ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 11802 / 2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Ι. Ι.
__________________________
Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Πιερούδη (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών (κατά την απόφαση απών, με άδεια του Δικαστηρίου)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(δοθείσα αυθημερόν)
Κατηγορίες και διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σε τέσσερις κατηγορίες, για απειλή, την 2.2.2021, στη Λεμεσό, με αναφορά στον Α.Ι., παραπονούμενο [1η Κατηγορία], και την Χ.Χ., παραπονούμενη [3η Κατηγορία] καθώς και για δημόσια εξύβριση των ιδίων [2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία]. Δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων.
Για την απόδειξη της υπόθεσης, παρουσιάστηκε η μαρτυρία της Χ.Χ., παραπονούμενης (ΜΚ1), του Α.Ι., παραπονούμενου (ΜΚ2), και του Α/Αστ.4545 Π. Σαντζιάκη (ΜΚ3). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως. Δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από την Υπεράσπιση.
Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, με τις θέσεις να διίστανται ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
ΜΚ1
Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 2.2.2021 (Τ1). Στο Τ1 ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Την 2.2.2021, γύρω στις 18:45, βρισκόταν στο σπίτι. Εκείνη την ώρα, έφυγε ο σύζυγός της, Α.Ι. μαζί με το εγγόνι τους, για να τον πάρει στο σπίτι του. Μετά από λίγα λεπτά, άκουσε φωνές έξω από το διαμέρισμα, αλλά δεν προσδιόρισε από πού έρχονταν. Κατάλαβε ότι ήταν ο σύζυγός της και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος διαμένει στην ίδια πολυκατοικία, στον έκτο όροφο. Μετά, σταμάτησαν οι φωνές, μπήκε στο σπίτι και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Εκεί, υπάρχει βεράντα που βλέπει προς τον φωταγωγό και στην είσοδο της πολυκατοικίας. Άκουσε ξανά φασαρία κάτω και βγήκε στη βεράντα. Είδε, τότε, τον σύζυγό της, μαζί με το εγγόνι τους και τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος έβριζε με τις φράσεις που αναφέρονται και απείλησε με την φράση «εν να δεις ήντα πουν να σας κάμω». Ο Κατηγορούμενος κρατούσε δύο σκύλους, οι οποίοι γαύγιζαν. Σε κάποια στιγμή, η ΜΚ1 έχασε την επαφή με όσα συνέβαιναν, ο σύζυγός της πήγε προς το αυτοκίνητό του και δεν τους έβλεπε. Μπήκε μέσα, πήγε στο σαλόνι, όπου, και πάλι, άκουσε φωνές από το κλιμακοστάσιο και βγήκε έξω, πήρε το ασανσέρ και κατέβηκε κάτω στην είσοδο. Όταν βγήκε έξω, πρόσεξε ότι ο σύζυγός της έφυγε και προχώρησε προς την είσοδο, βγήκε προς το πεζοδρόμιο. Εκεί, είδε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στην ίδια πλευρά που είναι η πολυκατοικία, δύο καταστήματα πιο κάτω, και μόλις την είδε, άρχισε να υβρίζει την ίδια, με τις φράσεις που αναφέρονται. Μία κοπέλα που έμενε μαζί του, δεν γνωρίζει τα στοιχεία της, ήταν απέναντι στο περίπτερο, κρατούσε τον ένα σκύλο, και το άλλο σκυλάκι περνούσε μόνο του τον δρόμο, προς τον Κατηγορούμενο. Ανέβηκε στο διαμέρισμα και πήρε τηλέφωνο τον σύζυγό της και της είπε να πάει στην Αστυνομία. Ενόσω ήταν κάτω στο πεζοδρόμιο, είχε ακούσει τον Κατηγορούμενο να λέει και στην ίδια «τώρα να δεις τι θα κάμω στην οικογένειά του». Όπως ανέφερε, από τον καιρό που πήγε ο Κατηγορούμενος στην πολυκατοικία, κάνει διάφορα πράγματα, όπως να μετακινεί τις κάμερες και να τις σπάζει, να κτυπά τα κουδούνια τους και να εξαφανίζεται, και όταν χρησιμοποιεί το ασανσέρ πατά όλα τα κουμπιά για να σταματά σε όλους τους ορόφους και να ενοχλεί. Όταν του γίνονται παρατηρήσεις για τα συμβάντα, γίνεται αυτός που αρχίζει να βρίζει και να απειλεί όλους. Η ίδια, γι’ αυτά που συμβαίνουν, αισθάνεται φόβο, ότι κάποια στιγμή θα τους κάνει κακό. Κάποιες φορές, έγιναν και ζημιές, ο Κατηγορούμενος φαινόταν να μετακινεί τις κάμερες για να μην τον πιάσουν την ώρα που τις κάνει, πράγματα που έγιναν παλιά και δεν τα είχαν καταγγείλει.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1, ανέφερε πως υπήρχαν και άλλοι που ενοχλούνταν από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ωστόσο όλοι τον φοβούνταν. Οι ίδιοι ήρθαν σε διαπληκτισμό από την πρώτη ημέρα, μετά ο Κατηγορούμενος, η ώρα 02:00 το πρωί, ερχόταν, της χτυπούσε τα κουδούνια, κατ’ επανάληψη. Υπάρχουν κάμερες στην πολυκατοικία, η μία είναι πριν από την είσοδο και η άλλη εντός της πολυκατοικίας, στην είσοδο, με κατεύθυνση το ασανσέρ, η τρίτη στο κλιμακοστάσιο και η τέταρτη στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Ερωτώμενη σε σχέση με τη διαδικασία τοποθέτησής τους, αναφέρθηκε σε όσα έλαβαν χώρα από την εταιρεία που διαχειρίζεται την πολυκατοικία μαζί με τη διαχειριστική επιτροπή. Οι ένοικοι είχαν συγκατατεθεί στην τοποθέτησή τους, σε γενική συνέλευση. Ασκήθηκε πίεση στη μάρτυρα κατά την αντεξέτασή της, στη βάση του ότι ήταν παράνομη η τοποθέτηση των καμερών και από εκεί εκκινούσαν τα προβλήματα με τον Κατηγορούμενο. Η ΜΚ1 απαντούσε με ψυχραιμία και ευγένεια, αλλά και πληρότητα, φυσικότητα και λογική όλες τις σχετικές ερωτήσεις. Εξήγησε, επίσης, πως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν είχε παρουσιαστεί οποτεδήποτε στη διαχειριστική επιτροπή ή σε κάποια γενική συνέλευση, για να υποβάλει κάποιο παράπονο. Η ίδια δεν γνωρίζει πολλά για τη σχέση του Κατηγορούμενου με το πρόσωπο που του εκμίσθωσε το ακίνητο. Η ΜΚ1 αναφέρθηκε σε διάφορα άλλα περιστατικά που συνοψίζουν την ευρύτερη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, εξηγώντας ότι, από την πρώτη ημέρα, διαπληκτίστηκε με τον σύζυγό της, και εκεί άρχισε. Δεν είχε γίνει καταγγελία για να διωχθεί για άλλο περιστατικό. Έγινε η καταγγελία και η υπόθεση αυτή εκκρεμεί, τόσα χρόνια, αλλά εκείνος κάνει τόσα άλλα πράγματα, και πάλι ο ίδιος είναι, όπως ανέφερε. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο λόγος που καταλογίζει στον Κατηγορούμενο αδικήματα είναι επειδή εκείνος πήγε στην Αστυνομία και τους κατήγγειλε ότι παράνομα τοποθέτησαν κάμερες στην πολυκατοικία, ότι παραβιάζουν τα προσωπικά του δεδομένα. Η ΜΚ1 επανέλαβε τη διαδικασία τοποθέτησης των καμερών. Επίσης, ότι δεν ενημερώθηκαν από τον ίδιο πως είχε κάποιο παράπονο, για να αφαιρέσουν τις κάμερες ή οτιδήποτε, ενώ η υβριστική συμπεριφορά του ήταν συνεχής, όπου τους έβρισκε. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα η εκδοχή πως την 2α Φεβρουαρίου 2021, ο Κατηγορούμενος, κατά η ώρα 19:00, ετοιμάστηκε να πάρει δύο σκύλους περίπατο, και τότε προσέγγισε ο σύζυγός της την πόρτα του, και όταν άνοιξε την πόρτα ο Κατηγορούμενος, άρχισε και του φωνάζει ότι θα του κάνει ζημιά στο διαμέρισμά του, και του έλεγε «τι θέλεις από τη γυναίκα μου;». Ο Κατηγορούμενος απλώς του ζήτησε να φύγει και να μην μιλά. Η ΜΚ1 ανέφερε πως δεν ευσταθεί αυτή η εκδοχή, επαναλαμβάνοντας τη δική της εκδοχή, και επισημαίνοντας ότι ο σύζυγός της είχε το ανήλικο εγγόνι τους μαζί του, και δεν θα πήγαινε να χτυπήσει την πόρτα του Κατηγορούμενου, να τον απειλήσει και να του πει τέτοια πράγματα, μπροστά στο παιδί, και ενώ είχε να κάνει κάτι άλλο. Θεωρεί αναληθή την εκδοχή του Κατηγορούμενου, εξηγώντας ότι ήταν παρόντες όταν ειπώθηκαν τα συγκεκριμένα πράγματα από τον Κατηγορούμενο, οι δε ήταν εξυβρίσεις δημόσια, μέσα στον δρόμο. Η ίδια, όπως ανέφερε, δεν είχε οποτεδήποτε κάτι με τον Κατηγορούμενο, για να τον βλάψει, ούτε αποσκοπεί σε κάτι, για να πει ψέματα, απλώς λέει τι έκανε ο Κατηγορούμενος.
Η αφήγηση της ΜΚ1, καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, παρουσιάζει χρονική συνέχεια και λογική ακολουθία, περιγράφοντας αρχικά την ακουστική αντίληψη φωνών έξω από την πολυκατοικία και ακολούθως την οπτική αντίληψη των γεγονότων από τη βεράντα του διαμερίσματός της, τη μετάβασή της στο ισόγειο της πολυκατοικίας και το δεύτερο περιστατικό εξύβρισης εις βάρος της από τον Κατηγορούμενο. Η μαρτυρία της, ως προς τις κινήσεις της και τα γεγονότα που αντιλήφθηκε, διατηρήθηκε σταθερή και συνεπής. Παρά την πίεση της αντεξέτασης, απαντούσε στις ερωτήσεις με ψυχραιμία, φυσικότητα και πληρότητα. Δεν υπάρχει συμφωνία με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η ΜΚ1 παρουσιάστηκε ως «εμπαθής». Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες και λογικές, χωρίς να εντοπιστούν ουσιώδεις αντιφάσεις ή υπερβολές. Εξήγησε με σαφήνεια τη διαδικασία τοποθέτησης των καμερών στην πολυκατοικία, απορρίπτοντας την εισήγηση ότι τα προβλήματα με τον Κατηγορούμενο σχετίζονταν με ζήτημα παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Παράλληλα, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε υπέβαλε σχετικό παράπονο στη διαχειριστική επιτροπή ή σε γενική συνέλευση των ενοίκων. Μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ1 αφορά γεγονότα τα οποία αντιλήφθηκε άμεσα, ενώ σε ορισμένα σημεία προηγήθηκε ακουστική αντίληψη πριν αποκτήσει οπτική επαφή με τα πρόσωπα που εμπλέκονταν, διάκριση που αποτυπώνεται με σαφήνεια στη μαρτυρία της, και δεν υποδηλώνει προσπάθεια διεύρυνσης της γνώσης της πέραν των όσων πράγματι αντιλήφθηκε. Η υπεράσπιση πρόβαλε την εκδοχή ότι το περιστατικό προκλήθηκε από τον σύζυγο της ΜΚ1, ο οποίος φέρεται να προσέγγισε τον Κατηγορούμενο έξω από το διαμέρισμά του και να του απηύθυνε απειλές. Η ΜΚ1 απέρριψε την εκδοχή αυτή, επισημαίνοντας ότι ο σύζυγός της βρισκόταν μαζί με το ανήλικο εγγόνι τους και δεν θα προέβαινε σε τέτοια συμπεριφορά υπό τις περιστάσεις, απάντηση που δόθηκε με φυσικότητα και λογική επιχειρηματολογία. Οι αναφορές της ΜΚ1 σε προηγούμενα περιστατικά δεν εξετάζονται ως απόδειξη των κατηγοριών, αλλά ως μέρος του ευρύτερου πλαισίου των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων. Συνολικά, η μαρτυρία της ΜΚ1 παρουσιάζει συνοχή, φυσικότητα και λογική συνέπεια. Δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή στοιχεία που να υποδηλώνουν πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της και δεν προέκυψε οποιοσδήποτε εμφανής λόγος που να δικαιολογεί την κατασκευή ψευδούς κατηγορίας εις βάρος του Κατηγορούμενου. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 είναι αξιόπιστη και μπορεί να γίνει αποδεκτή.
ΜΚ2
Ο ΜΚ2, σύζυγος της ΜΚ1, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 2.2.2021 (Τ2). Στο Τ2 ανέφερε πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε με τη σύζυγο και την πεθερά του στην κατονομαζόμενη πολυκατοικία, επτά ορόφων, με ανελκυστήρα. Την 2.2.2021, γύρω στις 19:00, μπήκε στο ασανσέρ με το εγγόνι του, για να κατέβουν, να τον πάρει στο σπίτι του. Επειδή όλα τα κουμπιά του ανελκυστήρα ήταν πατημένα, τους ανέβασε στον έκτο όροφο. Όταν άνοιξε το ασανσέρ, στον έκτο όροφο, βρισκόταν μπροστά τους ο μόνος ένοικος του έκτου ορόφου, γνωστός ως «τούρτας», με δύο μικρούς σκύλους μαζί του, ο ένας με λουρί και ο άλλος χωρίς λουρί. Ο ένας σκύλος που δεν είχε λουρί γάβγιζε στο εγγόνι του, με αποτέλεσμα το παιδί να φοβηθεί. Αμέσως, του είπε «πάρε τον σκύλο σου» και εκείνος άρχισε να τον υβρίζει, λέγοντάς του τη φράση που αναφέρεται. Τότε, πάτησε το κουμπί στο ασανσέρ να κατέβουν αμέσως κάτω. Σε διάστημα δύο λεπτών, κατέβηκε και εκείνος, και συνέχισε να τον υβρίζει και του είπε ότι θα τον δείρει και θα τον σκοτώσει. Ακολούθως, πήγαν στην Αστυνομία με τη σύζυγο και το εγγόνι του. Αυτός ο άνθρωπος, όπως ανέφερε, τους προκαλεί φόβο και ανασφάλεια, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Δημιουργεί προβλήματα από την πρώτη ημέρα που πήγε στην πολυκατοικία.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2, ανέφερε, απαντώντας με ταραχή και έκδηλη αγανάκτηση, πως ο Κατηγορούμενος έκανε τη ζωή τους μαρτύριο, του κατέστρεψε ένα αυτοκίνητο, τα παιδιά του και τα εγγόνια του φοβόντουσαν να τους επισκεφθούν στην πολυκατοικία. Πήγαινε και ουρούσε έξω από την πόρτα τους, χτυπούσε την πόρτα. Αναγκάστηκαν να φύγουν απ' εκεί και να πάνε αλλού, στον γιο τους, να ησυχάσουν, να ηρεμήσουν. Θεωρεί, ο ΜΚ2, ότι ο Κατηγορούμενος είναι «κακός άνθρωπος». Η ταραχή του ΜΚ2 ήταν τέτοια που ανέφερε στο Δικαστήριο «τρέμω, να είμαι εδώ για αυτόν τον άνθρωπο;». Από την πρώτη ημέρα που πήγε στην πολυκατοικία, όπως ανέφερε ο ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του ΜΚ1 και τον έπιασε να τον πετάξει στον δρόμο, λέγοντάς του «ήρθα δαμέ στην πολυκατοικία και θα κάνω ό,τι θέλω εγώ, εσείς δεν θα κάνετε τίποτε». Και χωρίς ο ΜΚ2 να ξέρει ποιος είναι, πήγε στην Αστυνομία, η οποία του είπε «μπέρτεψες φίλε μου, θα σε βοηθήσουμε». Οι καταγγελίες είναι πάρα πολλές που έκανε, όπως είπε. Η προσπάθεια της συνηγόρου του Κατηγορούμενου να υποβάλει στον ΜΚ2 ότι όσα ανέφερε για την 2α Φεβρουαρίου του 2021 είναι «ψέματα», προκαλούσε στον ΜΚ2 εκνευρισμό και κυνισμό, που έδειχναν την αγανάκτηση και την αδικία που αισθάνεται. Σχετικά με τις κάμερες, είπε, υπάρχουν κάμερες για να πιάνουν τους παραβάτες. Οι ίδιοι, όπως ανέφερε, είχαν πέσει θύματα διάρρηξης και κλοπής από το διαμέρισμά τους. Υπάρχουν περιστατικά παραβατών που ανοίγουν τα ντεπόζιτα. Τις τοποθέτησαν αυτοί που διαχειρίζονται την πολυκατοικία, ο ίδιος δεν εμπλέκεται ούτε γνωρίζει, λέγοντας «εγώ γνωρίζω τι τραβώ τόσα χρόνια». Ο ΜΚ2 ανέφερε πως αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και πρώτη φορά μπαίνει στη διαδικασία να καταθέσει σε Δικαστήριο «γι’ αυτόν τον άνθρωπο». Ο κυνισμός που έβγαζε ο ΜΚ2 προς το τέλος της αντεξέτασής του, ήταν άμυνα, λέγοντας, λόγου χάριν, «είμαστε ψεύτες» «είπε μας αγαπάω σας, ότι μας αγαπά», μη αντέχοντας να προσπαθεί να αποδείξει κάτι που, κατά τον ίδιο, θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος δεν του μίλησε ποτέ κανονικά, να συζητήσει κάποιο πρόβλημα με κάμερες, αλλά πάντα με βρισιές και αισχρόλογα του συμπεριφερόταν, μπροστά στα εγγόνια μου, και προκαλώντας στην κόρη του και στα εγγόνια του κλάμα, που έχουν μπλέξει σε αυτήν την ιστορία, με «αυτόν τον άνθρωπο». Πήγε, όπως είπε, πολλές φορές στην Αστυνομία, δέκα, είκοσι. Στην υποβολή πως δεν έγιναν τα γεγονότα που ανέφερε την 2.2.2021, απάντησε πως έγιναν και χειρότερα. Κάθε λίγο. Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν τη νύχτα, έριχνε πέτρες από το παράθυρο, κτυπούσε την πόρτα η ώρα 03:00, και έτρεχε και πήγαινε κάτω, έβαζε τους σκύλους μέσα στο ασανσέρ, πατούσε το κουμπί να πάει σε άλλον όροφο, «κατέβαινε κάτω με το σώβρακο». Ήταν πολύ περιγραφικός ο ΜΚ2, απαντώντας με χειμαρρώδη τρόπο και με ταχύτητα στη λεπτομέρεια των αναφορών του, εξωτερικεύοντας πως «κουράστηκε» πλέον. Φοβόντουσαν για τη ζωή τους, ανέφερε. Ανέφερε και χειρονομίες που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο την 9.2.2026.
Η αφήγηση του ΜΚ2 παρουσιάζει λογική χρονική ακολουθία. Συγκεκριμένα, περιέγραψε ότι εισήλθε στον ανελκυστήρα με το εγγόνι του για να κατέβουν από την πολυκατοικία, πλην όμως, επειδή όλα τα κουμπιά του ανελκυστήρα ήταν πατημένα, ο ανελκυστήρας σταμάτησε στον έκτο όροφο, όπου συνάντησε τον Κατηγορούμενο με δύο σκύλους. Ακολούθως περιέγραψε το περιστατικό με τον σκύλο που γάβγιζε προς το εγγόνι του, την παρατήρηση που απηύθυνε στον Κατηγορούμενο και τη φερόμενη εξύβριση και απειλή που ακολούθησε. Η εκδοχή του ως προς τα ουσιώδη γεγονότα παρέμεινε σταθερή και σαφής. Ο ΜΚ2 απαντούσε με εμφανή ταραχή και έντονη συναισθηματική φόρτιση που, και στη δική του περίπτωση, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εμπάθεια», ως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Η συμπεριφορά του αυτή φαίνεται να συνδέεται με τη μακροχρόνια ένταση που, κατά τους ισχυρισμούς του, επικρατούσε μεταξύ των ιδίων και του Κατηγορούμενου στην πολυκατοικία. Ο ΜΚ2 προέβη σε εκτενείς αναφορές σε προηγούμενα περιστατικά συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, περιγράφοντας διάφορες ενοχλητικές ή επιθετικές ενέργειες που, κατά τον ίδιο, λάμβαναν χώρα επί σειρά ετών. Η ένταση και η αγανάκτηση που εξέφρασε ο ΜΚ2 κατά την κατάθεσή του δεν εκλαμβάνονται κατ’ ανάγκην ως ένδειξη αναξιοπιστίας, αλλά ως αντίδραση προσώπου που θεωρεί ότι έχει υποστεί επανειλημμένα ενοχλητική ή απειλητική συμπεριφορά. Παρά τη συναισθηματική του φόρτιση, δεν προέκυψαν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα βασικά γεγονότα της 2ας Φεβρουαρίου 2021. Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι σημαντικό μέρος της κατάθεσης του ΜΚ2 κατά την αντεξέταση αφορά περιγραφές προηγούμενων περιστατικών και γενικότερους χαρακτηρισμούς του Κατηγορούμενου, οι οποίοι αντανακλούν την έντονα επιβαρυμένη σχέση μεταξύ των μερών. Οι αναφορές αυτές αξιολογούνται με προσοχή, καθότι εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό την προσωπική αντίληψη και συναισθηματική στάση του μάρτυρα απέναντι στον Κατηγορούμενο. Ως προς το επίδικο περιστατικό της 2.2.2021, η μαρτυρία του ΜΚ2 παρουσιάζει εσωτερική συνοχή και λογική συνέπεια. Η περιγραφή του για τη συνάντηση με τον Κατηγορούμενο στον έκτο όροφο, καθώς και για την επακόλουθη φραστική αντιπαράθεση, δόθηκε με σαφήνεια και χωρίς μεταβολές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η έντονη συναισθηματική φόρτιση του ΜΚ2 κατά την αντεξέταση σχετίζεται κυρίως με το ιστορικό της σχέσης των μερών και δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην την αξιοπιστία της περιγραφής του ως προς το επίδικο περιστατικό. Συνεπώς, η μαρτυρία του μπορεί να αξιολογηθεί ως γενικά αξιόπιστη ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που περιγράφει, ενώ οι αναφορές του σε άλλα περιστατικά αντιμετωπίζονται με την επιβαλλόμενη επιφύλαξη.
Οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 αξιολογούνται τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση μεταξύ τους, καθότι αφορούν το ίδιο περιστατικό και προέρχονται από πρόσωπα που βρίσκονται σε στενή οικογενειακή σχέση. Η αξιολόγηση τέτοιων μαρτυριών απαιτεί προσεκτική στάθμιση, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον παρουσιάζουν συνοχή, αλληλοενίσχυση ή, αντιθέτως, ουσιώδεις αποκλίσεις. Ως προς τα βασικά γεγονότα της 2.2.2021, οι δύο μαρτυρίες εμφανίζουν ουσιώδη σύμπτωση. Και οι δύο μάρτυρες περιγράφουν ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στον χώρο της πολυκατοικίας και ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε εξυβριστική συμπεριφορά και απειλές. Ο ΜΚ2 περιγράφει την αρχική συνάντηση με τον Κατηγορούμενο στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας, όταν ο ανελκυστήρας σταμάτησε εκεί, ενώ η ΜΚ1 περιγράφει ότι άκουσε φωνές και στη συνέχεια είδε από τη βεράντα τον σύζυγό της με το εγγόνι τους και τον Κατηγορούμενο, ο οποίος τους εξύβριζε και απειλούσε. Η διαφοροποίηση αυτή αφορά κυρίως τη θέση από την οποία αντιλήφθηκε τα γεγονότα κάθε μάρτυρας και όχι την ουσία του περιστατικού. Η μαρτυρία της ΜΚ1 παρουσιάζει ψυχραιμία, σαφήνεια και περιγραφική ακρίβεια ως προς τα γεγονότα που αντιλήφθηκε. Αντιθέτως, ο ΜΚ2 εμφανίστηκε περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένος κατά την αντεξέτασή του, εκφράζοντας έντονη αγανάκτηση για την ευρύτερη συμπεριφορά που, κατά τον ίδιο, επιδείκνυε ο Κατηγορούμενος στην πολυκατοικία. Η διάσταση αυτή, όμως, δεν εντοπίζεται στην ουσία της αφήγησής του για το συγκεκριμένο περιστατικό, που παρέμεινε σταθερή. Και οι δύο μάρτυρες αναφέρθηκαν σε προηγούμενα περιστατικά συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, δημιουργούσαν κλίμα έντασης στην πολυκατοικία. Οι αναφορές αυτές λειτουργούν κυρίως ως υπόβαθρο των σχέσεων μεταξύ των μερών και όχι ως άμεση απόδειξη των υπό κρίση κατηγοριών. Σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση των μαρτυριών είναι ότι δεν προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ τους ως προς τα βασικά γεγονότα. Αντιθέτως, οι επιμέρους διαφοροποιήσεις στην περιγραφή των περιστάσεων είναι συμβατές με το γεγονός ότι οι μάρτυρες αντιλήφθηκαν τα γεγονότα από διαφορετικό σημείο και σε διαφορετικό χρόνο. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2, ιδωμένες συνολικά, παρουσιάζουν ουσιαστική σύγκλιση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιστατικού. Η μαρτυρία της ΜΚ1 χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ψυχραιμία και αφηγηματική δομή, ενώ η μαρτυρία του ΜΚ2 από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Παρά ταύτα, η μεταξύ τους συμφωνία ως προς τα βασικά γεγονότα ενισχύει την αξιοπιστία της εκδοχής τους, όπως και η συμφωνία τους με βασικά σημεία της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, Τ4.
ΜΚ3
Ο MK3 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τ3), στην οποία καταγράφονται οι ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να θέσει οποιαδήποτε υπογραφή. Κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο (Τ4), τη γραπτή κατηγορία (Τ5) και το έντυπο δικαιωμάτων (Τ6). Στην ανακριτική κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος, Τ4, φέρεται να αναφέρει πως την 2.2.2021 ώρα 18:00 κάποιος ήρθε έξω από την πόρτα του και φώναζε, αλλά δεν κατάλαβε τι έλεγε, ήταν η φωνή του γείτονά του. Ακολούθως, την 19:00, όταν θα έπαιρνε βόλτα τους σκύλους του, δεμένους με λουρί, ράτσας mini pitchel, πήγε ξανά πάνω ο γείτονάς του. Ο ίδιος άνοιξε την πόρτα, εκείνος του είπε «τι θέλεις που τη γυναίκα μου» και ότι θα του κάνει ζημιά στο διαμέρισμα. Τον άκουσε και η φιλενάδα του, που ήταν μέσα στο διαμέρισμα. Ακολούθως, είχε πάρει το ασανσέρ και πήγε κάτω. Μετά από περίπου 3 λεπτά, κατέβηκε με τους σκύλους και τον περίμενε στην πόρτα. Ο Κατηγορούμενος του είπε να φύγει και να μην του μιλά. Ήταν μαζί με ένα μωρό, το οποίο δεν θυμάται αν ήταν μαζί του και όταν είχε ανέβει επάνω. Ουδέποτε του είπε πως θα τον δείρει και ουδέποτε τον εξύβρισε.
Η μαρτυρία του ΜΚ3 περιορίζεται κυρίως στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη και στην παρουσίαση των σχετικών τεκμηρίων. Ο μάρτυρας κατέθεσε με ουδετερότητα και χωρίς υπερβολές, ενώ δεν προέκυψε οποιοσδήποτε λόγος αμφισβήτησης της ορθότητας των διαδικαστικών ενεργειών που περιέγραψε. Ωστόσο, ο ΜΚ3 δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των επίδικων γεγονότων και η μαρτυρία του δεν δύναται να επιλύσει τις αντιφατικές εκδοχές των διαδίκων ως προς το περιεχόμενο του επεισοδίου. Η σημασία της μαρτυρίας του έγκειται κυρίως στην καταγραφή της εκδοχής του Κατηγορούμενου σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας και στην παρουσίαση των σχετικών τεκμηρίων.
Παρεμβάλλεται πως η Υπεράσπιση, κατά τη μαρτυρία του ΜΚ3, αλλά και κατά την αγόρευσή της, η συνήγορος του Κατηγορούμενου, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρώτο πρόσωπο που μετέβη στην Αστυνομία για να υποβάλει παράπονο αναφορικά με το περιστατικό, πλην όμως, κατά τη θέση της Υπεράσπισης, το δικό του παράπονο δεν καταγράφηκε ούτε διερευνήθηκε, γιατί ήταν, για την Αστυνομία, ένας «συνήθης ύποπτος», ενώ αντιθέτως προωθήθηκε η καταγγελία των παραπονουμένων. Η θέση αυτή προβλήθηκε ως ένδειξη άδικης ή μονομερούς αντιμετώπισης εκ μέρους των αστυνομικών αρχών. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η αντίληψη ενός προσώπου πως δεν έτυχε ίσης μεταχείρισης από τις ανακριτικές αρχές δυνατόν να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη διαδικασία και να εξηγεί μέρος της στάσης ή της αγανάκτησής του κατά την κατάθεσή του. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό αφορά πρωτίστως τον χειρισμό της υπόθεσης από την Αστυνομία και όχι άμεσα το κατά πόσον τελέστηκαν ή όχι οι αποδιδόμενες πράξεις. Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε πρώτος να προβεί σε καταγγελία, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού, απόδειξη της ορθότητας της εκδοχής του ούτε οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αντίθετης εκδοχής. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας εξακολουθεί να εξαρτάται από τη συνοχή, τη λογική συνέπεια και τη συμβατότητά της με το σύνολο της μαρτυρίας και τις περιστάσεις της υπόθεσης.
Ευρήματα γεγονότων
Τα ευρήματα γεγονότων συνίστανται στα πραγματικά περιστατικά τα οποία το Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας, δέχεται ως αποδεδειγμένα και τα οποία συγκροτούν το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνεται η δικαστική του κρίση. Συναφώς, καθοριστικής σημασίας δεν είναι οι υποκειμενικές αντιλήψεις ή πεποιθήσεις των διαδίκων ως προς τα επίδικα γεγονότα, αλλά τα περιστατικά που αποδεικνύονται από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό. Από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι, την 2.2.2021 και περί ώρα 18:45–19:00, στην πολυκατοικία όπου διέμεναν οι εμπλεκόμενοι, ο ΜΚ2 εισήλθε στον ανελκυστήρα μαζί με το ανήλικο εγγόνι του με σκοπό να εξέλθουν, πλην όμως, λόγω του ότι όλα τα κουμπιά του ανελκυστήρα ήταν πατημένα, ο ανελκυστήρας ανήλθε και σταμάτησε στον έκτο όροφο, όπου, μόλις άνοιξε η πόρτα, συνάντησαν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος κρατούσε δύο μικρούς σκύλους, εκ των οποίων ο ένας ήταν δεμένος με λουρί και ο άλλος ελεύθερος. Ο ελεύθερος σκύλος γάβγιζε προς το ανήλικο, προκαλώντας του φόβο, με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να απευθύνει στον Κατηγορούμενο την παρατήρηση να συγκρατήσει τον σκύλο του. Τότε, ο Κατηγορούμενος αντέδρασε εκστομίζοντας τις φράσεις που καταγράφονται στη μαρτυρία («γ*** τη μάνα σου, γ*** τη γυναίκα σου»), απευθύνοντας προς τον ΜΚ2 τον λόγο του. Ο ΜΚ2 πάτησε αμέσως το κουμπί για κάθοδο και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος κατήλθε στο ισόγειο, όπου ο Κατηγορούμενος τον ακολούθησε, συνεχίζοντας να εκστομίζει τις ίδιες ή παρόμοιες φράσεις, περιλαμβανομένων φράσεων ότι θα τον δείρει και θα τον σκοτώσει. Την ίδια χρονική περίοδο, η ΜΚ1, ευρισκόμενη στο διαμέρισμά της, άκουσε φωνές έξω από την πολυκατοικία και, μεταβαίνοντας στη βεράντα της κουζίνας που βλέπει προς τον φωταγωγό και την είσοδο, είδε τον σύζυγό της, το εγγόνι τους και τον Κατηγορούμενο, ο οποίος εκστόμιζε τις φράσεις που καταγράφονται στη μαρτυρία (μεταξύ των οποίων «γ*** τη μάνα σου, γ*** τη γυναίκα σου…»), ενώ κρατούσε τους δύο σκύλους που γάβγιζαν. Σε κάποιο στάδιο έχασε οπτική επαφή, εισήλθε εκ νέου στο διαμέρισμα και, ακούγοντας εκ νέου φωνές από το κλιμακοστάσιο, κατήλθε με τον ανελκυστήρα στο ισόγειο και εξήλθε στο πεζοδρόμιο. Εκεί, σε μικρή απόσταση από την είσοδο της πολυκατοικίας, είδε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στην ίδια πλευρά του δρόμου και, μόλις την αντιλήφθηκε, να στρέφεται και εναντίον της, εκστομίζοντας τις φράσεις που καταγράφονται στη μαρτυρία («τον γιο της σιηλλοπ******, γ*** τη γυναίκα του έτην τζιαμέ» και «τώρα να δεις τι θα κάμω στην οικογένειά του»). Στο σημείο βρισκόταν και άγνωστη γυναίκα, η οποία κρατούσε τον έναν σκύλο, ενώ ο άλλος κινείτο ελεύθερος προς τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, η ΜΚ1 επέστρεψε στο διαμέρισμα και επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΚ2, ο οποίος της υπέδειξε να μεταβούν στην Αστυνομία, πράγμα που έπραξαν. Ακολούθησε ανακριτικό έργο.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία, 3η Κατηγορία
Για την απειλή, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά απειλής με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη και (β) με τρόπο ώστε να προκαλείται στο φερόμενο ως θύμα τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη της απειλούμενης σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[6].
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ευρήματα γεγονότων, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, ευρισκόμενος τόσο στον έκτο όροφο όσο και μεταγενέστερα στο ισόγειο και εκτός της πολυκατοικίας, προέβη επανειλημμένα στην εκστόμιση φράσεων προς τον ΜΚ2, όπως και προς τη ΜΚ1, περιλαμβανομένων ρητών διατυπώσεων ότι θα τον δείρει και θα τον σκοτώσει (τον ΜΚ2), καθώς και ότι «τώρα να δεις τι θα κάμω στην οικογένειά του». Οι φράσεις αυτές, εκ των οποίων ορισμένες συνιστούν ευθείες απειλές βίας, εκστομίστηκαν υπό συνθήκες έντασης, με άμεση αντιπαράθεση μεταξύ των μερών, παρουσία ανηλίκου ή και με συνοδεία σκύλων που ήδη προκαλούσαν αναστάτωση, γεγονός που ενίσχυε το εκφοβιστικό περιβάλλον του συμβάντος. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά εκδήλωση απειλής χρήσης βίας, η οποία, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί κενή περιεχομένου, αλλά αντικειμενικά ικανή να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία σε εύλογο πρόσωπο, λαμβανομένης υπόψη της αμεσότητας των εκφράσεων, της επαναληπτικότητάς τους και της συνέχειας της επιθετικής στάσης του Κατηγορούμενου σε διαφορετικά σημεία του ίδιου περιστατικού. Περαιτέρω, από την όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια του συμβάντος, συνάγεται πρόθεση εκφοβισμού των παραπονούμενων, ανεξαρτήτως του κατά πόσον υπήρχε πρόθεση υλοποίησης των απειλών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ικανοποιούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ.
2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά το άρθρο 99 ΠΚ, πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) εξύβριση άλλου προσώπου· (β) σε δημόσιο χώρο ή σε μη δημόσιο χώρο με τρόπο και υπό συνθήκες που μπορεί να ακουστεί από πρόσωπο σε δημόσιο χώρο· (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η έννοια του δημόσιου χώρου περιλαμβάνει και τα κέντρα αναψυχής[7] ή τα καταστήματα[8] ή τους ιδιωτικούς επαγγελματικούς χώρους που είναι ανοιχτοί για το κοινό[9]. Οι λέξεις που εκστομίζονται προσεγγίζονται με βάση το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική, και όχι απλώς αγενής, είναι θέμα πραγματικό, και, στο πραγματικό πλαίσιο εξέτασης, μπορεί να μην έχει σημασία η ατελής ή μη ορθή προφορά[10]. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα ή την ιδιότητα των παρόντων προσώπων[11].
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβη επανειλημμένα στην εκστόμιση φράσεων με προφανώς υβριστικό και χυδαίο περιεχόμενο προς τον ΜΚ2 και τη ΜΚ1, περιλαμβανομένων εκφράσεων όπως «γ*** τη μάνα σου» «γ*** τη γυναίκα σου», καθώς και άλλων συναφών διατυπώσεων που στρέφονταν και κατά της οικογένειάς τους. Οι εκφράσεις αυτές, κατά το σύνηθες νόημά τους, υπερβαίνουν σαφώς τα όρια της απλής αγένειας και συνιστούν ευθεία προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας των αποδεκτών τους. Περαιτέρω, οι εν λόγω φράσεις εκστομίστηκαν τόσο εντός της πολυκατοικίας, σε κοινόχρηστους χώρους (ανελκυστήρας, είσοδος), όσο και εκτός αυτής, επί του πεζοδρομίου, ήτοι σε χώρο προσιτό στο κοινό, υπό συνθήκες όπου μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τρίτα πρόσωπα. Πράγματι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρούσα ήταν και τρίτη γυναίκα, ενώ η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εκδηλώθηκε σε ανοικτό χώρο, πλησίον καταστημάτων, στοιχείο που ενισχύει τον δημόσιο χαρακτήρα της εξύβρισης. Επιπλέον, ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς, ήτοι η ένταση, η επαναληπτικότητα των φράσεων και το επιθετικό ύφος, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εξέλιξη του περιστατικού, είναι τέτοιος που αντικειμενικά ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο αντίδραση ή επίθεση, κατά την έννοια του νόμου. Με βάση το κριτήριο του μέσου λογικού ανθρώπου, οι συγκεκριμένες εκφράσεις, υπό τις περιστάσεις που εκστομίστηκαν, είναι ικανές να προκαλέσουν έντονη προσβολή και αντίδραση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης, κατά το άρθρο 99 ΠΚ.
Κατάληξη
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στον απαιτούμενο βαθμό, συνεπώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες.
(Υπ.) .................................
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13.
[7] Anthony Castelow and Another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141 και Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 25.
[8] Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 362.
[9] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 493.
[10] Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 ΑΑΔ 89, Λουκαΐδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 884.
[11] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Kozina (1999) 2 ΑΑΔ 503.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο