ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 10509/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
Χ.Γ.
Α.Γ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Χριστοδούλου
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν παραδοχής τους, για τη διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Γ8 (1η και 2η κατηγορία) και της υποχρέωσης ασφαλούς φύλαξης πυροβόλου όπλου (3η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 1η και 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος 1 την 3.11.2024 στη Λεμεσό, κατείχε και μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Γ8 δηλ. ΔΟΚΟ, χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Γ8 από τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 3η κατηγορία, την 3.11.2024 στη Λεμεσό, ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ είχε στην κατοχή του το ΔΟΚΟ που περιγράφεται στις κατηγορίες 1 και 2, και ήταν υπόχρεος να το φυλάσσει συνεχώς σε ασφαλές μέρος και σε ασφαλή κατάσταση, παρέλειψε να λάβει όλες τις εύλογες προφυλάξεις με τις οποίες διασφαλίζετο ότι το όπλο δεν μπορούσε να είναι προσιτό σε οποιοδήποτε πρόσωπο μη νόμιμα δικαιούμενο να κατέχει όπλο.
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 3.11.2024, μέλη της Αστυνομικής δύναμης Κύπρου ανέκοψαν για έλεγχο το όχημα το οποίο οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος, όπου και διαπίστωσαν ότι στη θέση του συνοδηγού υπήρχε αποσυναρμολογημένο ένα ΔΟΚΟ. Κατόπιν τούτου ζητήθηκε από τον 1ο κατηγορούμενο να παρουσιάσει την άδεια κυνηγιού του και αυτός του ανέφερε ότι προσπάθησε ανεπιτυχώς να την ανανεώσει καθώς το σύστημα δεν του το επέτρεπε. Ανακρινόμενοι, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων.
Ως αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, οι κατηγορούμενοι είναι αμφότεροι λευκού ποινικού μητρώου.
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνοντας, ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν μπόρεσε να ανανεώσει την άδεια του μέσω του συστήματος και καλώντας το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή και μεταμέλεια των κατηγορουμένων, το λευκό ποινικό τους μητρώο, το γεγονός ότι το όπλο ήταν αποσυναρμολογημένο και δεν υπήρχαν φυσίγγια, ενώ υιοθέτησε τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, οι οποίες ετοιμάστηκαν ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι κοινωνικοοικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν.
Στην Έκθεση που αφορά στον 1ο κατηγορούμενο, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 31 ετών και εργάζεται περιστασιακά σε οικοδομικές-μεταλλικές εργασίες, είναι άγαμος και άτεκνος και διαμένει με στην πατρική του οικία μαζί με τους γονείς και τα αδέρφια του. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής και υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία.
Στην Έκθεση που αφορά στον 2ο κατηγορούμενο, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι 62 ετών, είναι υπάλληλος σε εργοληπτική εταιρεία και διαμένει με τη σύζυγο και τα παιδία τους σε ιδιόκτητη οικία, ενώ κατάγεται από χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου. Αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και παρακολουθείται εδώ και δέκα χρόνια από ειδικό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ παρακολουθείται και από πνευμονολόγο λόγω σκλήρυνσης πνευμόνων.
Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.
Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]
Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.
Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]
Ειδικότερα, για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Γ8 χωρίς άδεια, το αρ. 51(1) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(Ι)/2004, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή του προστίμου που δεν υπερβαίνει το ποσό των €42,715. Επιπρόσθετα, για το αδίκημα της υποχρέωσης ασφαλούς φύλαξης πυροβόλου όπλου, το αρ. 36 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(Ι)/2004, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[6]
Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
Στην Προκοπίου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 433, η οποία αφορούσε σε κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 3½ ετών επικυρώθηκε, με το Εφετείο να επισημαίνει ότι η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών του κράτους.
Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδου (1997) 2 ΑΑΔ 300, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές τετράμηνης φυλάκισης με αναστολή, σε κατηγορίες παράνομης κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών, κρίθηκαν ανεπαρκείς από το Εφετείο, το οποίο τις αντικατέστησε με άμεσες και συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός έτους.
Στην Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 206, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο Αμμοχώστου στην κατηγορία της κατοχής πυροβόλου όπλου στην κατηγορία κατοχής πιστολιού, στην κατηγορία κατοχής περιστρόφου και στην κατηγορία της κατοχής εκρηκτικών υλών και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην πρώτη κατηγορία, 4 ετών στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία και 5 ετών στην τέταρτη κατηγορία. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή που του επιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική, με το Εφετείο να απορρίπτει την έφεση και να επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας στους φιλήσυχους και νομοταγείς πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση στη ζωή σε μια Δημοκρατική κοινωνία.
Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[7]
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής.
Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στους κατηγορουμένους και τα όσα διαλαμβάνουν οι Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας.
Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, την απολογία τους στο Δικαστήριο και την άμεση παραδοχή τους, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης,[8] τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές, το γεγονός ότι δεν τραυματίστηκαν τρίτα πρόσωπα, ούτε και διαφάνηκε από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου να υπήρχε τέτοια πρόθεση από πλευράς τους, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ως αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης, καθώς επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις τους, ως περιγράφονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου τον πρότερο έντιμο του βίο και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον 1ο κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.
Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα.[9]
Αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο, συνεκτιμώντας όλους τους ανωτέρω παράγοντες, θεωρώ ότι η ποινή της φυλάκισης μπορεί να αποφευχθεί και ότι η ποινή του προστίμου είναι κατάλληλη στη δική του περίπτωση.
Συνεπώς για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 2 ποινή προστίμου €500.
Ενόψει του ότι η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον 1ο κατηγορούμενο δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.
Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[10]
Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[11]
Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[12]
Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[13]
(α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,
(β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και
(γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.
Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.
Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, περιλαμβανομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία έχουν διαπραχθεί, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένου του λευκού ποινικού του μητρώου και της άμεσης παραδοχής και συνεργασίας του με τις αρχές, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1, ώστε να του δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία.
Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.
(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).
(Υπ.) ……………………
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.
[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).
[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.
[6] Kolev v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 197, Αστυνομία ν. Βακανά Π.Ε. 173/2020 ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).
[7] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.
[8] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.
[9] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.
[10] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.
[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
[12] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.
[13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο