρισης, εκ της θέσης του, κατά τον χρόνο διορισμού του. Εκείνο, όμως, που σαφώς προκύπτει είναι ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη μόνο σε περιορισμένο βαθμό, δηλαδή ως απόδειξη ότι πράγματι διορίστηκε, ότι προέβη στις συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις, με τις δεδομένες παραλείψεις, ότι έλαβε τις συγκεκριμένες καταθέσεις, με τον τρόπο που τις έλαβε, και ότι εξασφάλισε τα συγκεκριμένα έγγραφα. Αυτά, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκαν. Πέραν τούτων, η μαρτυρία του δεν παρέχει οποιαδήποτε ασφαλή και ανεξάρτητη ενίσχυση της εκδοχής του παραπονούμενου ως προς τα ίδια τα επίδικα γεγονότα. Ούτε επιτρέπει στο Δικαστήριο να συναγάγει το ασφαλές συμπέρασμα ότι η διερεύνηση υπήρξε πλήρης, μεθοδική και επαρκώς αξιόπιστη ώστε να στηρίξει, από μόνη της ή σε συνδυασμό με το υπόλοιπο ασταθές υλικό, τις κατηγορίες που τελικώς καταχωρίστηκαν. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται δεκτή μόνον ως προς το ιστορικό της ανάκρισης και την παραγωγή των σχετικών εγγράφων, όχι όμως ως ουσιαστικό επιβεβαιωτικό στήριγμα των κατηγοριών.
Ως προς τις καταθέσεις τρίτων προσώπων, οι οποίες εισήχθησαν μέσω της μαρτυρίας του ΜΚ1, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία υπό την έννοια του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω καταθέσεις λήφθηκαν από τον ΜΚ1 ούτε το περιεχόμενό τους ως καταγεγραμμένο, πλην όμως η αποδεικτική τους αξία πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως των κριτηρίων του άρθρου 27. Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οι αρχικές δηλώσεις δόθηκαν σχετικά σύντομα μετά τα επίδικα γεγονότα και στο πλαίσιο επίσημης ποινικής διερεύνησης, χωρίς να προκύπτει ζήτημα εξ ακοής μαρτυρίας πέραν του πρώτου βαθμού ή ανακριβούς μεταφοράς του περιεχομένου τους από τον ΜΚ1. Από την άλλη, πρόκειται για πρόσωπα άμεσα εμπλεκόμενα στα γεγονότα, με ενδεχόμενο προσωπικό ή υπηρεσιακό ενδιαφέρον ως προς την έκβασή τους, στοιχείο που επιδρά στην αποδεικτική βαρύτητα των δηλώσεών τους. Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη ότι, παρότι ήταν ευλόγως εφικτό να κλητευθούν ως μάρτυρες ώστε να εξεταστούν και αντεξεταστούν επί των ισχυρισμών τους, αυτό δεν έγινε, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυνατότητα άμεσης αξιολόγησης της αξιοπιστίας τους και της ακρίβειας των λεγομένων τους. Υπό τις περιστάσεις, οι εν λόγω καταθέσεις δεν μπορούν να τύχουν της ίδιας βαρύτητας με άμεση προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αξιολογούνται επικουρικά και σε συνάρτηση με το σύνολο του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη και του άρθρου 27(3) του Νόμου ως προς τη μη προσκόμιση της καλύτερης διαθέσιμης μαρτυρίας.
ΜΚ2: Χαράλαμπος Σπανός
Ο ΜΚ2, αναφορικά με τη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, Τ3, κατά την κυρίως εξέτασή του, στο Δικαστήριο, ανέφερε πως ο ίδιος ουδέποτε είχε καταθέσει στον ποινικό ανακριτή πως ο παραπονούμενος φορούσε χειροπέδες, λέγοντας πως ό,τι του ανέφερε ήταν πως δεν φορούσε χειροπέδες, αμφισβητώντας και τον τρόπο που ενήργησε ο ποινικός ανακριτής. Κατά τον χρόνο που έδιδε κατάθεση, ο ίδιος βιάζονταν να επιστρέψει στο σπίτι του, καθότι ασθενούσε η σύζυγός του. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως ο παραπονούμενος, επιστρέφοντας στο σπίτι, δεν του είχε αναφέρει ότι κτυπήθηκε. Όταν είχε μπει στο περιπολικό, περπατούσε κανονικά, όχι με τρόπο που να δείχνει άνθρωπο που πονεί, ούτε φάνηκε να έχει κάποιο παράπονο, ευρισκόμενος μέσα στο περιπολικό, από την απόσταση των 5-6 μέτρων, που ο ίδιος μπορούσε να δει. Η ιστορία που γνωρίζει, σε σχέση με τον παραπονούμενο, είναι πως ο ιατρός Μέσης είχε δύο μεγάλους υιούς, στην Αμερική, η σύζυγός του ήταν ανήμπορη, όταν απεβίωσαν, εμφανίστηκε ο παραπονούμενος, αλλοδαπής καταγωγής, με τη θυγατέρα του ιατρού, και μπήκαν στο σπίτι, ούτε φως ανάβουν, ούτε παράθυρα, δεν γνωρίζει τι κάνουν. Ήθελαν να τον εκδιώξουν, του μιλούσαν και δεν έφευγε από το σπίτι, δεν άνοιγε τις πόρτες, μετά που απεβίωσαν ο ιατρός και η σύζυγός του, ο ίδιος ο ΜΚ2 έπραξε τα της κηδείας, μετά εμφανίστηκε κυρίως ο παραπονούμενος.
Η μαρτυρία του ΜΚ2 παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία, διότι πρόκειται για τον μόνο ουσιαστικά ανεξάρτητο μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με μέρος των γεγονότων της 9.9.2016. Ταυτόχρονα, όμως, η αξία της είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη, τόσο ως προς το εύρος όσων ο ίδιος αντιλήφθηκε, όσο και ως προς τη σαφήνεια και την ουδετερότητα με την οποία τα μετέφερε. Καταρχάς, ο ΜΚ2 δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του κατ’ ισχυρισμό επεισοδίου εντός της οικίας, ούτε των όσων φέρονται να έλαβαν χώρα στον Αστυνομικό Σταθμό. Η γνώση του περιορίζεται στη στιγμή κατά την οποία είδε τον παραπονούμενο να εξέρχεται από την οικία, να κατευθύνεται προς το περιπολικό και αργότερα να επιστρέφει πεζός. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άμεση απόδειξη ή διάψευση του πυρήνα της κατηγορίας, δηλαδή του αν ο Κατηγορούμενος 1 άσκησε βία ή εξευτελιστική μεταχείριση μέσα στο σπίτι ή στον Σταθμό. Μπορεί όμως να αξιολογηθεί ως προς το κατά πόσον επιβεβαιώνει ή αποδυναμώνει επιμέρους στοιχεία της εκδοχής του παραπονούμενου. Σε ό,τι αφορά την προσωπική του παρουσία στο Δικαστήριο, ο ΜΚ2 δεν έδωσε την εικόνα μάρτυρα ιδιαιτέρως προσεκτικού ή αποστασιοποιημένου. Αντιθέτως, από τη μαρτυρία του προέκυψε ότι είχε ήδη διαμορφωμένη αντίληψη για τον παραπονούμενο και τον ρόλο του στην οικογενειακή διαφορά. Οι αναφορές του ότι ο παραπονούμενος «εμφανίστηκε» μετά τον θάνατο των ηλικιωμένων, ότι «ήθελαν να τον εκδιώξουν», ότι «δεν άνοιγε τις πόρτες» και ότι «ούτε φως ανάβουν, ούτε παράθυρα, δεν γνωρίζει τι κάνουν», δεν αφορούν γεγονότα που σχετίζονται άμεσα με όσα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είδε την επίδικη ημέρα, αλλά μάλλον αποκαλύπτουν μια γενικότερη αρνητική στάση ή προκατάληψη έναντι του παραπονούμενου. Το στοιχείο αυτό δεν καθιστά τη μαρτυρία του αυτομάτως απορριπτέα, πλην όμως επηρεάζει την ουδετερότητά της και επιβάλλει επιφυλακτική προσέγγιση. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η σαφής αποστασιοποίησή του από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης Τ3, σε σχέση ειδικά με το ζήτημα των χειροπεδών. Ο ΜΚ2 ανέφερε ρητώς ότι ουδέποτε είπε στον ποινικό ανακριτή ότι ο παραπονούμενος φορούσε χειροπέδες και ότι, αντιθέτως, εκείνο που είχε αναφέρει ήταν πως δεν φορούσε. Με την τοποθέτησή του αυτή αμφισβήτησε άμεσα την ακρίβεια της καταγραφής του ΜΚ1 και, συνακόλουθα, την αξιοπιστία του Τ3 ως αποτύπωσης της δικής του μνήμης. Όταν μάρτυρας αποκηρύσσει στο Δικαστήριο ένα ουσιώδες μέρος της προγενέστερης κατάθεσής του, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει πρωτεύουσα σημασία στη ζωντανή μαρτυρία του, ιδίως εφόσον η προηγούμενη καταγραφή έγινε από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο. Πέραν αυτού, η μαρτυρία του ΜΚ2 στο Δικαστήριο υπήρξε σταθερή ως προς ορισμένα βασικά σημεία, ότι ο παραπονούμενος, όταν μπήκε στο περιπολικό, περπατούσε κανονικά, δεν φαινόταν να πονά, δεν του φαινόταν να έχει εμφανές παράπονο και, όταν επέστρεψε στο σπίτι, δεν του ανέφερε ότι κτυπήθηκε. Η μαρτυρία αυτή, που δεν αμφισβητήθηκε, δεν είναι αμελητέα. Δεν αποδεικνύει βέβαια θετικά ότι δεν είχε προηγηθεί βία, αλλά λειτουργεί αποδυναμωτικά έναντι της εκδοχής ότι είχε προηγηθεί τόσο έντονη επίθεση ώστε να αφήσει αμέσως εμφανή σημάδια πόνου, δυσχέρεια στην κίνηση ή αυθόρμητο παράπονο προς τον γείτονα που τον προσέγγισε. Το γεγονός ότι ο ΜΚ2 βρισκόταν σε απόσταση 5-6 μέτρων σημαίνει ότι η παρατήρησή του δεν ήταν από μηδενική απόσταση, όμως δεν ήταν και τόσο μακρινή ώστε να είναι ανούσια. Ήταν επαρκής για να σχηματίσει μια γενική εικόνα του τρόπου που κινείτο και παρουσιαζόταν ο παραπονούμενος. Από την άλλη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερτιμήσει τη μαρτυρία αυτή. Ο ΜΚ2 δεν εξέτασε τον παραπονούμενο, δεν είχε οπτική πρόσβαση σε όλο του το σώμα, δεν βρισκόταν εντός της οικίας και δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη τραυμάτων που δεν ήταν άμεσα εμφανή. Επίσης, το ότι ο παραπονούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε αμέσως στον ίδιο δεν είναι αποφασιστικό, διότι οι αντιδράσεις ενός προσώπου μετά από ένταση ή ταραχή δεν είναι πάντοτε προβλέψιμες. Συνεπώς, η μαρτυρία του δεν συνιστά οριστική ανατροπή της εκδοχής του παραπονούμενου, αλλά σαφώς συνιστά στοιχείο που την καθιστά λιγότερο πειστική. Η εξήγηση που έδωσε ο ΜΚ2 ότι, όταν έδινε την κατάθεσή του στον ποινικό ανακριτή, βιαζόταν να επιστρέψει σπίτι του επειδή η σύζυγός του ασθενούσε, εξηγεί εν μέρει γιατί ενδεχομένως δεν πρόσεξε επαρκώς το κείμενο που καταγράφηκε ή γιατί δεν επέμεινε σε ακριβέστερη αποτύπωση. Ταυτόχρονα, όμως, η εξήγηση αυτή αναδεικνύει και ένα πρόβλημα αξιοπιστίας της διαδικασίας λήψης της κατάθεσής του. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει ότι, αν πράγματι ο μάρτυρας βρισκόταν σε πίεση χρόνου και προσωπικής ανησυχίας, η ποιότητα της αρχικής του κατάθεσης δύναται να έχει επηρεαστεί. Αυτό ενισχύει την ανάγκη να δοθεί έμφαση σε όσα ο ίδιος κατέθεσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνολικά θεωρώ ότι ο ΜΚ2 είναι μάρτυρας με περιορισμένη αλλά υπαρκτή αποδεικτική αξία. Η μαρτυρία του γίνεται δεκτή ως προς το ότι είδε τον παραπονούμενο να μεταβαίνει στο περιπολικό και να επιστρέφει αργότερα, και ότι κατά τη δική του αντίληψη ο παραπονούμενος δεν έφερε εμφανή σημάδια πόνου ή τραυματισμού ούτε ανέφερε σε αυτόν ότι κτυπήθηκε. Επίσης, γίνεται δεκτή η ρητή του θέση ότι δεν είπε στον ανακριτή πως ο παραπονούμενος φορούσε χειροπέδες. Στα σημεία αυτά η μαρτυρία του είναι καθαρή και δεν έχει προφανή λόγο να ψευδολογήσει ειδικά ως προς επιμέρους παρατηρήσεις της δικής του αντίληψης. Δεν αποδίδω, όμως, ιδιαίτερο βάρος στις γενικότερες κρίσεις και περιγραφές του για τον χαρακτήρα, την παρουσία και τη συμπεριφορά του παραπονούμενου στο οικογενειακό πλαίσιο, διότι αυτές μαρτυρούν εμφανή υποκειμενική φόρτιση και ξεπερνούν όσα ο ίδιος μπορούσε ουσιαστικά να γνωρίζει ή να βεβαιώσει για τα επίδικα γεγονότα. Η μαρτυρία του, ως εκ τούτου, δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει την υπερασπιστική εκδοχή, αλλά αποτελεί σημαντικό στοιχείο που αποδυναμώνει την εκδοχή σε σχέση με τη χρήση χειροπεδών, την εικόνα του παραπονούμενου κατά την αναχώρησή του από την οικία και την απουσία άμεσης αναφοράς σε κακοποίηση κατά την επιστροφή του.
ΜΚ3: Shahram Gani Namai Vaghe
Ο ΜΚ3, παραπονούμενος, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του στον ποινικό ανακριτή, Τ10. Η κατάθεση διαβάστηκε από τον ίδιο στη γλώσσα στην οποία είχε δοθεί, μεταφράστηκε στο Δικαστήριο και καταγράφηκε με εμφανή δυσχέρεια ως προς την ακριβή απόδοση του νοήματος.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, από τον Απρίλιο του 2016 διέμενε με τη σύζυγό του στην οικία του πεθερού του, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2016 νοσηλεύτηκε λόγω καρκίνου και απεβίωσε στις 30.12.2016. Στις 4.9.2016 ήρθαν στην Κύπρο οι κουνιάδοι του, Ανδρέας και Πάνος, οι οποίοι, κατά τον ίδιο, επιδίωκαν να εντοπίσουν έγγραφα και στοιχεία περιουσίας, ιδίως διαθήκη, τίτλο ιδιοκτησίας και USB, προκειμένου να επηρεάσουν τη διαχείριση της περιουσίας του πατέρα τους. Ανέφερε ότι οι σχέσεις τους προηγουμένως ήταν καλές, αλλά έκτοτε διακόπηκαν.
Για τις ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι οι κουνιάδοι του ζήτησαν να συναντηθούν εκτός οικίας, χωρίς η συνάντηση να πραγματοποιηθεί, ενώ στις 7.9.2016 βρήκε τυχαία τον έναν εντός της οικίας, σε σκοτεινό χώρο, μαζί με υπαλλήλους του σπιτιού. Όταν τον ρώτησε πώς εισήλθε και τι ήθελε, εκείνος απάντησε ότι είχε χτυπήσει την πόρτα και ήθελε να μιλήσουν. Ο παραπονούμενος θεώρησε ότι αναζητούσε έγγραφα και του ζήτησε να φύγει. Κατά την έξοδό του, ο άλλος κουνιάδος άρχισε να φωνάζει σε τρίτα πρόσωπα που βρίσκονταν έξω. Το ίδιο βράδυ, περί ώρα 22:00, δέχθηκαν τηλεφωνήματα από αριθμό που θεώρησε ότι ανήκε στην Αστυνομία, χωρίς συνομιλία ή απάντηση στις επιστρεφόμενες κλήσεις.
Στις 8.9.2016, περί ώρα 21:00, δύο αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία μαζί με έναν κουνιάδο του και πρώην υπάλληλο. Κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, δεν εισήλθαν στην οικία, παρότι στην κατάθεσή του αναφέρεται ότι εισήλθαν. Ζήτησαν να μεταφερθεί η πεθερά του με ασθενοφόρο, κάτι που η σύζυγός του δεν επέτρεψε, και στη συνέχεια ζήτησαν το διαβατήριο της υπαλλήλου. Ο ίδιος το αναζήτησε με αστυνομικό χωρίς επιτυχία, αλλά αργότερα το βρήκε η σύζυγός του και το παρέδωσε στην Αστυνομία.
Στις 9.9.2016, περί ώρα 11:00, δέχθηκε νέο τηλεφώνημα από τον ίδιο αριθμό για την υπάλληλο. Αργότερα επισκέφθηκε τον πεθερό του στην κλινική, ο οποίος, κατά τον ίδιο, ζήτησε τηλέφωνο, καρνέ επιταγών και μικρό ράδιο, τα οποία θα διευθετούσε να του αποσταλούν η σύζυγός του ή γνωστό πρόσωπο. Περί ώρα 14:00, ενώ βρισκόταν στην οικία, εμφανίστηκαν αστυνομικοί μαζί με τους κουνιάδους του, τη σύζυγό του και υπάλληλο. Κατά την εκδοχή του, εισήλθαν χωρίς άδεια, με επιθετικό τρόπο, αφού χτύπησαν ή λάκτισαν την πόρτα, ζήτησαν τα ήδη ετοιμασμένα αντικείμενα και άρχισαν να μαζεύουν και άλλα πράγματα. Όταν διαμαρτυρήθηκε, ένας αστυνομικός του είπε ότι δεν έπρεπε να μιλά, διότι επρόκειτο για το σπίτι του πατέρα τους. Ο ίδιος βγήκε για να καλέσει γείτονες ως μάρτυρες και, όταν επέστρεψε, ο Κατηγορούμενος 1, όπως τον υπέδειξε, τον εξανάγκασε να καθίσει σε καρέκλα, δεν του επέτρεψε να κινηθεί ή να πιει νερό, του έριξε νερό που του έφερε η σύζυγός του, τον εξύβρισε για τη χώρα, τη θρησκεία και την εθνικότητά του και τον κτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο.
Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι την ώρα εκείνη έφθασε πλήρωμα ασθενοφόρου, στο οποίο είπε να δει τι του έκανε η Αστυνομία, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 φώναζε ότι δεν φοβάται κανέναν και συνέχισε να τον κτυπά. Κατά την εκδοχή του, το πλήρωμα αντιλήφθηκε τι συνέβαινε και ένα μέλος του τον αναγνώρισε αργότερα στο νοσοκομείο και σχολίασε τη συμπεριφορά της Αστυνομίας, γεγονότα που παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναφέρει στην κατάθεσή του. Μετά περίπου 20 λεπτά στην καρέκλα, ο ίδιος αστυνομικός τού πέρασε χειροπέδες και τον οδήγησε στο περιπολικό, όπου παρέμεινε άλλα 20-30 λεπτά, με κλειστά παράθυρα και κάτω από τον ήλιο. Αναφέρθηκε και σε γείτονα που πλησίασε, χωρίς όμως η κατάθεσή του να αποδίδει ακριβώς τι ειπώθηκε.
Στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, κατά τον ΜΚ3, ρώτησε γιατί τον μετέφεραν εκεί, χωρίς να λάβει απάντηση. Ο ίδιος αστυνομικός έβγαλε την μπλούζα του, εμφανίστηκε γυμνός από τη μέση και πάνω, με τατουάζ, και τον εξύβριζε. Ο παραπονούμενος παρέμεινε περίπου δύο ώρες σε δωμάτιο που περιέγραψε ως χώρο τύπου φυλακής, με κρεβάτι, τουαλέτα και βρωμιά, σχηματίζοντας την εντύπωση ότι οι κουνιάδοι του είχαν καλές σχέσεις με τους αστυνομικούς. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 έβαλε το πόδι του στο τραπέζι, συνέχισε τις ύβρεις και τελικά του είπε ότι μπορούσε να φύγει. Παραδέχθηκε ότι στον Σταθμό δεν κτυπήθηκε από οποιονδήποτε και ότι δεν είδε εκεί τον Χριστάκη Στυλιανού.
Μετά το περιστατικό, μετέβη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, όπου του είπαν να επανέλθει τη Δευτέρα, και ακολούθως στο νοσοκομείο. Τελικώς εξετάστηκε από ιατροδικαστή στις 13.9.2016, λόγω ζητήματος με μεταφραστή. Ανέφερε ότι ο κ. Βύρωνος δεν γνώριζε ότι είχε συλληφθεί με χειροπέδες και κρατηθεί σε δωμάτιο, και ότι στις 11.9.2016 επικοινώνησε με την Πρεσβεία του Ιράν, επειδή φοβόταν για την ασφάλειά του. Αναγνώρισε τον εαυτό του στις φωτογραφίες Τ18 και τους Κατηγορούμενους ως τα πρόσωπα στα οποία αναφερόταν.
Κατά την αντεξέταση από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε ότι η Αστυνομία στις 9.9.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 ήρθε με επιθετική διάθεση, σε αντίθεση με την προηγούμενη ημέρα, οπότε οι αστυνομικοί ήταν ευγενικοί. Διευκρίνισε ότι δεν είδε με τα μάτια του να κλωτσούν την πόρτα, αλλά το συμπέρανε από τον ήχο και την κίνηση της πόρτας. Απέρριψε την εκδοχή ότι στις 8.9.2016 είχε αρνηθεί να δώσει αντικείμενα που ζήτησε ο πεθερός του ή ότι η σύζυγός του ήταν τρομοκρατημένη και η πεθερά του παραμελημένη. Υποστήριξε ότι το αίτημα για τα πράγματα της υπαλλήλου από το Νεπάλ ήταν πρόφαση για να εισέλθουν και να ψάξουν όλη την οικία.
Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 τον εμπόδισε να ανέβει στον δεύτερο όροφο, έκλεισε τη σκάλα, τον έσπρωξε και στη συνέχεια, εκνευρισμένος από την αντίδρασή του, τον έβαλε να καθίσει στην καρέκλα. Όταν ερωτήθηκε αν, ενώπιον τόσων προσώπων, τον κτύπησε, τον έδεσε και τον κατέβρεξε, απάντησε ότι δεν πρέπει να συγχέονται όλα μαζί. Ανέφερε ακόμη ότι στον Σταθμό ο Κατηγορούμενος 1 τού είπε πως εκεί μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν, ακόμη και να σβήσουν κάμερες.
Κατά την αντεξέταση από τον συνήγορο του Χριστάκη Στυλιανού, ανέφερε ότι τα έγγραφα που αναζητούσαν ήταν τίτλος ιδιοκτησίας και USB, ότι δεν τα ζήτησαν ανοικτά αλλά ήρθαν με την Αστυνομία για να τα αφαιρέσουν κρυφά, και ότι ο ίδιος και η σύζυγός του είχαν αποκρύψει έγγραφα του πεθερού του ώστε να μη βρεθούν. Υποστήριξε ότι δεν τηλεφώνησε στον πεθερό του για να επιβεβαιώσει συγκατάθεση εισόδου, επειδή εκείνος δεν είχε τηλέφωνο, αλλά είχε ήδη μιλήσει μαζί του στην κλινική.
Ως προς τα κτυπήματα, αρχικά υπέδειξε το δεξί μέρος του κροτάφου ή το δεξί επάνω μέρος του κεφαλιού, αργότερα το εμπρόσθιο αριστερό μέρος, και πρόσθεσε ότι ίσως κτυπήθηκε και στο στήθος όταν ο Κατηγορούμενος 1 τον εμπόδισε στη σκάλα, σπάζοντας και τα γυαλιά ηλίου που είχε στο στέρνο. Όταν του υποδείχθηκε ότι οι φωτογραφίες και η ιατρική μαρτυρία δεν απεικονίζουν κτυπήματα στα συγκεκριμένα σημεία, απάντησε ότι όλα τα σημάδια προήλθαν από τη βίαιη καθήλωσή του στην καρέκλα, ότι ο φωτογράφος δεν φωτογράφισε κατ’ υπόδειξή του συγκεκριμένα σημεία και ότι τα σημάδια ήταν ορατά ακόμη και στην ιατροδικαστική εξέταση. Απέρριψε ότι οι κακώσεις προϋπήρχαν ή ότι σκοπός του ήταν η διεκδίκηση αποζημιώσεων από τη Δημοκρατία.
Όταν ερωτήθηκε για τις ακριβείς ύβρεις, δεν έδωσε συγκεκριμένη απάντηση. Σε σχέση με τον Χριστάκη Στυλιανού, ανέφερε ότι συνεργάστηκε με τον Κατηγορούμενο 1 για να εισέλθουν χωρίς άδεια στην οικία, αλλά δεν θυμόταν τις κινήσεις του εντός του σπιτιού, πέραν του ότι έδωσε οδηγίες να μην πάρουν ορισμένα αντικείμενα. Δεν γνώριζε πού βρισκόταν όταν, κατά τον ισχυρισμό του, ο Κατηγορούμενος 1 τον κτύπησε, θεωρούσε όμως ότι ήταν εντός της οικίας και μπορούσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε, χωρίς να γνωρίζει αν πράγματι έβλεπε.
Τέλος, ο ΜΚ3 υποστήριξε ότι είχε δικαίωμα να θέτει όρους στην οικία, αφού διέμενε εκεί με τη σύζυγό του, και ότι δεν μπορούσε οποιοσδήποτε να εισέρχεται και να λαμβάνει αντικείμενα. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα παιδιά του πεθερού του είχαν δικαίωμα στα έγγραφα της περιουσίας τους και ότι ο ίδιος δεν είχε κληρονομικό δικαίωμα, απάντησε ότι η σύζυγός του ήταν εκείνη που παραπονείτο και τους εμπόδιζε, ενώ ο ίδιος τη στήριζε. Κατά την εκδοχή του, οι κουνιάδοι του τελικά μετέφεραν την περιουσία του πατέρα τους στο όνομά τους και έφυγαν από την Κύπρο, γεγονός που τον οδήγησε να αντιληφθεί τις πραγματικές τους προθέσεις.
Η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η διερμηνέας που είχε μεταφράσει την κατάθεση του παραπονούμενου προς τον ποινικό ανακριτή, ώστε να προσέλθει στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας.
Η μαρτυρία του ΜΚ3, ως του παραπονούμενου και βασικού μάρτυρα κατηγορίας, αποτελεί αναμφίβολα τον κεντρικό άξονα της υπόθεσης. Η τύχη των κατηγοριών που παρέμειναν προς εκδίκαση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσον η εκδοχή του μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής, αξιόπιστη και επαρκώς υποστηριζόμενη από την υπόλοιπη μαρτυρία.
Καταρχάς, δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΚ3 κατέθεσε μέσα σε πλαίσιο έντονης οικογενειακής και περιουσιακής σύγκρουσης. Κατά τη δική του εκδοχή, οι κουνιάδοι του επιχειρούσαν να εντοπίσουν έγγραφα, να ελέγξουν την περιουσία του πεθερού του και να χρησιμοποιήσουν την Αστυνομία προς εξυπηρέτηση των δικών τους σκοπών. Το στοιχείο αυτό δεν σημαίνει, αφ’ εαυτού, ότι η μαρτυρία του είναι ψευδής. Εξηγεί όμως γιατί η οπτική του ήταν εκ των πραγμάτων φορτισμένη και γιατί υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να αντιλαμβάνεται και να ερμηνεύει τις ενέργειες των εμπλεκομένων υπό το πρίσμα καχυποψίας, αντιπαλότητας και προσωπικής πικρίας. Η προσωπική αυτή εμπλοκή διαπερνά το σύνολο της εκδοχής του.
Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3 επηρεάζεται ουσιωδώς από τις δυσχέρειες που ανέκυψαν ως προς τη γλωσσική της απόδοση. Η κατάθεσή του στο Δικαστήριο διαβάστηκε στη γλώσσα στην οποία είχε δοθεί, μεταφράστηκε από τον διερμηνέα του Δικαστηρίου και καταγράφηκε, με ιδιαίτερη δυσκολία ως προς την εξαγωγή του νοήματος. Όταν η μαρτυρία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας φθάνει στο Δικαστήριο μέσα από διαδικασία που παρουσιάζει δυσχέρεια στην ακριβή απόδοση του νοήματος, το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαιτέρως επιφυλακτικό πριν βασίσει καταδικαστικά συμπεράσματα σε διατυπώσεις, αποχρώσεις ή λεπτές διαφοροποιήσεις της αφήγησης. Η επιφύλαξη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι και η αρχική κατάθεσή του προς τον ΜΚ1 είχε ληφθεί μέσω διερμηνέως, η οποία τελικώς δεν εντοπίστηκε για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Έτσι, ούτε η πρωτογενής λήψη ούτε η αρχική μεταφορά του περιεχομένου της εκδοχής του κατέστη δυνατό να ελεγχθούν ουσιαστικά ως προς την ακρίβεια και την πιστότητά τους. Σημαντικό είναι επίσης ότι ο ίδιος ο ΜΚ3 παραδέχθηκε πως στην κατάθεσή του Τ10 «λείπουν λεπτομέρειες» και ότι η διερμηνεία δημιουργεί ζήτημα, επειδή υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο. Παρότι πρόσθεσε ότι αυτά που γράφει η κατάθεσή του είναι ορθά, ταυτόχρονα ανέφερε ότι χρειάζονται διευκρίνιση και καλύτερη εξήγηση. Η τοποθέτηση αυτή υποδηλώνει ότι ο ίδιος δεν αντιμετώπιζε το Τ10 ως πλήρη, αυτάρκη και ακριβή αποτύπωση της πρώτης του εκδοχής, αλλά ως κείμενο που, κατά τη δική του θέση, χρειαζόταν περαιτέρω ανάπτυξη. Όταν, όμως, ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας αποδέχεται μεν το γραπτό του κείμενο, αλλά ταυτόχρονα το θεωρεί ελλιπές, που χρήζει περαιτέρω αποσαφήνισης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει ως ακλόνητο σημείο αναφοράς.
Η μαρτυρία του ΜΚ3 παρουσίασε, περαιτέρω, ουσιώδεις εσωτερικές αποκλίσεις. Ένα πρώτο, χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τα γεγονότα της 8.9.2016. Στην αρχική του κατάθεση εμφανίζεται να αναφέρει ότι οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι, ενώ στο Δικαστήριο δήλωσε ρητώς ότι δεν μπήκαν. Η αντίφαση αυτή δεν είναι επουσιώδης. Αφορά ακριβώς τη φύση και την ένταση της πρώτης αστυνομικής εμπλοκής και επηρεάζει την εικόνα που ο μάρτυρας επιχείρησε να δώσει για την κλιμάκωση των γεγονότων.
Ακόμη σοβαρότερες είναι οι μεταβολές στη μαρτυρία του ως προς το κυρίως επεισόδιο της 9.9.2016 και ειδικότερα ως προς τον τρόπο και τον τόπο της κατ’ ισχυρισμό άσκησης βίας. Ο ΜΚ3, σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του, υπέδειξε διαφορετικά σημεία του σώματός του ως τόπους των κτυπημάτων, άλλοτε το δεξί μέρος στον κρόταφο, άλλοτε το δεξί άνω μέρος του κεφαλιού, και ακολούθως το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του κεφαλιού. Πρόσθεσε επίσης ότι ίσως είχε κτυπηθεί και στο στήθος, κατά τον χρόνο που τον έσπρωξαν ή όταν τον έβαλαν βιαίως στην καρέκλα, και συνέδεσε μάλιστα το επεισόδιο αυτό με το σπάσιμο των γυαλιών του Κατηγορούμενου 1. Η μεταβλητότητα αυτή δεν συνάδει με καθαρή και σταθερή μνήμη ως προς ένα τόσο κρίσιμο και συγκεκριμένο περιστατικό. Δεν πρόκειται για ήσσονος σημασίας λεπτομέρειες, αλλά για το πού ακριβώς ισχυρίζεται ότι δέχθηκε βία.
Οι αποκλίσεις αυτές καθίστανται ακόμη σοβαρότερες όταν αντιπαραβληθούν με την ιατρική και ιατροδικαστική μαρτυρία. To Τ6 αναφέρει μώλωπα στη μύτη και κάτω από το μάτι, ενώ το Τ7 εντοπίζει δύο μικρές εκχυμώσεις στον δεξιό βραχίονα και μία μικρή εκχύμωση στο δεξί κάτω βλέφαρο, παλαιότητας 4-6 ημερών. Δεν καταγράφεται ιατρικό εύρημα που να αντιστοιχεί με σαφήνεια στα σημεία όπου ο ΜΚ3, κατά καιρούς, υπεδείκνυε ότι είχε κτυπηθεί, ήτοι στον κρόταφο, στο άνω μέρος του κεφαλιού, στο αριστερό πρόσθιο μέρος του κεφαλιού ή στο στήθος. Ασφαλώς, η απουσία πλήρους ιατρικής αντιστοίχισης δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην την αλήθεια ενός ισχυρισμού. Εδώ, όμως, το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ατελής ιατρική επιβεβαίωση, αλλά η συνδυασμένη ύπαρξη ιατρικής ασάφειας και μαρτυρικής αστάθειας ως προς το ίδιο το αντικείμενο του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, η εκδοχή του ΜΚ3 διαφοροποιήθηκε και ως προς όσα, κατά τον ισχυρισμό του, συνέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό. Στην αρχική του αφήγηση αποδίδεται ότι ο ίδιος αστυνομικός που τον είχε κτυπήσει συνέχισε να τον υβρίζει, να τον εκφοβίζει και να επιδεικνύει εξευτελιστική συμπεριφορά. Κατά την αντεξέταση, όμως, ο ίδιος ανέφερε ρητώς ότι στον Σταθμό δεν κτυπήθηκε από οποιονδήποτε. Η παραδοχή αυτή είναι ουσιώδης, διότι περιορίζει αισθητά την ένταση της αρχικής του περιγραφής και αποκαλύπτει ότι υπό το βάρος της αντεξέτασης η εκδοχή του υποχώρησε σε κρίσιμο σημείο. Η αναδίπλωση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Επιπλέον, ο ΜΚ3 εμφάνισε τάση να προσθέτει, κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του και ιδίως κατά την αντεξέταση, νέες λεπτομέρειες που δεν περιέχονταν στην αρχική του κατάθεση. Έτσι, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο έκανε λόγο για το ότι μέλος του πληρώματος του ασθενοφόρου είδε τα κτυπήματα, ότι αργότερα τον αναγνώρισε στο νοσοκομείο και απορούσε για τη συμπεριφορά των αστυνομικών, ότι προσπάθησε να αφήσει σημάδι στον τοίχο του δωματίου του Σταθμού, ότι ο Κατηγορούμενος 1 είπε στον κουνιάδο του αν θέλει να τον δείρει, ότι του αφαιρέθηκε το κινητό, και ότι το δωμάτιο στον Σταθμό έμοιαζε με φυλακή, είχε κρεβάτι και τουαλέτα και ήταν πολύ βρώμικο. Οι πρόσθετες αυτές λεπτομέρειες αφορούν πτυχές που, αν ήταν αληθείς, θα ανέμενε κανείς να είχαν αναφερθεί από την αρχή. Η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας, ότι ο ποινικός ανακριτής του είπε να μην αναφέρει πολλές λεπτομέρειες επειδή δεν υπήρχε χρόνος και ο ίδιος είχε κουραστεί, παραμένει προσωπικός του ισχυρισμός, που δεν επιβεβαιώνεται από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία.
Η υπερβολή και η δραματοποίηση αποτελούν, επίσης, χαρακτηριστικά της μαρτυρίας του ΜΚ3. Η εικόνα που παρουσίασε είναι εξαιρετικά βαριά, αστυνομικοί που έφθασαν με επιθετική διάθεση, λάκτισαν την πόρτα, εισήλθαν χωρίς συζήτηση, του είπαν ότι «εδώ δεν είναι η χώρα σου και κάνουμε ό,τι θέλουμε», τον ανάγκασαν να καθίσει, τον έβρεξαν, τον κτύπησαν μπροστά σε τρίτους, του πέρασαν χειροπέδες, τον άφησαν για 20 έως 30 λεπτά μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από τον ήλιο, τον μετέφεραν στον Σταθμό, όπου ο αστυνομικός γδύθηκε, τον εκφόβισε και του είπε ότι μπορούν ακόμη και να σβήνουν τις κάμερες. Εάν πράγματι είχαν συμβεί όλα αυτά με την ένταση, τη διάρκεια και τον τρόπο που περιέγραψε, θα ανέμενε κανείς σαφέστερη επιβεβαίωση από ανεξάρτητες ή αντικειμενικές πηγές, που ήταν δυνατό, με βάση τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν, να υπάρχουν. Τέτοια επιβεβαίωση, όμως, δεν υπάρχει. Ο ΜΚ2 όχι μόνο δεν στηρίζει την εκδοχή αυτή, αλλά την αποδυναμώνει, αφού κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι δεν είδε τον παραπονούμενο με χειροπέδες, ότι δεν έδειχνε να πονά και ότι, όταν επέστρεψε, δεν του ανέφερε ότι είχε κτυπηθεί. Η ιατρική μαρτυρία είναι περιορισμένη και όχι συμβατή με το πλήρες εύρος των ισχυρισμών του, ενώ το πλήρωμα του ασθενοφόρου, το οποίο ο ίδιος επικαλείται ως παρόν και μάλιστα ως σχεδόν αυτόπτη μάρτυρα, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο.
Η προσωπική εμπλοκή του ΜΚ3 στην οικογενειακή και περιουσιακή διαμάχη αποτελεί πρόσθετο στοιχείο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Ο ίδιος μίλησε εκτενώς για διαθήκη, κρυμμένα έγγραφα, τίτλους ιδιοκτησίας, USB, προσπάθεια των κουνιάδων του να βρουν έγγραφα και να τους εκδιώξουν από το σπίτι, ακόμη δε και για μεταβίβαση περιουσίας. Παραδέχθηκε, μάλιστα, ότι ο ίδιος και η σύζυγός του είχαν αποκρύψει έγγραφα ώστε να μην μπορούν να τα βρουν οι άλλοι. Η παραδοχή αυτή είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, διότι δείχνει ότι δεν ήταν ένας ουδέτερος τρίτος που απλώς βρέθηκε αντιμέτωπος με αστυνομική αυθαιρεσία, αλλά πρόσωπο με άμεσο και ουσιαστικό συμφέρον στην υπό εξέλιξη οικογενειακή σύγκρουση.
Σημαντικό είναι επίσης ότι σε αρκετά σημεία ο ΜΚ3 δεν περιέγραφε απλώς γεγονότα, αλλά απέδιδε κίνητρα και προθέσεις με τρόπο που υπερέβαινε τα όρια της άμεσης γνώσης του. Έτσι, επανειλημμένα υποστήριξε ότι οι κουνιάδοι του δεν ενδιαφέρονταν για την υγεία των γονέων τους αλλά μόνο για την περιουσία, ότι η επίκληση της οικιακής βοηθού ήταν απλώς πρόφαση, ότι το τηλεφώνημα ήταν από την Αστυνομία επειδή «το κατάλαβε», ότι ο κουνιάδος του είχε εισέλθει στο σπίτι «για να ψάξει», και ότι οι αστυνομικοί ήρθαν «για να μπορέσουν να πάρουν ό,τι θέλουν». Πρόκειται για αξιολογικές κρίσεις και υποκειμενικές ερμηνείες, όχι για αμιγή περιγραφή αντικειμενικά αντιληπτών περιστατικών. Η τάση αυτή μειώνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ως προς τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ γεγονότων και προσωπικών συμπερασμάτων.
Ως προς την αναγνώριση, ο ΜΚ3 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 στο Δικαστήριο. Το στοιχείο αυτό δεν είναι άνευ σημασίας, δεν αρκεί όμως για να θεραπεύσει τα σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας που ήδη έχουν αναδειχθεί. Ιδίως όταν ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι ο παραπονούμενος δεν είχε ονομαστικά κατονομάσει ούτε υποδείξει τους Κατηγορούμενους κατά το ανακριτικό στάδιο, η μεταγενέστερη δικαστική αναγνώριση δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τους κινδύνους αναδρομικής βεβαιότητας και επηρεασμού από τα δεδομένα που είχαν στο μεταξύ διαμορφωθεί. Από την άλλη, βεβαίως, και στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, δεν διαψεύδεται η πραγματική εκδοχή που τοποθετεί τον Κατηγορούμενο 1 στο επεισόδιο, ασχέτως των όσων του αποδίδονται.
Δεν παραγνωρίζω γενικά ότι ο ΜΚ3 διατήρησε έναν βασικό πυρήνα της εκδοχής του, ήτοι ότι υπήρξε αστυνομική παρουσία στην οικία, ότι του ζητήθηκε να καθίσει, ότι υπήρξε λεκτική ένταση και ότι ακολούθως μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό. Όμως, δεν αρκεί η διατήρηση ενός γενικού αφηγηματικού πυρήνα όταν τα κρίσιμα, ειδικά και επαληθεύσιμα επιμέρους στοιχεία του πυρήνα αυτού μεταβάλλονται, εμπλουτίζονται εκ των υστέρων ή δεν επιβεβαιώνονται από τις λοιπές μαρτυρίες. H εκδοχή του ΜΚ3 δεν κρίνεται στο αφηρημένο επίπεδο του αν «κάτι συνέβη», αλλά στο συγκεκριμένο ερώτημα αν αποδείχθηκε, με την αναγκαία ασφάλεια, ότι ο Κατηγορούμενος 1 τον κτύπησε, του πέρασε χειροπέδες, τον υπέβαλε στη συγκεκριμένη κακομεταχείριση που περιέγραψε και του προκάλεσε τις συγκεκριμένες σωματικές βλάβες που επικαλέστηκε. Ως προς τα σημεία αυτά, η μαρτυρία του δεν είναι ασφαλής.
Συνεκτιμώντας, λοιπόν, τη δυσχέρεια στην κατανόηση και απόδοση της μαρτυρίας του, τις ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις, τις σοβαρές αποκλίσεις ως προς τον τόπο και τον τρόπο των κτυπημάτων, την αναντιστοιχία της εκδοχής του με την ιατρική και ιατροδικαστική μαρτυρία, την αποδυναμωτική συμβολή της μαρτυρίας του ΜΚ2, την απουσία επιβεβαίωσης από άλλους ανεξάρτητους μάρτυρες που, κατά τη δική του εκδοχή, ήταν παρόντες, καθώς και το πρόδηλο προσωπικό του συμφέρον μέσα στην οικογενειακή διαμάχη, η κατάληξη είναι ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν παρέχει ασφαλή και αξιόπιστη βάση για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα κρίσιμα στοιχεία της κατηγορίας. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται δεκτή μόνον κατά το μέρος που δεν αμφισβητείται και καταδεικνύει την ύπαρξη έντονης οικογενειακής σύγκρουσης, την παρουσία αστυνομικών στην οικία και τη μεταφορά του ιδίου στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν γίνεται, όμως, αποδεκτή ως προς ό,τι αμφισβητείται, την εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος 1 τον κτύπησε, του πέρασε χειροπέδες, τον υπέβαλε στην κακομεταχείριση που περιέγραψε και του προκάλεσε τις συγκεκριμένες σωματικές κακώσεις που επικαλέστηκε.
ΜΚ4: Δρ. Ελένη Παναγιώτου
Η ΜΚ4 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ιατρός γενικής ιατρικής, η ιδιότητα και τα προσόντα της οποίας δεν αμφισβητήθηκαν. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το Τ6, ως την κατάθεσή της, στον ποινικό ανακριτή. Το Τ6 έχει το προαναφερόμενο περιεχόμενο. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ4 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως όσον αφορά την ειδικότητά της, δεν μπορεί να γνωρίζει εξειδικευμένα για τους μώλωπες, αλλά στο πλαίσιο της εμπειρίας της, γνωρίζει ορισμένα πράγματα. Δεν διατηρεί μνήμες για το συγκεριμένο επεισόδιο σήμερα, μετά από τόσα χρόνια. Ο μώλωπας δημιουργείται συνήθως μετά από κτύπημα, που προκαλεί σπάσιμο των αγγείων, από διάφορες αιτίες. Μπορεί να δημιουργηθεί είτε αμέσως είτε και όχι. Όταν είναι νωπό, έχει άλλο χρώμα και όσο προχωρεί προς το τέλος, υπάρχουν στάδια, και μπορεί να αλλάζει χρωματισμό, αλλά δεν είναι στην ειδικότητά της να πει επακριβώς περισσότερες λεπτομέρειες. Η ίδια δεν κατέγραψε, στην έκθεσή της, πληροφορίες για το χρώμα του μώλωπα. Επιθεωρώντας τις φωτογραφίες του Τ18, η ΜΚ4, ανέφερε πως δεν μπορεί να κάνει διάγνωση από φωτογραφίες, υπάρχει μεν μία ορατή σκιά στη δεύτερη φωτογραφία, κάτω από το αριστερό μάτι του παραπονούμενου, αλλά δεν βλέπει εμφανείς μώλωπες, σε αυτήν ή σε οποιαδήποτε φωτογραφία. Ούτε μπορεί να θυμάται εάν οι φωτογραφίες συνάδουν με τις δικές της αναφορές στο Τ6 ή πώς της φάνηκε ο παραπονούμενος εκείνη την ημέρα, πώς συμπεριφέρθηκε. Συνήθως, ανέφερε, μετά από κτύπημα στη μύτη, γίνεται παραπομπή σε ωτορινολαρυγγολόγο, προληπτικά, αλλά η ίδια δεν γνωρίζει στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε εξέλιξη.
Η ΜΚ4 είχε αναφέρει στον ποινικό ανακριτή και καταγράφθηκαν οι αναφορές της στο Τ6, που περιλαμβάνουν τις παρατηρήσεις της, τη δεδομένη χρονική στιγμή, χωρίς να αμφισβητείται, ως γεγονός, πως πράγματι εκείνες ήταν οι παρατηρήσεις της, κατά την ιατρική εξέταση. Η εστίαση της αμφισβήτησης ήταν ότι τα ευρήματά της προϋπήρχαν, και γι’ αυτό τον λόγο δεν εμφανίζονται στις φωτογραφίες του Τ18, κάτι που η ΜΚ4 δεν απέκλεισε. Ήταν ειλικρινής σε αυτή τη διάσταση όπως και ότι η πάροδος του χρόνου, σε συνάρτηση με τη φύση του επαγγέλματός της, δεν της επιτρέπει να θυμάται το συγκεκριμένο επεισόδιο. Συναφώς, η μαρτυρία της είναι αξιόπιστη, στην έκταση που αυτή δόθηκε στο Τ6, κι αν αυτή επαρκεί, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, είναι διαφορετικό ζήτημα.
Ευρήματα
Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε έντονη οικογενειακή και περιουσιακή διαφορά μεταξύ του παραπονούμενου και των αδελφών της συζύγου του, σε σχέση με την οικία όπου διέμενε ο παραπονούμενος με τη σύζυγό του και με τη διαχείριση εγγράφων και περιουσιακών στοιχείων του πατέρα της, ο οποίος νοσηλευόταν σε κλινική λόγω σοβαρής ασθένειας. Η μητέρα της αντιμετώπιζε επίσης σοβαρά προβλήματα υγείας. Στις 8.9.2016, κατά τις βραδινές ώρες, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στην οικία, στο πλαίσιο του πιο πάνω οικογενειακού ζητήματος, σε σχέση με τη μεταφορά της μητέρας της συζύγου του παραπονούμενου στην κλινική και την αναζήτηση ή παραλαβή προσωπικών αντικειμένων ή εγγράφων. Δεν έγινε κατορθωτός ο σκοπός της επίσκεψής τους. Στις 9.9.2016, περί τις μεσημβρινές ώρες, αστυνομικοί μετέβησαν εκ νέου στην οικία, μαζί με άλλα πρόσωπα που συνδέονταν με την οικογενειακή διαφορά. Εισήλθαν στην οικία και ακολούθησαν ενέργειες σχετικές με την παραλαβή αντικειμένων και τη διευθέτηση της κατάστασης. Στον χώρο κατέφθασε και ασθενοφόρο, για σκοπούς μεταφοράς της μητέρας της συζύγου του παραπονούμενου. Δεν αποδείχθηκε τι ακριβώς έλαβε χώρα εντός της οικίας. Ακολούθως, ο παραπονούμενος εξήλθε της οικίας και επιβιβάστηκε σε αστυνομικό όχημα, με το οποίο μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Παρέμεινε εκεί για ορισμένο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια αποχώρησε, επιστρέφοντας πεζός στην οικία του. Δεν αποδείχθηκε τι έλαβε χώρα κατά την παραμονή του στον Σταθμό. Κατά την έξοδο του παραπονούμενου από την οικία και την επιβίβασή του στο αστυνομικό όχημα, καθώς και κατά την επιστροφή του, ο ΜΚ2, γείτονας, τον παρατήρησε από μικρή απόσταση. Ο παραπονούμενος κινείτο χωρίς εμφανή δυσχέρεια, δεν φαινόταν να πονά ή να φέρει εμφανή σημάδια τραυματισμού και, κατά την επιστροφή του, μετά από λίγη ώρα, δεν ανέφερε στον ΜΚ2 ότι είχε κτυπηθεί ή κακοποιηθεί. Την ίδια ημέρα, αργά το βράδυ, ο παραπονούμενος μετέβη σε Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, όπου εξετάστηκε από ιατρό, τη ΜΚ4. Ανέφερε σε αυτήν ότι είχε κτυπηθεί στο πρόσωπο και στη μύτη περί ώρα 16:00. Κατά την ιατρική εξέταση διαπιστώθηκε μώλωπας στη μύτη και κάτω από το μάτι, χωρίς άλλα παθολογικά ευρήματα. Δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος ή την αιτία πρόκλησης του μώλωπα. Στις 13.9.2016 ο παραπονούμενος εξετάστηκε ιατροδικαστικά. Καταγράφηκαν δύο μικρές εκχυμώσεις στο δεξιό άνω άκρο και μία μικρή εκχύμωση στο δεξιό κάτω βλέφαρο, εκτιμώμενης παλαιότητας τεσσάρων έως έξι ημερών. Στις 9.1.2017 ο ΜΚ1 διορίστηκε από την ΑΑΔΙΠΑ ως ποινικός ανακριτής για διερεύνηση του παραπόνου. Στο πλαίσιο της ανάκρισης έλαβε καταθέσεις και εξασφάλισε έγγραφα, περιλαμβανομένης της κατάθεσης του παραπονούμενου, ιατρικής και ιατροδικαστικής μαρτυρίας και καταθέσεων εμπλεκομένων προσώπων.
Νομικές πτυχές
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].
Για τους σκοπούς της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, η οποία κυρώθηκε με τον ν.235/1990, ως τροποποιήθηκε με τους ν.35(ΙΙΙ)/1993, 36(ΙΙΙ)/2002 και 12(ΙΙΙ)/2017, πράξεις σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, που δεν ισοδυναμούν με βασανιστήρια, δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο της Σύμβασης, όταν αυτές διαπράττονται από ή με την υποκίνηση ή τη συγκατάθεση ή την ανοχή δημόσιου υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ενεργούντος με επίσημη ιδιότητα (άρθρο 16 της Σύμβασης, άρθρο 2 ν.36(ΙΙΙ)/2002, νέο άρθρο 5 § 3 ν.235/1990).
Κατά το άρθρο 6 §§ 1, 2 του ν.36(ΙΙΙ)/2002, για τους σκοπούς των άρθρων 3 και 5 του ν.235/1990, πρόσωπο που συλλήφθηκε ή άλλως κρατήθηκε τεκμαίρεται ότι κακοποιήθηκε από μέλος της Αστυνομίας στον αστυνομικό σταθμό στον οποίο κρατήθηκε, όταν διαπιστώνεται, με ιατρική εξέταση, που διενεργείται είτε οποτεδήποτε πριν την απόλυση του από το σταθμό, είτε αμέσως μετά την απόλυση του από αυτόν, ότι φέρει οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, τις οποίες δεν έφερε κατά το χρόνο εισδοχής του στο σταθμό. Σε περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού, τεκμαίρεται περαιτέρω ότι, ο υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού, και ο υπεύθυνος των τυχόν ανακρίσεων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, σε σχέση με την οποία έγινε η σύλληψη ή και κράτηση, ευθύνονται για την κακοποίηση, εκτός αν παράσχουν εύλογη εξήγηση για την πρόκληση των κακώσεων με τρόπο άλλο από εκείνο της κακοποίησης από μέλος της Αστυνομίας. Ο ν.12(ΙΙΙ)/2017, που αναφέρεται στις νομικές βάσεις των κατηγοριών, δεν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο στον οποίο ανατρέχουν τα επίδικα γεγονότα, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2016.
Το αδίκημα της υποβολής σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία συνίσταται σε πράξη που προκαλεί πόνο, ταλαιπωρία ή προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς να απαιτείται η ένταση ή ο ειδικός σκοπός που χαρακτηρίζει τα βασανιστήρια, πλην όμως προϋποθέτει ομοίως εμπλοκή δημόσιου λειτουργού υπό την ευρεία έννοια. Η σχετική νομική βάση προϋποθέτει απόδειξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς εκ μέρους δημόσιου λειτουργού, η οποία, υπό το φως όλων των περιστάσεων, να υπερβαίνει τα όρια μιας απλής δυσάρεστης, απότομης ή ακατάλληλης συμπεριφοράς και να προσλαμβάνει χαρακτήρα τέτοιο ώστε να προκαλεί ουσιώδη πόνο, ταλαιπωρία ή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ένταση της μεταχείρισης, οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα, η διάρκειά της, ο τρόπος εκδήλωσής της, καθώς και η βεβαιότητα ως προς τον αυτουργό της, αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος.
Για την απόδειξη του αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 243 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά επίθεσης,
(β) από το ένα πρόσωπο σε άλλο,
(γ) πραγματική σωματική βλάβη ως αποτέλεσμα της επίθεσης.
Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία (recklessly) και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, οποιασδήποτε μορφής[8]. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του[9]. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή (άρθρο 4 ΠΚ).
Εξέταση
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ευρήματα γεγονότων, δεν προκύπτει, με την απαιτούμενη ασφάλεια, ότι ο Κατηγορούμενος 1 υπέβαλε τον παραπονούμενο σε τέτοιας φύσεως μεταχείριση που θα μπορούσε να αναχθεί σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Έχει μεν γίνει δεκτό ότι ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στην οικία κατά το επίδικο επεισόδιο και ότι ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε ακολούθως στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας με περιπολικό όχημα, πλην όμως δεν έχει αποδειχθεί, με αξιόπιστη και ασφαλή μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος 1 τον εξύβρισε κατά τον τρόπο που περιγράφηκε, του έριξε νερό, τον χτύπησε, του πέρασε χειροπέδες ή τον υπέβαλε σε εξευτελιστική συμπεριφορά, στην οικία ή στον Σταθμό. Η βασική εκδοχή επί των στοιχείων αυτών στηριζόταν κατ’ ουσίαν στη μαρτυρία του ΜΚ3, η οποία, για τους λόγους που ήδη αναπτύχθηκαν, δεν κρίθηκε ασφαλής ως προς τα κρίσιμα και επιβαρυντικά αυτά σημεία. Επομένως, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος δεν αποδείχθηκε.
Σε ό,τι αφορά τον τρόπο εισόδου των μελών της Αστυνομίας στην οικία, καθώς και τον λόγο για τον οποίο ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό με περιπολικό όχημα, επισημαίνεται ότι τα ζητήματα αυτά, παρότι θα μπορούσαν, υπό διαφορετικό νομικό πλαίσιο, να τύχουν περαιτέρω διερεύνησης, δεν αποτελούν αυτοτελές αντικείμενο της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί συγκεκριμένων κατηγοριών και στη βάση συγκεκριμένων συστατικών στοιχείων, και όχι να προβεί σε γενικό έλεγχο της νομιμότητας κάθε επιμέρους αστυνομικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω ζητήματα συνεκτιμώνται μόνο στο μέτρο που εντάσσονται στο πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, χωρίς όμως να είναι καθοριστικά ή ικανά, αφ’ εαυτών, να θεμελιώσουν ή να υποκαταστήσουν την απόδειξη των επίδικων αδικημάτων.
Περαιτέρω, δεν μπορεί να συναχθεί σε βάρος του Κατηγορουμένου 1 οποιοδήποτε επιβαρυντικό τεκμήριο κακοποίησης δυνάμει του άρθρου 6 του ν.36(ΙΙΙ)/2002. Για την ενεργοποίηση του εν λόγω τεκμηρίου απαιτείται, μεταξύ άλλων, να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο είχε συλληφθεί ή άλλως κρατηθεί σε αστυνομικό σταθμό και ότι, κατά την ιατρική εξέταση πριν ή αμέσως μετά την απόλυσή του, διαπιστώθηκαν εξωτερικές κακώσεις τις οποίες δεν έφερε κατά τον χρόνο εισδοχής του στον σταθμό. Στην παρούσα υπόθεση τέτοια βάση δεν έχει αποδειχθεί. Δεν προέκυψε, με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, ότι ο παραπονούμενος τελούσε πράγματι υπό σύλληψη ή κράτηση με την έννοια που απαιτεί ο νόμος, ούτε ότι οι κακώσεις που καταγράφηκαν συνδέονται χρονικά και αιτιωδώς με τέτοια κατάσταση.
Ως προς το αδίκημα της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, πρέπει να καταδεικνύεται με σαφήνεια ποια συγκεκριμένη πράξη αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, πότε και υπό ποιες συνθήκες τελέστηκε, καθώς και ότι η εν λόγω πράξη συνδέεται αιτιωδώς με τη σωματική βλάβη που διαπιστώθηκε. Στην παρούσα υπόθεση, τέτοια ασφαλής απόδειξη δεν υφίσταται. Η μαρτυρία του ΜΚ3 ως προς το αν, πού και πώς κτυπήθηκε υπήρξε ασταθής και μεταβλητή, ενώ η ιατρική μαρτυρία δεν επιβεβαιώνει με τρόπο σαφή την εκδοχή περί των συγκεκριμένων κτυπημάτων. Η δε μαρτυρία του ΜΚ2, στον βαθμό που έγινε δεκτή, ενισχύει την ύπαρξη αμφιβολίας.
Πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό από το Δικαστήριο, λόγου χάριν, ότι ζητήθηκε από τον παραπονούμενο να καθίσει σε καρέκλα, το γεγονός αυτό, αφ’ εαυτού, δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση των επίδικων αδικημάτων. Η επισήμανση αυτή καθίσταται αναγκαία ενόψει της φύσεως των κατηγοριών και της ανάγκης σαφούς οριοθέτησης μεταξύ συμπεριφορών που, παρότι ενδεχομένως ανεπιθύμητες ή ακατάλληλες, δεν έχουν κατ’ ανάγκη ποινική χροιά. Η κάθε ενέργεια πρέπει να αξιολογείται στο συγκεκριμένο πραγματικό της πλαίσιο, εν προκειμένω στο πλαίσιο μιας τεταμένης οικογενειακής κατάστασης, εντός της οποίας τα μέλη της Αστυνομίας κλήθηκαν από μέλη της οικογένειας να παρέμβουν, προς διαχείριση της κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, η παροχή οδηγιών ή ακόμη και η επιβολή συμμόρφωσης προς πρόσωπο που εμπλέκεται, προκειμένου να διεξαχθεί ομαλά μία διαδικασία, δεν συνιστά, χωρίς άλλα στοιχεία, παράνομη βία. Ομοίως, τυχόν έλλειψη ευγένειας ή εκδήλωση αγένειας εκ μέρους αστυνομικού οργάνου, παρότι ενδέχεται να είναι ανεπιθύμητη ή και επιλήψιμη σε επίπεδο υπηρεσιακής συμπεριφοράς, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να προσδώσει ποινικό χαρακτήρα στη συμπεριφορά, ούτε να την αναγάγει σε εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του νόμου ή σε επίθεση. Για να προσλάβει η ενέργεια αυτή ποινική διάσταση, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι συνοδεύτηκε από χρήση βίας πέραν του αναγκαίου μέτρου ή από συμπεριφορά που να προκαλεί φόβο άμεσης και παράνομης βίας ή να προσβάλλει ουσιωδώς τη σωματική ακεραιότητα ή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του προσώπου. Τέτοια στοιχεία δεν αποδείχθηκαν με την απαιτούμενη ασφάλεια, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, και έχουν να κάνουν με την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΚ3.
Συνοψίζοντας, η αποδεκτή μαρτυρία δεν οδηγεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 1 υπέβαλε τον παραπονούμενο σε μεταχείριση ή συμπεριφέρθηκε έναντί του κατά τρόπο που να στοιχειοθετεί οποιοδήποτε από τα επίδικα αδικήματα. Στο σύνολο της αποδεικτικής εικόνας παραμένουν ουσιώδη κενά και εύλογες αμφιβολίες, οι οποίες λειτουργούν υπέρ του Κατηγορουμένου 1.
Κατάληξης
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη 2η Κατηγορία και από την 3η Κατηγορία.
€230 έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία.
Μετά την τελεσιδικία, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, μαρτυρικές καταθέσεις και φωτογραφικό υλικό, να επιστραφούν δια της Κατηγορούσας Αρχής στην ΑΑΔΙΠΑ, για να τύχουν χειρισμού σύμφωνα με τη δική της διαδικασία.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..
[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.
[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[7] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[8] R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788.
[9] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο