Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 11197/2020, 4/5/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 11197/2020, 4/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

                                                                                             Αρ. Υπόθεσης: 11197/2020

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

Μ.Χ.

                                                                                                            Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 4 Μαϊου 2026

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για κατηγορούμενο: κ. Κωμοδρόμος

Κατηγορούμενος παρών

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Newton Trial)

[Α] Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή για τη διάπραξη των αδικημάτων της δόλιας ιδιοποίησης ενέργειας (1η κατηγορία), της δόλιας επέμβασης σε μετρητή (2η κατηγορία) και της κλοπής ηλεκτρισμού (3η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος, μεταξύ 22.6.2013 και 18.3.2019 στο Μοναγρούλι της επαρχίας Λεμεσού, με δόλιο τρόπο παροχέτευσε για δική του χρήση, ηλεκτρική ενέργεια ύψους €9,885.01 που παράγεται από μετρητή της ΑΗΚ που βρίσκεται στην οικία επί της οδού [ ] 8. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος, κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, δόλια επενέβηκε στον μετρητή της ΑΗΚ και δόλια παροχέτευσε από αυτόν ηλεκτρική ενέργεια για λογαριασμό του.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κλαπείσα ενέργεια ανέρχεται σε 39.950kWh οι οποίες κοστολογούνται σε €9,885.01.

 

Μετά την έκθεση των γεγονότων, ο συνήγορος υπεράσπισης ήγειρε ζήτημα διαφωνίας με τα γεγονότα, επισημαίνοντας, ότι είναι παραδεκτές οι ενέργειες του κατηγορουμένου ως προς την ιδιοποίηση της ενέργειας, πλην όμως θέτοντας υπό αμφισβήτηση το ύψος του υπολογισθέντος κόστους της κλαπείσας ηλεκτρικής ενέργειας και τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων.

 

Αφού άκουσε τις δύο πλευρές επί της προκύψασας διαφοράς, η οποία δεν αντιμάχεται την παραδοχή του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή «Newton Trial» για τα πιο πάνω σημεία.

 

[Β] Νομική Πτυχή

 

Αναφορικά με την ακολουθητέα διαδικασία, παραπέμπω στην Haggag v. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΔΔ 52, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ενόψει των διϊστάμενων εκδοχών, το Κακουργιοδικείο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης, για τη διαπίστωση των γεγονότων τα οποία προηγήθηκαν και περιστοίχιζαν τη διάπραξη του εγκλήματος. Αυτή είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία, σύμφωνα με το σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 86, (1975), για την επίλυση αμφισβητούμενων γεγονότων, σχετικών με το στοιχείο της εγκληματικότητας του παραβάτη, για αδίκημα το οποίο, καθ' ομολογία, διέπραξε. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων σε ποινική δίκη, το βάρος της απόδειξης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, φέρει, σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, η κατηγορούσα αρχή, το οποίο πρέπει να αποσείσει πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας.

 

Στην υπόθεση Robert John Newton 77 Cr.App.R. 13, [1984], η πιο πάνω προσέγγιση για τη διαπίστωση γεγονότων ουσιωδών για τον καθορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος και, επακόλουθα, της ποινής, προκρίνεται ως μια από τις επιλογές που παρέχονται στο επιδικάζον την υπόθεση δικαστήριο».

 

Παραπέμπω επίσης στην Χαράκη κ.α. v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 183, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Είναι καλά θεμελιωμένο ότι, και μετά την παραδοχή της κατηγορίας, αμφισβητούμενα γεγονότα ως προς τις συνθήκες του εγκλήματος, τα οποία δεν αντιμάχονται την παραδοχή, αποφασίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και κάθε άλλο θέμα, η απόδειξη του οποίου βαρύνει την κατηγορούσα αρχή, με τη δημιουργία αμφιβολιών ως προς το βάσιμο της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής».

 

[Γ] Διαδικασία

 

Μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, μαρτυρία προσέφεραν μόνο δύο μάρτυρες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Προχωρώ σε σύνοψη της μαρτυρίας τους, επισημαίνοντας, ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου.[1]

 

Αστ. [ ], Σ.Μ. («ΜΚ1»)

 

Πρώτος κατέθεσε ενώπιον μου ο Αστ. [ ] ο οποίος είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας ως Τεκμήριο 1. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 – 5 αντίστοιχα, την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, τη γραπτή κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου, το καλώδιο που παραλήφθηκε από την οικία του κατηγορουμένου και επιστολή της ΑΗΚ ημερ. 18.3.2019. Ως ανέφερε ο ΜΚ1, ουδέν ποσό πληρώθηκε.

Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάσθηκε.

 

Ανώτερος Επιθεωρητής της ΑΗΚ [ ] («ΜΚ2»)

 

Ο ΜΚ2 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι περί τα έτη 2013 – 2018 ασχολείτο με θέματα διασφάλισης εισοδήματος και γενικότερα με όλο το φάσμα τέτοιων ζητημάτων, όπως για παράδειγμα οι κλοπές. Αναγνώρισε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία οι οποίες κατατέθηκαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ως Τεκμήρια 6 και 7.

 

Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο κοστολόγησε το ηλεκτρικό ρεύμα που ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος, ήτοι με βάση τον μέσο όρο των καταναλώσεων που γίνονταν κατά τη χρονική περίοδο 22.6.2023 – 18.3.2019. Ως επίσης ανέφερε, από την καταγραφή των ηλεκτρικών συσκευών που υπήρχαν εντός της οικίας του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι η μέση κατανάλωση ήταν 7 κιλοβατώρες, εξηγώντας ότι με βάση τη συγκεκριμένη μέθοδο προστίθεται και ένα ποσοστό τάξεως 25%. Ως περαιτέρω αναφέρεται στη συμπληρωματική κατάθεση του ΜΚ2, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, 39950kWh αντιστοιχούν σε €9.133,85 πλέον €751,16 έξοδα διερεύνησης.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο υπολογισμός της κατανάλωσης έγινε κατ’ αναλογία των πραγματικών καταναλώσεων της περιόδου της κλοπής, βάσει του μέσου όρου κατανάλωσης της περιόδου 2008 – 2012.

 

Ανέφερε επίσης ότι δεν είδε πουθενά γεννήτρια που να χρησιμοποιείτο από τον κατηγορούμενο, ενώ εξήγησε ότι υπάρχει ένας κατάλογος με ηλεκτρικές συσκευές βάσει των οποίων δυνατό να γίνει ο υπολογισμός της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος σε ετήσια βάση, αναλόγως της κατανάλωσης που κάνει κάθε συσκευή. Ως εκ τούτου, κατέγραψε τις ηλεκτρικές συσκευές που υπήρχαν στην επίδικη οικία ώστε να μπορέσει να επιλέξει τη μέθοδο υπολογισμού που θα ακολουθείτο στην προκειμένη περίπτωση. Ως υπέδειξε, ο υπολογισμός της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να γίνει είτε βάσει της κατανάλωσης του 2008 πλέον 25%, είτε βάσει του εν λόγω καταλόγου.

Εν προκειμένω, η κατανάλωση βάσει των ηλεκτρικών συσκευών ήταν υψηλότερη του μέσου όρου του 2008, επομένως ο μάρτυρας έκανε τον υπολογισμό ανά δίμηνο, με βάση τον μέσο όρο κατανάλωσης κάθε σπιτιού το 2008 και δεν προσέθεσε το 25%, ενόψει της κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο υπολογισμός έγινε από την κοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και έπειτα.

 

[Δ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]

 

Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Έχοντας κατά νου τη διαδικασία η οποία εκτυλίχθηκε ενώπιόν μου και τον σκοπό διεξαγωγής της, προχωρώ σε αξιολόγηση των δύο μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάσθηκε, επομένως η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.

 

Αναφορικά με την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2), παρόλο που αυτή κατατέθηκε ως προς τη λήψη της, κατατέθηκε χωρίς την ένσταση ή την επιφύλαξη της άλλης πλευράς, υπάρχει δε σε αυτήν η παραδοχή του κατηγορουμένου σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων. Αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω κατάθεση, ότι ο κατηγορούμενος έκλεβε ηλεκτρικό ρεύμα μόνο τα βράδια, διότι χρησιμοποιούσε γκάζι για να μαγειρεύει.

 

Επί του τρόπου αξιολόγησης ανακριτικής κατάθεσης κατηγορουμένου, η οποία κατατέθηκε για περιορισμένο σκοπό, παραπέμπω στην απόφαση ημερ. 16.3.2022, Μ.ΓΙΩΡΚΑΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 27/2021, όπου μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προτού αξιολογήσει τη γραπτή κατάθεση του Εφεσείοντα, επεσήμανε ότι διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου και να απορρίψει άλλο, ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε, είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Είναι, όμως, το Δικαστήριο ελεύθερο, όπως σημείωσε, να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμα να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις.

 

Η πιο πάνω καθοδήγηση ως προς τον τρόπο αξιολόγησης γραπτής κατάθεσης κατηγορούμενου είναι απολύτως ευθυγραμμισμένη με τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109).

 

Στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι:

 

«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή.

 

Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan [Findlay Duncan 73 CrimApp R.359] αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».

 

(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Τούτων λεχθέντων και έχοντας κατά νου τα περιστατικά της υπόθεσης και το γεγονός ότι, πέραν της υποβολής προς τον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος έκλεβε ηλεκτρικό ρεύμα μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες καθώς χρησιμοποιούσε γεννήτρια, ηλιακό και γκάζι, ουδεμία σχετική μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου στην οποία σημειώνεται η παραδοχή του, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, εξαιρουμένου του μέρους της όπου γίνεται αναφορά σε κλοπή μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες.

 

Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι υποβολές  είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Ως εκ τούτου, οι υποβολές παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[9] 

 

Αναφορικά με τον ΜΚ2, ο συγκεκριμένος μάρτυρας μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς απάντησε με φυσικότητα, αυθορμητισμό και ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ ενέμεινε στις θέσεις του με σταθερότητα και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας εξήλθε αλώβητος από την αντεξέτασή του, δίδοντας στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι είπε την αλήθεια και ότι κανένα κίνητρο δεν είχε για να πράξει το αντίθετο.

 

Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ήταν ποιοτική, καθώς ο μάρτυρας επεξήγησε με ιδιαίτερη λεπτομέρεια και παραστατικότητα τον τρόπο υπολογισμού της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς επίσης και τις διαθέσιμες μεθόδους προς τούτο, εξηγώντας ότι επέλεξε την πιο συμφέρουσα μέθοδο για τον κατηγορούμενο, ενόψει της οικονομικής κατάστασης στην οποία αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν.

 

[Ε] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι κατά την περίοδο 22.6.2013 - 18.3.2019, ο κατηγορούμενος παροχέτευσε για δική του χρήση ηλεκτρική ενέργεια ύψους €9.133,85 πλέον €751,16 έξοδα διερεύνησης της κλοπής από την ΑΗΚ.

 

 

 

     (Υπ.)………………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.   

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο