ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. A.A.S., Αρ. Υπόθεσης: 17832/2023, 8/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. A.A.S., Αρ. Υπόθεσης: 17832/2023, 8/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 17832/2023

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

A.A.S.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κλεοβούλου

Κατηγορούμενος παρών.

ΠΟΙΝΗ

Α] Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη των αδικημάτων της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (1η κατηγορία), της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (2η κατηγορία), της κοινής επίθεσης (3η κατηγορία), της άσκησης ψυχολογικής βίας (4η κατηγορία) και της άσκησης βίας στην οικογένεια (5η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Αυγούστου 2023 στη Λεμεσό, συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Αυγούστου 2023 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην πρώην σύζυγό του.

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Αυγούστου 2023 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συζύγου του.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 4η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Αυγούστου 2023 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της πρώην συζύγου του.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 5η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Αυγούστου 2023 στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένεια, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην πρώην σύζυγό του.

 

Β] Γεγονότα

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου και δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

 

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, σύμφωνα με την καταγγελία που υπέβαλε η παραπονούμενη στο Κλιμάκιο διερεύνησης υποθέσεων βίας στην οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού την 1.9.2023, ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο απέκτησαν μία κόρη 8 ετών. Την 29.8.2023, κατά την επιστροφή της από την πατρίδα της όπου είχε πάει διακοπές, διαπίστωσε ότι έλειπαν από την αυλή της οικίας της κάποια έπιπλα. Την 30.8.2023, η παραπονούμενη επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς, ζητώντας εξηγήσεις περί του γεγονότος αυτού και λίγα λεπτά αργότερα, στην οικία της κατέφτασε ο κατηγορούμενος μαζί με ένα άλλο πρόσωπο.

 

Όταν η παραπονούμενη ζήτησε εξηγήσεις αναφορικά με τα έπιπλα που έλειπαν, ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι διέταξε τους υπαλλήλους του να τα πετάξουν και όταν αυτή αντέδρασε, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να τη χτυπά με γροθιές στα πλευρά και σε άλλα σημεία του σώματός της και να την τραβά από τα μαλλιά. Κατόπιν ιατρικής εξέτασης, μετά την υποβολή του παραπόνου της, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση αριστερού ωμοθωρακείου.

 

Γ] Ποινικό μητρώο κατηγορουμένου

 

Ως ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ενώ σύμφωνα με δήλωση της παραπονούμενης στο Δικαστήριο την 4.5.2026, έχει συγχωρέσει τον κατηγορούμενο.

 

Δ] Αγόρευση για μετριασμό ποινής

 

Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του πριν το ακροαματικό στάδιο και την απολογία του προς το Δικαστήριο και την παραπονούμενη, η οποία τον έχει συγχωρέσει, καθώς επίσης και τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, ήτοι από 4.5.2026. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, ανασταλεί.

 

Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 36 ετών, είναι ιδιωτικός υπάλληλος και κατάγεται από τη Συρία. Διαμένει στην Κύπρο από το 2006, όπου ήρθε για σκοπούς εργασίας και συγκεκριμένα εργάζεται σε εργοληπτική εταιρεία του αδερφού του.

 

Το 2010 τέλεσε γάμο με την παραπονούμενη, από τον οποίο απέκτησε μία κόρη. Περί το 2012 ο γάμος αυτός λύθηκε και το 2021 τέλεσε γάμο με ομοεθνή του, από τον οποίο απέκτησε μία κόρη τριών ετών σήμερα. Η νυν σύζυγος και το παιδί του εγκαταστάθηκαν στη Συρία τον τελευταίο καιρό λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει στενό συγγενικό πρόσωπο της συζύγου του κατηγορουμένου.

 

Ε] Νομική πτυχή

 

Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2]

 

Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]

 

Ειδικότερα, για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, το αρ. 243 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης τριών ετών. Το συγκεκριμένο αδίκημα, κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021, ενώ σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν.119(I)/2000, οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το αρ. 3(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.

 

Αναφορικά με το αδίκημα της κοινής επίθεσης, το αρ. 242 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές. Το συγκεκριμένο αδίκημα, κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021, ενώ με βάση το αρ. 4 του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) (Ν.119(I)/2000), η φυλάκιση αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές.

 

Αναφορικά με το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, το αρ. 6 του Ν. 115(I)/2021 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι πέντε έτη.

 

Τέλος, για το αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια, το αρ. 3(4) του Ν.119(Ι)/2000 προβλέπει ότι οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο (1) διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Για τα αδικήματα που αφορούν σε βία στην οικογένεια, σχετικά παραπέμπω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 ΑΑΔ 464, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της.  Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή.  Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.»

 

Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7(1) του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του.

 

Η ωμή χρήση βίας, είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.

 

Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιόν του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[6]

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[7]

 

Στ.] Επιμέτρηση και επιβολή ποινής

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Παράλληλα, λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, το γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα εις βάρος μέλους της οικογένειας του (βλ. άρθρο 11 του Ν.115(Ι)/2021), καθώς επίσης και τις συνέπειες που υπέστη η παραπονούμενη εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα τις σωματικές βλάβες της, ως καταγράφονται ανωτέρω, καθώς επίσης και τον φόβο που της προκάλεσαν οι πράξεις του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή ο κατηγορούμενος.

 

Ως μετριαστικούς παράγοντες, προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό του μητρώο, το γεγονός ότι η παραπονούμενη τον έχει συγχωρέσει, την παραδοχή του πριν το ακροαματικό στάδιο, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και πρέπει να αμοίβεται, ενώ σε συνδυασμό με την απολογία του καταδεικνύει την έμπρακτη του μεταμέλεια,[8] τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, επισημαίνοντας, ότι αυτές δεν μπορεί να υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω ότι όλοι οι ανωτέρω ελαφρυντικοί παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας.[9]

 

Συνεπακόλουθα, ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

2η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 8 μηνών.

 

4η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 6  μηνών.

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε, χρονικά και τοπικά.[10]

Σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3 και 5 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας και του ότι πρόκειται για το σύνολο μίας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς. Σε σχέση δε με το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξης πλημμελήματος, σημειώνω, ότι ως έχει νομολογηθεί, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής και στις κατηγορίες της συνωμοσίας, σε περίπτωση που τα γεγονότα που τις τεκμηριώνουν απορροφώνται στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα αδικήματα.[11]

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[12]

 

Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[13]

 

Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης.

Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[14]

 

Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[15]

 

(α)       η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,

 

(β)       το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και

 

(γ)        η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.

 

Στην Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.

 

Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό.

 

Ωστόσο, κατ’ επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, δίχως να παραγνωρίζω τα περιστατικά της υπόθεσης και λαμβάνοντας συνάμα υπόψη το ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που αφορά η παρούσα μέχρι και σήμερα δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, παραδέχθηκε ενοχή και απολογήθηκε για τις πράξεις του, ενώ έχει μεταβάλει τις προσωπικές περιστάσεις του προς θετική κατεύθυνση, καθώς προχώρησε στη σύναψη δεύτερου γάμου και είναι πατέρας δύο ανηλίκων, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία.

 

Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.

 

(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).

 

 

(Υπ.) ……………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[3] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[4] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[6] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

 

[7] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[8] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.

 

[9] Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540.

 

[10] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.

[11] Ντάνυς Χασσάν ν Δημοκρατίας  (2014) 2 ΑΑΔ 742.

 

[12] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[13] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[14] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[15] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο