ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5309/2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
1. D.J.
2. K.J.
Κατηγορούμενες
Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου
Για Κατηγορούμενη 1: κ. Αποστολίδης
Για Κατηγορούμενη 2: κ. Κλεοβούλου
Κατηγορούμενες 1 και 2 παρούσες
ΑΠΟΦΑΣΗ
[Ι] Εισαγωγή
Οι κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (1η κατηγορία) και της απειλής (2η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στις κατηγορούμενες, ότι την 25.12.2020 στη Λεμεσό σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Αμαθούντος 84, εξύβρισαν την Ε.Χ.Κ. με τις λέξεις «Fucking bitch. Slut. Cunt», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Αποδίδεται περαιτέρω στις κατηγορούμενες, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, προκάλεσαν στην Ε.Χ.Κ. τρόμο απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησαν με τη φράση «You will regret it. You should not shit where you live. You should be really careful. We leave (sic) next to you, don’t leave your kid alone you should watch out for your kid».
[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Οι κατηγορούμενες αρνήθηκαν ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες.
Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, κάλεσε τις κατηγορούμενες σε απολογία. Αφού επεξηγήθηκαν σε αυτές τα δικαιώματά τους, επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα.
Έχοντας σημειώσει τα ανωτέρω, προχωρώ σε σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας, με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου.[1]
Ε.Χ.Κ. («ΜΚ1»)
Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 25.12.2020 και 26.12.2020, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα.[2]
Στις εν λόγω καταθέσεις της, η μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 24.12.2020 γύρω στις 17:00, όταν έφτασε στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όπου διαμένει μαζί με τον σύζυγο και το ανήλικο παιδί τους, είδε την κατηγορούμενη 1 να πλένει το αυτοκίνητό της με το νερό που είναι σε κοινόχρηστο χώρο, πλην όμως είναι συνδεδεμένο με τον δικό της μετρητή νερού. Είδε επίσης τον γείτονα της, κ. Χ., να πηγαίνει προς το μέρος της κατηγορουμένης 1 για να της πει να μην πλένει το όχημά της χρησιμοποιώντας το νερό. Για τον ίδιο λόγο, κινήθηκε και η ΜΚ1 προς το μέρος της κατηγορούμενης 1 και μόλις την προσέγγισαν, αυτή άρχισε να φωνάζει δυνατά, εξαγριωμένη, ενώ φώναξε την κατηγορουμένη 2, λέγοντάς της ότι την παρενοχλούν και ήθελε βοήθεια. Ακολούθως, έφτασε και η 2η κατηγορούμενη στο μέρος και άρχισαν να βιντεογραφούν και να απειλούν ότι θα καλέσουν την Αστυνομία. Ενόψει του ότι θεώρησε το συμβάν μεμονωμένο περιστατικό, δεν προέβη σε καταγγελία.
Την 25.12.2020, γύρω στις 10:30, η ΜΚ1 βγήκε με τον σύζυγο και το παιδί της έξω από το πίσω μέρος της πολυκατοικίας για να δει ο μικρός κάποια γατάκια, όταν μία από τις κατηγορούμενες βγήκε στο μπαλκόνι και τους είπε «Merry Christmas», με αυτούς να απαντούν το ίδιο. Μετά από αυτό της φώναξε στα αγγλικά «You will regret it. You should not shit where you live. You should be really careful. We leave (sic) next to you don’t leave your kid alone you should watch out for your kid you fucking bitch, slut, cunt». Ως περαιτέρω αναφέρει στην κατάθεσή της η ΜΚ1, δεν θυμάται ακριβώς με ποια σειρά είπαν τα πιο πάνω, ωστόσο η ίδια χαμογέλασε και έκανε χειρονομία με καρδούλα.
Μετά το συμβάν, η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενες παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους, εντούτοις ζήτησε όπως γίνουν μόνο συστάσεις προς τις κατηγορούμενες, καταθέτοντας ότι σε περίπτωση συνέχισης της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς τους, επιφυλάσσει τα δικαιώματά της.
Στην κατάθεσή της ημερ. 26.12.2020, η ΜΚ1 ανέφερε ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων, καθότι συνεχίστηκαν οι απειλές, η ενόχληση και τα υπονοούμενα που δεχόταν από αυτές. Συγκεκριμένα, την 26.12.2020, αφού βγήκε από το διαμέρισμά της μαζί με τον σύζυγο και το παιδί της και ενώ συζητούσε με τους γείτονες της, οι κατηγορούμενες άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν και άρχισαν να φωνάζουν σε έξαλλη κατάσταση και να την βρίζουν, να την απειλούν και να αφήνουν υπονοούμενα εναντίον της ζωής της, λέγοντας «you fucking bitch, slut, you should be scared, poustis, you don’t know who we know in Cyprus, we are not leaving from here».
Η ΜΚ1 αναγνώρισε την κατηγορούμενη 2 ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεση της, επισημαίνοντας, ότι οι κατηγορούμενες είναι δίδυμες, οπότε δεν μπορεί να τις ξεχωρίσει καλά, καθώς δεν τις γνώριζε τόσο, υποδεικνύοντας ότι οι εξυβρίσεις και οι απειλές προέρχονταν και από τις δύο.
Σε σχέση με το περιστατικό της 25.12.2020, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ενώ αυτή με την οικογένεια της βρίσκονταν έξω σε κοινόχρηστο χώρο, οι κατηγορούμενες βρίσκονταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματός τους, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο άρχισαν να φωνάζουν προς το μέρος τους. Ως υπέδειξε, το χειρότερο από τα όσα ξεστόμισαν, ήταν τα όσα είπαν για το παιδί της που ήταν τότε ενός έτους. Ανέφερε επίσης ότι οι κατηγορούμενες ξεπέρασαν τα όρια και τους παρακολουθούσαν, με αποτέλεσμα να φοβάται να πάει σπίτι της και για να ανέβει παρακολουθούσαν οι γείτονες αν περιμένει κάποιος.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι την 24.12.2020, αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο έξω από το πάρκινγκ έπλενε η κατηγορούμενη 1 (D.), καθώς φώναξε την αδερφή της με τη φράση «Κ. come», ενώ αρνήθηκε ότι πήγε με μένος προς την κατηγορούμενη 1, φωνάζοντας και απειλώντας την.
Ως επίσης ανέφερε κατά την αντεξέτασή της, δεν γνωρίζει αν η Αστυνομία μίλησε στις κατηγορούμενες αφότου έδωσε την 1η της κατάθεση, ενώ αρνήθηκε ότι σκοπός της ήταν όπως οι κατηγορούμενες εκδιωχθούν από την πολυκατοικία, αναφέροντας ότι οι κατηγορούμενες έφυγαν τρεις μήνες αργότερα λόγω του ότι δεν πλήρωναν ενοίκια.
Ήταν περαιτέρω η θέση της ΜΚ1, ότι πήγε με ήρεμο τρόπο προς το μέρος της κατηγορουμένης 1, η οποία άρχισε να φωνάζει, αρνήθηκε δε τις υποβολές ότι φώναξε στην κατηγορούμενη 1, ότι την προσέβαλε, ότι αναφέρθηκε στο παιδί της και ότι την απείλησε, ενώ ως χαρακτηριστικά ανέφερε, το να σε πλησιάσει κάποιος για να σου μιλήσει δεν είναι παρενόχληση.
Η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι δεν κατάλαβε τι της είπαν οι κατηγορούμενες, επισημαίνοντας ότι μιλά άπταιστα αγγλικά, ανέφερε δε ότι ειλικρινά πιστεύει ότι η κατηγορούμενη 1 ήθελε να βλάψει το παιδί της και ότι σκέφτηκαν να μετακομίσουν αν συνέχιζε η κατάσταση, πλην όμως δεν ήθελαν να κάνουν βεβιασμένες κινήσεις, καθώς το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν ήταν ιδιόκτητο και ανακαινισμένο. Υποβλήθηκε περαιτέρω στην ΜΚ1 ότι η κατηγορούμενη 1 της είπε μόνο «you should not leave alone your kid..», με τη μάρτυρα να διερωτάται γιατί να της πει κάτι τέτοιο, αφής στιγμής το μωρό ήταν ενός έτους και το κρατούσε.
Ως επίσης ανέφερε η ΜΚ1 κατά την αντεξέτασή της, ο σύζυγός της ήταν παρών στο περιστατικό της 25ης Δεκεμβρίου 2020, πλην όμως δεν του ζητήθηκε από την Αστυνομία να δώσει κατάθεση. Σε σχέση με το περιστατικό της 24ης Δεκεμβρίου 2020, παρόντες ήταν οι γείτονες, κ.κ. Χ. και Ρ., εκ των οποίων κατάθεση έδωσε μόνο η Ρ. στην Αστυνομία, καθώς ο κ. Χ. δεν ήθελε να πάει για να δώσει κατάθεση, πρόκειται δε για συνταξιούχο προχωρημένης ηλικίας.
Η ΜΚ1 αναφέρθηκε γενικότερα στη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, τονίζοντας ότι το να περιμένει κάποιος και να βλέπει αδιάκριτα από την κουρτίνα για να δεις ότι σε βλέπει σου προκαλεί φόβο, όπως επίσης και οι απειλές και όλα όσα συνέβαιναν στο σύνολό τους.
Ρ.Μ.Σ. («ΜΚ2»)
Ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Σε αυτήν, η ΜΚ2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 24.12.2020 περί τις 17:00, επιστρέφοντας προς το σπίτι της, είδε την ΜΚ1 να συζητά έντονα με μία άλλη κοπέλα, η οποία της φώναζε, ενώ η ΜΚ1 μιλούσε ήρεμα. Πλησιάζοντας, κατάλαβε ότι ήταν η ενοικιάστρια που ζει μαζί με την αδερφή της σε ένα από τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Η ΜΚ2 ρώτησε την ΜΚ1 εάν τη χρειάζεται και η ΜΚ1 της απάντησε ότι ανέφερε στην κοπέλα ότι το νερό δεν είναι κοινόχρηστο και να μην πλένουν τα αυτοκίνητά τους. Τότε η κοπέλα αυτή άρχισε να συμπεριφέρεται επιθετικά φωνάζοντας στην αγγλική, ενώ φώναξε και στην αδερφή της, η οποία κατέβηκε και άρχισε επίσης να φωνάζει προς τις ΜΚ1 και ΜΚ2, αλλά και στον κ. Χ. που ήταν παρών.
Η ΜΚ2 αναγνώρισε τις κατηγορούμενες στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ενώ διευκρίνισε ότι οι κατηγορούμενες φώναζαν έντονα και ήταν επιθετικές.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 ανέφερε ότι οι κατηγορούμενες είχαν αναφέρει ότι θα καλέσουν την Αστυνομία, η οποία κατέφτασε μετά από λίγο και ρώτησε τι είδαν, πλην όμως δεν θυμόταν να αναφέρει λεπτομέρειες. Ανέφερε επίσης ότι το περιστατικό έγινε δίπλα στην είσοδο της πολυκατοικίας, κοντά στη βρύση, όπου ήταν σταθμευμένο και βρεγμένο το αμάξι και υπήρχαν καθαριστικά. Η ΜΚ2 δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει ποια από τις δύο κατηγορούμενες βρισκόταν αρχικά στο μέρος, λόγω της ομοιότητάς τους, ενώ ως ανέφερε, άκουσε βρισιά από την κοπέλα που βρισκόταν ήδη εκεί, η οποία απευθυνόταν προς την ίδια, την ΜΚ1 και τον κ. Χ.
Αστ. [ ] («ΜΚ3»)
Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, υιοθέτησε δε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την κατάθεσή του. Σε αυτήν, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 25.12.2020 η ΜΚ1 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό και κατήγγειλε ότι οι αδερφές J. οι οποίες διαμένουν στο διπλανό διαμέρισμα, την έβρισαν και την απείλησαν κατόπιν διαπληκτισμού και συζήτησης που είχαν για το νερό που κατανάλωναν και το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματί της.
Την 14.1.2021, ο ΜΚ3 ανέκρινε γραπτώς τις αδερφές J., οι οποίες αρνήθηκαν ανάμειξη στην υπόθεση. Οι εν λόγω καταθέσεις και γραπτές κατηγορίες τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 – 8. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ3 αναγνώρισε τις κατηγορούμενες ως τα άτομα τα οποία κατηγόρησε, χωρίς όμως να είναι σε θέση να ξεχωρίσει ποια είναι ποια.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν θυμόταν ένεκα της παρόδου του χρόνου, κατά πόσο την 24.12.2020 οι κατηγορούμενες κάλεσαν τον Σταθμό όπου υπηρετούσε για να πάει η Αστυνομία στην πολυκατοικία, ενώ δεν ήξερε κατά πόσο υπήρχαν εκατέρωθεν άλλες κατηγορίες μεταξύ των εμπλεκομένων, πέραν του περιστατικού για το οποίο έλαβε σχετική πληροφόρηση ενώ εργαζόταν και αναφορικά με το οποίο ο ίδιος δεν έλαβε οποιοδήποτε παράπονο από τις κατηγορούμενες.
Σε σειρά ερωτήσεων που σχετίζονταν με τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι θεωρεί αρκετή τη διερεύνηση που έγινε για το περιστατικό, ενώ δεν θυμόταν κατά πόσο είχε καλέσει τον κ. Χ. ή την ΜΚ2 για να δώσουν κατάθεση. Ερωτηθείς εάν επέλεξε ποιες καταθέσεις θα λάβει, ο μάρτυρας απάντησε ότι συνήθως τους καλεί όλους, πλην όμως δεν θυμόταν ποιοι πήγαν να δώσουν κατάθεση, ενώ υπέδειξε ότι κατέγραψε τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων.
Ως επίσης αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, δεν έλεγξε αν το νερό είναι κοινόχρηστο ή της ΜΚ1, ενώ ο λόγος που καθυστέρησαν 20 μέρες να πάρουν καταθέσεις από τις κατηγορούμενες, ήταν διότι οι τελευταίες υπέγραφαν σε αστυνομικό σταθμό για άλλη υπόθεση και διευθέτησε να ετοιμάσει τις καταθέσεις ώστε να ληφθούν κατά την ημέρα που οι κατηγορούμενες θα μετέβαιναν στον Αστυνομικό Σταθμό, ώστε να μην τις ταλαιπωρεί. Στην υποβολή ότι ανέφερε στην ΜΚ1 ότι αυτή δεν είναι υπόθεση για καταγγελία, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, ενώ αρνήθηκε ότι είπε στην κατηγορούμενη 1 να σβήσει το βίντεο, διαφορετικά θα προχωρούσε με άλλη υπόθεση.
Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι όταν κάποιος γνωρίζει την αγγλική γλώσσα δεν χρειάζεται τη βοήθεια διερμηνέα για να λάβει κατάθεση, ενώ ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει άπταιστα την αγγλική, αναφέρθηκε στα επαγγελματικά του προσόντα, διευκρινίζοντας, ότι δεν είναι σε θέση να αναφερθεί ειδικά σε επίπεδο γνώσης. Ως περαιτέρω ανέφερε ο μάρτυρας, έδωσε στην κατηγορούμενη 2 τα δικαιώματά της στην αγγλική γλώσσα, με την ίδια να μην ζητά διερμηνέα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ενήργησε ως διωκτική και όχι ανακριτική αρχή, ενώ ανέφερε ότι δεν μπορεί να υποχρεώσει κάποιον να προβεί σε κατάθεση, παρά μόνο να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό.
Με το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και αφού κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, οι τελευταίες, αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα.
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο.
[IΙΙ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[3]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[4] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6]
Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]
Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[9]
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.
Η εντύπωση που απεκόμισα από τη ΜΚ1 ήταν θετική. Η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν εντόπισα στη μαρτυρία της οποιεσδήποτε αντιφάσεις.
Η μάρτυρας ενέμεινε με σταθερότητα στις θέσεις της και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της με φυσικότητα και αυθορμητισμό, περιγράφοντας με παραστατικότητα και λεπτομέρεια τα επίδικα συμβάντα, ο δε συναισθηματισμός που τη διακατείχε δεν θεωρώ ότι συνιστά παράγοντα που να με οδηγεί, εν προκειμένω, σε διαφορετικό συμπέρασμα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης. Την ειλικρίνειά της ενισχύει το γεγονός ότι δεν αρνήθηκε ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει τις κατηγορούμενες, καθότι πρόκειται για δίδυμες, πλην όμως διευκρίνισε ότι την 24.12.2020, στο μέρος βρισκόταν η κατηγορουμένη 1, εφόσον φώναξε στην αδερφή της με το όνομά της για να κατέβει, θέση την οποία βρίσκω λογική και πειστική.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι στην κατάθεσή της ημερ. 25.12.2020, η ΜΚ1 αρχικά αναφέρεται σε μία εκ των δύο κατηγορουμένων, η οποία φώναξε «Merry Christmas», ωστόσο στη συνέχεια αναφέρεται στις φραστικές εκφράσεις που εκστομίστηκαν από τις κατηγορούμενες χρησιμοποιώντας πληθυντικό, ενώ ακολούθως αναφέρεται στη μετέπειτα συμπεριφορά τους. Κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέτασή της, η ΜΚ1 ανέφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενες εκστόμιζαν τις συγκεκριμένες φράσεις, χωρίς ωστόσο να μπορεί να τις ξεχωρίσει, λόγω της ομοιότητάς τους, περιέγραψε δε με πειστικότητα, λεπτομέρεια και επάρκεια, το συμβάν που εκτυλίχθηκε την 25.12.2020.
Ως εκ των άνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΚ1 εξ ολοκλήρου.
Θετική ήταν η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο και η ΜΚ2, η οποία απάντησε με φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν ήρεμη και σταθερή και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία της, ούτε και αναδύθηκε ότι είχε οποιοδήποτε κίνητρο από την έκβαση της υπόθεσης. Συνεπώς αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της.
Στρεφόμενη σε αξιολόγηση του ΜΚ3, προχωρώ αρχικά σε εξέταση των ισχυρισμών της υπεράσπισης περί ελλιπούς διερεύνησης από πλευράς ανακριτικών αρχών και του καθήκοντος της Αστυνομίας να συλλέξει όλα τα στοιχεία και να τα παρουσιάσει, με αναφορά στο δόγμα «tunnel vision».
Αναφορικά με το κατά πόσο οι ανακριτικές αρχές ενήργησαν με παρωπιδισμό, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στις Εφέσεις υπ’ αρ. 142/22 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδη ημερ. 12.2.2026:
«Το φαινόμενο του παρωπιδισμού στην αστυνομική διερεύνηση ποινικής υπόθεσης εξηγήθηκε στην Καναδέζικη υπόθεση R v. Chapman (2013) BCPC 232, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, παρ. 28:
«Tunnel vision is when people convince themselves a theory is true and then focus only on consistent evidence and disregard evidence that is consistent with the theory. . there have been several regrettable high profile cases in Canada where it has been later established the accused were wrongfully convicted as a result of the tunnel vision of the justice system professionals .».
Στην υπόθεση Her Majesty v. Kelly Spacjman (2009) CanLII 3279 (ON SC), τονίστηκε ότι το φαινόμενου του παρωπιδισμού:
«It is, in essence, an unreasonable lack of objectivity by the police in an investigation, or the Crown in the related prosecution, that creates the risk of wrongful conviction or otherwise undermines the reliability of information and evidence available to the Court.».
Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη παρωπιδισμού από μέρους της Αστυνομίας, ο οποίος να δημιουργεί κίνδυνο εσφαλμένης καταδίκης ή να υπονομεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι ανακριτές της υπόθεσης τελούσαν εν γνώσει των επίμαχων δηλώσεων. Ούτε, κατ' επέκταση, στοιχειοθετήθηκε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του δικαιώματος του Εφεσείοντος σε δίκαιη δίκη, συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων των αστυνομικών αρχών κατά το ανακριτικό στάδιο. Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) τονίστηκε ότι:
«Tο δικαίωμα δίκαιης δίκης επεκτείνεται και στο ανακριτικό στάδιο (βλ. Ibrahim a.o. v United Kingdom Application No 50541/08, 50571/08, 5057/08 and 40351/09 ημερ. 13.9.2016 [Grand Chamber], παρ. 254, 255). Για να υπάρξει επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω παραλείψεων των ανακριτικών αρχών, οι παραλείψεις θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, θέτοντας τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, το δε βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων βρίσκεται στους ώμους του κατηγορούμενου (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 376 Ζωδιάτης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 236/17, ημερ. 9.7.2018, και Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5/20, ημερ. 30.7.2021). Συμφώνως της απόφασης στην Ibrahim (ανωτέρω) το κατά πόσο υπήρξε επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης, κρίνεται υπό το φως του συνόλου της ποινικής διαδικασίας (βλ. παρ. 191-196), θέση η οποία αντανακλάται και στη δική μας νομολογία».
Στην Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις υπ’ αρ. 176/2018 και 202/2018, 11/1/2019, όπου ηγέρθη ζήτημα ελλιπούς διερεύνησης, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Αναγνωρίζεται ότι ο μηχανισμός δίωξης συνολικά (αστυνομία και κατηγορούσα αρχή) έχουν υποχρέωση για προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου όλης της ουσιώδους μαρτυρίας (R. v. Liverpool Crown Court, ex p. Roberts [1986] Crim.L.R. 622, R. v. Birmingham Crown Court, ex p. Ricketts [1991] RTR 105, 108). Η παράλειψη τέτοιας υποχρέωσης είναι δυνατό να οδηγήσει σε άδικη ή δυνητικά άδικη ετυμηγορία και συνεπώς σε παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη (Πέγκερος v. Δημοκρατίας (1995) 2 ΑΑΔ 143). Από μια άλλη σκοπιά, τέτοια παράλειψη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αφήνεται στο τέλος έστω και υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) για την ενοχή του κατηγορούμενου (Fournaris v. Republic (1978) 2 CLR 20).
.. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι το κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη να διενεργηθεί τέτοια εξέταση δημιουργεί έστω και δυνητικά κίνδυνο άδικης ετυμηγορίας ή αφήνει κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), Ζαχαρία v. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 180, Rana v. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 489, Γιαλλούρης v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 282, Τζιάμαλης v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 542)».
Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνω καταρχάς ότι η παρούσα διαφοροποιείται από την υπόθεση υπ’ αρ. 13065/22 Δημοκρατία ν Φ.Τ. κ.α. του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης 1, όπου το Κακουργιοδικείο κλήθηκε να εξετάσει το ζήτημα με παρανομαστή το κατά πόσο οι ανακριτές, έχοντας κατά νου το πόρισμα που είχε εκδοθεί από ερευνητική επιτροπή σε σχέση με τα κατ’ ισχυρισμό διαπραχθέντα αδικήματα, εξέλαβαν ως δεδομένα, ζητήματα που έχρηζαν διερεύνησης ή ήταν λανθασμένα και παραγνώρισαν μαρτυρία η οποία έτεινε να καταδείξει διαφορετική θεώρηση ή διαφορετικά ενδεχόμενα.
Προχωρώντας σε εξέταση του κατά πόσον έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο όλη η ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα μαρτυρία, καθοδηγούμενη από τις ανωτέρω νομολογιακές αρχές, διαπιστώνω ότι στο Δικαστήριο κατέθεσε ενόρκως και αντεξετάσθηκε η ουσιώδης μάρτυρας ης υπόθεσης, δηλαδή η παραπονούμενη, την οποία αφορούν οι κατ’ ισχυρισμό εξυβρίσεις και απειλές και η οποία υπέβαλε τις σχετικές καταγγελίες στην Αστυνομία. Κατέθεσε επίσης η ΜΚ2, η οποία έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο περιστατικό της 24ης Δεκεμβρίου 2020.
Λήφθηκαν επίσης καταθέσεις από τις κατηγορούμενες, οι οποίες επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ δεν υπέδειξαν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως αυτόπτη μάρτυρα ή άλλως πως, ώστε να του ληφθεί κατάθεση. Οι εν λόγω καταθέσεις προσάχθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής στο Δικαστήριο, μέσα στο πλαίσιο του καθήκοντος της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη την ουσιώδη μαρτυρία.
Ως εκ των άνω, δεν θεωρώ ότι ο ΜΚ3 διερεύνησε επιλεκτικά την υπόθεση, ως η εισήγηση της υπεράσπισης ή ότι δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο η ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα μαρτυρία, επισημαίνοντας, ότι για τα υπό εξέταση αδικήματα, δεν απαιτείται η προσκόμιση ενισχυτικής μαρτυρίας. Συνεπακόλουθα, δεν θεωρώ, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι έχει επηρεαστεί το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη, συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων των ανακριτικών αρχών.
Υπενθυμίζεται, ότι ισχυρισμοί περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη δεν εγείρονται αόριστα και αφηρημένα (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα, in concreto), λαμβανομένων υπόψη συγκεκριμένων παραμέτρων και δεδομένων που αφορούν σε κάθε περίπτωση και ο κατηγορούμενος θα πρέπει να τεκμηριώνει ότι η θέση του επηρεάστηκε πραγματικά δυσμενώς ως απόρροια της κατ’ ισχυρισμό παραβίασης δικαιώματος.[10]
Επιπρόσθετα, οι υποβολές παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[11]
Αξιολογώντας δε τη συνολική παρουσία του ΜΚ3 στο εδώλιο του μάρτυρα, απεκόμισα θετική εντύπωση και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας κατέθεσε με ηρεμία, σταθερότητα και αυθορμητισμό και δεν αναδείχθηκε κανένα κίνητρο ή συμφέρον από πλευράς του, ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του ΜΚ3.
Οι κατηγορούμενες επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα. Η επιλογή τους αυτή σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών συμπερασμάτων, αφής στιγμής το τεκμήριο της αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνεπακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Το βάρος αποδείξεως ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εξακολουθεί να βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή.[12]
Συγχρόνως, τούτο δεν βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή με το βάρος αποδείξεως των υποβολών της Υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας, καθώς, ως έχει νομολογηθεί, οι υποβολές είναι αναγκαίες, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς, ενώ παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας.[13]
Οι καταθέσεις των κατηγορουμένων (Τεκμήρια 5 και 6), κατατέθηκαν για περιορισμένο σκοπό, ήτοι ως προς τη λήψη τους. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας κατά νου τις αρχές που αφορούν στην αξιολόγηση της κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου, ως τέθηκαν στην Μ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2021 ημερ. 16.3.2022, σημειώνω τα ακόλουθα.
Η κατηγορούμενη 1 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αναφέρει ότι την 24.12.2020, ενώ έπλενε το αυτοκίνητο της αδερφής της ονόματι Κ., την πλησίασε ο κ. Χ. και της είπε κάτι που δεν κατάλαβε φωνάζοντάς της και τότε πήγε εκεί και η ΜΚ1 η οποία της ανέφερε ότι το νερό είναι δικό της και ότι δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιεί για το πλύσιμο του αυτοκινήτου της, με την ίδια να της απαντά ότι θα την πληρώσει και να της απολογείται. Τότε η ΜΚ1 της απάντησε ότι δεν χρειάζεται τα λεφτά της και ότι γνωρίζει τι έγινε με την υπόθεση που αφορά το παιδί της, με την ίδια να φωνάζει την αδερφή της η οποία ήρθε στο μέρος. Εκεί έφτασε και μία άλλη γυναίκα, η οποία μιλούσε με την αδερφή της στο πρόσωπό της λέγοντας της ότι αυτό δεν είναι το νερό της, ενώ ο Χ. πετούσε όλα τα υλικά πλυσίματος της στο έδαφος. Η κατηγορούμενη 1 αρνήθηκε ότι έκανε οτιδήποτε μεμπτό, ότι εξύβρισε ή απείλησε την ΜΚ1, ανέφερε δε ότι το περιστατικό ημερ. 25.12.2020 δεν συνέβη ποτέ και ότι όλοι ήθελαν να δημιουργήσουν πρόβλημα για να τις εκδιώξουν από την πολυκατοικία.
Η κατηγορούμενη 2 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, αρνείται ότι απείλησε οποτεδήποτε την ΜΚ1 ή την οικογένειά της ή ότι την εξύβρισε, ενώ αρνείται και ότι συνέβη οτιδήποτε από τα όσα η ΜΚ1 κατήγγειλε σε σχέση με το περιστατικό της 25.12.2020. Αναφορικά με την 24.12.2020, η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι πήγε στο σημείο όπου αδερφή της έπλενε το όχημά της, κατόπιν τηλεφωνήματος που έλαβε από αυτήν και είδε τρία πρόσωπα να την περικυκλώνουν, περιλαμβανομένης της ΜΚ1, η οποία άγγιζε το αυτοκίνητό της. Τους ζήτησε να απομακρυνθούν από το αυτοκίνητό της και κάλεσε την Αστυνομία καθώς δεν έκαναν πίσω και ακολούθως μετέβησαν σε Αστυνομικό Σταθμό.
Από τις ανωτέρω καταθέσεις, με την υπόμνηση ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου, ενάποκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου,[14] αποδέχομαι ότι την 24.12.2020, ενώ η κατηγορούμενη 1 έπλενε το αυτοκίνητο της αδερφής της, ήτοι της κατηγορουμένης 2, προς το μέρος της κατευθύνθηκε ο κ. Χ., ένοικος της πολυκατοικίας, και έπειτα προς το μέρος κατευθύνθηκαν η ΜΚ1 και η ΜΚ2. Η κατηγορούμενη 1 κάλεσε την κατηγορούμενη 2, η οποία πήγε επίσης στο σημείο.
Δοθείσης δε της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί, δεν αποδέχομαι το μέρος των καταθέσεων των κατηγορουμένων, όπου γίνεται αναφορά σε φωνές προς τις ίδιες ή αναφορές σε σχέση με το παιδί της 1ης κατηγορουμένης από την ΜΚ1, ούτε και την άρνησή τους ότι εξύβρισαν ή απείλησαν την ΜΚ1 ή ότι το περιστατικό της 25.12.2020 ουδέποτε συνέβη.
[ΙV] Ευρήματα Δικαστηρίου
Από την όλη αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότων, έχει ως εξής:
Την 24.12.2020 γύρω στις 17:00, όταν η ΜΚ1 έφτασε στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όπου διαμένει μαζί με τον σύζυγο και το ανήλικο παιδί τους, είδε την κατηγορούμενη 1 να πλένει το αυτοκίνητό της με το νερό που είναι σε κοινόχρηστο χώρο, πλην όμως είναι συνδεδεμένο με τον δικό της μετρητή νερού. Είδε επίσης τον γείτονα της, κ. Χ., να πηγαίνει προς το μέρος της κατηγορουμένης 1 και με σπαστά αγγλικά να της λέει να μην πλένει το όχημά της χρησιμοποιώντας το νερό. Για τον ίδιο λόγο, κινήθηκε και η ΜΚ1 προς το μέρος της κατηγορούμενης 1, η οποία άρχισε να φωνάζει δυνατά, εξαγριωμένη, ενώ φώναξε την κατηγορουμένη 2, λέγοντάς της ότι την παρενοχλούν και ήθελε βοήθεια. Ακολούθως έφτασε και η 2η κατηγορούμενη στο μέρος και οι κατηγορούμενες άρχισαν να βιντεογραφούν και να φωνάζουν ότι θα καλέσουν την Αστυνομία.
Την 25.12.2020, γύρω στις 10:30, η ΜΚ1 βγήκε με τον σύζυγο και το παιδί της έξω από το πίσω μέρος της πολυκατοικίας όπου διέμεναν, για να πάρουν το παιδί να δει κάποια γατάκια, όταν μία από τις κατηγορούμενες, οι οποίες βρίσκονταν στην βεράντα του διαμερίσματος όπου διέμεναν, τους φώναξε «Merry Christmas» με βραχνή φωνή. Ακολούθως, οι κατηγορούμενες από το μπαλκόνι του διαμερίσματός τους, άρχισαν να φωνάζουν προς την ΜΚ1 τις εξής φράσεις: «You will regret it. You should not shit where you live. You should be really careful. We leave (sic) next to you. Don’t leave your kid alone you should watch out for your kid you fucking bitch, slut, cunt».
Μετά το συμβάν, η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενες παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους.
Την 26.12.2020, αφού η ΜΚ1 βγήκε από το διαμέρισμά της μαζί με τον σύζυγο και το παιδί της και ενώ συζητούσε με τους γείτονες της, οι κατηγορούμενες άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν και άρχισαν να φωνάζουν σε έξαλλη κατάσταση με τις φράσεις «you fucking bitch, slut, you should be scared, poustis, you don’t know who we know in Cyprus, we are not leaving from here».
Ως απόρροια των πιο πάνω, η ΜΚ1 φοβόταν να πάει σπίτι της και για να ανέβει στο διαμέρισμά της, παρακολουθούσαν οι γείτονες αν περίμενε κάποιος.
[V] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15]
Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[16] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[17]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[18]
Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[19]
Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν.
Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του αρ. 99 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:
«Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».
Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν ως ακολούθως:
(α) Πρόσωπο σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος,
(β) με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο,
(γ) εξυβρίζει άλλο πρόσωπο,
(δ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.
Σύμφωνα με το αρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.
Ως έχει νομολογηθεί, το αδίκημα της εξύβρισης στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται, πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα, ενώ δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό, ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο.
Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Επιπρόσθετα, δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας ειδικού από πλευράς κατηγορούσας αρχής για να πει τι σημαίνουν οι λέξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο επειδή λέχθηκαν στα αγγλικά, νοουμένου ότι τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία βάσει της οποίας οι λέξεις ή η φρασεολογία που εκστομίζεται είναι υβριστική και οι μάρτυρες την αντιλαμβάνονται ως τέτοια.[20]
Ως αναφέρθηκε στην Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297:
“....an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one.”
Στην Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98), με αναφορά στην πιο πάνω αυθεντία, λέχθηκε ότι η φράση «sees one», εισάγει παράλληλα με την εξύβριση δια λόγων και την εξύβριση με χειρονομίες.
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω ότι με βάση τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου σε σχέση με την 1η κατηγορία, οι κατηγορούμενες την 25.12.2020 στη Λεμεσό, σε δημόσιο χώρο, δηλ. στην οδό Αμαθούντος 84, εξύβρισαν την Ε.Χ.Κ. από τη Λεμεσό, με τις λέξεις «Fucking bitch. Slut. Cunt», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση.
Αρχικά σημειώνω, ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το περιστατικό της 25ης Δεκεμβρίου 2020 έλαβε χώρα έξω από την πολυκατοικία όπου διέμενε η ΜΚ1, σε κοινόχρηστο χώρο, ο οποίος κατά την κρίση μου αποτελεί ανοιχτό χώρο για το κοινό και συνεπώς εμπίπτει στην έννοια του όρου «δημόσιος χώρος». Επιπρόσθετα, οι λέξεις που οι κατηγορούμενες εκστόμισαν προς την ΜΚ1, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, θα μπορούσαν να ακουστούν από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στον χώρο, το δε νόημά τους θίγει την αξιοπρέπεια και υπόσταση του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται, ώστε λογικώς θα εκλαμβάνονταν από τον αποδέκτη τους ως υβριστικές και συνεπώς αυτός θα μπορούσε να προκληθεί σε επίθεση.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι δεν διευκρινίστηκε ποιες φράσεις εκστόμισε εκάστη κατηγορούμενη, ενόψει της εξαιρετικής τους ομοιότητας, καθότι πρόκειται για δίδυμες.
Διερχόμενη των πρακτικών της ακροαματικής διαδικασίας, διαπιστώνω ότι η μοναδική ερώτηση που τέθηκε προς την ΜΚ1 κατά την αντεξέτασή σε σχέση με το περιστατικό της 25ης Δεκεμβρίου 2020, ήταν κατά πόσο οι κατηγορούμενες μιλούσαν ταυτόχρονα και αν αυτό της φάνηκε οξύμωρο, με την μάρτυρα να απαντά ότι οι δύο κατηγορούμενες μιλούσαν ταυτόχρονα, αλλά όχι συγχρονισμένα. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι φώναζαν και οι δύο κατηγορούμενες ενώ βρίσκονταν στο μπαλκόνι.
Αναφορικά δε με το ότι στο κατηγορητήριο δεν παρατίθεται το αρ. 20 του Ποινικού κώδικα, παραπέμπω στην Γιαννάκης Ξύδιας κ.α. ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 174, όπου αναφέρθηκε ότι η παράλειψη ρητής αναφοράς στο εν λόγω άρθρο, δεν συνιστά ουσιώδη παρατυπία.
Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης.
Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, είναι τα ακόλουθα:
(α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.
Λέχθηκε περαιτέρω, ότι το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού.
Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η απειλή, πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος.[21]
Στην Κούσουλος ν Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 119/2022 ημερ. 20.1.2022, λέχθηκαν τα εξής:
«Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence»[1], όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο[2].
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του».
(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου σε σχέση με τη 2η κατηγορία, οι κατηγορούμενες την 25.12.2020 στη Λεμεσό, προκάλεσαν στην Ε.Χ.Κ. τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησαν με τη φράση «You will regret it. You should not shit where you live. You should be really careful. We leave (sic) next to you, don’t leave your kid alone you should watch out for your kid».
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων στα οποία κατέληξα, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής πληρούνται, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα.
Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, καταλήγω ότι το περιεχόμενο των φράσεων που οι κατηγορούμενες εκστόμισαν απευθυνόμενες προς την ΜΚ1, αναφερόμενες, μεταξύ άλλων, στο ότι η ΜΚ1 θα το μετανιώσει, ότι πρέπει να είναι πολύ προσεκτική και ότι μένουν δίπλα της και να προσέχει το παιδί της και να μην το αφήνει μόνο του, σε συνδυασμό με το ύφος που συνόδευσε τα όσα εκστόμισαν και τα περιστατικά της 24ης και 26ης Δεκεμβρίου 2020, τα οποία προηγήθηκαν και ακολούθησαν το περιστατικό της 25ης Δεκεμβρίου 2020, θα μπορούσε να προκαλέσει στον μέσο άνθρωπο τρόμο ή ανησυχία, όπως προκάλεσε στην ΜΚ1, η οποία φοβόταν να πάει στο σπίτι της και παρακολουθούσαν οι γείτονες εάν περίμενε κάποιος. Ικανοποιούμαι περαιτέρω, υπό το πλέγμα των συνθηκών της υπόθεσης, ότι οι κατηγορούμενες είχαν πρόθεση να προκαλέσουν στην παραπονούμενη τρόμο.
Αναφορικά με το ποιες φράσεις εκστόμισε η κάθε κατηγορούμενη και την παράλειψη καταγραφής του αρ. 20 του Π.Κ. στο κατηγορητήριο, επαναλαμβάνω τα όσα καταγράφονται ανωτέρω.
[VI] Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενες κρίνονται ένοχες στις κατηγορίες 1 και 2.
Υπ.) ...............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, το ότι η 2η κατάθεση της ΜΚ1 δόθηκε την 26.12.2020.
[3] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[8] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[9] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).
[10] Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2013) 1 ΑΑΔ 1764, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ XXX XXX MIKHAILOVICH, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS, Πολ. Αιτ. 65/2020, ημερ. 28.4.2021.
[11] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[13] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[14] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109).
[15] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.
[16] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[19] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
[20] Bolster v. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ 89, Γ.Ε. ν. Ναταλία Καζίνα (1999) 2 Α.Α.Δ 503, Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98).
[21] Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο