ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Κ., Υπόθεση αρ. 2878 / 2024, 22/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Κ., Υπόθεση αρ. 2878 / 2024, 22/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 2878 / 2024

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Μ. Κ.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Κλεοβούλου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ομολογίας ενοχής, στην κατηγορία ότι την 22.2.2024, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του έναν κομπρεσόρο μάρκας Thor Labs με αριθμό S/N DC20-01355, για τον οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίος. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή.

 

Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά το άρθρο 309 ΠΚ, είναι η φυλάκιση μέχρι τους έξι μήνες.

 

Η ποινικοποίηση της παράνομης κατοχής περιουσίας εξυπηρετεί κυρίως την προστασία της νόμιμης κατοχής και κυριότητας περιουσίας, αλλά και την καταπολέμηση της ευρύτερης εγκληματικής δραστηριότητας που συνδέεται με κλοπές και συναφή περιουσιακά αδικήματα. Η κατοχή αντικειμένων για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι αποτελούν προϊόν εγκλήματος θεωρείται κοινωνικά επιζήμια, διότι δημιουργεί και συντηρεί μία αγορά για κλοπιμαία περιουσία, διευκολύνοντας έτσι τη διάπραξη πρωτογενών αδικημάτων όπως η κλοπή και η διάρρηξη. Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης δεν στοχεύει μόνο τον φυσικό αυτουργό της κλοπής, αλλά και την παράλληλη κυκλοφορία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, χωρίς την οποία η περιουσιακή εγκληματικότητα θα ήταν λιγότερο ελκυστική και λιγότερο κερδοφόρα. Παράλληλα, το αδίκημα λειτουργεί προληπτικά και αποτρεπτικά, ενθαρρύνοντας τα πρόσωπα που έρχονται σε κατοχή ύποπτης περιουσίας να δίδουν εύλογες εξηγήσεις για την προέλευσή της και να ενεργούν με επιμέλεια ως προς τη νομιμότητα της κατοχής τους.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα έχουν πληρέστερα καταγραφεί στα πρακτικά της διαδικασίας. Την 22.2.2024 μέλη του ΟΠΕ Λεμεσού βρίσκονταν σε περιπολία κατά την οποία εντόπισαν τον Κατηγορούμενο να σπρώχνει ένα καρότσι υπεραγοράς με ένα χάρτινο κιβώτιο, σε κοντινή απόσταση από την οικία προσώπου που είχε απασχολήσει τις Αρχές. Εκφράστηκαν οι υποψίες αναφορικά με το αντικείμενο, έγινε επίστηση χωρίς να ληφθεί κάποια απάντηση. Στο χάρτινο κιβώτιο ήταν ο κομπρεσόρος, σε άριστη κατάσταση. Η εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος, υπό τις περιστάσεις, ότι τον βρήκε εκτεθειμένο και τον έλαβε, δεν κρίθηκε ικανοποιητική, συνελήφθη και ακολούθησε ανακριτικό έργο. Ως προς τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης, δεν προκύπτει οργανωμένη, συστηματική ή ιδιαίτερα μεθοδευμένη εγκληματική δράση, ούτε ενέργειες απόκρυψης, διάθεσης ή μεταπώλησης του αντικειμένου. Η κατοχή αφορούσε έναν μόνο κομπρεσόρο μάρκας Thor Labs, σειράς 2020, με συγκεκριμένο σειριακό αριθμό, στοιχείο που περιορίζει την έκταση της αντικειμενικής απαξίας της πράξης. Δεν είναι αντικείμενο ευτελούς αξίας, αλλά ούτε και αντικείμενο πολυτελείας. Περαιτέρω, δεν διαπιστώνεται πρόκληση πρόσθετης περιουσιακής ζημιάς ή ένταξη της υπόθεσης σε ευρύτερη δραστηριότητα διακίνησης κλοπιμαίας περιουσίας. Συνολικά, η υπόθεση, στην αντικειμενική της διάσταση, τοποθετείται σε χαμηλό επίπεδο σοβαρότητας, για αδίκημα του είδους αυτού.

 

Λαμβάνεται υπόψη πως δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.

 

Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, που περιλαμβάνουν την ηλικία, των 45 περίπου ετών σήμερα, την οικογενειακή και εν γένει κοινωνική κατάσταση, τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες και τα χρόνια προβλήματα ψυχικής υγείας. Ο Κατηγορούμενος δεν εργάζεται, λόγω διαφόρων προβλημάτων, και συντηρείται οικονομικά από τους ηλικιωμένους γονείς του.

 

Τέλος, λαμβάνονται υπόψη η απολογία, η συνεργασία με τις Αρχές αλλά και η παραδοχή στο Δικαστήριο[6], στο στάδιο και υπό τις συνθήκες που έλαβαν χώρα.

 

Έχοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τις περιστάσεις διάπραξής του και την έκταση της αντικειμενικής απαξίας της πράξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σκοποί της ποινής, στην προκειμένη περίπτωση, μπορούν να εξυπηρετηθούν επαρκώς με την επιβολή χρηματικής ποινής, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή άλλου εναλλακτικού μέτρου μεταχείρισης που να δημιουργεί δέσμευση στον χρόνο.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €500.

 

Η χρηματική ποινή να πληρωθεί εντός τριών μηνών από σήμερα.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: ο κομπρεσόρος να κατασχεθεί και να δημοπρατηθεί.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο