ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. D. Z., Υπόθεση αρ. 6626 / 2023, 22/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. D. Z., Υπόθεση αρ. 6626 / 2023, 22/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 6626 / 2023

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

D. Z.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ομολογίας ενοχής, σε δύο κατηγορίες, ότι μεταξύ της 26.2.2023 και της 27.2.2023, στο χωριό Πύργος, έκλεψε τα χρηματικά ποσά των €1.700 και 200 λέβα αντίστοιχα, περιουσία του κατονομαζόμενου προσώπου από τη Ρουμανία, καθώς και το χρηματικό ποσό των €150, περιουσία του κατονομαζόμενου προσώπου από την Ελλάδα [κλοπή, άρθρο 262 ΠΚ]. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές.

 

Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της απλής κλοπής, είναι η φυλάκιση μέχρι τα τρία έτη.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που εκτέθηκαν πληρέστερα καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας. Καταγγέλθηκε την 27.2.2023 από τους παραπονούμενους που εργάζονταν στο αναφερόμενο ξενοδοχείο, οι οποίοι διέμεναν στο ίδιο διαμέρισμα με τον Κατηγορούμενο, ότι κλάπηκαν από τα δωμάτια τους τα αναφερόμενα ποσά. Τα δωμάτια του διαμερίσματος άνοιγαν όλα με τα ίδια κλειδιά. Οι υποψίες στράφηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου, ο οποίος είχε αναχωρήσει από το διαμέρισμα και εν τέλει και από τη Δημοκρατία. Ως αντικειμενικά επιβαρυντικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη το γεγονός ότι η κλοπή αφορούσε περισσότερα του ενός χρηματικά ποσά και περισσότερους του ενός παραπονούμενους, οι οποίοι διέμεναν με τον Κατηγορούμενο στο ίδιο διαμέρισμα, στοιχείο που προσδίδει στη δράση μεγαλύτερη έκταση από ένα μεμονωμένο περιστατικό, καθώς και το ότι το συνολικό ύψος της αφαιρεθείσας περιουσίας, ήτοι €1.850 και 200 λέβα, δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο, αφού συνεπάγεται πραγματική οικονομική απώλεια για τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Επιβαρυντικά λειτουργεί επίσης το ότι ο εντοπισμός του Κατηγορούμενου κατέστη δυνατός μόνο μεταγενέστερα, όταν επιχείρησε να εισέλθει εκ νέου στη Δημοκρατία μέσω του αεροδρομίου. Από την άλλη, ως αντικειμενικά ελαφρυντικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη ότι πρόκειται για αδίκημα απλής κλοπής χωρίς χρήση βίας, απειλής, διάρρηξης ή άλλης επιθετικής μεθόδου, ότι δεν στοχοποιήθηκαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα λόγω ευαλωτότητας, ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε σωματική βλάβη ή κίνδυνος για πρόσωπα και ότι η ζημιά περιορίζεται αποκλειστικά στην περιουσιακή απώλεια, χωρίς να προκύπτει ιδιαίτερα οργανωμένος, επαγγελματικός ή παρατεταμένος τρόπος δράσης.

 

Λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που παρήλθε, σε συνάρτηση με τους λόγους για τους οποίους παρήλθε. Έγινε αναφορά σε μη εντοπισμό των παραπονούμενων, για σκοπούς ακρόασης, αλλά ο λόγος αυτός δεν συναρτάται με τη δυνατότητα ακρόασης, με δεδομένη την αρχική άρνηση του Κατηγορούμενου. Λαμβάνεται υπόψη συνδυαστικά με την προσπάθεια του Κατηγορούμενου να τους αποζημιώσει.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε σε συνάρτηση με το γεγονός πως δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.

 

Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, που περιλαμβάνουν την ηλικία, των 33 ετών σήμερα, την καταγωγή, την οικογενειακή κατάσταση, τις δυσκολίες.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[6], στον χρόνο και υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα της πράξης, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τον τρόπο δράσης, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή (3 έτη / 36 μήνες), τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος σε χαμηλό επίπεδο, αλλά και όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Θα επιβληθεί μία ποινή στην 1η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη και τη 2η Κατηγορία.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 4 μηνών.

 

2η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Δεν τίθεται ζήτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Έχοντας υπόψη πως ο Κατηγορούμενος εκτίει επί του παρόντος ποινή φυλάκισης στην υπόθεση αρ. 592/2026 Ε.Δ. Αμμοχώστου από την 20.2.2026, διάρκειας 7 μηνών, για αδικήματα ίδιας φύσης, στο πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και αυτή η υπόθεση, η ποινή που επιβλήθηκε να εκτιθεί μαζί με την ποινή που εκτίεται στην υπόθεση αρ.592/2026 Ε.Δ. Αμμοχώστου, δηλαδή να προσμετρά από σήμερα.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο