ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ι. Ι., Υπόθεση αρ. 11802 / 2021, 15/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ι. Ι., Υπόθεση αρ. 11802 / 2021, 15/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 11802 / 2021

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Ι. Ι.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Πιερούδη (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(εκ πρώτης όψεως)

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σε τέσσερις κατηγορίες, για απειλή, την 2.2.2021, στη Λεμεσό, με αναφορά στον Α.Ι., καταγγέλλοντα [1η Κατηγορία], και την Χ.Χ., καταγγέλλουσα [3η Κατηγορία] καθώς και για δημόσια εξύβριση των ιδίων καταγγελλόντων [2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία]. Δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων.

 

Για την απόδειξη της υπόθεσης, παρουσιάστηκε η μαρτυρία της Χ.Χ., καταγγέλλουσας (ΜΚ1), του Α.Ι., καταγγέλλοντος (ΜΚ2), και του Α/Αστ.4545 Π. Σαντζιάκη (ΜΚ3). Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και έχει υπόψη του το Δικαστήριο ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.

 

Κατά κανόνα, δεν αποφασίζεται ενοχή ή αθωότητα πριν να ολοκληρωθεί η παρουσίαση όλης της μαρτυρίας της υπόθεσης. Εξαίρεση υπάρχει μόνον όταν η υπόθεση «καταρρέει» ήδη στο ενδιάμεσο στάδιο. Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν, ακόμη κι αν όλα όσα λέει η Κατηγορούσα Αρχή είναι σωστά, δεν προκύπτει αδίκημα γιατί λείπει κάποιο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή (β) όταν η μαρτυρία είναι αντινομική ή τόσο αντιφατική και αδύναμη που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για καταδίκη. Η προσέγγιση είναι αυστηρά αντικειμενική και γίνεται σε δύο βήματα. Πρώτα εξετάζεται αν υπάρχει μαρτυρία που καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Σημαντικό είναι να λεχθεί πως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν «ζυγίζει» την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά την κοιτάζει μόνο επιφανειακά («στην όψη της»). Ακόμη και όταν υπάρχει μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος, η δίκη μπορεί να σταματήσει μόνον αν τα προβλήματά της είναι τόσο προφανή και σοβαρά, ώστε κανένα Δικαστήριο να μπορούσε αργότερα να τα παρακάμψει. Το βασικό ερώτημα είναι απλό, κατά πόσο αν ληφθεί η μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, θα μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να καταδικάσει. Αν ναι, η δίκη συνεχίζεται. Αν όχι, σταματά. Γι’ αυτό, ζητήματα όπως μικρές αντιφάσεις ή αμφιβολίες για την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν αρκούν για διακοπή. Η διακοπή δικαιολογείται μόνον όταν η μαρτυρία είναι τόσο αδύναμη που δεν στηρίζει ούτε καν μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση, πόσω μάλλον απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα στοιχεία του αδικήματος ή αν αυτή έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να σταθεί, τότε το Δικαστήριο οφείλει να σταματήσει τη δίκη, στη βάση της λογικής πως ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να «διορθώσει» ή να ενισχύσει τις αδυναμίες της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, εις βάρος του. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται συνοπτικά, χωρίς λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας[1].

 

Η μαρτυρία παρατίθεται συνοπτικά, χωρίς αξιολόγησή της. Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή της στην Αστυνομία ημερομηνίας 2.2.2021. Ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν στο σπίτι της, άκουσε φωνές έξω από την πολυκατοικία και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για διαπληκτισμό μεταξύ του συζύγου της και του Κατηγορούμενου. Από τη βεράντα της είδε τον Κατηγορούμενο να εξυβρίζει και να απειλεί τον σύζυγό της, κρατώντας δύο σκύλους που γάβγιζαν, ενώ αργότερα, όταν κατέβηκε έξω από την πολυκατοικία, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την εξύβρισε και την ίδια και είπε ότι «τώρα να δεις τι θα κάμω στην οικογένειά του». Δήλωσε επίσης ότι από τότε που ο Κατηγορούμενος εγκαταστάθηκε στην πολυκατοικία προκαλούσε προβλήματα στους ενοίκους, μετακινώντας και καταστρέφοντας κάμερες, χτυπώντας κουδούνια και προκαλώντας αναστάτωση στους κοινόχρηστους χώρους, γεγονότα που, όπως είπε, της προκαλούσαν φόβο. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι και άλλοι ένοικοι ενοχλούνταν από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και περιέγραψε τη θέση των καμερών στην πολυκατοικία και τη διαδικασία τοποθέτησής τους μέσω της διαχειριστικής επιτροπής και με συγκατάθεση των ενοίκων. Δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε υποβάλει παράπονο στη διαχειριστική επιτροπή ή σε γενική συνέλευση. Αναφέρθηκε επίσης σε άλλα περιστατικά μεταξύ του Κατηγορούμενου και του συζύγου της και αρνήθηκε την εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι ο σύζυγός της ήταν εκείνος που τον προσέγγισε επιθετικά στις 2.2.2021. Επανέλαβε ότι ο σύζυγός της είχε μαζί του το ανήλικο εγγόνι τους και ότι τα επίδικα λόγια ειπώθηκαν δημόσια από τον Κατηγορούμενο. Τέλος, ανέφερε ότι δεν είχε προσωπική διαφορά με τον Κατηγορούμενο και ότι απλώς περιγράφει τα γεγονότα όπως, κατά τον ισχυρισμό της, συνέβησαν.

 

Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 2.2.2021. Ανέφερε ότι, ενώ κατέβαινε με το εγγόνι του με το ασανσέρ της πολυκατοικίας για να το μεταφέρει στο σπίτι του, όλα τα κουμπιά του ανελκυστήρα ήταν πατημένα και το ασανσέρ σταμάτησε στον έκτο όροφο. Εκεί συνάντησε τον Κατηγορούμενο με δύο σκύλους, εκ των οποίων ο ένας, χωρίς λουρί, γάβγιζε στο εγγόνι του και το φόβισε. Όταν του είπε να πάρει τον σκύλο, ο Κατηγορούμενος άρχισε να τον υβρίζει. Ο ΜΚ2 κατέβηκε αμέσως κάτω με το ασανσέρ, αλλά, όπως ανέφερε, λίγο αργότερα ο Κατηγορούμενος κατέβηκε επίσης και συνέχισε να τον εξυβρίζει και να τον απειλεί ότι θα τον δείρει και θα τον σκοτώσει. Στη συνέχεια, πήγαν στην Αστυνομία με τη σύζυγό του και το εγγόνι τους. Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δημιουργούσε προβλήματα στην πολυκατοικία από την πρώτη ημέρα που εγκαταστάθηκε εκεί. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ2 αναφέρθηκε σε σειρά περιστατικών που, κατά τον ίδιο, συνέβαιναν διαχρονικά στην πολυκατοικία, όπως φθορές, παρενοχλήσεις, χτυπήματα στην πόρτα, ρίψεις πετρών, χρήση του ασανσέρ για πρόκληση αναστάτωσης και συμπεριφορά που, όπως είπε, προκαλούσε φόβο στην οικογένειά του. Ανέφερε ότι είχαν γίνει πολλές καταγγελίες στην Αστυνομία και ότι τελικά αναγκάστηκαν να φύγουν από την πολυκατοικία. Αναφέρθηκε επίσης στις κάμερες της πολυκατοικίας, λέγοντας ότι τοποθετήθηκαν από τη διαχείριση λόγω περιστατικών διάρρηξης και άλλων προβλημάτων ασφαλείας. Του υποβλήθηκε ότι τα γεγονότα της 2.2.2021 δεν συνέβησαν όπως τα περιέγραψε, θέση την οποία απέρριψε, αναφέροντας ότι παρόμοια περιστατικά συνέβαιναν συχνά. Δήλωσε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν συζήτησε ποτέ μαζί του οποιοδήποτε ζήτημα ήρεμα, αλλά πάντοτε με ύβρεις και προσβλητική συμπεριφορά.

 

Ο MK3 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τ3), στην οποία καταγράφονται οι ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να θέσει οποιαδήποτε υπογραφή. Κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο (Τ4), τη γραπτή κατηγορία (Τ5) και το έντυπο δικαιωμάτων (Τ6). Στην ανακριτική κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος, Τ4, φέρεται να αναφέρει πως την 2.2.2021 ώρα 18:00 κάποιος ήρθε έξω από την πόρτα του και φώναζε, αλλά δεν κατάλαβε τι έλεγε, ήταν η φωνή του γείτονά του. Ακολούθως, την 19:00, όταν θα έπαιρνε βόλτα τους σκύλους του, δεμένους με λουρί, ράτσας mini pitchel, πήγε ξανά πάνω ο γείτονάς του. Ο ίδιος άνοιξε την πόρτα, εκείνος του είπε «τι θέλεις που τη γυναίκα μου» και ότι θα του κάνει ζημιά στο διαμέρισμα. Τον άκουσε και η φιλενάδα του, που ήταν μέσα στο διαμέρισμα. Ακολούθως, είχε πάρει το ασανσέρ και πήγε κάτω. Μετά από περίπου 3 λεπτά, κατέβηκε με τους σκύλους και τον περίμενε στην πόρτα. Ο Κατηγορούμενος του είπε να φύγει και να μην του μιλά. Ήταν μαζί με ένα μωρό, το οποίο δεν θυμάται αν ήταν μαζί του και όταν είχε ανέβει επάνω. Ουδέποτε του είπε πως θα τον δείρει και ουδέποτε τον εξύβρισε.

 

Για την απειλή, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά απειλής με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη και (β) με τρόπο ώστε να προκαλείται στο φερόμενο ως θύμα τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη της απειλούμενης σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[2].

 

 

Για να αποδειχθεί το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά το άρθρο 99 ΠΚ, πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) εξύβριση άλλου προσώπου· (β) σε δημόσιο χώρο ή σε μη δημόσιο χώρο με τρόπο και υπό συνθήκες που μπορεί να ακουστεί από πρόσωπο σε δημόσιο χώρο· (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η έννοια του δημόσιου χώρου περιλαμβάνει και τα κέντρα αναψυχής[3] ή τα καταστήματα[4] ή τους ιδιωτικούς επαγγελματικούς χώρους που είναι ανοιχτοί για το κοινό[5]. Οι λέξεις που εκστομίζονται προσεγγίζονται με βάση το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική, και όχι απλώς αγενής, είναι θέμα πραγματικό, και, στο πραγματικό πλαίσιο εξέτασης, μπορεί να μην έχει σημασία η ατελής ή μη ορθή προφορά[6]. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα ή την ιδιότητα των παρόντων προσώπων[7].

 

Υπάρχει άμεση μαρτυρία από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά της 2.2.2021, η οποία, θεωρούμενη στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Ειδικότερα, ως προς τις κατηγορίες της απειλής, αμφότεροι οι μάρτυρες αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένες φράσεις που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, περιλαμβανομένων αναφορών ότι θα «τους δείρει», «θα τους σκοτώσει» και «τώρα να δεις τι θα κάμω στην οικογένειά του», οι οποίες, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται, συνιστούν μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει, εκ πρώτης όψεως, απειλή βίας ή παράνομης πράξης. Παράλληλα, υπάρχει μαρτυρία ότι οι εν λόγω συμπεριφορές προκάλεσαν φόβο και ανησυχία στους παραπονούμενους, οι οποίοι περιέγραψαν ότι αισθάνονταν ανασφάλεια και φόβο μέσα στην ίδια τους την κατοικία. Η δε αναφορά σε συνεχή προηγούμενα περιστατικά μεταξύ των μερών αποτελεί μέρος του πραγματικού πλαισίου. Ως προς τις κατηγορίες της δημόσιας εξύβρισης, υπάρχει μαρτυρία ότι οι επίδικες εκφράσεις εκστομίστηκαν τόσο στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όσο και στον δρόμο, έξω από αυτήν, παρουσία άλλων προσώπων και υπό συνθήκες όπου μπορούσαν να ακουστούν δημόσια. Η ΜΚ1 και ο ΜΚ2 αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένες εξυβριστικές εκφράσεις που αποδίδουν στον Κατηγορούμενο και οι οποίες, λαμβανόμενες με τη συνήθη τους έννοια, δύνανται, εκ πρώτης όψεως, να υπαχθούν στην έννοια της εξύβρισης κατά το άρθρο 99 ΠΚ. Η ύπαρξη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, στην οποία αυτός αρνείται ότι εξύβρισε ή απείλησε τους παραπονούμενους και προβάλλει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, δεν αναιρεί, στο παρόν στάδιο, την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Οι διαφορετικές εκδοχές και οι ισχυρισμοί περί κινήτρων ή προηγούμενων διαφορών μεταξύ των μερών αποτελούν ζητήματα αξιολόγησης και αξιοπιστίας της μαρτυρίας, τα οποία δεν εξετάζονται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντινομική ή ως τόσο εγγενώς αδύναμη ή αυτοαναιρούμενη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορούσε να στηριχθεί σε αυτήν. Τυχόν αντιφάσεις, υπερβολές ή αδυναμίες της μαρτυρίας τους δεν ανάγονται, στο παρόν στάδιο, σε θεμελιακής φύσης προβλήματα που να οδηγούν σε κατάρρευση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες αρχές, το Δικαστήριο δεν καλείται στο παρόν στάδιο να προβεί σε τελική αξιολόγηση αξιοπιστίας ή να σταθμίσει τη βαρύτητα της μαρτυρίας, αλλά να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία η οποία, εάν γίνει αποδεκτή, δύναται να οδηγήσει σε καταδίκη. Κρινόμενη υπό αυτό το πρίσμα, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου.

 

Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

[ενημερώνεται για τα δικαιώματά του]

 

(Υπ.) .................................

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[2] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13.

[3] Anthony Castelow and Another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141 και Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 25.

[4] Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 362.

[5] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 493.

[6] Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 ΑΑΔ 89, Λουκαΐδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 884.

[7] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Kozina (1999) 2 ΑΑΔ 503.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο