ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 3760 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
N. P.
_________
Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Λ. Νεοφύτου με Τ. Τελιανίδου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος:
1η Κατηγορία: ότι την 29.4.2020, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Αστ.3999 Α. Θεοφάνους, από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 29.4.2020, στη Λεμεσό, επιτέθηκε εναντίον του Αστ.3999 Α. Θεοφάνους από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψής του για ποινικό αδίκημα [αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, άρθρο 244(α) ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 29.4.2020, στη Λεμεσό, κυκλοφορούσε στην οδό Γλάδστωνος, μεταξύ των ωρών που απαγορεύεται η μετακίνηση προσώπων, δηλαδή ώρα 23:30, κατά παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών [απαγόρευση μετακινήσεων, άρθρα 1, 2, 3, 5(α)(β)(γ)(δ)(ε)(ζ), 7, του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260.]
Όλες οι κατηγορίες αφορούν το ίδιο επεισόδιο, και σοβαρότερη, από άποψη προβλεπόμενης στον νόμο ποινής, είναι η 1η Κατηγορία, για την οποία προβλέπεται ανώτατη ποινή φυλάκισης μέχρι και τα τρία έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα είναι όπως έχουν διαπιστωθεί και εκτεθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής αυστηρών περιοριστικών μέτρων δημόσιας υγείας, όταν υπήρχε αυξημένη ανάγκη συμμόρφωσης προς τα διατάγματα και εφαρμογής τους από τις αρμόδιες Αρχές. Ο Κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε ότι θα καταγγελλόταν εξωδίκως, δεν περιορίστηκε σε λεκτική διαμαρτυρία ή παθητική άρνηση συμμόρφωσης, αλλά επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος ώστε να ματαιώσει τη διαδικασία καταγγελίας και εξακρίβωσης των στοιχείων του, γεγονός που οδήγησε σε φυσική αντιπαράθεση με νεαρό μέλος της Αστυνομίας που εκτελούσε σχετικά καθήκοντα, κατά την προσπάθεια ανακοπής και σύλληψής του. Η αντίσταση που προέβαλε περιλάμβανε κτυπήματα και συνεχιζόμενη σωματική αντίδραση κατά τη διαδικασία ακινητοποίησής του. Ως αποτέλεσμα, το μέλος της Αστυνομίας υπέστη εκδορές, μώλωπες και τραυματισμούς που κρίθηκαν επαρκώς σοβαροί ώστε να λάβει αναρρωτική άδεια αρκετών ημερών. Η υπόθεση δεν αφορά ακραία ή ιδιαίτερα υψηλής έντασης βία, ούτε έγινε χρήση όπλου, επικίνδυνου αντικειμένου ή οργανωμένης επιθετικής συμπεριφοράς. Το επεισόδιο εξελίχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και φαίνεται να προέκυψε στο πλαίσιο στιγμιαίας αντίδρασης και έντασης κατά τον αστυνομικό έλεγχο. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι η μητέρα του Κατηγορούμενου αντιμετώπιζε πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα υγείας, ακόμη και αν αυτό δεν συνιστούσε νομικά επαρκή δικαιολογία για τη συγκεκριμένη μετακίνηση. Συνεκτιμάται επίσης ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέστη μικρές σωματικές κακώσεις κατά το επεισόδιο. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει, τέλος, τις ιδιαίτερες κοινωνικές και ψυχολογικές συνθήκες της περιόδου εκείνης, κατά την οποία μεγάλος αριθμός πολιτών βίωνε έντονη πίεση, ανασφάλεια και αίσθημα περιορισμού λόγω των πρωτόγνωρων μέτρων που ίσχυαν εξαιτίας της πανδημίας.
Όσα το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφασή του επί της ευθύνης, ως μη δυνάμενα να επηρεάσουν την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων των παραλείψεων κατά το ανακριτικό έργο, δεν αξιολογούνται διαφορετικά ούτε θεωρούνται παράγοντες ελαφρυντικοί, παρά την περί αντιθέτου εισήγηση από πλευράς συνηγόρου Υπεράσπισης, είναι όμως κατανοητό πως ενδεχομένως να εξηγούν τη μετέπειτα στάση του Κατηγορούμενου.
Παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, το έτος 2020, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Η πάροδος του χρόνου αποτελεί παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, ιδίως όταν συνδυάζεται με ουσιώδεις μεταβολές είτε στις προσωπικές περιστάσεις των εμπλεκομένων είτε στα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος έπαυσε πλέον να διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, ενώ και η πανδημία του Covid-19 κατέστη πλέον παρελθόν, επομένως η συγκεκριμένη Κανονιστική Διοικητική Πράξη που θέσπιζε τον συγκεκριμένο περιορισμό, που εξουσιοδοτούσε τον αστυνομικό έλεγχο για τον λόγο για τον οποίο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εκτός της κατοικίας του κατά τη συγκεκριμένη ώρα, έπαυσε να ισχύει. Η πάροδος του χρόνου λαμβάνεται υπόψη συνδυαστικά με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε, καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, στο εξωτερικό.
Συναφώς, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο χωρίς προηγούμενες καταδίκες και χωρίς ροπή προς παραβατική συμπεριφορά, με λευκό ποινικό μητρώο, και τα υπό κρίση αδικήματα εντάσσονται σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο έντασης που σχετιζόταν με την έξαρση της πανδημίας και τις ξαφνικές και εκτενείς περιστολές των δικαιωμάτων εκείνων που οι πολίτες γνώριζαν ως ισχύοντα σε συνήθεις καταστάσεις, σε δημοκρατικές κοινωνίες.
Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος, με καταγωγή από την Ελλάδα, βρισκόταν στην Κύπρο ως οικονομικός μετανάστης, ήταν νεότερης ηλικίας, 28 ετών, έχοντας χάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα που προηγήθηκε τον πατέρα του και βιώνοντας πρόσθετες δυσκολίες και με τα προβλήματα υγείας της μητέρας του, την οποία φιλοξενούσε στην Κύπρο, αλλά και την απώλεια της εργασίας του, λόγω της πανδημίας. Σήμερα ζει στην Ελλάδα, είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, με εισόδημα ύψους βασικού μισθού, με το οποίο συντηρεί την οικογένειά του.
Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν υποτιμάται. Ιδίως για την επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, η οποία είχε ως αποτέλεσμα πραγματικές σωματικές κακώσεις. Τέτοιου είδους αδικήματα είναι αντικειμενικά σοβαρά και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν την άσκηση των καθηκόντων των μελών της Αστυνομίας και τον σεβασμό προς τη δημόσια τάξη. Παρά ταύτα, συνεκτιμώντας όσα προαναφέρθηκαν και συνιστούν τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται πως οι σκοποί της ποινής, περιλαμβανομένων της αποτροπής, της αποδοκιμασίας της συμπεριφοράς και της προστασίας της δημόσιας τάξης, μπορούν να εξυπηρετηθούν επαρκώς χωρίς την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής. Η επιβολή ποινής φυλάκισης, στην προκειμένη περίπτωση, είτε άμεσης είτε ακόμη και με αναστολή, θα ήταν δυσανάλογα αυστηρή σε σχέση με τη συγκεκριμένη μορφή και ένταση της παραβατικής συμπεριφοράς που αποδείχθηκε, στο πλαίσιο που αναπτύχθηκε. Υπό τις περιστάσεις, αρμόζουσα και επαρκής είναι η επιβολή χρηματικής ποινής στην 1η Κατηγορία, η οποία να αντανακλά και τη σοβαρότητα της επίθεσης και της αντίστασης προς την Αστυνομία, χωρίς όμως να υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα, τις οικονομικές περιστάσεις και ικανότητες εργασίας του Κατηγορούμενου, καθώς και τη συνολική επιβάρυνση που ήδη υπέστη από τη μακρά εκκρεμότητα της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σκοποί της ποινής εξυπηρετούνται επαρκώς με την επιβολή χρηματικής ποινής ύψους €600 στην 1η Κατηγορία.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €600.
2η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.
3η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, σε συνάρτηση με την μετέπειτα κατάργηση των υγειονομικών μέτρων, καμία επιπλέον ποινή.
Έξοδα €120 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυσκολίες που αναφέρθηκαν, η χρηματική ποινή και τα έξοδα να πληρωθούν εντός 6 μηνών από σήμερα.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο για σκοπούς ακρόασης (καταθέσεις), μετά την τελεσιδικία, να επιστραφούν στην Αστυνομία, για να τύχουν χειρισμού με βάση τη δική της πρακτική.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο